Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

ΣΤΟΧΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΓΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ

Του ΠΕΡΙΚΛΗ ΝΕΑΡΧΟΥ Πρέσβη ε.τ.(http://www.paron.gr)

Καταλύτης η ανεξέλεγκτη μαζική λαθρομετανάστευση
«Ακόμη και λαοί με μεγάλη ιστορική πείρα χάνουν το γεωπολιτικό τους ένστικτο, τότε μάλιστα που το χρειάζονται περισσότερο». Τα λόγια αυτά του αείμνηστου Παναγιώτη Κονδύλη στο βιβλίο του «Περί Πολέμου» μοιάζουν να έχουν τέλεια εφαρμογή σ’ αυτά που συμβαίνουν σήμερα
στη χώρα μας. Περιέργως, η Ελλάδα, σύνορο της Ευρώπης στη ΝΑ Μεσόγειο, αγωνίζεται, π.χ., να εντάξει τη Μουσουλμανική Τουρκία στην Ευρώπη, όταν είναι ηλίου φαεινότερον ότι μια τέτοια εξέλιξη θα επέφερε γεωπολιτική ανατροπή εις βάρος της Ελλάδος, πέρα από τις επιπτώσεις που θα είχε στο σύνολο της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Ειδικότερα για την Ελλάδα, η επιστροφή της Τουρκίας στην Ευρώπη θα άλλαζε ριζικά τους συσχετισμούς στα Βαλκάνια και θα ενίσχυε καταλυτικά τη διπλωματική της ισχύ στην Ευρώπη.
Θα μπορούσαμε να ανατρέξουμε ιστορικά στον Μαραθώνα και στο σύμβολό του, του οποίου εορτάζουμε φέτος τα 2.500 χρόνια. Γιατί το εορτάζουμε; Θα μπορούσαμε επίσης να αναφερθούμε στη Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη και στο σύμβολό της. Ας περιορισθούμε όμως στην πρόσφατη ιστορία που διεμόρφωσε τη σημερινή Ελλάδα. Μήπως ήταν λάθος οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, που οδήγησαν στην ουσιαστική έξωση της κατακτητικής Οθωμανικής Τουρκίας από την Ευρώπη; Μήπως πρέπει να κάνουμε νέες σκέψεις για τα αποτελέσματά τους; Γιατί η Ελλάδα να γίνει γέφυρα για την επιστροφή της Τουρκίας στην Ευρώπη, όταν μάλιστα η τελευταία έχει αναγάγει σε επίσημη διπλωματική θεωρία και πολιτική πρακτική τον νεοοθωμανισμό, που αφορά καίρια και τη χώρα μας;Υποστηρίζεται ότι ακολουθείται η πολιτική αυτή γιατί υπάρχει η ελπίδα επιλύσεως των εθνικών θεμάτων και εξομαλύνσεως των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Υπήρξε όμως αρκετός χρόνος, μια ολόκληρη δεκαετία, για να δοκιμασθεί η πολιτική αυτή. Ποια είναι τα αποτελέσματα; Οι τουρκικές αξιώσεις και προκλήσεις συνεχίσθηκαν και κλιμακώθηκαν.
Αντί λοιπόν με την πείρα αυτή να γίνει μια ουσιαστική αξιολόγηση και επανεξέταση της πολιτικής μας, η ελληνική διπλωματία σπεύδει πάλι να πλειοδοτήσει προς την ίδια κατεύθυνση. Ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών Δημήτρης Δρούτσας, μιλώντας λίγες μέρες πριν στις Βρυξέλλες, έριξε την ιδέα ενός νέου Ελσίνκι (Ελσίνκι ΙΙ) για την Τουρκία, που θα είχε άξονα τον καθορισμό ενός «οδικού χάρτη» και ημερομηνίας για την ένταξη της Τουρκίας. Δεν έχει σημασία εάν υπάρχουν οι προϋποθέσεις ή όχι για την υλοποίηση της ιδέας αυτής, η οποία ανατρέπει την αρχή πάνω στην οποία βασίσθηκε το άνοιγμα των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Ότι δηλαδή θα αποφασισθεί στο τέλος η έκβασή τους (ένταξη ή άλλη σχέση). Το σημαντικό είναι ότι η Ελλάδα προβάλλεται πάλι ως πρωταγωνίστρια της τουρκικής εντάξεως και ταυτόχρονα της αμερικανικής πολιτικής, η οποία έχει αναγάγει σε κορυφαίο στρατηγικό στόχο την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ελλάδα πρωταγωνίστρια και στη λαθρομετανάστευση
Τα παράδοξα, δυστυχώς, με τις ελληνικές πολιτικές ηγεσίες και κυβερνήσεις δεν σταματούν μόνο στην εξωτερική πολιτική. Η Ελλάδα, που βρίσκεται από γεωγραφική άποψη αλλά και από πολιτική, λόγω του ρόλου που παίζει η γειτονική Τουρκία, στην πιο δύσκολη θέση σε σχέση με τη λαθρομετανάστευση, πρωταγωνιστεί στο άνοιγμα των συνόρων και στην ανοχή της λαθρομεταναστεύσεως.
Είναι ενδεικτικό ότι ακόμη και τώρα, που η χώρα είναι βυθισμένη σε μια τόσο βαθιά οικονομική κρίση, το πρώτο μέτρο που θυμήθηκε να πάρει η νέα κυβέρνηση, σε απόλυτη προτεραιότητα, ήταν η ψήφιση ενός ακόμη νομοσχεδίου που διευκολύνει τη νομιμοποίηση των λαθρομεταναστών και εισάγει το δίκαιο του εδάφους για όλα τα παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα.
Το μέτρο παρουσιάσθηκε και χαιρετίσθηκε από μεγάλη μερίδα του Τύπου ως «προοδευτική» πολιτική. Σημειωτέον, ο σημερινός πρωθυπουργός, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, είχε μιλήσει επανειλημμένα στην προεκλογική εκστρατεία για «μηδενική μετανάστευση». Τα κυκλώματα όμως των δουλεμπόρων πήραν γρήγορα το μήνυμα που έστειλε η κυβέρνηση με το νέο «προοδευτικό» νομοσχέδιο για τους λαθρομετανάστες. Η επέλαση ξανάρχισε και συνεχίζεται όπως πριν. Επίκεντρο του νέου κύματος λαθρομεταναστών έγινε τώρα ο Έβρος, από τον οποίο υπολογίζεται ότι διέρχονται συστηματικά κάθε μέρα 300 περίπου λαθρομετανάστες.
Η κυβέρνηση, όπως και οι προκάτοχοί της, αρχής γενομένης από την κυβέρνηση Σημίτη, απέσυρε τον Στρατό από τον έλεγχο των συνόρων και έδεσε ταυτόχρονα τα χέρια της Αστυνομίας. Η τελευταία δεν μπορεί να απωθήσει στα σύνορα ή να απελάσει απευθείας τους λαθρομετανάστες γιατί όλοι παρουσιάζονται συστηματικά ως πρόσφυγες και αιτητές πολιτικού ασύλου και επικαλούνται το ευρωπαϊκό ανθρωπιστικό δίκαιο.
Η Αστυνομία, με εντολές της κυβερνήσεως, καταφεύγει έτσι σ’ έναν ουσιαστικό αυτοεμπαιγμό του κράτους. Διανέμει σε όλους τους λαθρομετανάστες έγγραφο, το οποίο τους καλεί να εγκαταλείψουν μόνοι τους τη χώρα μέσα σε 30 ημέρες και τους επιτρέπει μετά να επιβιβασθούν ως τουρίστες στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ και να φτάσουν στη «χωματερή λαθρομεταναστών» της Αθήνας. Υπολογίζεται ότι μόνο κατά το τελευταίο τρίμηνο αφίχθησαν με τον τρόπο αυτό στην ελληνική πρωτεύουσα 30.000 περίπου, μουσουλμάνοι κατά το πλείστον, λαθρομετανάστες. Πολλοί απ' αυτούς προέρχονται τώρα και από τη Δυτική Βόρεια Αφρική (Αλγερία, Μαρόκο) και την Υποσαχάρια Αφρική. Έφτασε σε όλους το μήνυμα ότι, μετά το κλείσιμο της πόλης του Γιβραλτάρ από την Ισπανία και της πύλης της Λιβύης προς την Ιταλία (μετά τις συμφωνίες Μπερλουσκόνι - Καντάφι), η μόνη ανοικτή ακόμα οδός προς την Ευρώπη είναι η Ελλάδα και ο Έβρος.

Γιατί οι άλλοι μπορούν να κλείνουν τα σύνορά τους και η Ελλάδα δεν μπορεί;
Και μόνο το γεγονός ότι το ρεύμα των λαθρομεταναστών εμπλουτίσθηκε προσφάτως από Μαροκινούς και Αλγερινούς δείχνει το μέγεθος της ευθύνης που έχουν οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, που άφησαν να καταντήσει η χώρα ξέφραγο αμπέλι. Την ευθύνη δεν την έχουν άλλωστε μόνο οι κυβερνήσεις. Ευθύνονται επίσης, στον βαθμό που τους αναλογεί, οι πολιτικές δυνάμεις και τα ΜΜΕ, που απέτυχαν να δουν από την αρχή τις γεωπολιτικές διαστάσεις που έχει για την Ελλάδα η μαζική λαθρομετανάστευση και εγκατάσταση ξένων πληθυσμών στη χώρα. Σε μια συγκυρία μάλιστα που επικρατεί γεωπολιτική ρευστότητα στα Βαλκάνια, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ενώσεως, και που άρχισε να προωθείται η παγκοσμιοποίηση ως όχημα διεθνούς νεοφιλελευθερισμού και αμερικανικής πολιτικής ηγεμονίας.
Προβάλλεται ως άλλοθι σήμερα ο σεβασμός του ευρωπαϊκού ανθρωπιστικού δικαίου για το πολιτικό άσυλο. Πόσους όμως λαθρομετανάστες μπορεί να χωρέσει το ανθρωπιστικό δίκαιο για το άσυλο; Μήπως το πρόσχημα αυτό αναιρεί την εθνική κυριαρχία και την ευθύνη της κυβερνήσεως να προστατεύσει τη χώρα και τα σύνορά της; Εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να γίνονται δεκτοί αδιακρίτως όλοι όσοι δηλώνουν πρόσφυγες, τότε θα πρέπει να επιμερισθεί αναλόγως το βάρος και η ευθύνη. Κάθε χώρα δηλαδή να αναλάβει τον αριθμό προσφύγων που της αντιστοιχεί, ανάλογα με το μέγεθος και τον πληθυσμό της. Δεν είναι δυνατόν να αφήνονται στην αποκλειστική μέριμνα της Ελλάδος, με την παροχή μόνο κάποιας οικονομικής βοήθειας για προσωρινή στέγαση και σίτιση. Η Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει χωματερή λαθρομεταναστών στο όνομα του ευρωπαϊκού ανθρωπιστικού δικαίου.

