Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Οι Πομάκοι της Θράκης, η τακτική της Αγκυρας και η κοντόφθαλμη πολιτικη των Αθηνων



Μια εξαιρετικά διαφωτιστική εργασία για τους Πομάκους της Θράκης, η οποία δημοσιεύθηκε στον μαχητικό “Αντιφωνητή” που προσπαθεί να διασώσει ότι μπορεί να διασωθεί από την επέλαση των τουρκολάγνων, των έμμισθων πρακτόρων και των ξεπουλημένων οπαδών του Νεο-Οθωμανισμού, σε μια Θράκη που “βράζει”. Ένα συγκλονιστικό κείμενο-μελέτη για την σημερινή πραγματικότητα της πολιτιστικής εθνοκάθαρσης των Πομάκων από τους τουρκόφρονες, κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του αθηναϊκού κράτους…
Πιστεύω ότι πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά. Οι επισημάνσεις είναι δικές μας και δεν υπάρχουν στο αρχικό κείμενο.

OI ΠΟΜΑΚΟΙ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Δρ Αντώνης Λιάπης
Ανατρέχοντας στη νεότερη (μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) πολιτική ιστορία των Πομάκων στον ελληνικό χώρο, θα μπορούσαμε να τη διαιρέσουμε σε δύο μεγάλες περιόδους, την πριν και την μετά το 1997. Τη χρονιά αυτή ιδρύεται με έδρα την Κομοτηνή το Κέντρο Πομακικών Ερευνών (ΚΠΕ), το πρώτο νομικό πρόσωπο, ο πρώτος επίσημα αναγνωρισμένος πομακικός θεσμός του ελληνικού κράτους από την απελευθέρωση της Θράκης το 1920 και μετά. Υπήρξε μια επαναστατική εξέλιξη που σηματοδότησε την απαρχή μιας νέας πορείας συνειδητοποίησης του ιστορικού παρελθόντος και διεκδίκησης ενός νέου ρόλου μέσα στην θρακική και ευρύτερα την ελληνική και την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Η ίδρυσή του ήταν το προϊόν μιας μακράς περιόδου προβληματισμού και ιδεολογικών αναζητήσεων που είχε αναπτυχθεί σε κύκλους νέων κυρίως Πομάκων της Κομοτηνής και της Ξάνθης. Η ιδιαίτερη πολιτισμική τους ταυτότητα, το βιοτικό επίπεδο σε συνδυασμό με τις πρακτικές περιθωριοποίησης, που εκπορεύονταν από όλες τις κατευθύνσεις, καλλιέργησαν το πρόσφορο έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε αυτό που θα μπορούσε να ονομασθεί «πομακικό κίνημα». Οι ιδεολογικοί άξονες του κινήματος είχαν διατυπωθεί τόσο στο καταστατικό του όσο και στα κείμενα που είδαν το φως της δημοσιότητας αμέσως μετά την ίδρυση του ΚΠΕ. Ως κίνηση, πρωτίστως σκόπευε να κρατήσει το Πομακικό έξω από τα πλαίσια της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης με όποιο τρόπο και σε όποιο επίπεδο αυτή εκδηλωνόταν στη Θράκη.
Μέχρι το 1997 για την ελληνική πλευρά το Πομακικό ήταν θέμα ενασχόλησης ιστοριοδιφών οι οποίοι αναζητούσαν τις ρίζες της ομάδας στις διάφορες ιστορικές περιόδους από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι και το Βυζάντιο. Η τουρκική ιστοριογραφία από την πλευρά της είχε δημιουργήσει τους δικούς της μύθους για την καταγωγή της ομάδας, οι οποίοι όμως ήταν ευκολότερο να διαχυθούν μέσα στους Πομάκους για λόγους που θα αναλυθούν παρακάτω. Μετά