Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Το στρατηγικό τρίγωνο Ινδίας - Ισραήλ - ΗΠΑ

Της ISABELLE SAINT-MEZARD*

Παρ’ όλο που οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Τελ Αβίβ και Νέου Δελχί μετρούν λιγότερα από είκοσι χρόνια, οι δύο πρωτεύουσες έχουν αναπτύξει ένα πυκνό δίκτυο σχέσεων, ιδιαίτερα στον στρατιωτικό τομέα, συντηρώντας το όραμα ενός στρατηγικού τριγώνου μεταξύ Ισραήλ, Ινδίας και ΗΠΑ.

Η επίσκεψη του Αριέλ Σαρόν στο Νέο Δελχί επισφράγισε μια συνεργασία που, μεταξύ άλλων, έχει αναβαθμίσει τις ένοπλες δυνάμεις της Ινδίας.

Με διαφορά ενός χρόνου, το 1947 και το 1948 αντίστοιχα, γεννήθηκαν μέσα από τα ερείπια της βρετανικής αυτοκρατορίας η Ινδία και το Ισραήλ, ύστερα από διαδικασίες βίαιου διαμοιρασμού εδαφών. Και οι δύο χώρες βρέθηκαν εγκλωβισμένες σε περίπλοκες διενέξεις, που είχαν σημαδευτεί και από πρότερες ένοπλες συγκρούσεις. Ωστόσο, οι ομοιότητες αυτές δεν δημιούργησαν ιδιαίτερους δεσμούς μεταξύ τους. Αντιθέτως, μάλιστα.

Από τη δεκαετία του ’20, οι ηγέτες του ινδικού εθνικιστικού κινήματος είχαν ενώσει τις φωνές τους με τους Αραβες της Παλαιστίνης ενάντια στον βρετανικό ιμπεριαλισμό και αντιτίθεντο στα σχέδια των σιωνιστών για τη δημιουργία εβραϊκού κράτους. Η Ινδία καταψήφισε το σχέδιο διαμοιρασμού της Παλαιστίνης στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, στις 29 Νοεμβρίου 1947, και δεν αναγνώρισε το Ισραήλ παρά το 1950. Μέχρι τη δεκαετία του ’80, συνέχισε να συμπλέει με τις αραβικές χώρες (στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και του Κινήματος των Αδεσμεύτων) υπερασπίζοντας το δικαίωμα των Παλαιστινίων να ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος.

Η διπλωματική της στάση, όμως, δεν ήταν απαλλαγμένη από σκοπιμότητες. Το Νέο Δελχί ανησυχούσε για το ενδεχόμενο στήριξης των πακιστανικών διεκδικήσεων στο Κασμίρ από πλευράς των μουσουλμανικών κρατών. Μέτρησαν, βέβαια, και άλλες σκοπιμότητες. Ειδικότερα στο ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας, η Ινδία εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τις χώρες της Μέσης Ανατολής για τον ανεφοδιασμό της σε πετρέλαιο. Επιπλέον, στηριζόταν στα εμβάσματα των πολυάριθμων Ινδών που εργάζονταν στις χώρες του Κόλπου, για να συγκρατήσει το σοβαρό έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών της κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και τις αρχές της δεκαετίας του ’90 (1).

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΠΑΦΕΣ

Παρ’ όλα αυτά, με την πάροδο του χρόνου, το χάσμα μεταξύ Ινδίας και Ισραήλ μίκρυνε. Ηδη από τη δεκαετία του 1960, οι δύο χώρες άρχισαν μυστικές επαφές στον στρατιωτικό τομέα και στις υπηρεσίες πληροφοριών. Ετσι, το Ισραήλ προσφέρθηκε να βοηθήσει τις ινδικές ένοπλες δυνάμεις στη διένεξη με την Κίνα (το 1962) και, στη συνέχεια, με το Πακιστάν (το 1965 και το 1971). Μάλιστα, το 1978, ο ισραηλινός υπουργός Αμυνας, Μοσέ Νταγιάν, πραγματοποίησε μυστική επίσκεψη στην Ινδία, για να συζητήσει το ενδεχόμενο στρατιωτικής συνεργασίας. Τελικά, το 1992, το Νέο Δελχί εγκαινίασε επίσημες διπλωματικές σχέσεις με το Τελ Αβίβ. Η απόφαση αυτή διευκολύνθηκε από τη διεθνή συγκυρία, που είχε σημαδευτεί από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και από τη Διάσκεψη της Μαδρίτης για τη Μέση Ανατολή, τον Οκτώβριο του 1991, στην οποία είχαν διαφανεί κάποιες προοπτικές ειρήνης. Απέρρεε, όμως, εξίσου και από την απογοήτευση μπροστά στα πενιχρά αποτελέσματα της μέχρι τότε πολιτικής. Η Ινδία, όχι μόνο δεν είχε καταφέρει να εξουδετερώσει την επιρροή του Πακιστάν στις αραβικές χώρες, αλλά είχε δει πολλές φορές τον Οργανισμό Ισλαμικής Συνδιάσκεψης να υιοθετεί αποφάσεις που καταδίκαζαν τις θέσεις της στο ζήτημα του Κασμίρ.

