Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

Η ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ



 0 ρόλος της στην προάσπιση των εθνικών συμφερόντων.
 Ζητείται η συγκρότηση δικτύου επιτήρησης, με τη δημιουργία χερσαίων και αεροπορικών μέσων, σε συνδυασμό με ελαφρές ναυτικές δυνάμεις, που θα έχουν τη δυνατότητα να καταπολεμούν την τρομοκρατία και τα δίκτυα μεταφοράς ανθρώπων. 

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΥΠΡΙΟΥ 

Ο Θεμιστοκλής, ο θεμελιωτής της αθηναϊκής ηγεμονίας, είχε πει ότι εκείνος που κυριαρχεί στη θάλασσα κυριαρχεί παντού. Προς επίρρωση, σχεδόν αποκλειστικά χάρη στη ναυτική υπεροχή της κατέστη η Βρετανική Αυτοκρατορία ηγέτιδα στον καιρό της, όπως ακριβώς οι ναυτικές δυνάμεις κατατάσσουν σήμερα τις ΗΠΑ ως παγκόσμια υπερδύναμη. Αντιθέτως, έθνη όπως η Γαλλία και η Γερμανία, που δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν την υπεροχή των αντιπάλων τους στη θάλασσα, μολονότι επικράτησαν σε πολεμικές επιχειρήσεις, περιφερειακές ή παγκόσμιες απέτυχαν εντέλει να καθιερωθούν ιστορικά ως μεγάλες δυνάμεις. 

Η ναυτική ισχύς ενός κράτους είναι κομβικής σημασίας όχι μόνο σε καιρούς πολέμου, αλλά και ειρήνης. Κατά...
τη διάρκεια ειρηνικών περιόδων στόχος είναι η προστασία των εθνικών θαλάσσιων συνόρων, τα οποία περιλαμβάνουν και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ). Οι απειλές, εξάλλου, ποτέ δεν λείπουν, είτε από τρομοκρατικές ομάδες είτε από παράνομα δίκτυα εμπορίας ειδών ή και ανθρώπων. Σε περίπτωση δε πολεμικών επιχειρήσεων σκοπός είναι, φυσικά, ο έλεγχος των εγγύς θαλάσσιων οδών, η αξιοποίηση των θαλάσσιων πρώτων υλών και η εκμετάλλευση του χώρου επιχειρή­σεων* με άλλα λόγια, η δημιουργία καθεστώτος ναυ­τικής κυριαρ­χίας. Ασφαλώς, μέσω αυτού διασφαλίζεται και η προστασία των πληθυσμιακών κέντρων αλλά και των βιομηχανικών ζωνών που, διαφορετικά, λόγω και των αυξημένων δυνατοτήτων των σύγχρονων οπλικών συστημάτων, θα ήταν ευάλωτα σε προσβολή. Είναι σαφές ότι η κυριαρχία επί των εγγύς θαλάσσιων περιοχών όχι μόνο αποτρέπει την εισχώρηση άλλων δυνάμεων σε αυτές, αλλά ανεβάζει και το κύρος μιας χώρας διεθνώς, με τα ανάλογα οφέλη, καθώς συνιστά εργαλείο άσκησης πολιτικής και διπλωματικής επιρροής. 

Η ναυτική κυριαρχία αποτελεί εγγύηση για την ασφάλεια ενός κράτους, αφού του προσφέρει τη δυνατότητα εξάλειψης του αντιπάλου από το πεδίο της μάχης εξασφαλίζοντας στις δυνάμεις του πλήρη επικράτηση και ελευθερία κινήσεων. Η διατήρηση ανοιχτών και προστατευμένων γραμμών ανεφοδιασμού επιτρέπει την αδιάλειπτη συνέχεια των επιχειρήσεων και τον ανεφοδιασμό ή την ενίσχυση των χερσαίων και των εναέριων δυνάμεων, καθώς και την ανεμπόδιστη χρήση τους από την Εμπορική Ναυτιλία για την τροφοδότηση των αναγκών της κρατικής οντότητας. Θαλάσσια κυριαρχία μπορεί επίσης να επιτευχθεί de facto όταν οι ναυτικές δυνάμεις υπερέχουν σε τέτοιο βαθμό που ο αντίπαλος αδυνατεί να επιτεθεί ευθέως, όπως συνέβη στην περίπτωση Γερμανίας - Μεγάλης Βρετανίας κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Η συνάρτηση με την εθνική Κυριαρχία 