το 1997, η περίοδος του ρομαντισμού για τους Πομάκους φαίνεται ότι έληξε οριστικά. Το ΚΠΕ έθεσε για πρώτη φορά το Πομακικό στην πολιτική του βάση ως πρόβλημα πολιτισμικής γενοκτονίας και αναγνώρισης της ιδιαιτερότητάς τους, ξεφεύγοντας έτσι από το επίπεδο των συχνά εξωπραγματικών προσεγγίσεων που πραγματοποιούνταν έως τότε από αρθρογράφους. Έδωσε νέες και άγνωστες ως εκείνη τη στιγμή προοπτικές στο ζήτημα και απελευθέρωσε μία τεράστια δυναμική η οποία προκάλεσε τρομακτικές σε ένταση ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις στο εσωτερικό των μουσουλμανικών ομάδων της Θράκης, ενώ αναπόφευκτα ίσως, κατέστη την περίοδο εκείνη θέμα πρώτης και επείγουσας προτεραιότητας για την τουρκική εξωτερική πολιτική όπως αυτή εκφραζόταν τοπικά από συγκροτημένους μηχανισμούς στη Θράκη. Οι πρωτεργάτες του ΚΠΕ με επικεφαλής τον πρώτο πρόεδρό του Ομέρ Χαμδή, γνώρισαν ένα πρωτοφανές κύμα τρομοκρατίας που σκοπό είχε να εξουδετερώσει εν τη γενέσει του το πομακικό κίνημα. Τα μέλη του ΚΠΕ συκοφαντήθηκαν ως πράκτορες του ελληνικού κράτους και σκοτεινών δυνάμεων, ως «άπιστοι που επιθυμούν να εκχριστιανίσουν τους Πομάκους και να διασπάσουν την ενότητα της τουρκικής μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης».
Η ελληνική πολιτεία αρχικά αντιμετώπισε με αδιαφορία το ζήτημα, αλλά στη συνέχεια όταν ο τουρκικός παράγοντας πίεζε εκπροσώπους κυρίως της τοπικής αυτοδιοίκησης και του τοπικού πελατειακού πολιτικού συστήματος, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι οποίοι συντάχθηκαν με τις τουρκικές θέσεις. Κάποιοι μάλιστα συνέδεσαν την πολιτική τους πορεία με τη σκληρή στάση απέναντι στο πομακικό κίνημα, το οποίο πολέμησαν με οργανωμένο τρόπο. Πίστευαν ότι θα εξασφαλίσουν έτσι την ψήφο των πολυπληθών μουσουλμάνων ψηφοφόρων εις το διηνεκές. Σε αυτή την ήδη ζοφερή πραγματικότητα, δηλαδή ανάμεσα στη μέγγενη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και στην εχθρική στάση τοπικών παραγόντων, προστέθηκε άλλος ένας εξωγενής παράγοντας που επιβάρυνε το ήδη φορτισμένο κλίμα. Ήταν η βουλγαρική πλευρά, η οποία διείδε στο κίνημα έναν ανεξέλεγκτο παράγοντα που θα μπορούσε δυνητικά να παρασύρει σε ιδεολογικό τουλάχιστον επίπεδο και τους εκατοντάδες χιλιάδες Πομάκους της βουλγαρικής ορεινής Ροδόπης. Η αντίδραση που προήλθε από τα βόρεια έδωσε ένα πρώτης τάξεως πολιτικό άλλοθι στους οπαδούς της απο-πομακοποίησης.
Στερεότυπες φράσεις, εκπροσώπων της ελληνικής διπλωματίας, που επί δεκαετίες κυριαρχούσαν, όπως για παράδειγμα τα «περί λεπτών ζητημάτων», «περί της επιταγής να μην ασχολούνται οι τοπικές κοινωνίες με τα ζητήματα αυτά διότι είναι ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και δεν τα γνωρίζουν» ή ακόμα ότι «δεν έπρεπε να διαταραχθεί το ήπιο κλίμα μεταξύ των δύο χωρών», απλώς συσκότιζαν την πραγματικότητα, επιβάρυναν ακόμη περισσότερο τον ούτως ή άλλως αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων τοπικά, αποπροσανατόλιζαν την κοινή γνώμη και τέλος έδιναν άλλοθι και βάθαιναν όλο και περισσότερο την πολιτική αφανισμού των Πομάκων.