Μπορεί τις διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ να τις εγκαινίασε το (κεντροαριστερό) Κόμμα του Κογκρέσου, αλλά ήταν το εξτρεμιστικό ινδουιστικό κόμμα, το Κόμμα του Ινδικού Λαού (Bharatiya Janata Party, ΚΙΛ), που, όταν ήρθε στην εξουσία (1998-2004), έδωσε στη συνεργασία ώθηση και ουσιαστικό περιεχόμενο. Καχύποπτο, αν όχι εχθρικό, απέναντι στον μουσουλμανικό κόσμο, το ΚΙΛ δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να εκδηλώσει ανοιχτά τη συμπάθειά του προς το Ισραήλ. Είναι αλήθεια ότι, με όρους εσωτερικής πολιτικής, το ινδουιστικό κόμμα δεν ένιωσε ποτέ να περιορίζεται από τις διαθέσεις της μουσουλμανικής μειονότητας της Ινδίας -σε αντίθεση με το Κόμμα του Κογκρέσου. Η συγκυρία μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ενίσχυσε περισσότερο τους νέους δεσμούς, καθώς η κυβέρνηση συνασπισμού του ΚΙΛ προώθησε την ιδέα του μετώπου των φιλελεύθερων δημοκρατιών απέναντι στην απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας. Και, συμβολικά, υποδέχθηκε τον ισραηλινό πρωθυπουργό Αριέλ Σαρόν, τον Σεπτέμβριο του 2003, για να τιμήσουν… την επέτειο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ.

Η πολιτική αυτή θεώρηση οδήγησε στο όραμα ενός στρατηγικού τριγώνου μεταξύ Ισραήλ, Ινδίας και Ηνωμένων Πολιτειών(2), ιδέα που διατυπώθηκε δημόσια πρώτη φορά στις 8 Μαΐου 2003 από τον τότε σύμβουλο εθνικής ασφάλειας της Ινδίας, Μπρατζές Μίσρα, στο δείπνο της ετήσιας συνόδου της American Jewish Committee (Αμερικανοεβραϊκή Επιτροπή): «Το κύριο θέμα μας εδώ είναι να θυμηθούμε όλοι μαζί τη φρίκη της τρομοκρατίας και να εγκωμιάσουμε τη συμμαχία των ελεύθερων κοινωνιών που μάχονται κατά της μάστιγας αυτής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ινδία και το Ισραήλ υπήρξαν οι κύριοι στόχοι της τρομοκρατίας. Πρέπει να αντιμετωπίσουν από κοινού το τερατώδες φαινόμενο της σύγχρονης τρομοκρατίας(3)». Στη συνέχεια, έγιναν συζητήσεις μεταξύ των εκπροσώπων των τριών κυβερνήσεων, ιδιαίτερα για θέματα άμυνας και καταστολής της τρομοκρατίας, ενώ, στο παρασκήνιο, εξελισσόταν μια αποφασιστική προσέγγιση μεταξύ των φιλο-ινδικών και των φιλο-ισραηλινών ομάδων πίεσης στην Ουάσιγκτον.

Το 2004, η επιστροφή του Κόμματος του Κονγκρέσου στην εξουσία, ως επικεφαλής κυβέρνησης συνασπισμού, άμβλυνε τη συγκεκριμένη ιδεολογική διάσταση. Κατά βάθος, όμως, ο πυρήνας της ινδο-ισραηλινής σχέσης δεν επηρεάστηκε καθόλου. Γιατί άπτεται των τομέων προτεραιότητας της άμυνας και της ασφάλειας.

Βέβαια, οι δεσμοί έχουν διαφοροποιηθεί και συνάπτονται συνεργασίες στους κλάδους της γεωργίας, του τουρισμού, των επιστημών και της τεχνολογίας. Οι εμπορικές συναλλαγές, παρ’ ότι συνδέονται κυρίως με τη βιομηχανία διαμαντιών (το 2008, αντιστοιχούσε σχεδόν στο 50% του συνολικού όγκου εισαγωγών και εξαγωγών μεταξύ των δύο χωρών) (4), πέρασαν από τα 200 εκατ. δολάρια το 1992, στα 4 δισ. δολάρια το 2008. Η αμυντική βιομηχανία, πάντως, παραμένει στον πυρήνα της συνεργασίας.

Η επιβίωση της ισραηλινής βιομηχανίας όπλων εξαρτάται από τις εξαγωγές της. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι εξαγωγές κατευθύνονταν κυρίως προς την Κίνα. Το βέτο, όμως, που έθεσαν οι ΗΠΑ για τη μεταφορά ευαίσθητων τεχνολογιών προς το Πεκίνο, υποχρέωσε το Τελ Αβίβ να στραφεί προς άλλες αγορές, μεταξύ των οποίων και η Ινδία. Ο αναπροσανατολισμός αυτός αποδείχθηκε επικερδής, καθώς πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο που η οικονομική ανάπτυξη επέτρεπε επιτέλους στο Νέο Δελχί να χρηματοδοτήσει τις (σημαντικές) αμυντικές ανάγκες του. Από την πλευρά της, η Ινδία αναζητούσε νέους προμηθευτές, καθώς τα ρωσικά εργοστάσια δεν κάλυπταν παρά σε μικρό βαθμό το κενό που άφησε η εξαφάνιση του πάλαι ποτέ σοβιετικού εταίρου (πολλές αλυσίδες παραγωγής της σοβιετικής βιομηχανίας όπλων διαλύθηκαν ή αποδιοργανώθηκαν για πολύ καιρό μετά το 1991). Τέλος, οι ΗΠΑ προσέγγιζαν και αυτές την Ινδία, γεγονός που διευκόλυνε τη μεταφορά τεχνολογίας.

Τα ισραηλινά ραντάρ Φάλκον [συστήματα επιτήρησης που ανέπτυξε η Israel Aerospace Industry για λογαριασμό της ινδικής αεροπορίας(5)] αποτελούν καλό παράδειγμα. Αφού είχε απαγορεύσει την πώλησή τους στην Κίνα το 2000, η Ουάσιγκτον την επέτρεψε για την Ινδία. Το Νέο Δελχί έβγαλε ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα από την εμπειρία αυτή: η προσέγγιση με το Τελ Αβίβ θα του έδινε τη δυνατότητα πρόσβασης σε τεχνολογίες αιχμής που οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν απρόθυμες να εξαγάγουν.

Ετσι, μέσα σε μία δεκαετία, το Τελ Αβίβ επιβλήθηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους προμηθευτές όπλων στην Ινδία, η οποία έγινε πλέον η πρώτη εξαγωγική αγορά του. Το ύψος των συμβάσεων που συνάφθηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια υπολογίζεται γύρω στα 10 δισεκατομμύρια δολάρια(6). Η ευελιξία και η γρήγορη ανταπόκριση αποτέλεσαν τα μεγάλα πλεονεκτήματα του Ισραήλ. Ευελιξία, γιατί η χώρα προσαρμόστηκε ευθύς εξαρχής στις ιδιαιτερότητες των ινδικών ενόπλων δυνάμεων, το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού των οποίων είναι ρωσικής ή σοβιετικής προέλευσης -και, έτσι, προέκυψαν οι επικερδείς συμβάσεις για τον εκσυγχρονισμό των ρωσικών οπλικών συστημάτων: τεθωρακισμένα, αεροπλανοφόρα, ελικόπτερα και μαχητικά αεροσκάφη εξοπλίστηκαν όλα με ισραηλινά ηλεκτρονικά συστήματα. Γρήγορη ανταπόκριση, με τον επείγοντα ανεφοδιασμό του ινδικού στρατού με πολεμικό υλικό κατά τη διάρκεια της σύρραξης με το Πακιστάν στο Κασμίρ, το 1999, γνωστής με το όνομα «κρίση του Καργκίλ»(7).

ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Η βιομηχανική συνεργασία επικεντρώθηκε σε δύο κλάδους αιχμής τα ραντάρ επιτήρησης και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη από τη μία πλευρά, και τα πυραυλικά συστήματα από την άλλη. Για τον πρώτο κλάδο, το 2004 υπογράφτηκε σύμβαση προμήθειας τριών συστημάτων ραντάρ Φάλκον, ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Οσον αφορά τους πυραύλους Μπαράκ, η συνεργασία ξεκίνησε το 2001, με σύμβαση ύψους 270 εκατομμυρίων δολαρίων για την προμήθεια συστήματος άμυνας από θαλάσσης. Πέρασε σε νέα φάση τον Ιανουάριο του 2006, όταν οι δύο χώρες αποφάσισαν να αναπτύξουν από κοινού τη νέα γενιά του πυραυλικού συστήματος. Προχωρώντας σε μεταφορές τεχνολογίας, το Ισραήλ κατάφερε να ανταγωνιστεί τους Ρώσους, οι οποίοι επίσης συνεργάζονταν με τους Ινδούς για την κοινή ανάπτυξη πυραύλων θαλάσσης. Τέλος, το 2007, Ινδία και Ισραήλ ανακοίνωσαν σχέδιο συμφωνίας ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εγκατάσταση αντιαεροπορικού συστήματος στους πυραύλους Μπαράκ, οι οποίοι, στην περίπτωση αυτή, θα προορίζονταν για την ινδική αεροπορία και τον στρατό ξηράς.