Είτε σε περιόδους ειρήνης είτε σε περιόδους πολέμου, η ναυτική ισχύς αποσκοπεί στην καθιέρωση της κυριαρχίας μιας κρατικής οντότητας επί ενός συγκεκριμένου χώρου. Αυτό, βεβαίως, έχει εφαρμογή και στη χώρα μας. Η ελληνική ναυτική ισχύς καλείται να προασπίσει τα σύνορα και τον βιοπλουτοπαραγωγικό χώρο ενός κατεξοχήν παράκτιου κρό­του τους. Να σημειωθεί ότι το τεράστιο για τα ελληνικά δεδομένα ναυτικό πρόγραμμα που εκπονήθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο μετά το 1912 διαμορφώθηκε με βάση αυτή την απαίτηση, καθώς και ότι το ένα τρίτο των ελληνικών εφεδρειών κατοικούσε στον νησιωτικό χώρο. Το τελευταίο επιβεβαιώθηκε και με τη μεταφορά της ελληνικής μεραρχίας Κρήτης για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια του Έπους του '40, δείχνοντας τη σημασία της διασφάλισης των αποκαλούμενων «γραμμών επικοινωνίας». Αντίθετα, η αρνητική απόφαση για τη μεταφορά ενισχύσεων στην Κύπρο το 1974 βασίστηκε ακριβώς στο ότι δεν υπήρχε δυνατότητα διασφάλισης των γραμμών επικοινωνίας. 

Η αδυναμία θεσμοθέτησης ΑΟΖ στα ελ­ληνοτουρκικά θαλάσσια σύνορα αποτε­λεί μέρος της έλλειψης επαρκούς δυνατότητας θαλάσσιας ισχύος, σε συνδυασμό με την κατάσταση που έχει διαμορφω­θεί στην Κύπρο. Η συνάρτηση ναυτικής ισχύος Ελλάδος - Τουρκίας επιτρέπει στην τελευταία να εγείρει διεκδικήσεις αλλά και να απειλεί το νόμιμο καθεστώς. Πάλι ως σχετικό παράδειγμα, η αδυναμία της Τουρκικής Δημοκρατίας μέχρι το 1974 να επιβάλει τη θέληση και την ισχύ της στην Κύπρο ήταν απόρροια του ελλείμματος ναυτικής ισχύος, ιδιαίτερα όσον αφορά στον αποβατικό στόλο. Ως συνέπεια από τότε, και προκειμένου να ανατρέψει το υφιστάμενο καθεστώς, η Άγκυρα ξεκίνη­σε εκτενές ναυτικό εξοπλιστικό και ναυπηγοκατασκευαστικό πρόγραμμα, που, πέρα από τη δυνατότητα αμφισβήτησης της ελληνικής ναυτικής κυριαρχίας στο Αιγαίο και της θεσμοθέτησης ΑΟΖ, στό­χευε και στοχεύει στη δημιουργία μόνιμης απειλής κατά των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. 

Καίρια σημασία και σε περιόδους ειρήνης 

Η κατάσταση στο Αιγαίο όπως έχει δια­μορφωθεί από το καλοκαίρι σε σχέση με το Προσφυγικό - Μεταναστευτικό αποτε­λεί ένα ακόμα παράδειγμα της απώλειας ναυτικής ισχύος, που ως απόρροια οδή­γησε στην ανοιχτή αμφισβήτηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με την προώθηση της περίπτωσης ανάληψης κοινών περιπο­λιών με την Τουρκία. Παρεμφερής είναι η κατάσταση σε περιπτώσεις διάχυσης τρομοκρατικών δυνάμεων -για παράδειγμα, στη Συρία- ή πειρατείας, όπως στις ακτές της Σομαλίας. Με τη διαφορά ότι εκεί τον ρόλο ανάληψης περιπολιών έχει αναλάβει διεθνής δύναμη. 

Στο διακρατικό και διεθνές πολιτικό πε­δίο αντιπαραθέσεων η διατήρηση και επέκταση της ναυτικής ισχύος αποκτά καίρια σημασία ακόμα και σε ειρηνικές περιόδους. Η ελληνική ναυτική ισχύς επο­μένως καλείται να δράσει σε πολυδιάστα­το επίπεδο στο πλαίσιο διασφάλισης του ενιαίου χώρου από το κλειστό περιβάλλον του Αιγαίου ως την πιο ανοιχτή θάλασσα της Ανατολικής Μεσογείου. Σε αυτό το πο­λυδιάστατο περιβάλλον απαιτείται να δια­σφαλιστεί η ελληνική ναυτική κυριαρχία. Η προστασία κατά τη διάρκεια της ειρηνι­κής περιόδου εξασφαλίζεται μόνο από την παρουσία της σημαίας και της περιπολίας όσον αφορά στο θέμα των ασύμμετρων απειλών, όπως είναι αυτές κατά της εθνι­κής και διεθνούς ασφάλειας (τρομοκρατία - παράτυπη μετανάστευση). 

Οι απαιτήσεις από το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό 

Εν ολίγοις, από το Πολεμικό μας Ναυτικό ζητείται ουσιαστικά η συγκρότηση ναυτι­κού δικτύου παρατήρησης - επιτήρησης με τη δημιουργία χερσαίων και αεροπο­ρικών μέσων, σε συνδυασμό με ελαφρές ναυτικές δυνάμεις που θα έχουν τη δυ­νατότητα να καταπολεμούν παράνομες δράσεις, όπως η τρομοκρατία ή τα δίκτυα μεταφοράς ανθρώπων, ενώ θα προσφέ­ρουν και δυνατότητα παρουσίας σημαίας και ναυτικής επιτήρησης των εχθρικών ναυτικών δυνάμεων. Με αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τους θεωρητικούς Μάνχαϊμ - Κορμπέτ, δημιουργούνται συνθήκες ναυ­τικής κυριαρχίας, διατηρώντας τη δυνατότητα εξάλειψης του αντιπάλου από το πεδίο της μάχης. 