Το Πομακικό εισήλθε σε μια νέα μεν ιστορική φάση, αλλά κάποιες διαχρονικές σταθερές της ελληνικής πολιτικής παρέμεναν αναλλοίωτες. Λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πολιτική που προκρίθηκε ήταν εκείνη της αποσιώπησης της πομακικής γλώσσας, διότι λόγω της συγγένειάς της με τις σλαβικές καθίστατο ύποπτη ως πιθανό υπόβαθρο κομμουνιστικής εξάπλωσης. Η διείσδυση της τουρκικής στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου ήταν μάλλον μια επιθυμητή προοπτική για την ελληνική και τη νατοϊκή πολιτική. Στη συνέχεια και μέχρι το 1974 οι εφήμερες ελληνοτουρκικές προσεγγίσεις λειτούργησαν απολύτως αρνητικά για τους Πομάκους αφού καμία ελληνική κυβέρνηση δεν ανακινούσε ένα θέμα που θα ενοχλούσε την τουρκική πλευρά, έστω και αν αφορούσε μια περιοχή μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους, όπως η Θράκη. Τα ελληνοτουρκικά μορφωτικά πρωτόκολλα (1951 και 1968) υπογράφηκαν μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα και επικύρωσαν τα όσα περί γλώσσας και τουρκικής εκπαίδευσης προβλέπονταν (ή υπονοούνταν) στα άρθρα της Συνθήκης Ειρήνης που υπεγράφη στη Λωζάνη (1923). Ο εκτουρκισμός των Πομάκων ήταν πλέον κατοχυρωμένος, πέραν της διεθνούς Συνθήκης, και από νεότερες διμερείς διακρατικές συμφωνίες. Και στη συνέχεια, το κλίμα φοβίας και αδράνειας που χαρακτήρισε τις μεταπολεμικές δεκαετίες συνέχισε να παράγει σταθερά τα αντιπομακικά του αποτελέσματα. Ακόμα και οι αρχές της πολυδιαφημισμένης πολιτισμικότητας που μόλις στα μέσα της δεκαετίας του 1990 είχε αρχίσει να ανατέλλει στη Θράκη, υποχώρησαν ραγδαία εμπρός στις πιέσεις του τουρκικού παράγοντα.
Εκδηλώσεις πολιτισμικότητας στις οποίες παρουσιάζονταν και στοιχεία πομακικής πολιτισμικής κληρονομιάς, από φορεσιές μέχρι και φαγητά, πολεμήθηκαν από εκπροσώπους του τουρκικού εθνικισμού τοπικά και εν τέλει δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που όταν στη Θράκη, ελληνικό κράτος και φορείς μιλούν για πολυπολιτισμικότητα εννοούν τα πάντα εκτός από τους Πομάκους. Συγκεκριμένα στις 28 Αυγούστου 1998 στην Κομοτηνή, το Κέντρο Λαϊκών Δρωμένων διοργάνωσε εκδήλωση παραδοσιακών γεύσεων όπου μεταξύ άλλων υπήρχε και πομακική κουζίνα με πίτες και γλυκίσματα. Η εκδήλωση πολεμήθηκε με ανακοινώσεις και παρεμβάσεις προς πολιτικούς παράγοντες από αντιδραστικά και ανθελληνικά στοιχεία, τα οποία όμως κατείχαν κορυφαίες θέσεις στη μειονοτική κοινωνία. Ξαφνικά οι ταπεινές πομακικές πίτες αναδείχθηκαν σε μείζον πολιτικό ζήτημα.
Σε άλλη περίπτωση πάλι στις αρχές του 2001, ο δήμος Σαπών, κυκλοφόρησε πολυδιαφημισμένο δισκάκι (CD) με τίτλο «Τα παιδιά του Ορφέα», που το απεκάλεσε πολιτισμικό φιλοδοξώντας να συμπεριλάβει όλες τις μουσικές παραδόσεις της Θράκης. Και ενώ μεταξύ των θρακιώτικων, τσιγγάνικων, ποντιακών, τουρκικών και άλλων τραγουδιών -εκπροσώπων των τοπικών μουσικών παραδόσεων- υπήρχε και πομακικό τραγούδι, το οποίο μάλιστα είχε ηχογραφηθεί σε στούντιο και γενικά είχε ολοκληρωθεί η τεχνική διαδικασία, μετά από τις οξείες και στερεότυπες εν πολλοίς αντιδράσεις που προέκυψαν, ο τότε δήμαρχος έσπευσε να αφαιρέσει το πομακικό τραγούδι ενθαρρύνοντας έτσι τις ρατσιστικές αντιδράσεις κατά των Πομάκων.
Η θρακική παραλλαγή της πολιτισμικότητας προσέλαβε έτσι χαρακτήρα πανευρωπαϊκής πρωτοτυπίας. Οι Πομάκοι αν και αποτελούν μια από τις σπουδαιότερες πολιτισμικές συνιστώσες της Θράκης, είναι συνήθως αποκλεισμένοι από όλες τις εκδηλώσεις, όπου συμμετέχουν όλες οι άλλες πολιτισμικές ομάδες της Θράκης: οι τουρκογενείς, οι Καππαδόκες, οι Πόντιοι, οι Σαρακατσάνοι, οι Αρμένιοι, οι Ρωμά κ.ά.
Όμως τα τελευταία χρόνια και το εθνώνυμο Πομάκος μέσα από διαδικασίες που θυμίζουν Ιερά Εξέταση, αφαιρέθηκε από πολλά έντυπα δημοσίων υπηρεσιών, νομαρχιών και δημαρχιών της περιοχής, όπως για παράδειγμα από πολυτελή έκδοση-τουριστικό οδηγό του νομαρχιακού διαμερίσματος Ροδόπης με τίτλο «Ροδόπη, Η Γη των Θρύλων», το έτος 1998. Μετά από αντιδράσεις των τουρκογενών τα χιλιάδες αντίτυπα του βιβλίου αποσύρθηκαν προς πολτοποίηση και έγινε «πανομοιότυπη» επανέκδοση. Από τη σελίδα που αναφερόταν στην καταγωγή των Πομάκων, απαλείφθηκε όλη η σχετική αναφορά (σελ. 29). Είναι χαρακτηριστικό το με ημερομηνία 23.9.1998 έγγραφο του τότε νομάρχη προς τον αρμόδιο της έκδοσης, όπου ανέφερε ότι «…με μια πρόχειρη ανάγνωση…διαπιστώσαμε ότι παρεισέφρυσαν ορισμένα λάθη. Κατόπιν αυτού παρακαλούμε σε συνεννόηση μαζί μας, όπως διορθώσετε αυτά, σύμφωνα με τις προφορικές οδηγίες που θα σας δοθούν. Πέραν των ανωτέρω και μέχρι διόρθωσης των σχετικών σημείων να σταματήσει η έκδοση και διάθεση του οδηγού».
Παρόμοιο περιστατικό καταγράφηκε και φέτος τον Ιανουάριο (2004) σε επίσης εικονογραφημένο οδηγό με τίτλο «Νομός Ροδόπης», έκδοση της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Σε κάποια σελίδα, ο συντάκτης των κειμένων, μεταξύ των παραδοσιακών γεύσεων της Θράκης ανέφερε και την πομακική κουζίνα, ενώ σε άλλο σημείο γινόταν απλά μία γενική αναφορά στα ορεινά χωριά των Πομάκων. Προκλήθηκαν εκ νέου αντιδράσεις και πιέσεις προς τοπικούς παράγοντες και ακολουθήθηκε η συνήθης οδός. Απόσυρση ή καταστροφή των αντιτύπων και επανέκδοση με ουσιαστική και συμβολική απάλειψη της πομακικής παρουσίας στα έντυπα της Περιφέρειας.
Σε παρόμοιας λογικής στάση οφείλεται και η απάλειψη της λέξης Πομάκοι, τον Νοέμβριο του 2003, ακόμα και από κείμενο προτάσεων που αφορούσε την καταπολέμηση των ναρκωτικών στην Ξάνθη (Κέντρο Ενημέρωσης και Πρόληψης κατά των Ναρκωτικών), μετά από επιμονή ανώτατου αυτοδιοικητικού παράγοντα. Η αναφορά στους Πομάκους θεωρήθηκε περιττή και ανώφελη.

ΣΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΥΝ ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΕΣΤΕ ΕΝΟΧΟΙ

Η Ναόμι Κλάιν μιλάει με μια τόσο απαλή φωνή που δεν μπορείς να φανταστείς ότι κρύβει μέσα της τόσο δυναμισμό. Και επίσης, ούτε ότι αυτή η 40χρονη Καναδέζα θεωρείται από πολλούς μία από τις πιο μαχητικές δημοσιογράφους της εποχής μας, με τέτοια απήχηση στην αμερικανική Αριστερά που πολλοί να τη θεωρούν ακόμη και διάδοχο του Νόαμ Τσόμσκι.




του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ



Οταν λοιπόν τη ρωτήσαμε ποια είναι η άποψή της για την εμπλοκή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) στην Ελλάδα, υπήρξε καταπέλτης: «Η Ελλάδα θυσιάστηκε για να σωθεί η ευρωζώνη. Και για να γίνει, σας εκπαιδεύουν να αισθάνεστε ένοχοι γι΄ αυτό που είστε. Εχουν ήδη διαγνώσει ότι είστε άρρωστοι».
Η κυρία Κλάιν μένει μόνιμα στο Τορόντο του Καναδά, μαζί με τον σύζυγό της Αβι Λιούις. Σε λίγο καιρό θα κυκλοφορήσει στην ελληνική γλώσσα το τελευταίο βιβλίο της με τίτλο «Το δόγμα του σοκ» («Τhe Shock Doctrine»), το οποίο αποτελεί μια σκληρή πολεμική εναντίον του «καπιταλισμού της καταστροφής», όπως η ίδια τον αποκαλεί. Στο βιβλίο «Το δόγμα του σοκ» της Ναόμι Κλάιν υπάρχει μια λεπτομερέστατη καταγραφή της δράσης του ΔΝΤ σε διάφορες χώρες την τελευταία 30ετία, όπου αποτυπώνονται οι δραματικές επιπτώσεις της παρέμβασής του, κυρίως στη Λατινική Αμερική (Αργεντινή, Βολιβία), αλλά επίσης στη Ρωσία.


«Παρακολουθώ από πολύ κοντά την ελληνική κρίση και φυσικά την παρέμβαση της τρόικας του ΔΝΤ, της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας» λέει στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα» η κυρία Κλάιν. «Αυτό που με εντυπωσίασε» σημειώνει, «ιδιαίτερα στην αρχή της κρίσης, ήταν ότι οι Ελληνες αντιστάθηκαν στα όσα πήγαιναν να τους επιβληθούν. Οταν μάλιστα και στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαμε την κρίση με τις τράπεζες, επεσήμαινα το γεγονός αυτό σε αμερικανούς συνομιλητές μου». Μετά βέβαια το κλίμα σταδιακά άλλαξε. «Οταν τα πράγματα δυσκόλεψαν,άρχισε η “εκπαίδευση”. Κατ΄ αρχάς,το ΔΝΤ διέγνωσε ότι είστε άρρωστοι,ότι ο χαρακτήρας των Ελλήνων είναι άρρωστος. Και τώρα σας εκπαιδεύουν να αισθάνεστε ένοχοι γι΄ αυτό που είστε. Πρόκειται για μια τακτική κοινωνικής παθολογίαςη οποία δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Επεκτείνεται και στις υπόλοιπες χώρες του μεσογειακού Νότου».«Πρόκειται» τονίζει η γνωστή συγγραφέας «για μια κλασική περίπτωση όπου οι κυβερνήσεις βρίσκουν το κατάλληλο άλλοθι. Αφού εμείς είμαστε ανίκανοι να τα καταφέρουμε μόνοι μας, ας φέρουμε κάποιους άλλους να το κάνουν για εμάς». Κατά μία έννοια, «η περίπτωση της Ελλάδας είναι εμβληματική. Στην πορεία,ο στόχος από την παρέμβαση της τρόικας άλλαξε» υπογραμμίζει. «Αν το δει κανείς σε παγκόσμιο επίπεδο,δεν μιλάμε πλέον απλώς για την ιδιωτικοποίηση μεγάλων τομέων της οικονομίας. O σκοπός είναι η απενοχοποίηση των τραπεζών,η μεταφορά του βάρους της αποτυχίας από τους ώμους των ελίτ σε εκείνους των απλών ανθρώπων» λέει η κυρία Κλάιν.