Αλλος ευαίσθητος τομέας συνεργασίας; Η δορυφορική τεχνολογία. Τον Ιανουάριο του 2008, η Ινδία εκτόξευσε για λογαριασμό του Ισραήλ κατασκοπευτικό δορυφόρο τελευταίας γενιάς, με σκοπό την παροχή πληροφοριών γύρω από τις ιρανικές στρατηγικές εγκαταστάσεις. Τον Απρίλιο του 2009, η Ινδία εκτόξευσε και άλλον δορυφόρο, αυτή τη φορά για δικό της λογαριασμό, και μάλιστα επειγόντως, έπειτα από τις επιθέσεις στη Βομβάη, τον Νοέμβριο του 2008, οι οποίες άφησαν πίσω τους εκατόν εβδομήντα νεκρούς και αποκάλυψαν σοβαρά κενά στην επιτήρηση του ινδικού εδάφους. Πάντα στο πλαίσιο της «μετά Βομβάη» συγκυρίας, αγόρασε ισραηλινά ραντάρ έναντι 600 εκατομμυρίων δολαρίων, προκειμένου να ενισχύσει τα συστήματα επιτήρησης κατά μήκος των δυτικών ακτών της.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Ισραήλ βρίσκεται σε προνομιακή θέση για να συνδράμει την Ινδία στην προσπάθειά της να βελτιώσει τα συστήματα επιτήρησης των εδαφών της και, γενικότερα, να αναπτύξει ακόμη περισσότερο μια ήδη στενή συνεργασία σε θέματα καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Οι Ισραηλινοί συμμετείχαν στην κατασκευή του τείχους κατά μήκος της συνοριακής γραμμής με το Πακιστάν, προμήθευσαν την Ινδία με διάφορα συστήματα επιτήρησης προκειμένου να παρεμποδιστεί η διάσχιση των συνόρων από ισλαμιστές μαχητές και, κυρίως, είναι από τους πολύ λίγους ξένους που μετέβησαν στο θέατρο επιχειρήσεων του Κασμίρ.

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ

Μέχρι και σήμερα, το Νέο Δελχί, όπως και σύσσωμη η «διεθνής κοινότητα», υποστηρίζει τη δημιουργία ανεξάρτητου και βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους. Ωστόσο, μέσα από τις διαδοχικές κρίσεις μεταξύ του Ισραήλ και των γειτόνων του, η Ινδία έμαθε να ελίσσεται προς όφελος των συμφερόντων της. Η προσέγγισή της συνίσταται στην αποσύνδεση της διμερούς σχέσης της με το Ισραήλ από τις διακυμάνσεις της κατάστασης στη Μέση Ανατολή, με άλλα λόγια προστατεύει κατά προτεραιότητα τη συνεργασία με το Ισραήλ, αποφεύγοντας, ταυτόχρονα, να δυσαρεστήσει τις αραβικές χώρες. Γι’ αυτό και οι αμφίσημες επίσημες δηλώσεις, που, για λόγους τήρησης των ισορροπιών, καταδικάζουν τόσο τις τυφλές τρομοκρατικές επιθέσεις κατά του Ισραήλ όσο και τη βιαιότητα των «αντιποίνων». Αλλωστε, η ινδική διπλωματία ανέβασε τον διεθνή πήχη, καθώς η χώρα, ενώ συνέχιζε την προσέγγιση με το Ισραήλ, ανέπτυξε, στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας, τις σχέσεις της και με το Ιράν. Ετσι, πριν υποδεχθεί τον Αριέλ Σαρόν, τον Σεπτέμβριο του 2003, το Νέο Δελχί είχε φιλοξενήσει τον ιρανό πρόεδρο Μοχάμαντ Χαταμί. Κατά τρόπο μάλλον παράδοξο, η προσέγγιση με το Ισραήλ έδωσε στην Ινδία νέα χαρτιά στην πολιτική της στη Μέση Ανατολή: με την υποστήριξή της να μην είναι πλέον τόσο δεδομένη όσο στο παρελθόν, τα κράτη της περιοχής έμαθαν να λαμβάνουν υπόψη τους περισσότερο τα συμφέροντά της.

Οι λόγοι για τους οποίους η σχέση με το Ισραήλ παραμένει ευαίσθητη, είναι περισσότερο εσωτερικοί παρά εξωτερικοί, καθώς πρέπει να συνεκτιμώνται οι ευαισθησίες της μουσουλμανικής μειονότητας (14% του πληθυσμού). Επίσης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μικρότερα αριστερά κόμματα με την αντι-ιμπεριαλιστική παράδοση, τα οποία κινητοποιούνται ενάντια σε οποιαδήποτε ανοικτά φιλοϊσραηλινή πολιτική πρωτοβουλία. Συνεπώς, οι ινδοί ηγέτες επιλέγουν τη διακριτική προώθηση της συνεργασίας με το εβραϊκό κράτος. Βέβαια, η γραμμή αυτή είναι πολύ πιο δύσκολο να τηρηθεί σε περιόδους κρίσης: Ο πόλεμος στον Λίβανο, το 2006, προκάλεσε αμηχανία στο Νέο Δελχί, που, στην αρχή, περιορίστηκε σε διστακτική καταδίκη των ισραηλινών ενεργειών, πριν αποφασίσει να σκληρύνει τη στάση του κάτω από την πίεση των κομμουνιστικών κομμάτων και των μουσουλμάνων ψηφοφόρων. Τελικά, το εξοργισμένο Κοινοβούλιο υιοθέτησε ομόφωνα ψήφισμα που καταδίκαζε την επίθεση των Ισραηλινών.