Ως αποτέλεσμα έρχεται η πλήρης επι­κράτηση και ελευθερία κινήσεων, όπως και η διατήρηση ανοιχτών και προστατευμένων γραμμών ανεφοδιασμού, που επιτρέπουν την αδιάλειπτη συνέχεια των επιχειρήσεων, μέσω και του ανεφοδια­σμού και της ενίσχυσης των χερσαίων και εναέριων δυνάμεων, καθώς και την ανε­μπόδιστη χρήση τους από την Εμπορική Ναυτιλία. Κατά τον Κορμπέτ, η διατήρηση ανοιχτών γραμμών επι­κοινωνίας με παράλληλες επιχειρήσεις εξάλειψης των γραμμών του αντιπά­λου έχει προτεραιότητα σε σχέση ακόμη και με την καταστροφή των εχθρικών ναυτικών δυνάμεων. Αντιθέτως, κατά τον Μάνχαϊμ σκοπός είναι η καταστρο­φή του εχθρικού στόλου σε αποφασιστική μάχη, με συγκεντρωμένες όλες τις φίλιες δυνάμεις. Η ναυτι­κή κυριαρχία, όπως προείπαμε, μπορεί επίσης να επιτευχθεί de facto όταν οι ναυτικές δυνάμεις υπερέ­χουν σε τέτοιο βαθμό που ο αντίπαλος αδυνατεί να επιτεθεί ευθέως. Ο συνδυ­ασμός δε των δύο αντιλή­ψεων θα ήταν ο ιδανικός. 

Η επιτυχής καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων ε­πιφάνειας στους ναυστάθ­μους τους θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η πλήρης ολοκλήρωση της ναυτικής στρατηγικής, καθώς θα εξασφάλιζε όλα τα παραπάνω. Η επίτευξη αυτού του σκοπού επιτυγχάνε­ται με βλήματα μακράς εμβέλειας, στρα­τηγικού ή υποστρατηγικού ρόλου. Στην ελληνική περίπτωση, για να δημιουργηθούν συνθήκες ναυτικής κυριαρχίας το Πολεμικό Ναυτικό θα πρέπει να διαθέτει μονάδες με δυνατότητες να επιχειρούν σε όλο το φάσμα των ναυτικών δράσεων - ανθυποβρυχιακές, συνοδείας αλλά και πολέμου επιφανείας. Περαιτέρω, οφείλει να διατηρεί δυνατότητες περιορισμού ή και καταστροφής του αντίπαλου στόλου εντός του εχθρικού χώρου προκειμένου να διασφαλιστούν όλα τα ανωτέρω. Τις δυνατότητες αυτές διατηρεί περιορισμέ­να σήμερα το Πολεμικό Ναυτικό, ενώ ανα­φορικά με την προβολή ναυτικής ισχύος, δηλαδή αυτή της καταστροφής του εχθρι­κού στόλου στους ναυστάθμους του ή της προσβολής χερσαίων στόχων, είναι δυνα­τό να επιτευχθεί μόνο διαμέσου της συ­νεργασίας με την Πολεμική Αεροπορία. 

Θα μπορούσε, επομένως, δικαίως να ειπωθεί ότι με βάση κάποιες αποτυχημέ­νες αποφάσεις του παρελθόντος, όπως είναι το περίφημο πρόγραμ­μα της κορβετοφρεγάτας ή η μη υλοποίηση εξοπλιστικών προγραμμάτων (βλ. νέες φρεγάτες) λόγω κρίσης, το Πολεμικό Ναυτικό έχει δικαιολογημένα απωλέσει μέρος της ισχύος του σε μια κρίσιμη περίοδο, με τον γεω­πολιτικό περίγυρο της χώρας να έχει εισέλθει σε μόνιμη αστάθεια, ακόμα και σε συρ­ράξεις. Υπ' αυτό το πρίσμα, αν και το Πολεμικό Ναυτικό καλείται -και μπορεί- να εκπληρώσει μέρος των αποστολών της ναυτικής ισχύ­ος και, κατ' επέκταση, της επιβολής ναυτικής κυριαρ­χίας, αδυνατεί να εκτελέσει το σύνολο των αποστολών του, όπως αυτές προβλέπονται από τους θεωρητικούς κι από τις εξελίξεις κυρίως λόγω της οικονομικής δυ­σχέρειας. Η συγκρότηση, ωστόσο, ναυτικής ισχύος και η επίτευξη ναυτικής κυριαρ­χίας για μια παράκτια χώρα όπως η δική μας θα πρέπει να είναι πρωταρχικοί εθνι­κοί στόχοι.

(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-06/11-12/11/15) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου