Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Turkish government's Alevi initiative a failure, union leader says

Turkey’s ruling party is trying to create an official form of Alevism that can be subsumed into its Sunni-led Directorate of Religious Affairs while delegitimizing all other forms of the faith, an Alevi labor union leader says. ‘The government will make it seem like Alevism is recognized while using methods to diminish it further,’ says Vicdan Baykara

This file photo shows a recent protest in Ankara by Alevis against compulsory religion courses at schools. DHA photo
The government’s initiative to address the concerns of Turkey’s Alevi community has failed to address the group’s problems and is directed only at assimilation, according to the Alevi head of a labor union.

“Even as it says it is solving the problems, [the ruling Justice and Development Party, or AKP,] is eliminating the organized portions of the Kurds, Alevis and workers and replacing them with structures adapted to the existing system,” Vicdan Baykara, general chairwoman of the All Municipal and Local Administration Workers Union, or Tüm Bel Sen told the Hürriyet Daily News & Economic Review in a recent interview.

“What Alevis want is the entire freedom of religion and beliefs. As for freedom, their priority is expressed in a distance between them and the state,” she said.

Alevis, who many consider to be a liberal branch of Islam, are facing a two-dimension problem at the moment, she said. One dimension of the problem is political and is based on how citizenship was recognized and how freedom of religion and conscience was defined during the foundation of the Turkish Republic. The other dimension is that Alevi beliefs and rituals, and their relationship to a modernizing world, cannot be contained within the discourse of contemporary politics.

“What we call belief is never separate from culture, politics or identity. In this sense for example the cemevis (Alevi meeting places) are houses of belief, of culture and of philosophy,” Baykara said.

By necessity, the AKP and other political parties have to approach what they see as the Alevi “problem” as a political one, but when Alevism is considered politically, an act of symbolic violence intervenes into its world of ritual.

“In Alevism, elders take their place in the center of rituals. When this situation is drawn into political debate it constitutes tearing down a structure with historical roots and replacing it with a new one,” she said.

In this sense, the “issue” facing the community is how to retain experiential religious authenticity in the face of a burgeoning political representation, the controlled structure of which is at odds with the ritual elements of the religion as it is practiced.

A political conflict

The government’s recent suggestion that Alevism be represented by the Directorate of Religious Affairs not only fails to recognize the sensitivity required in attaining political representation for the community, but openly wants to subsume the community into the larger, state-led interpretation of Islam.

“The government wants to extinguish the Alevi movement. If The Directorate of Religious Affairs recognizes one form of Alevism, all other concepts of Alevism will be suppressed and destroyed. In one sense assimilation will occur. So the AKP will make it seem like Alevism is recognized while using methods to diminish it further,” Baykara said.

The AKP’s approach to all the basic problems of the country, foremost of which is the Kurdish problem, is to propose an initiative and then exclude those people who would serve as interlocutors from dialogue and exchange, Baykara said.

According to Baykara, as far the Alevi issue is concerned, the government wants to retain total control over the solution of the problem. “Such an intervention is an initiative to form Alevism according to the needs of the state.”

Compulsory religious courses at schools are just one of the forms such government intervention takes. It is a means of preventing Alevi children from living by their own beliefs and an attempt to assimilate them, Baykara said.

“In a country which is said to be democratic the application of compulsory religious classes is a totalitarian practice and a memento of the Sept. 12 [1980 military coup] for this country of ours,” she said. “For a modern, scientific, democratic and secular education, the compulsory Religious Culture and Ethics course must be removed. The state mustn’t engage in religious education and teaching.”

Ultimately, according to Baykara, Alevis want the elimination of the Directorate of Religious Affairs and the removal of religious courses from the school curriculum entirely. Additionally, they want their cemevis recognized as specifically Alevi buildings rather than venues for practicing a varying form of Islam.