Οι ελιγμοί της Ινδίας στα ζητήματα της Μέσης Ανατολής παρέχουν πλούτο πληροφοριών. Σε διπλωματικό επίπεδο, είναι αποτέλεσμα μιας προβλέψιμης πόλωσης μεταξύ των υποστηρικτών της παραδοσιακής, φιλοαραβικής γραμμής και των οπαδών της συνεργασίας με το Ισραήλ. Σε δεύτερη ανάγνωση, όμως, αποκαλύπτουν και μια εσωτερική ένταση μεταξύ της ανάγκης να καθησυχάζεται μια μειονότητα εκατόν εξήντα εκατομμυρίων ανθρώπων, που κάνουν την Ινδία το τρίτο κράτος στον κόσμο σε μουσουλμανικό πληθυσμό, και ενός ανομολόγητου θαυμασμού για τις δυναμικές μεθόδους του Ισραήλ. Μεθόδους που ορισμένοι αξιωματούχοι στο Νέο Δελχί θα έμπαιναν, άλλωστε, στον πειρασμό να δοκιμάσουν εναντίον των τρομοκρατικών πυρήνων που έχουν τις βάσεις τους στο Πακιστάν.

(1) Τον Ιούνιο του 1991, η κρίση στο ισοζύγιο πληρωμών της Ινδίας, η οποία οφειλόταν κυρίως στη διακοπή των εμβασμάτων από τους ινδούς μετανάστες που εργάζονταν στις χώρες του Κόλπου, οδήγησε την κυβέρνηση να θέσει σε εφαρμογή, με τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), ένα ευρύτατο πρόγραμμα διαρθρωτικής προσαρμογής της οικονομίας.

(2) Louise Tillin, «US-Israel-India: Strategic Axis?», BBC News, Λονδίνο, 9 Σεπτεμβρίου 2003.

(3) Ο λόγος είναι διαθέσιμος στην ιστοσελίδα www.ajc.org

(4) Βλ. το παράρτημα «Bilateral Trade Relations» στην ιστοσελίδα της ινδικής πρεσβείας στο Τελ Αβίβ: www.indembassy.co.il

(5) Το πρώτο σύστημα ραντάρ παραδόθηκε την άνοιξη του 2009, για να εγκατασταθεί σε αεροσκάφη Ιλιούσιν που εκσυγχρόνισε η Ρωσία. Λίγο μετά, το Νέο Δελχί θα παράγγελνε τρία νέα Awacs έναντι ιλιγγιώδους ποσού.

(6) Siddharth Srivastava, «Israel rushes to India’s defense», Asia Time Online, 2 Απριλίου 2009.

(7) Βλ. Ignacio Ramonet, «Πακιστάν, η απειλή», «Le Monde diplomatique»-«Κ.Ε.», 14-11-99.

* Ειδική σε στρατηγικά θέματα της Νότιας Ασίας. Διδάσκει στο Institut d’etudes politiques στο Παρίσι και στο Institut national des langues et des civilisations orientales (Inalco). Συγγραφέας, μαζί με άλλους, του «Dictionnaire de l’Inde contemporaine» (διευθ. Frederic Landy, εκδ. Armand Colin, Παρίσι, 2010).
Πηγή : ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Μύθοι και πραγματικότητες για τον καθορισμό Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών

Συνέντευξη στη Δωρα Aντωνιου
Βαθύς γνώστης του Διεθνούς Δικαίου, ο κ. Ροζάκης τοποθετείται, επί του θέματος του καθορισμού από τη χώρα μας θαλασσίων ζωνών. Απαντά στα ερωτήματα, αλλά και στους «μύθους», που έχουν ανακύψει μετ’ επιτάσεως εσχάτως, σχετικά με την υφαλοκρηπίδα, την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και τις διαφορές ανάμεσα στις δύο έννοιες.

— Το τελευταίο διάστημα έχει ανοίξει στην Ελλάδα η συζήτηση για τον καθορισμό των θαλασσίων ζωνών. Ενα βασικό σημείο της επιχειρηματολογίας που διατυπώνεται είναι ότι χωρίς καθορισμό Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, η χώρα μας δεν μπορεί να προχωρήσει σε έρευνες για κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Ισχύει αυτό;
— Οχι, φυσικά. Οι υδρογονάνθρακες βρίσκονται στο υπέδαφος του βυθού των θαλασσών, και κατά συνέπεια στην υφαλοκρηπίδα, η οποία -ως νομική έννοια- περιλαμβάνει το έδαφος και το υπέδαφος του βυθού περιοχών που βρίσκονται πέρα από την αιγιαλίδα ζώνη του κράτους. Ενα κράτος έχει αποκλειστικό δικαίωμα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων της υφαλοκρηπίδας του, συμπεριλαμβανομένων και των ζωντανών οργανισμών που βρίσκονται σε σχέση σταθερή με τον βυθό, όπως και τον έλεγχο των υποθαλάσσιων (στον βυθό) αγωγών.

— Ποιες είναι οι βασικές διαφορές μεταξύ υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ;
— Η ΑΟΖ είναι μια σύνθετη θαλάσσια ζώνη, η οποία αποσκοπεί να συμπληρώσει το καθεστώς της υφαλοκρηπίδας -της οποίας η έκταση, σε περιπτώσεις αδιατάρακτης επέκτασης στον θαλάσσιο βυθό μπορεί να εξικνείται πέρα από τα 200 ν. μ. της ΑΟΖ- κυρίως με την παροχή αποκλειστικών δικαιωμάτων αλιείας και χρήσης των υδάτων γενικότερα, όπως και χρήσης της ενέργειας που μπορεί να προκύψει από την εκμετάλλευση της επιφάνειας της θάλασσας. Είναι ουσιαστικά μια ζώνη που περιλαμβάνει την κολόνα του νερού από τον βυθό ώς την επιφάνεια, και μέσα σε αυτήν το κράτος έχει αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης, που περιορίζονται μόνον από την άσκηση της ελευθερίας των θαλασσών (η ΑΟΖ δεν καταργεί την ελευθερία της ανοιχτής θάλασσας, απλά την περιορίζει στη βάση των λειτουργιών της, λ. χ. η αλιεία γίνεται αποκλειστικό προνόμιο του κράτους της ΑΟΖ), και από την υποχρέωση του κράτους της ΑΟΖ να σέβεται το περιβάλλον και τα δικαιώματα των τρίτων.

Η βούληση των κρατών, όπως εκφράζεται στη Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας (1982) ήταν να διατηρήσουν τις δύο ζώνες χωριστά, κάτι που αντανακλάται στις ειδικές διατάξεις της που οι μεν αφορούν μόνον την υφαλοκρηπίδα οι δε άλλες την ΑΟΖ, και να αποφύγουν τη συγχώνευση. Εξάλλου ενώ τα δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα αποτελούν φυσικά δικαιώματα κάθε κράτους που έχει ακτές, δηλαδή ενυπάρχουν ανεξαρτήτως θεσμικής επισφράγισής τους, η ΑΟΖ για να υπάρξει θα πρέπει να προηγηθεί έκφραση της βούλησης του κράτους να την καθιερώσει με συγκεκριμένη πράξη.

— Μπορεί μια χώρα να προχωρήσει σε μονομερή ανακήρυξη ΑΟΖ ή αυτό γίνεται μόνον κατόπιν διαπραγμάτευσης και συμφωνίας με τις όμορες χώρες για τα όρια;
— Αν το παράκτιο κράτος διαθέτει θαλάσσια έκταση 200 ν. μ. με γεωγραφικές συνθήκες αδιατάρακτης νομής, το κράτος μπορεί να εκφράσει τη βούλησή του να καθιερώσει την ΑΟΖ μονομερώς. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό κυρίως στους ωκεανούς -ας θυμηθούμε την περίπτωση των ΗΠΑ- όπου όχι μόνον οι αποστάσεις από τις ακτές μετριούνται σε χιλιάδες μίλια, αλλά και τα ανάλογα δικαιώματα των απέναντι ακτών δεν επηρεάζονται από τη μονομερή καθιέρωσή της. Αν, όμως, οι γεωγραφικές συνθήκες της περιοχής δεν παρέχουν ευχέρεια σε ένα κράτος να έχει αποκλειστικά δικαιώματα σε μια θάλασσα με την οποία γειτνιάζουν άλλα κράτη -και σε απόσταση ακτών μεταξύ τους μικρότερες των 400 ν. μ. - τότε η απλή έκφραση βούλησης μπορεί να υπάρξει, αλλά πρακτικά για να ασκηθεί το δικαίωμα χρειάζεται οριοθέτηση. Κατά συνέπεια, χρειάζεται διαπραγμάτευση, επίτευξη συμφωνίας οριοθέτησης, και, σε περίπτωση διαφωνιών, πιθανή παραπομπή της διαφοράς σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.

— Σε περίπτωση διαπραγμάτευσης για ΑΟΖ και εφόσον τα δύο μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία, η προσφυγή σε τρίτο μέρος για την επίλυση της διαφοράς, για παράδειγμα στο Διεθνές Δικαστήριο, μπορεί να γίνει μονομερώς ή απαιτείται σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών;
— Χρειάζεται σύμφωνη γνώμη των δύο μερών, εκτός αν τα δύο κράτη έχουν προηγουμένως αποδεχθεί αυτόματη παραπομπή των διαφορών τους σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.

