Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Προειδοποίηση για Θράκη, Αιγαίο και Κύπρο

Του Μιχάλη Ιγνατίου
Η προειδοποίηση του πρώην προέδρου της Ελληνικής Βουλής Απόστολου Κακλαμάνη για τον τουρκικό κίνδυνο εναντίον της Θράκης και του Αιγαίου πρέπει να απασχολήσει τους πάντες. Από τον πρωθυπουργό μέχρι τον τελευταίο πολίτη της Ελλάδας, αλλά και της Κύπρου. Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυσή μας, ας διαβάσουμε τι δήλωσε ο Έλληνας πολιτικός που σε άπειρες περιπτώσεις έχει αποδείξει την ευαισθησία του για τα εθνικά θέματα:

«Εάν η χώρα δεν σταθεί όρθια αυτό το διάστημα, κι αν οι βλακείες περί κυβερνήσεων προσωπικοτήτων, τεχνοκρατών, όλα αυτά που στο λαό καθημερινά εντυπώνουν στη συνείδηση, καταλαβαίνετε, μία κατάρρευση της οικονομίας θα είναι κατάρρευση της χώρας. Και δεν είμαι κανένας εθνικιστής, όπως μου έλεγαν από την αμερικάνικη πρεσβεία, στο CΒS, ότι ηγούμαι των εθνικιστών του ΠΑΣΟΚ, αλλά η Θράκη και το Αιγαίο δεν μπορούν να υπερασπιστούν από μία χώρα που είναι υπό κατάρρευση! Θα σημαίνει εθνική τραγωδία εάν όλοι αντί να είναι όπως είπα «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν», δεν καταλάβουμε και ομαδικά και ατομικά κυρίως την ευθύνη». (8 Απριλίου 2011, Βουλή των Ελλήνων).

Η προειδοποίηση του κ. Κακλαμάνη έρχεται να προστεθεί στα ανησυχητικά σχόλια πολλών αναλυτών και άλλων πολιτικών, αλλά και να επιβεβαιώσει αυτό που δυστυχώς δεν μπορεί να αντιληφθεί ο Έλληνας πρωθυπουργός: ότι σε καιρούς χαλεπούς για την Ελλάδα, σε εποχές εξαιρετικά δύσκολες για την οικονομία, οι συζητήσεις για τα εθνικά θέματα παγώνουν αμέσως και όλοι συντάσσονται με τις προσπάθειες σωτηρίας της χώρας.

Οι διαπραγματεύσεις με την Τουρκία δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα στην εθνική υπόθεση του Αιγαίου και οποιαδήποτε προσπάθεια συμβιβασμού θα είναι εις βάρος της Ελλάδας, πέρα από το γεγονός ότι η πλειοψηφία αυτών που συμμετέχουν στις συζητήσεις κυριαρχούνται από ηττοπάθεια. Τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν στην Κύπρο.

Για διάφορους και διαφορετικούς λόγους ο πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας βρίσκεται αντιμέτωπος με όλα τα κόμματα, εκτός του ΑΚΕΛ. Με βάση τις δημοσκοπήσεις έχει απέναντί του το 70-75% του πληθυσμού και οπωσδήποτε δεν ισχύει ούτε στηρίζεται σε οποιαδήποτε απόδειξη ο ισχυρισμός πως για το εθνικό θέμα οι ψήφοι των ακελικών και του Δημοκρατικού Συναγερμού θα βοηθήσουν στην αποδοχή του νέου σχεδίου που «κατασκευάζεται» στις κυπριακής ιδιοκτησίας διαπραγματεύσεις.

Όπως απέδειξε η ιστορία του δημοψηφίσματος του 2004, όταν πρόκειται για σοβαρό εθνικό θέμα τα κυπριακά κόμματα δεν ελέγχουν τους οπαδούς τους, οι οποίοι περιέργως στις βουλευτικές και στις προεδρικές εκλογές επιστρέφουν στο μανδρί.

Όπως ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, έτσι και ο κ. Χριστόφιας επιμένει να διαπραγματεύεται με έναν αντίπαλο ο οποίος επιζητεί να εξασφαλίσει και άλλες υποχωρήσεις και αρνείται να επιστρέψει έστω και 1% αυτών που κέρδισε στον σικέ πόλεμο του 1974. Ο σημερινός Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν μπορεί να μην αντιλαμβάνεται ότι κτυπά το κεφάλι του στον τοίχο και το χέρι του στο μαχαίρι.