«Σώσατε το ΔΝΤ από τη χρεοκοπία»
«Γιατί το κοστούμι του ΔΝΤ δεν προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε χώρας και είναι ίδιο για όλες;» ήταν μία από τις ερωτήσεις προς την κυρία Κλάιν. «Πραγματικάδεν μπορώ να σας δώσω ξεκάθαρη απάντηση» παραδέχεται με μια μικρή δόση ενοχής. «Είναι απορίας άξιο πώς δεν κατάλαβαν ας πούμε ότι, καθώς η Ελλάδα δεν μπορούσε να προχωρήσει σε υποτίμηση, ο πληθωρισμός λογικά θα ανέβαινε.Υπάρχει επίσης και κάτι άλλο» προσθέτει. «Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2008,οι περισσότεροι ανέμεναν ότι το ΔΝΤ θα άλλαζε μυαλά. Περιμέναμε ότι το ευρωπαϊκό μοντέλο θα υπερίσχυε του αμερικανικού.Τώρα γιατί δεν έγινε κάτι τέτοιοπαραμένει άγνωστο.Ισως οι άνθρωποι του ΔΝΤ να έχουν πέσει όλα αυτά τα χρόνια σε μια ιδεολογική παγίδα». Ωστόσο, όπως εξηγεί η κυρία Κλάιν, μετά και την εμπειρία της Αργεντινής, «το ΔΝΤ ήταν έτοιμο κυριολεκτικά να χρεοκοπήσει,τόσο ιδεολογικά όσο και χρηματικά. Σε αυτό είχε βοηθήσει και η οικονομική κρίση μετά το 2008. Μην ξεχνάτε ότι το ΔΝΤ είχε αναγκαστεί να πουλήσει ακόμη και χρυσό από τα αποθέματά του. Και βέβαιαη εικόνα του στον αναπτυσσόμενο κόσμο ήταν τόσο κακή που οι ηγεσίες των χωρών αυτών δεν ήθελαν να το δουν μπροστά τους». «Τώρα όμως» επισημαίνει «το ΔΝΤ βρήκε μια νέα “αγορά”:την Ευρώπη.Κατά έναν περίεργο τρόπο,σώσατε το ΔΝΤ από τη χρεοκοπία».

Ελληνοτουρκικές σχέσεις και Γεωπολιτική

"ΟΙ ΕΥΡΥΤΕΡΕΣ μάζες το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, όποτε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους…"

Ο καθηγητής Παναγιώτης Κονδύλης υπήρξε ένα από τα πλέον δυνατά μυαλά του νέου Ελληνισμού. Ήταν ένας από τους τελευταίους μύστες της γεωπολιτικής αλήθειας.

Καθηγητής στην Γερμανία, όπου και διέπρεψε ήταν φυσικό να είναι ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της γερμανικής σχολής. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το απόσπασμα που σας παραθέτουμε και που αποτελεί μέρος ειδικής εργασίας του καθηγητού Κονδύλη για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις:

«Π. Κονδύλη: Ελληνοτουρκικές Σχέσεις:«Οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι’ αυτούς. Καμιά συμμαχία και καμιά προστασία δεν κατασφαλίζει όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης.

«Τα δίκαια» της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας παρίας με διαρκώς απλωμένο το χέρι, κάποιος που ζει από δάνεια, επιδοτήσεις και «προγράμματα στήριξης».

Η ΛΥΣΗ του προβλήματος της εθνικής βιωσιμότητας όχι λογιστική αλλά σε παραγωγική βάση αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής.

Οι εθνικοί πόροι πρέπει να αντιμετωπιστούν με γεωπολιτικά και στρατηγικά κριτήρια, όχι ως αριθμητικοί «δείκτες»: το 1% του εθνικού εισοδήματος που προέρχεται από την άνοδο του τουρισμού δεν είναι το ίδιο με το 1% που δίνει μια σύγχρονη εξοπλιστική βιομηχανία.

Και πρέπει επίσης να εκλογικευθούν και να χρησιμοποιηθούν στο σύνολό τους (δεν μου είναι κατανοητό λ.χ. γιατί η Κύπρος, με ετήσιους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης γύρω στο 5% κατά την τελευταία δεκαπενταετία και με αύξουσα ευημερία, δεν συμβάλλει οικονομικά –τρόποι βρίσκονται- στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα όποιος αισθάνεται μέρος του ελληνισμού το αποδεικνύει σηκώνοντας εθνικά βάρη).