— Στη συζήτηση που διεξάγεται στην Ελλάδα για την ΑΟΖ, πολύς λόγος γίνεται για το Καστελόριζο και τη σημασία του για την επέκταση της ελληνικής ΑΟΖ. Υπάρχει προηγούμενο αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου για ανάλογες περιπτώσεις;
— Σε αντίθεση με το Αιγαίο, όπου οι αποστάσεις ανάμεσα στις ακτές με τη γειτονική χώρα δεν επιτρέπουν την πλήρη ανάπτυξη της ΑΟΖ στα 200 ν. μ., και ουσιαστικά η οριοθέτηση της ΑΟΖ θα οδηγήσει στην ταύτιση των οριοθετικών ορίων της υφαλοκρηπίδας με την ΑΟΖ Ελλάδας και Τουρκίας, στην Ανατολική Μεσόγειο - όπως, επίσης, και στον ελληνικό Νότο (νότια της Κρήτης), και στα δυτικά οι θαλάσσιες εκτάσεις επιτρέπουν ευρύτερες ζώνες, τόσο υφαλοκρηπίδας όσο και ΑΟΖ. Ειδικά για το Καστελόριζο, η νησιωτική παρουσία του επιτρέπει την ύπαρξη ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ σε αυτήν την περιοχή. Παρ’ όλα αυτά, και λαμβάνοντας και πάλι υπόψη τις αποστάσεις, στην ίδια περιοχή διεκδικούν ΑΟΖ (δηλαδή η περιοχή που προσδιορίζεται από τις ακτές της δυτικής Κύπρου, τις νότιες ακτές της Τουρκίας, τις βόρειες της Αιγύπτου, και τις ελληνικές, κυρίως του Καστελορίζου) και οι γειτονικές χώρες, και μια μόνιμη λύση δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνον με οριοθέτηση. Στοιχείο που, βέβαια, θα επηρεάσει την οριοθέτηση, αναφορικά με το εύρος του δικαιώματος ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στην ανατολική λεκάνη, είναι η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο Καστελόριζο, από πλευράς «επήρειας». Κάτι που, βέβαια, συναρτάται από τη γεωγραφική θέση του στην περιοχή, το νησιωτικό χαρακτήρα του, και την έκταση των ακτών του. Ιδανικό, βέβαια, θα ήταν να μπορέσει να υπάρξει μια συνολική συμφωνία ανάμεσα σε αυτές τις χώρες για την ακριβή έκταση των δικαιωμάτων τους, αλλά, βέβαια, οι διμερείς συμφωνίες αποτελούν τη συνήθη πρακτική (μάλιστα πολλές από αυτές συνδυάζουν οριοθέτηση όλων των συγγενών ζωνών). Στην τελευταία περίπτωση, βέβαια, οι συμφωνίες αυτές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τα δικαιώματα των άλλων χωρών που δικαιούνται ανάλογων ζωνών στην περιοχή, προκειμένου να αποφευχθούν τριβές και διαφωνίες.

— Η Ελλάδα έχει συμφέρον καθιέρωσης ΑΟΖ στο Αιγαίο;
— Οι λειτουργίες της ΑΟΖ είναι δεδομένες, όπως σχηματικά τις περιέγραψα. Και οι κυριότερες από αυτές, που ενδιαφέρουν την Ελλάδα, είναι η αλιεία και η χρήση ενέργειας που προκύπτει από τα φυσικά φαινόμενα της επιφάνειας της θάλασσας. Η Ελλάδα πρέπει να μελετήσει αν τη συμφέρει το τρέχον καθεστώς ελευθερίας των θαλασσών στο Αιγαίο, που της παρέχει δυνατότητα να αλιεύει παντού -με την εξαίρεση της τουρκικής αιγιαλίτιδας- ή προτιμάει έναν περιορισμό με αποκλειστικότητα χρήσης. Φυσικά σε περίπτωση οριοθέτησης ΑΟΖ με την Τουρκία, ένα τμήμα του αποκλειστικού δικαιώματος αλιείας θα περιέλθει στη γειτονική χώρα.

— Ακούγεται τον τελευταίο καιρό συχνά η πιθανότητα συνεκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων με την Τουρκία. Θεωρείτε ότι μπορεί αυτό να αποτελέσει μια λύση;
— Οχι, με κανένα τρόπο. Αν δεν προηγηθεί οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας δεν γνωρίζουμε ποια είναι η ακριβής έκταση των δικαιωμάτων των δύο γειτονικών κρατών στις υποθαλάσσιες περιοχές μας. Με ποιο, λοιπόν, κριτήριο θα συνεκμεταλλευθούμε, και με ποια ποσοστά; Θεωρητικά, μπορούμε να μιλήσουμε για συνεκμετάλλευση, μετά την οριοθέτηση, και φυσικά μόνο για τις περιοχές που η ενότητα ενός ενεργειακού κοιτάσματος το επιτάσσει.