Η πολιτική της συνέχισης των διαπραγματεύσεων ρίχνει νερό στο μύλο των τουρκικών αξιώσεων, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η άρνηση του κ. Παπανδρέου να οριοθετήσει την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), εξυπηρετεί τους τουρκικούς σχεδιασμούς. Όταν η Αθήνα δεν απαντά τώρα με πράξεις την επιθετικότητα της Τουρκίας, ίσως αναγκαστεί το καλοκαίρι να αντιμετωπίσει με άλλα μέσα τους φίλους της στην Άγκυρα. Το ερώτημα είναι αν θα μπορέσει να το πράξει με δεδομένη την οικτρή οικονομική κατάσταση της χώρας...

Πηγή : ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Το Φανάρι και η Ρωσική Εκκλησία

Οπως φαίνεται μέσα από μια σειρά τηλεγραφημάτων που φέρνει στο φως η «Κ», το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε εκφράσει επανειλημμένα στους Αμερικανούς την ανησυχία του για τις φιλοδοξίες της Ρωσικής Εκκλησίας. «Τόσο ο ίδιος ο Πατριάρχης όσο και εκπρόσωποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική εκφράζουν ολοένα και μεγαλύτερη ανησυχία για τις προσπάθειες της Ρωσίας να μεταφερθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη Μόσχα», έγραφε στις αρχές Ιουλίου του 2009 ο Αμερικανός πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη.

Η παρατήρηση Ερντογάν
Αποκαλυπτικά για τη θέση της Τουρκίας στο ζήτημα αυτό είναι όσα είχαν ειπωθεί στη Θεσσαλονίκη, τον Μάιο του 2006, μεταξύ της τότε υπουργού Εξωτερικών Ντόρας Μπακογιάννη και του Τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η υπουργός αναφερόμενη στο ανοιχτό θέμα του ορφανοτροφείου της Πριγκήπου κατέληξε λέγοντας πως «η παρουσία του Πατριαρχείου είναι σίγουρα ένα “συν” για την Τουρκία, δεδομένου του ηγετικού του ρόλου στον κόσμο της Ορθοδοξίας». Σύμφωνα με το εμπιστευτικό τηλεγράφημα 06ΑΝΚΑΡΑ2597, ο Τούρκος πρωθυπουργός τής απάντησε πως «κάποιοι στη Μόσχα άλλα και αλλού δεν έχουν την ίδια άποψη».

Δύο χρόνια αργότερα, το 2008, και ενώ ο Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος είχε πει σε Αμερικανούς αξιωματούχους πως οι σχέσεις με τη Ρωσική Εκκλησία είχαν βελτιωθεί, παρουσιάστηκαν κάποιες νέες προκλήσεις. Ο τότε Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος σε μια ιδιωτική συνάντηση με τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο Κίεβο ζήτησε να διορισθούν Ρώσοι ιερείς τόσο στο ρωσικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης όσο και στη ρωσική πρεσβεία της Αγκυρας. Σύμφωνα με το τηλεγράφημα 08ISTANBUL595, o Πατριάρχης Βαρθολομαίος αρνήθηκε και τα δύο αιτήματα με τη δικαιολογία πως οι Ρώσοι διπλωμάτες θα μπορούσαν να παρακολουθούν τη λειτουργία στη ρωσική εκκλησία του Καρακόι στην Κωνσταντινούπολη. Οπως, όμως, εξήγησε αργότερα σε Αμερικανούς αξιωματούχους, ο λόγος ήταν άλλος: «Δεν επρόκειτο να είναι απλά δύο κληρικοί αλλά θα χρησιμοποιούσαν το διπλωματικό τους κύρος και τη θρησκεία τους για άλλους λόγους και με ένα πνεύμα ιμπεριαλισμού και επεκτατισμού της Ρωσικής Εκκλησίας».

Ο απώτερος στόχος τους -όπως φοβόταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης- ήταν κάποια στιγμή να μεταφερθεί η διοίκηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Μόσχα. Και σε εκείνη τη δεδομένη στιγμή το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν ιδιαίτερα ευάλωτο σε τέτοιου είδους χειρισμούς, καθώς είχε να αντιμετωπίσει μια σειρά από θέματα με την τουρκική κυβέρνηση.