Η προσπάθεια αυτή είναι απαραίτητη, γιατί στην τωρινή συγκυρία, που είναι δυσμενέστατη για την Ελλάδα, έχει προέχουσα σημασία να κερδηθεί χρόνος χωρίς να απολεσθεί έδαφος, με την ελπίδα ότι μελλοντικές ανακατατάξεις στον πλανητικό συσχετισμό δυνάμεων θα εξασθενίσουν το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας και θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να πάρει μιαν ιστορικήν ανάσα. Αν, όμως, απολεσθεί έδαφος στο προσεχές διάστημα, οι απώλειες θα είναι ανεπανόρθωτες και πιθανότατα μοιραίες.

ΦΥΣΙΚΑ, οι ελπίδες δεν ισοδυναμούν με βεβαιότητες. Ας υπογραμμίσουμε ακόμη μια φορά ότι η βαθύτερη αιτία της αύξουσας τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα δεν είναι ούτε πολιτισμική ούτε στενά πολιτική και παροδική, αλλά έγκειται στη συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών.

ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥΣ κρίσιμους τομείς, όπως ο δημογραφικός, ξέρουμε από τώρα ότι το παιχνίδι είναι χαμένο. Αν θέλουμε να παραμείνουμε νηφάλιοι, έστω και με αντίτιμο την απαισιοδοξία, οφείλουμε να πούμε ότι και σε άλλα πεδία στρατηγικής σημασίας αρχίζουν να παγιώνονται αναντίστροφες εξελίξεις.


Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική.


Η διακήρυξη «δεν παραχωρούμε τίποτε» δεν έχει έμπρακτο αντίκρισμα όταν η χώρα εκλιπαρεί σε κρίσιμες ώρες τις μεσολαβητικές προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών ξέροντας εκ των προτέρων ότι αυτές θα πληρωθούν με παραχωρήσεις ή όταν αποσύρει χωρίς χειροπιαστά ανταλλάγματα το βέτο της για την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας με την Ε.Ε. αποδεικνύοντας έτσι άθελά της πόσο είναι πιθανό να μετατραπεί σε δορυφόρο της Τουρκίας ακριβώς μέσω του «ευρωπαϊκού δρόμου» και της επιρροής των «Ευρωπαίων εταίρων».

ΤΕΤΟΙΕΣ ενέργειες δεν είναι απλώς εσφαλμένοι ή έστω συζητήσιμοι χειρισμοί. Συνιστούν τα εύγλωττα επιφαινόμενα μιας βαθύτερης ιστορικής κόπωσης, μιας προϊούσας, ηδονικής μάλιστα παράλυσης.

Στον βαθμό όπου η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμη ηδονικότερη, εφόσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος, και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός.

ΥΠ’ ΑΥΤΕΣ τις συνθήκες ό,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού οι έλληνες θα συνηθίσουν σιγά σιγά να το ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό».


ΠΡΑΓΜΑΤΙ, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: Η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση Και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια.

ΟΙ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΕΣ, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βαθμού –ίσως να καταρρεύσουν ακόμη και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική;

ΟΙ ΕΥΡΥΤΕΡΕΣ μάζες, καθοδηγούμενες από το ίδιο ένστικτο βραχυπρόθεσμης αυτοσυντήρησης, έχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά βολική λύση:

Το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, όποτε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους: από τη φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαμε τα ευκολοαπόκτητα πτυχία, τη χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας (ούτε το 50% του μέσου όρου της Ε.Ε.!) και την κραυγαλέα ανισότητα ανάμεσα σ’ ό,τι παράγεται και σ’ ό,τι καταναλώνεται, με αποτέλεσμα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου.


ΑΝ ΛΑΒΟΥΜΕ υπ’ όψιν μας μόνον όσα πράττονται και αφήσουμε εντελώς στην άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον όρο να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον όρο να τεχνουργηθούν απροσμάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις («Ελληνοκεντρικές» ή «εξευρωπαϊστικές», αδιάφορο).

Τις ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ ή τις κωμωδίες που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση θα τις γράψουν ίσως άλλοι. Εμένα μου έρχεται στο νου η τετριμμένη αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία: όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται.»