Η Ευρώπη τώρα κατανοεί το ελληνικό πρόβλημα
— Πρόσφατα η Ελλάδα καταδικάστηκε, μαζί με το Βέλγιο, από το ΕΔΑΔ, για υπόθεση που αφορούσε κακομεταχείριση Αφγανού, ο οποίος είχε ζητήσει πολιτικό άσυλο. Τι δείχνει αυτή η απόφαση και τι συνεπάγεται;
— Η απόφαση MSS κατά Ελλάδας και Βελγίου είναι ένας αναμφίβολος σταθμός για την προστασία του πολιτικού ασύλου στην Ευρώπη. Η Ελλάδα καταδικάστηκε γιατί στη διάρκεια τής εδώ παραμονής του υποψηφίου για άσυλο, τον είχε κρατήσει σε απαράδεκτες συνθήκες, και για την παντελή απουσία μέριμνας για την τύχη του, αφού όταν αφέθηκε ελεύθερος δεν εξασφαλίστηκαν γι’ αυτόν -όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση επιτάσσει- στοιχειώδεις συνθήκες ανθρώπινης διαβίωσης. Το Βέλγιο, από την άλλη μεριά, καταδικάστηκε γιατί, εφαρμόζοντας τυπολατρικά το Δουβλίνο ΙΙ, επέστρεψε τον υποψήφιο στην Ελλάδα, ενώ γνώριζε τις συνθήκες που τον περίμεναν στη χώρα μας, τόσο από πλευράς διαμονής όσο κι από πλευράς ουσιαστικής εξέτασης του αιτήματός του. Το μήνυμα, λοιπόν, που εκπορεύεται από αυτήν την απόφαση έχει δύο αποδέκτες: την Ελλάδα από τη μια μεριά, η οποία θα πρέπει, επιτέλους, να εξανθρωπίσει τις συνθήκες παραμονής των υποψηφίων που ζητούν πολιτικό άσυλο και να εξετάζει σε εύλογο χρόνο το αίτημά τους και τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης από την άλλη, οι οποίες, τουλάχιστον ώς το σημείο εκείνο που θα βελτιωθεί η κατάσταση, δεν πρέπει να επιστρέφουν στη χώρα μας άτομα που ζητούν άσυλο, αλλά να εξετάζουν αυτά τα ίδια την ουσία του αιτήματός τους. Κάτι που το Δουβλίνο ΙΙ δεν αποκλείει, μέσα από την λεγόμενη «ρήτρα κυριαρχίας».

— Ποια είναι η εικόνα που επικρατεί για τη χώρα μας, όσον αφορά τη διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος;
— Η εικόνα δεν είναι η καλύτερη. Εχει γίνει πια γνωστό ότι οι συνθήκες διαβίωσης των αλλοδαπών στη χώρα μας είναι άθλιες, και ιδιαίτερα ότι για τη μερίδα εκείνων που ζητούν πολιτικό άσυλο δεν υπάρχει ούτε πρόνοια για την τύχη τους και, κυρίως, καμία εξασφάλιση σοβαρής και έγκαιρης αντιμετώπισης του αιτήματός τους. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, κι ιδιαίτερα στις μεσογειακές που δέχονται ανάλογες πιέσεις, και τουλάχιστον στο θέμα της εξέτασης του πολιτικού ασύλου, υπάρχει σαφέστερα καλύτερη αντιμετώπιση.

— Η Ελλάδα, ως πύλη εισόδου μεταναστών στην Ευρώπη, δέχεται συστηματικά μεγάλη μεταναστευτική πίεση, η οποία επιβαρύνθηκε από το Δουβλίνο ΙΙ. Εκτιμάτε ότι υπάρχει κατανόηση για την ιδιαιτερότητα που έχει η χώρα μας ως προς το θέμα αυτό;
— Η Ελλάδα είναι θύμα της γεωγραφικής θέσης της, που οδηγεί στο στατιστικό δεδομένο ότι παραπάνω από 80% των αλλοδαπών που επιδιώκουν είσοδο στην Ευρώπη διέρχεται από εδώ. Για μια μικρή χώρα, χωρίς τις αναγκαίες υποδομές, τις δυνατότητες απορρόφησης εργατικών χεριών, και την οικονομική κρίση που τη μαστίζει, η παραμονή, προσωρινή ή μόνιμη, στο έδαφός της δημιουργεί τεράστια προβλήματα που, δυστυχώς, πολλές φορές εκφράζονται και με απεχθείς συμπεριφορές προς τους μετανάστες.

Η υπόλοιπη Ευρώπη μόλις τώρα αρχίζει να κατανοεί την έκταση του ελληνικού προβλήματος. Ελπίζω ότι αυτή η κατανόηση θα οδηγήσει στη διαμόρφωση μιας κοινής πολιτικής, στηριγμένης στις νέες πραγματικότητες, που να ενισχύει τον έλεγχο εισόδου με αποτελεσματικά μέτρα, να σέβεται τις κατηγορίες των ατόμων που ζητούν πολιτικό άσυλο, να προσφέρει οικονομική αρωγή στις χώρες με ιδιαίτερη μεταναστευτική εισροή, αλλά και να διαμορφώνει μια πολιτική πιο ισότιμης κατανομής του μεταναστευτικού ρεύματος, γι’ αυτούς που δικαιούνται, βέβαια, παραμονή στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, όμως –και άμεσα– χρειάζεται μια αλλαγή νοοτροπίας των ελληνικών αρχών, οι οποίες πρέπει να κατανοήσουν ότι τα άτομα αυτά αξίζουν μιας ανθρώπινης συμπεριφοράς, τουλάχιστον ανάλογης με εκείνην που είχαν οι πρόσφατοι πρόγονοί μας, όταν αναζητούσαν την τύχη τους σε ξένες χώρες.
Source :ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