Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

Sudan division: A dangerous precedent

Why are the police forces in southern Sudan, where there is to be a referendum on Independence in January, being trained by the United States of America? Could it be because there is more rain in the south? Or could it be that there is oil?

42780.jpegSince the Treaty of Westphalia, in 1648, the precept of territorial integrity has permeated through the laws and norms of international diplomacy, a precept which has gained the aura of strong legal precedence, present in the UN Charter, the CSCE and Helsinki Final Act, all of which cement the rule of inviolability of frontiers and the territorial integrity of States within their existing frontiers.
In the case of Sudan the situation is compounded by the British imperial rule, which perpetuated itself, first through a massacre of the defenders of the Mahdi State by General Kitchener (machine guns used against soldiers armed with swords) and secondly by a policy of divide and rule, using ethnic tensions and divisions between the Moslem North and Christian/Animist South, favouring tribal and ethnic groups which would not normally have gained power. The foundations were laid for an explosion of ethnic strife.
Independence came in 1956, the Anya Nya guerrilla group took up the cause of the south by 1964 and in 1983, the Sudanese People's Liberation Army was formed, starting a civil war between North and South.
The USA began to get actively involved in 1998, when President Clinton, acting on "convincing information", sent cruise missiles slamming into a pharmaceutical factory in the north, Khartoum, alleging that it was a chemical arms factory...just as Colin Powell had justified the illegal act of butchery against Iraq with "magnificent intelligence" which turned out to be a thesis copied and pasted from the Net, from a decade before. Once again, the oil reserves in the south came into play.
The international and historical background is that. On January 9, 2011 there will be a referendum in the South over the question of independence. All the conditions have been created for a break-up of the State of Sudan, firstly by the British imperial rule and then by a sequel of forces and interests involving Britain, France and the USA on a State level and their oil companies on an entrepreneurial one.
Now that the world's governance is becoming more and more synonymous with a plutarchy of corporate interests, it does not come as a surprise that the territorial integrity of Sudan is threatened not now by its past history but by the whims and caprices of those who want its resources.
This goes against the grain of international law and precedent and therefore is dangerous. What are we supposed to expect, an implosion of the states which form the international community of today, facilitated by the unelected forces which have gained control of governance?
Sudan is a State, a recognised State existing within recognised frontiers and as such, its territorial integrity, or lack of it, will have to set a precedent for the future.
Timothy Bancroft-Hinchey

Europe stands on the brink of new crisis

Debt crisis of the European countries of Spain, Portugal and Greece will cause the EU to experience a new crisis, says Ethan Harris, principal analyst for the economies of developed countries BofA Merrill Lynch. The crisis will begin in the coming months if the EU does not find ways to solve sovereign debt problems. Yet, China is already rushing to help and ready to buy Spanish bonds. is citing Harris who said that the EU continues to take steps which in reality do not solve the problems of the market and the economy, and raise serious concerns about the situation with the European banks. So far the EU has not comprehensively addressed the banking problem. This means that in a few months the crisis will reemerge.
This has a negative impact on the single currency, the expert believes. He said that in the short term the dollar would rise against the euro, because the crisis in Europe continued. But in the long run, the exchange rates would stabilize. Both the U.S. and Europe face serious problems, and the possible consequences of this are mitigated by developing countries. But in fact, neither the U.S. nor Europe can now have a strong currency.

At the end of the last year the Speaker of Slovak Parliament Richard Sulik said that the actions of the European Commission could not be considered responsible. "Financial infusions can save Greece and Ireland, perhaps - Portugal. The attempts to rescue Spain are a gamble with the euro," said Sulik. He added that Italy in general is out of the question since its debts are twice as high as those of Greece, Ireland, Portugal and Spain combined.
China is trying to take advantage of the European debt issues and enter Europe. Chinese vice Premier Li Keqiang said that China was willing to buy Spanish bonds, while Spain is in a difficult position because of rising interest rates on debts, and sign multibillion-dollar contracts with the Europeans.
Lee is now preparing for visits to Spain, Britain and Germany, and outside observers include Deputy Prime Minister in the list of possible successors of Wen Jiabao as the prime minister.
In late December, against the backdrop of another wave of panic over the fate of the euro zone and sovereign debt, another Chinese vice Premier Wang Qishan promised to support the EU by purchasing bonds.
Finance Minister of Portugal Fernando Teixeira dos Santos also spoke about willingness of China to take care of the country's debt and increase investment in trade and economy. According to unofficial information cited by RBC, China is willing to buy government bonds of Portugal for the amount of 5.4 billion euros.
As for Russia, the debt crisis in Europe should not create any particular problems for the country's domestic economy, Ethan Harris thinks. He predicts the economic growth in Russia in 2011-2012 to be at 4-4.5% per year.
The expert believes that, like many emerging markets, Russia is experiencing inflationary pressures that may be coupled with possible rate hikes by the Central Bank. However, the country's economy will be supported by a strong commodity market.
At the same time, bubbles are getting inflated in the emerging markets, the expert warns. He also believes that in the countries with developed economies many assets are overvalued. Nevertheless, the expert thinks that the U.S. and China will remain the leaders of developed and developing economies in the coming year, respectively.
Anastasia Romasheva

Ποια είναι τα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο?