Οι Ρώσοι κληρικοί
Με τη διαδοχή του Κυρίλλου στο Πατριαρχείο της Ρωσίας στα τέλη του 2008, η Ρωσική Εκκλησία ξεκίνησε μια νέα προσπάθεια επαναπροσέγγισης της Τουρκίας. Σύμφωνα με τον Μεχμέτ Γκορμέζ, τον τότε αντιπρόεδρο της «Ντιγιανέτ», μέχρι τότε η Ρωσική Εκκλησία δεν λειτουργούσε πλήρως στην Κωνσταντινούπολη εξαιτίας της ηγεμονίας του Πατριαρχείου. Οπως σχολίαζε, ο ίδιος ήταν θετικός στην προσπάθεια της Ρωσικής Εκκλησίας να ελευθερωθεί από αυτή την ηγεμονία.

Οπως αποκαλύπτει επίσης το ίδιο τηλεγράφημα, και το τουρκικό κράτος παρείχε σε διάφορες περιστάσεις ευνοϊκή μεταχείριση στους Ρώσους κληρικούς. Ο Αμερικανός πρόξενος σημειώνει μάλιστα πως ενώ οι Ρώσοι ιερείς που έρχονται να λειτουργήσουν στη ρωσική εκκλησία δεν αντιμετωπίζουν ποτέ πρόβλημα με τη βίζα τους, οι Ελληνες κληρικοί μπορούσαν (μέχρι εκείνη τη δεδομένη στιγμή) να πάρουν μόνο τρίμηνη βίζα.

Αλλά και από συζητήσεις του Αμερικανού προξένου με Ελληνες διπλωμάτες, φαίνεται πως οι φόβοι του Πατριαρχείου δεν είναι αβάσιμοι. «Η Ρωσία δεν θα ήθελε τίποτα περισσότερο από το να δει το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην “Τρίτη Ρώμη”, τη Μόσχα», σημειώνει η πηγή του προξένου από την ελληνική πρεσβεία της Αγκυρας. Η ίδια πηγή μάλιστα καταλήγει πως και η Τουρκία «θα ήταν πολύ ευχαριστημένη εάν έβλεπε το Οικουμενικό Πατριαρχείο με όλα του τα προβλήματα να φεύγει από τα σύνορα της χώρας». Τέλος, ισχυρίστηκε πως ενώ στην πραγματικότητα η φιλία Τουρκίας - Ρωσίας ήταν επικίνδυνη για την τουρκική κυβέρνηση, η εμμονή των Τούρκων με το Πατριαρχείο τούς τυφλώνει και κάπως έτσι «η παράνοια υπερτερεί της λογικής», όπως φέρεται να λέει ο Ελληνας διπλωμάτης. Η δήλωση πάντως του Ταγίπ Ερντογάν στη Θεσσαλονίκη (η οποία αναφέρεται στην αρχή του ρεπορτάζ, στο πλαίσιο της συνάντησής του με την τότε υπουργό Εξωτερικών κ. Ντόρα Μπακογιάννη) είναι ενδεικτική των τουρκικών σκέψεων.

Συνενοχή
Το εμπιστευτικό τηλεγράφημα που συνέταξε ο Αμερικανός πρόξενος τον Ιούλιο του 2009 καταλήγει πως το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει λόγους να ανησυχεί για τις φιλοδοξίες της Ρωσίας, ενώ η πιθανή συνενοχή της Τουρκίας έχει και πολιτικές προεκτάσεις.

«Στην πραγματικότητα, μια απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης να ανοίξει τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης ή η μελλοντική δυνατότητα του Πατριαρχείου να έχει μητροπολίτες διαφόρων εθνικοτήτων μπορεί τελικά να είναι για την Τουρκία μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να μειώσει την επιρροή των Ελλήνων στα θέματα του Πατριαρχείου», αναφέρεται σε σχετικό τηλεγράφημα
Source : http://news.kathimerini.gr/

Η " άλλη" άποψη περί ιδιωτικοποιήσεων

Του Ευκλείδη Τσακαλώτου , Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η “άλλη” άποψη περι ιδιωτικοποιήσεων…