“Alevism is an accumulative belief that can’t be defined by Islamic elements alone. The religious rituals of the Alevis, the forms of worship, the forms of the relations among them, social rules, etc. are quite different from Sunni orthodoxy. For example, the five conditions of Sunni orthodoxy are either never found among Alevis, or are experienced very differently. There’s no going on the pilgrimage, for example, and fasting is very different,” Baykara said.

“But even these ideas are different among Alevis from one geographical location to another. But this situation doesn’t separate Alevis – it enriches them with a pluralistic structure, forming the shared principles of Alevism,” Baykara said.

Hurriyet Daily News

Το κοίτασμα «Λεβιάθαν» ανοίγει πολλά «μέτωπα»

Σε νέα φάση εισέρχονται οι τριβές μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου σχετικά με τα ενεργειακά κοιτάσματα που έχουν εντοπιστεί στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των δύο χωρών, στην οποία δεν έχει οριστεί συνοριογραμμή, μετά την έναρξη των διερευνητικών γεωτρήσεων στο κοίτασμα «Λεβιάθαν», πριν δύο εβδομάδες, με στόχο, καταρχάς, την ακριβή εκτίμηση των αποθεμάτων του.
Υπενθυμίζεται ότι η ισραηλινή κυβέρνηση σε συνεργασία με κοινοπραξία εταιρειών, κυρίως, αμερικανικών συμφερόντων, στο οποίο επικεφαλής είναι η αμερικανική «Nobel Energy», και με την ισραηλινή «Delek Group», έχει, ήδη, αρχίσει τα έργα για την κατασκευή υποδομών άντλησης αερίου από τα δύο έτερα κοιτάσματα, το «Ταμάρ» και το «Νταλίτ», που εντοπίστηκαν στα ανοιχτά της Χάιφα και αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο.

Στα δύο αυτά κοιτάσματα γίνονται, ήδη, εργασίες με στόχο ν' αρχίσουν να παράγουν φυσικό αέριο από το 2012. Οι πρώτες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι τα αποθέματα των δύο κοιτασμάτων φθάνουν τα 160 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, και μπορούν να καλύψουν τις ενεργειακές ανάγκες του Ισραήλ για δύο δεκαετίες. Αυτό θα ανακουφίσει τα μέγιστα το ισραηλινό κράτος, καθώς η χώρα εξαρτάται πλήρως από την εισαγωγή ενέργειας από τρίτες χώρες, η οποία της κοστίζει 1 δισεκατομμύριο δολάρια το χρόνο. Ποσό που εκτιμάται ότι θα μειωθεί στα 400 εκατομμύρια δολάρια ετησίως, την ώρα που θ' αρχίσει να εξορύσσεται φυσικό αέριο από το «Ταμάρ», το ένα από τα δύο κοιτάσματα.

Το «Λεβιάθαν», όμως, φαίνεται ότι είναι αυτό που έχει μετατραπεί, κατά κύριο λόγο, σε μήλον της Εριδος.
Σαφώς, καθοριστικό ρόλο σε αυτό διαδραματίζει το γεγονός ότι οι πρώτες εκτιμήσεις υποστηρίζουν πως περιέχει 450 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ενώ πλέον πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν ότι πιθανότατα κάτω από το στρώμα του αερίου υπάρχει και κοίτασμα πετρελαίου, που εκτιμάται στα τρία δισ. βαρέλια. Αν το συγκεκριμένο κοίτασμα αξιοποιηθεί, υποστήριζαν ενθουσιασμένοι Ισραηλινοί αξιωματούχοι, τότε το Ισραήλ θα είναι σε θέση ακόμη και να εξάγει φυσικό αέριο προς την Ασία και την Ευρώπη, γεγονός που εκτιμάται ότι θα του εξοικονομήσει 40 δισεκατομμύρια δολάρια σε βάθος χρόνου, εκ των οποίων 16 δισεκατομμύρια θα πηγαίνουν κατευθείαν στα κρατικά ταμεία ως έσοδα.
Ακόμη, λοιπόν, και χωρίς το κοίτασμα πετρελαίου, η τόσο μεγάλη ποσότητα αερίου καθιστά όποιον ελέγχει το κοίτασμα σε μέγα εξαγωγέα ενέργειας. Και η ισραηλινή ηγεσία έχει, ήδη, προβεί στις πρώτες της διαβουλεύσεις για το πώς θα εμπορευθεί τον φυσικό αυτό πλούτο.