Του Γεωργιου Σαββαϊδη*
Οι γραμμές αυτές γράφονται σε μία προσπάθεια επεξήγησης και καλύτερης κατανόησης ορισμένων κανόνων του ισχύοντος Δικαίου της Θαλάσσης αφενός και της ανάγκης συνολικής προσέγγισης των ζητημάτων που αφορούν την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών της Ελλάδος αφετέρου. Η προσπέλαση των ζητημάτων αυτών δεν είναι ευχερής διότι εμπλέκονται νομικά, πολιτικά, ιστορικά, αμυντικά και οικονομικά ζητήματα διαφόρου προελεύσεως και σημασίας που απαιτούν μακρόχρονη γνώση, παρακολούθηση των εξελίξεων και συνολική εκτίμηση και προσέγγιση πριν από την ανάληψη δράσεων και πρωτοβουλιών.
ΠαρεμβάσειςΤο πολυσύνθετο και πολυδιάστατο των ζητημάτων αυτών επεξηγεί, σε σημαντικό βαθμό, αλλά όχι πλήρως την αποσπασματική προσέγγισή τους από πολιτικούς, ακαδημαϊκούς, διπλωματικούς και δημοσιογραφικούς ταγούς κατά τα τελευταία σαράντα χρόνια τουλάχιστον. Δυστυχώς όμως παρεμβαίνουν πέραν των γνωστικών ελλείψεων και των εγγενών δυσκολιών κατανόησης, και άλλοι σοβαρότεροι παράγοντες πολιτικού, ιδεολογικού, ιδεοληπτικού ή και συνωμοσιολογικού, ορισμένες φορές, χαρακτήρος που εκτρέπουν την ανάγκη ήρεμης, νηφάλιας και συνεκτικής προσέγγισης των πολύ σημαντικών αυτών ζητημάτων.
Οι παρεμβάσεις αυτές αποδίδουν προθέσεις ανεπίτρεπτων συμβιβασμών, αποκαλύπτουν δήθεν αναληφθείσες δεσμεύσεις προς γείτονες και τρίτους, εμπλέκουν τον χειρισμό ζητημάτων εσωτερικής φύσεως και επικαιρότητας με τον χειρισμό πρωτοβουλιών ή και διμερών διαπραγματεύσεων της χώρας, με προφανή ζημιογόνα αποτελέσματα στη διεξαγωγή των τελευταίων κ. τ. λ. Κοινή επωδός και σύνηθες αβασάνιστο συμπέρασμα των προαναφερθέντων είναι ότι η χώρα στερείται πολιτικής και διπλωματικής σοβαρότητος στην αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών, ότι οι έχοντες την ευθύνη των χειρισμών κινούνται συχνά μεταξύ ανεπάρκειας, ερασιτεχνισμού ή και εθνικής μειοδοσίας και ότι ενόψει όλων αυτών των (διαχρονικών) ανεπαρκειών, δυσλειτουργιών ή και ελλείψεων σταθερών πατριωτικών αντιβάρων, είναι προτιμότερο αν όχι αναγκαίο τα σχετικά ζητήματα να παραμένουν ανέγγιχτα ή αρρύθμιστα.
Οι αντιλήψεις αυτές, που κατά καιρούς εκφράζονται από διάφορες πλευρές, επιβάλλουν νομίζω μία συνοπτική, λόγω χώρου, αλλά επιχειρηματολογημένη ανασκευή:
Πρώτον. Η Ελλάς έχει θέσει κατά τα τελευταία χρόνια ως βασικό στρατηγικό στόχο την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών της με όλα τα γειτονικά της κράτη με βάση τα δικαιώματα που απορρέουν από το ισχύον Δίκαιο της Θαλάσσης. Εάν σκεφθεί κανείς πόσους αγώνες και θυσίες απήτησε για το Εθνος μας ο διαδοχικός καθορισμός των χερσαίων συνόρων της χώρας από το 1830 και εντεύθεν, μπορεί σχετικά εύκολα να αντιληφθεί τη σημασία και το εύρος του εγχειρήματος μέσω της διπλωματίας και της διαπραγμάτευσης.