Συζήτηση για το αν η εκποίηση -συγνώμη αξιοποίηση- της δημόσιας περιουσίας βοηθά τα δημοσιονομικά του κράτους δεν έγινε.
Ούτε χρησιμοποιήθηκε η μεγάλη εμπειρία που έχουν πολλά κράτη τα τελευταία χρόνια σε σχέση με την αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής. Ως συνήθως, ο δημόσιος διάλογος έμεινε στο επίπεδο της εικόνας που ήθελε η κυβέρνηση να δώσει για την πατριωτική της στάση.
Πολλές φορές επιχειρηματικοί και εκσυγχρονιστικοί κύκλοι παίρνουν ένα «time out», αποσύρονται σε ένα ξενοδοχείο για ένα Σαββατοκύριακο και συζητούν προβληματισμούς και λύσεις για ένα συγκεκριμένο πρόβλημα.
Εχω μια πρόταση για ένα τέτοιο μάζεμα για τους υπεύθυνους οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Να πάρουν μαζί τους το πρόσφατο βιβλίο του John Quiggin «Zombie Economics: How dead ideas still walk among us» (Princeton University Press, 2010) και να εξετάσουν τι έχει να πει ο συγγραφέας περί του θέματος. Θυμίζω ότι τα ζόμπι είναι όντα που όσες φορές και να τα σκοτώσεις, επιστρέφουν δριμύτερα για νέες καταστροφές. Κατά τον Quiggin, η ιδέα ότι η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας βοηθά τα δημοσιονομικά των κρατών είναι μια από τις κυρίαρχες ζόμπι ιδέες της εποχής μας.
Αρχίζω με ένα απλουστευμένο παράδειγμα. Ας υποθέσουμε …