Σύμφωνα με πληροφορίες, αυτό ήταν και ένα από τα ζητήματα που συζήτησαν ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, και ο Ελληνας ομόλογός του, Γ. Παπανδρέου, στις δύο συναντήσεις που είχαν, με τον πρώτο να φέρεται να προτείνει να μετατραπεί η Ελλάδα στη χώρα - κόμβο μεταφοράς του ισραηλινού αερίου προς τους ενδεχόμενους αποδέκτες του. Σύμφωνα, πάντα, με τις ίδιες πηγές, το Τελ Αβίβ πρότεινε να φτάνει στο ελληνικό έδαφος το φυσικό αέριο με υποθαλάσσιο αγωγό και από εκεί να διανέμεται, μια διαδικασία, κατά την οποία έχουν δυνατότητα να συμμετάσχουν και να επωφεληθούν έλληνες κεφαλαιοκράτες του κλάδου της ενέργειας. Η ελληνική κυβέρνηση πάντως, εμφανίζεται να μην έχει ακόμη απαντήσει στην πρόταση.

Προσφυγή της Βηρυτού στον ΟΗΕ
Εξαρχής, η λιβανική ηγεσία είχε εκφράσει αμφιβολίες ως προς τους ισραηλινούς ισχυρισμούς ότι το «Λεβιάθαν» βρίσκεται εξολοκλήρου σε ισραηλινά χωρικά ύδατα. Επικαλούμενη τα όρια των χωρικών υδάτων εντός των οποίων μπορεί να έχει οικονομική δραστηριότητα (ΑΟΖ, Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη), και τα οποία έχει, εδώ και καιρό, ορίσει μονομερώς (εφόσον Λίβανος και Ισραήλ παραμένουν διπλωματικά σε εμπόλεμη κατάσταση), η Βηρυτός προσέφυγε, πριν λίγες μέρες, επισήμως στον ΟΗΕ ζητώντας ν' αναγνωριστούν τα όρια αυτά προκειμένου, στη συνέχεια, «να διασφαλίσει τα ενεργειακά της συμφέροντα όσον αφορά στο τμήμα εκείνο των κοιτασμάτων που βρίσκεται υπό λιβανικό έλεγχο». Παράλληλα, φρόντισε, μέσα στο καλοκαίρι, να δώσει τέλος στο «κενό» που υπήρχε ως προς τη διαχείριση των φυσικών της πόρων, υιοθετώντας ένα πρώτο σχετικό νομοσχέδιο που ισορροπεί σε λεπτές γραμμές στην προσπάθειά του να ικανοποιήσει όλες τις θρησκευτικές σέκτες που κυριαρχούν στην πολιτική ζωή της χώρας.

Σε περίπτωση που το λιβανικό αίτημα γίνει δεκτό, το θέμα παραπέμπεται στο Συμβούλιο Ασφαλείας και εμπειρογνώμονες αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο, κάτι που δε συνηθίζεται, αλλά στην περίπτωση Ισραήλ - Λιβάνου έχει ξαναγίνει, για τον ορισμό της «συνοριακής γραμμής» μεταξύ των δύο, μετά την ισραηλινή αποχώρηση από το νότιο Λίβανο το 2000. Η ισραηλινή πλευρά, φυσικά, αμφισβητεί τις λιβανικές αιτιάσεις και επιμένει ότι το σύνολο του κοιτάσματος βρίσκεται σε ισραηλινά χωρικά ύδατα. Ηδη, λοιπόν, διαμορφώνεται άλλος ένας πόλος σοβαρότατης τριβής στην περιοχή.