Δεύτερον. Λέγοντας θαλάσσιες ζώνες εννοούμε, κατά το Διεθνές Δίκαιο, τέσσερις διαφορετικές θαλάσσιες περιοχές οι οποίες υφίστανται σήμερα γύρω από την εδαφική επικράτεια της χώρας ή δεν υφίστανται αλλά μπορούν να εγκαθιδρυθούν στο μέλλον υπό τις προϋποθέσεις και τα όρια που καθορίζει το ισχύον Δίκαιο της Θαλάσσης. Οι ζώνες αυτές είναι τα χωρικά ύδατα, η συνορεύουσα ζώνη, η υφαλοκρηπίδα και η αποκλειστική οικονομική ζώνη. Εντός των ζωνών αυτών ισχύουν διαφορετικά νομικά καθεστώτα εξικνούμενα από την πλήρη άσκηση κυριαρχίας μέχρι την άσκηση ορισμένων διοικητικών αρμοδιοτήτων.
Τρίτον. Το ισχύον Δίκαιο της Θαλάσσης παρέχει κατ’ αρχήν τουλάχιστον ισότητα νομικών δικαιωμάτων σε όλα τα τμήματα ενός κράτους είτε αυτά είναι ηπειρωτικά είτε νησιωτικά. Εισάγει όμως μία εξαίρεση στην αναγνώριση αυτών των δικαιωμάτων, καθόσον αφορά στην υφαλοκρηπίδα και την αποκλειστική οικονομική ζώνη, προκειμένου περί βράχων που είναι ακατοίκητοι ή δεν μπορούν να συντηρήσουν μορφή οικονομικής ζωής. Στις ειδικές αυτές περιπτώσεις τους αναγνωρίζει μόνο χωρικά ύδατα και συνορεύουσα ζώνη.
Τέταρτον. Το ισχύον Δίκαιο καθορίζει για κάθε μία από τις προαναφερθείσες ζώνες διαφορετικά μέγιστα όρια. Τα κράτη έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν το maximum του προβλεπόμενου ορίου ή και ολιγότερο. Προκειμένου περί χωρικών υδάτων και εφόσον ορίζεται το maximum σε περιοχές στενών διεθνούς ναυσιπλοΐας, το παράκτιο κράτος υποχρεούται στην εφαρμογή ορισμένων συγκεκριμένων διατάξεων του Δικαίου της Θαλάσσης, που σκοπόν έχουν την εξασφάλιση της ελευθερίας διεθνούς ναυσιπλοΐας και αεροπλοΐας.
Πέμπτον. Τα ισότιμα δικαιώματα που αναγνωρίζονται, όπως προαναφέρθηκε, στα κράτη αναφορικά με τα ηπειρωτικά και νησιωτικά εδάφη τους, υπόκεινται στη διαδικασία της οριοθέτησης εφόσον οι αντίστοιχες θαλάσσιες ζώνες τους επικαλύπτονται.
Πρόκειται περί της διαδικασίας εκείνης η οποία αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα της αναγνωρίσεως όλων των δικαιωμάτων των εδαφών όπως προεξετέθησαν. Η διαδικασία της οριοθέτησης συνιστά θεωρητικά νομική και τεχνική μεθοδολογία. Τέτοιος όμως περιοριστικός χαρακτηρισμός είναι απλώς απατηλός ή ψευδεπίγραφος. Και τούτο για δύο λόγους: Kατά πρώτον διότι το ισχύον Δίκαιο της Θαλάσσης διαφοροποιεί τη διαδικασία της οριοθέτησης εκάστης θαλασσίας ζώνης και κατά δεύτερον επειδή η φρασεολογία που χρησιμοποιείται είναι ηθελημένα αόριστη και παραπέμπει ρητά στη μέση γραμμή ίσης αποστάσεως μόνο στην περίπτωση της χωρικής θαλάσσης που οριοθετείται, ενώ στις πολύ σημαντικές περιπτώσεις της υφαλοκρηπίδος και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης, ηθελημένα και πάλι αόριστα και γενικόλογα, παραπέμπει στο Διεθνές Δίκαιο και στην ανάγκη επιτεύξεως ενός δίκαιου αποτελέσματος, ως προϊόντος της συγκεκριμένης οριοθέτησης.
Εκτον. Τις προαναφερθείσες και ηθελημένα αόριστες και γενικόλογες αυτές διατυπώσεις ήλθε να ερμηνεύσει με σειρά αποφάσεών του από το 1969 και εφεξής το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Οι αποφάσεις αυτές συνιστούν κυμαινόμενη διεθνή νομολογία, με εισαγωγή διαφόρων κριτηρίων, τα οποία υποτίθεται ότι αφορούν στην συγκεκριμένη υπόθεση που άγεται ενώπιον του ΔΔΧ. Παρά ταύτα δημιουργούν σπουδαία νομικά προηγούμενα, τα οποία οι διάδικοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να εκμεταλλευθούν, να ερμηνεύσουν ή και να παρερμηνεύσουν κατά τα συμφέροντά τους είτε στο στάδιο των διαπραγματεύσεων είτε στο στάδιο της δικαστικής παραπομπής εφόσον φθάσουν μέχρις εκεί.
Εβδομον. Τα προεκτεθέντα που αναφέρονται τόσο στην αναγνώριση δικαιωμάτων των παρακτίων κρατών επί των θαλασσίων ζωνών, όσο και στην οριοθέτηση των δικαιωμάτων αυτών, είναι ενδεικτικά ότι αυτοματισμοί στην αναγνώριση δικαιωμάτων ή ασφαλείς προβλέψεις για την έκβαση δικαστικών παραπομπών με βάση όχι μόνο το ηθελημένα ασαφές Δίκαιο της Θαλάσσης, αλλά και την εξελισσόμενη διεθνή νομολογία είναι αστάθμητοι εν πολλοίς παράγοντες και δεν θα πρέπει να θεωρούνται δεδομένοι.
Ογδοον. Η παραπομπή σε διεθνή δικαστική επίλυση, πέραν των αβεβαιοτήτων εκβάσεως που παρουσιάζει, απαιτεί και σύνταξη συνυποσχετικού (που αποτελεί ειδική διεθνή συμφωνία και χρειάζεται κύρωση από τα κοινοβούλια των ενδιαφερομένων). Επί πλέον, συνιστά χρονοβόρο και δαπανηρή διαδικασία, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο παρεμβάσεως τρίτων χωρών κατά το στάδιο της εκδικάσεως προς προστασία των πραγματικών ή εικαζομένων συμφερόντων τους και, τέλος, δεν αποκλείει εξ ορισμού διαφωνίες περί την εφαρμογήν της εκδοθησομένης αποφάσεως ιδίως εάν υπάρξει κακοπιστία των διαδίκων.
Τα δεδομένα αυτά οδηγούν ορισμένους διεθνολόγους να προτιμούν μία συμβιβαστική διμερή συμφωνία οριοθέτησης από μία ιδιαίτερα ευνοϊκή για τον ένα των διαδίκων δικαστική απόφαση, η οποία ενδεχομένως θα αμφισβητηθεί στην πράξη.
Ενατον. Ολοι οι ανωτέρω παράγοντες ομού λαμβανόμενοι και συνεκτιμώμενοι οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η χώρα μας ορθώς ανέλαβε προσπάθεια προ μερικών ετών να ορίσει, μέσω διαπραγματεύσεων με τις όμορες χώρες, τις θαλάσσιες ζώνες τις οποίες δικαιούται βάσει του Διεθνούς Δικαίου.
Οι χειριζόμενοι τα ζητήματα αυτά, εν ονόματι πάντοτε των Κυβερνήσεων της χώρας μας, δεν είναι ερασιτέχνες ή αιθεροβάμονες μη αντιλαμβανόμενοι τις δυσκολίες ή τους κινδύνους που κρύβουν πάντοτε οι διαπραγματεύσεις αυτές.
ΔιάλογοςΟμως θα πρέπει να υπογραμμισθεί κατά τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, ότι διαπραγμάτευση οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών κατά το Διεθνές Δίκαιο δεν σημαίνει αποδοχή ή παραδοχή διεκδικήσεων, διαστρεβλωμένων δικαιωμάτων, επιδιώξεων ή μεθοδεύσεων της οποιασδήποτε άλλης πλευράς. Διάλογος με απόντες, κωφούς ή υποστηρικτές, κατ’ όνομα μόνον της καλής γειτονίας δεν γίνεται να υπάρξει. Διαπραγμάτευση εξάλλου παρομοίων θεμάτων υπό το κράτος μεγαφώνων και προβολέων πουθενά στον κόσμο δεν διεξάγεται και αν τυχόν επιχειρηθεί θα είναι εξ ορισμού αδιέξοδος. Απαιτείται λοιπόν ενότητα σκοπού, σοβαρότητα, πρωτοβουλία, βαθιά γνώση του αντικειμένου σε όλες τις πολύπλευρες πτυχές του και, τέλος, και προ παντός ισχυρή πολιτική βούληση.
*Ο κ. Γεώργιος Σαββαΐδης είναι Πρέσβης, Συντονιστής Πολιτικοστρατιωτικών και Επιχειρησιακών Υποθέσεων ΥΠΕΞ, πρώην Γεν. Γραμματεύς του ΥΠΕΞ και Επικεφαλής της Διαπραγματευτικής Ομάδος της χώρας μας με τις όμορες χώρες για την οριοθέτηση των Θαλασσίων Ζωνών.