ότι εγώ ξοδεύω όλο το εισόδημά μου (ούτε αποταμιεύω ούτε δανείζομαι) και έχω επίσης μόνο ένα περιουσιακό στοιχείο, ένα σπίτι αξίας 300 εκατ. ευρώ. Ο φίλος μου ο Φίλιππος είναι στην ίδια κατάσταση, μόνο που το μόνο περιουσιακό στοιχείο στην κατοχή του είναι 300 εκατ. ευρώ σε έναν τραπεζικό λογαριασμό. Αν πουλήσω το σπίτι μου στο Φίλιππο μπορώ να ισχυριστώ ότι βελτίωσα τα οικονομικά μου; Μάλλον όχι. Το μόνο που έχει αλλάξει είναι ότι αντάλλαξα περιουσιακά στοιχεία. Δεν έγινα εκ μαγείας πλουσιότερος.
Τώρα ας αλλάξουμε λίγο το παράδειγμα. Συνεχίζω να έχω το σπίτι μου, αλλά συγχρόνως χρωστάω 300 εκατ. στην τράπεζα. Αν το πουλήσω, η τιμή πρέπει να είναι ίση με την καθαρή παρούσα αξία όλων των μελλοντικών ενοικίων. Η άλλη λύση είναι να νοικιάσω το σπίτι και σταδιακά να ξεπληρώσω το χρέος της τράπεζας. Οπότε δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά ως προς το χρέος μου ανάμεσα στο να πουλήσω το σπίτι και να το εκμεταλλευτώ ως πηγή εισοδήματος.
Μπορεί να μην είναι πάντα έτσι τα πράγματα. Τώρα ας πάρουμε ένα παράδειγμα από το βιβλίο του Quiggin.
Εχουμε μια κρατική επιχείρηση που δημιουργεί 60 εκατ. πλεόνασμα το χρόνο. Με επιτόκιο 2% αυτό μπορεί να εξυπηρετεί τους τόκους 3 δισ. δημοσίου χρέους (2% των 3 δισ. ίσον 60 εκατ.). Τι γίνεται αν η κυβέρνηση αποφασίζει να πουλήσει την επιχείρηση; Ο ιδιωτικός τομέας θα θελήσει μια απόδοση της τάξης του 6%. Αν δεν θεωρεί ότι θα μπορέσει να αυξήσει την κερδοφορία της επιχείρησης, τότε θα είναι πρόθυμος να δώσει μόνο 1 δισ. για την επιχείρηση (6% του ένα δισ. είναι ίσον με 60 εκατ. ευρώ). Σε αυτή την περίπτωση αν η κυβέρνηση εξαγοράσει 1 δισ. του χρέους της, εξοικονομώντας έτσι 20 εκατ. ευρώ το χρόνο, θα χρειαστεί να βρει άλλα 40 εκατ. το χρόνο για να αντικαταστήσει την απώλεια από την πώληση της κρατικής επιχείρησης. Σε αυτή την περίπτωση τα δημοσιονομικά του κράτους έχουν χειροτερέψει!
Βεβαίως αυτό δεν είναι το μόνο ενδεχόμενο. Αν ο ιδιωτικός τομέας θεωρεί ότι μπορεί να αυξήσει τα κέρδη της επιχείρησης σε, ας πούμε, 300 εκατ. ευρώ το χρόνο, τότε θα δεχτεί να την αγοράσει για 5 δισ. Αν με αυτά τα 5 δισ. η κυβέρνηση μειώσει το κρατικό χρέος, τότε θα κερδίσει 100 εκατ. το χρόνο από τους τόκους, κερδίζοντας συνολικά, σε σχέση με τι ίσχυε πριν από την ιδιωτικοποίηση, 40 εκατ. (100-60). Σε αυτή την περίπτωση μια πώληση κρατικής περιουσίας της τάξης των 5 δισ. έχει φέρει ένα όφελος των 40 εκ. το χρόνο.
Αρα, υπό συνθήκες, μπορεί να συμβάλει στο χρέος μια πώληση δημόσιας επιχείρησης (ή ένα ακίνητο), αν ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να αυξήσει το κέρδος (ή τα νοίκια). Αλλά το ποσό που κερδίζει το κράτος δεν είναι τόσο μεγάλο όσο παρουσιάζεται. Αν η κυβέρνηση πουλήσει 50 δισ. δεν θα ωφεληθεί 50 δισ., όπως αφήνουν να εννοηθεί οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης και της τρόικας. Το ποσό θα είναι πολύ μικρότερο. Και η διεθνής εμπειρία που συζητά ο Quiggin αποδεικνύει ότι κατά μέσο όρο τα δημοσιονομικά των κρατών ελάχιστα βελτιώθηκαν από τέτοιου είδους επιλογές.
Συχνά το κράτος αναγκάζεται να πουλήσει σε τιμές χαμηλότερες από την αξία του περιουσιακού στοιχείου, και ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να αυξήσει το κέρδος μόνο οριακά.
Αλλά η ανάλυση δεν σταματάει εδώ. Πολλά εξαρτώνται από το πώς ο ιδιωτικός τομέας αυξάνει την κερδοφορία της επιχείρησης. Αν, για παράδειγμα, απλώς μειώνει τους μισθούς τότε το όφελος, με όρους κοινωνίας, είναι αμφισβητούμενο. Εχουμε δηλαδή απλώς μια μεταφορά πόρων από τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες στους νέους ιδιοκτήτες. Αν ο ιδιωτικός τομέας αυξάνει τα ενοίκια από την εκμετάλλευση κάποιου ακινήτου σε βάρος του περιβάλλοντος, τότε πάλι η στρατηγική δεν είναι συνολικά ωφέλιμη.
Τα οικονομικά των ζόμπι δεν ασχολούνται με όλα αυτά, και κυρίως όταν πρόκειται για λύσεις σε βάρος του κόσμου της εργασίας και του περιβάλλοντος. Η τρόικα και η κυβέρνηση ξέρουν με ποιους θα πάνε και ποιους θα αφήσουνε. Η εθνική και πατριωτική στρατηγική διάσωσης δεν είναι για όλους. Η κρίση του δημόσιου χρέους αποτελεί μια θαυμάσια ευκαιρία για νέες αναδιανεμητικές πολιτικές υπέρ των ισχυρών.
Δεν είναι κάτι καινούργιο στη λογική των δύο κομμάτων εξουσίας. Παλαιότερα η δημόσια περιουσία πάλι ήταν στην υπηρεσία των ισχυρών, για παράδειγμα όταν νοικιαζόταν ένα δημόσιο ακίνητο σε ιδιώτες σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική αξία, και όταν το κράτος νοίκιαζε από άλλους ιδιώτες ακίνητα με τιμή υψηλότερη από την πραγματική. Παλιότερα τα κόμματα εξουσίας συνέβαλαν στην αύξηση του δημόσιου χρέους γιατί, αντί να εκμεταλλευτούν τη δημόσια περιουσία με αποτελεσματικό τρόπο, προτιμούσαν να εξυπηρετήσουν ιδιωτικά συμφέροντα. Τώρα θα τα εξυπηρετήσουν με την εκποίηση, χωρίς αυτό απαραιτήτως να καλυτερεύει τα δημοσιονομικά του τόπου.
Η εκποίηση μπορεί να μην βασίζεται σε καλή οικονομική θεωρία, αλλά αποτελεί business as usual…

ΠΗΓΗ