Γενικότερη περιπλοκή
Πίσω, όμως, από την εμφανή αιτία, δηλαδή τον έλεγχο του «Λεβιάθαν», βρίσκονται και άλλοι παράγοντες που έχουν οξύνει τα πνεύματα. Καταρχάς, δυσαρέσκεια και ανησυχία στη Βηρυτό, αλλά και σε άλλες αραβικές ηγεσίες, φέρεται να έχει προκαλέσει η πληροφορία ότι το Ισραήλ, το καλοκαίρι, υπέγραψε ειδική συμφωνία με την Κύπρο προκειμένου, αρχικώς, να ενοποιηθούν οι Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες των δύο χωρών και, μάλιστα, με προοπτική συγκρότησης μιας ενιαίας «οικονομικής θαλάσσιας ζώνης». Η πληροφορία δεν επιβεβαιώνεται επισήμως από καμία από τις δύο πλευρές.

Ομως, ούτε έχει διαψευστεί. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δε, παρουσιάζει το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της επίσκεψης στην Κύπρο, την περασμένη βδομάδα, του Λιβανέζου πρωθυπουργού, Ραφίκ Χαρίρι, επαναβεβαιώθηκαν οι στενές διμερείς οικονομικές σχέσεις ενώ, επισήμως τουλάχιστον, δεν έγινε καμία νύξη στο επίμαχο ζήτημα.

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει κανείς να εντάξει και μια σειρά άλλων κινήσεων, των οποίων τα απώτερα κίνητρα θα αποσαφηνιστούν με το χρόνο. Πρόκειται για τις, ολοένα εντονότερα, δεδηλωμένες προθέσεις της Τουρκίας να ερευνήσει ενεργειακά κοιτάσματα που έχουν εντοπιστεί βορείως της Κύπρου, στα όρια της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης του νησιού. Ενδιαφέρον για το έργο αυτό έχουν εκφράσει και αραβικές χώρες, όπως ο Λίβανος και η Συρία.

Επίσης, δε θα πρέπει κανείς να ξεχάσει την ιστορική κοινή επίσκεψη του Σύρου Προέδρου και του Σαουδάραβα βασιλιά, το καλοκαίρι, στο Λίβανο. Εκτός από το προφανές μήνυμα «εθνικής ενότητας» της επίσκεψης (με δεδομένο ότι οι δύο χώρες και παλαιότερα αλλά και σήμερα υποστηρίζουν έμπρακτα αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις και θρησκευτικές σέκτες), πολλοί αναλυτές εκτιμούσαν ότι, κεκλεισμένων των θυρών, συζητήθηκε και το ζήτημα του «Λεβιάθαν», οι κινήσεις που θα πρέπει να κάνει ο Λίβανος και η υποστήριξη που θα έχει σε αυτές από τον αραβικό κόσμο, σε οποιοδήποτε επίπεδο.

Τέλος, όλα αυτά δεν μπορεί παρά να συσχετίζονται και οι εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και οι δηλώσεις περί «συνδιαχείρισης» του Αιγαίου, και των ενεργειακών του πόρων.

Οικονομική δυσφορία
Επίσης, ένας άλλος παράγοντας είναι η απόφαση της ισραηλινής κυβέρνησης να πιέσει, ξαφνικά, για μεγαλύτερο μερίδιο από τα κέρδη της εξόρυξης του φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα, τα οποία αξίζει να σημειωθεί ότι ως ιδιοκτησία έχουν μοιραστεί μεταξύ της ισραηλινής εταιρείας «Delek Group» (15,6% του «Ταμάρ» και του «Νταλίτ», 45% του «Λεβιάθαν») και της κοινοπραξίας υπό την αμερικανική «Nobel Energy», που κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών. Οι προθέσεις αυτές δεν άρεσαν στην αμερικανική εταιρεία, που ανοιχτά εξέφρασε δυσαρέσκεια και απείλησε, εμμέσως, με καθυστέρηση ή και παύση, για λίγο, των εργασιών.