Επιστολή για το άρθρο τού κ. Σαββαϊδη τής 31-12-10 , περί τής Υφαλοκρηπίδος στο Αιγαίο

Για την Στηλη γραμματα αναγνωστών

Αγαπητέ κε Διευθυντά,

Δημοσιεύθηκε στην ιστοδελίδα σας τής 31-12-2010 ( ) η έμμεση «απάντηση» τού κ. Γεωργίου Σαββαϊδη στην ανοικτή επιστολή τών κκ. Β. Μαρκεζίνη και Θ. Καρυώτη σχετικά με την ΑΟΖ και το Καστελόριζο.

Προφανώς, ως διπλωματικό στέλεχος, ο κ. Σαββαϊδης έχει την άδεια και έγκριση, αν όχι προτροπή, τής Πολιτκής Ηγεσίας τού ΥΠΕΞ για την δημοσιοποίηση τών θέσεών του. Οπότε απηχούν και τις απόψεις τής ηγεσίας.

Βεβαίως επί τής ταμπακιέρας δεν αναφέρει ούτε μία λέξη. Πολύ περισσότερο δεν απαντά ούτε σε ποιά βάση  δικών μας απαιτήσεων εφαρμογής διεθνούς Νόμου, διαπραγματεύεται με την Τουρκία, ούτε όμως γιατί δεν διαπραγματεύεται με την Κύπρο, που στο κάτω κάτω Ελληνες είναι κι’ αυτοί (μέχρι πρότινος τουλάχιστον). Και δεν θα τα χαλούσαμε (‘Η ίσως θα τα χαλούσαμε μια και η εξουσία στην Κύπρο ξέρει πολύ καλύτερα την γλώσσα προστασίας τών επιχειρηματικών της συμφερόντων από την Ελλάδα).

Το χειρότερο όμως είναι ότι φαίνεται να επιβεβαιώνει την ρήση τού πρώην συναδέλφου του, μακαρίτη Γεωργίου Σεφεριάδη, περί τού τετρομαγμένου Υπουργείου Εξωτερικών (‘τεμενάδων’, όπως εύστοχα προστέθηκε) με τις πρώτες παραγράφους του, όπου ουσιαστικά εισάγει καινοφανείς ‘εμπλοκές,,,,,, ιστορικών , πολιτικών’ και λοιπών ‘ζητημάτων’ σε ένα διεθνή νόμο ψηφισμένο κάτι χρόνια τώρα. Και αποκλείει ουσιαστικά  το δικαίωμα κριτικής από όποιον δεν έχει όλη αυτή την ...σφαιρική αντίληψή του. Φυσικά δεν μάς λέει πώς χώρες με ....’.ιστορικές, γεωγραφικές και λοιπές εμπλοκές’ (πχ Κύπρος, Ισραήλ κλπ), όρισαν έστω την ΑΟΖ.

Ούτε όμως εξηγεί για ποιό λόγο να εφησυχάζουμε για τις κινήσεις τού ΥΠΕΞ και τών στελεχών του. Μήπως δεν τα έκαναν μαντάρα με την Αλβανία και την Αίγυπτο. Κι ας μη μάς πεί ότι ‘αντέδρασε’ στην περίπτωση τής Αλβανίας το Ανώτατο Δικαστήριο τους. Γιατί τότε δεν βλέπει ολόκληρο καρφί τής Τουρκίας στην Αλβανία και σε άλλα μέρη. Που το ΥΠΕΞ τούς επέτρεψε να αλωνίζουν, ανενόχλητοι, παρ’ ότι είχε σημαντικά όπλα πίεσης. Τα ίδια κάνανε και με την ΠΓΔΜ και την Τουρκία και το σχέδιο ΑΝΑΝ και ένα σωρό άλλα. Δυστυχώς.

Με εκτίμηση

Γιώργος Κακαρελίδης

Πάτρα, 1-1-2011