Με βάση τα προαναφερόμενα, το ενδεχόμενο νέας κλιμάκωσης της έντασης μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ δεν μπορεί σε καμία περίπτωση ν' αποκλειστεί. Οπως δεν μπορεί ν' αποκλειστεί και μια πολύ μεγαλύτερη κλιμάκωση, στην οποία θα εμπλακούν, άμεσα ή έμμεσα, περισσότερες από μία χώρες της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας.

Οσο για την Ουάσιγκτον, αυτό που αναμφίβολα έχει ενδιαφέρον, είναι να επισημανθεί ότι, παρά το γεγονός ότι παραμένει ο σταθερότερος υποστηρικτής της ισραηλινής πολιτικής, δε διστάζει, όταν πρόκειται για σημαντικά οικονομικά συμφέροντα που επηρεάζουν και τα σχέδια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, στην καλύτερη περίπτωση να «επιτρέψει» έμμεσα αντιπαραθέσεις, σαν τη συγκεκριμένη (αφού η πλειοψηφία της λιβανικής κυβέρνησης είναι φιλοαμερικανική και θα μπορούσε να ασκηθεί πίεση προκειμένου να μην προσφύγει στον ΟΗΕ), που θα καλλιεργήσουν το έδαφος για ...«συμφέρουσες» διαμεσολαβήσεις.

Πρόκειται άλλωστε για μια ακόμη ευκαιρία, που ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός θα επιδιώξει ν' αξιοποιήσει προκειμένου να διατηρήσει και να εδραιώσει την παρουσία του στην περιοχή, χωρίς, φυσικά, να σημαίνει ότι σε αυτό το στόχο δε θα βρει εμπόδιο τις φιλοδοξίες και άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όπως η ΕΕ ως σύνολο ή πιο ειδικά η Γαλλία, πρώην μεγάλη αποικιοκρατική δύναμη στην περιοχή.

Ενεργειακή συνεργασία με… σημασία

Στη συνεκμετάλλευση των αποθεμάτων φυσικού αερίου που βρίσκονται στα ανοικτά των ακτών του Ισραήλ, θα προχωρήσει η Gazprom από κοινού με το Ισραηλινό δημόσιο.
Όπως ανακοίνωσε χθες σε ημερίδα της ρωσο-ισραηλινής επιτροπής εμπορικής και οικονομικής συνεργασίας ο επικεφαλής του τμήματος δημοσίων σχέσεων της Gazprom, Στανισλάβ Τσιγκάνκωφ, στο φορέα που θα δημιουργηθεί για να αναλάβει την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων, ο ρωσικός κολοσσός θα κατέχει το 50%.

Η ρωσο-ισραηλινή ενεργειακή συνεργασία δεν φαίνεται όμως πως θα σταματήσει εκεί καθώς η ρωσική κυβέρνηση εξέφρασε ανοικτά το ενδιαφέρον της να συνεργασθεί με τους Ισραηλινούς και στον τομέα της εκμετάλλευσης των ενεργειακών κοιτασμάτων που βρίσκονται στα χερσαία όρια της ισραηλινής επικράτειας.

Όπως δήλωσε στην ίδια ημερίδα ο Βίκτωρ Ζουμπκώφ, Πρώτος Αναπληρωτής Πρωθυπουργός της Ρωσικής Ομοσπονδίας και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Gazprom, η εκτενής εμπειρία του ρωσικού ενεργειακού κολοσσού, θα μπορούσε να χρησιμεύσει και στην περίπτωση των ενεργειακών αποθεμάτων του Ισραήλ.

«Θα επιθυμούσαμε να συνεχίσουμε τη μελέτη προγραμμάτων για την ανάπτυξη των εσωτερικών υποδομών του Ισραήλ στον τομέα του φυσικού αερίου καθώς επίσης και να συνεργασθούμε μαζί του στην διανομή ισραηλινού φυσικού αερίου και στην εξαγωγή του σε τρίτες χώρες», κατέληξε.
Γιάννης Νάκος