Η Ελλάδα όμηρος μιας παράδοξης πρωτοπορίας στη λαθρομετανάστευση
Οι σημερινές πολιτικές ηγεσίες της χώρας δύσκολα όμως μπορούν να επιρρίψουν ευθύνες στην Ευρώπη γιατί οι ίδιες πρωτοστάτησαν, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, στην υιοθέτηση φιλομεταναστευτικών ευρωπαϊκών οδηγιών και εθνικών νομοθεσιών. Υπενθυμίζονται σχετικά:
• Η πρωτοβουλία της κυβερνήσεως Σημίτη να προωθήσει, επί ελληνικής Προεδρίας, τις πρώτες ευρωπαϊκές οδηγίες 108/2003 και 109/2003, με τις οποίες καθορίσθηκαν αντιστοίχως το καθεστώς τού επί μακρόν διαμένοντος μετανάστη και το δικαίωμα της οικογενειακής επανενώσεως μετά την απόκτηση του καθεστώτος τού επί μακρόν διαμένοντος.
• Η επιφυλακτική στάση της ελληνικής πλευράς απέναντι στην πρωτοβουλία του γάλλου Προέδρου Σαρκοζί να προωθήσει το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση επί γαλλικής Προεδρίας. Το πρώτο άρθρο του Συμφώνου αυτού απαγορεύει τις μαζικές νομιμοποιήσεις παρανόμων μεταναστών. Τι έκανε όμως η Ελλάδα; Ήταν αυτή που το παρεβίασε, αμέσως μετά την υιοθέτησή του, με νέες μαζικές νομιμοποιήσεις παρανόμων μεταναστών. Αντί να το κάνει όπλο για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στο πρόβλημα που η ίδια αντιμετώπιζε, έσπευσε πρώτη να το υπονομεύσει και να το απαξιώσει.
• Τα αλλεπάλληλα νομοσχέδια για τη νομιμοποίηση παρανόμων μεταναστών και η αφαίρεση από τον Στρατό και την Αστυνομία του ελέγχου της λαθρομεταναστεύσεως στα σύνορα.
Στο πνεύμα αυτό, με νέο νομοσχέδιο που εισήγαγε προς ψήφιση ο σημερινός υπουργός Προστασίας του Πολίτη Χρήστος Παπουτσής, συστήνεται Υπηρεσία Ασύλου και αφαιρείται επισήμως από τους ενστόλους κάθε σχετική αρμοδιότητα.
Προδιαγράφεται έτσι το στήσιμο μιας νέας βιομηχανίας παροχών δικαιώματος ασύλου, με τμήματα και εκατοντάδες υπαλλήλους ανά την επικράτεια. Αποκλείονται έτσι οι «κακοί» στρατιωτικοί και αστυνομικοί, που δεν ξέρουν να υποδέχονται ευρωπαϊκά τους «πρόσφυγες», και αντικαθίστανται, μεταξύ άλλων, από «εκπροσώπους κοινωνικών φορέων» (δηλαδή Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων), τον Συνήγορο του Πολίτη, το αξίωμα που κατείχε πριν ο σημερινός δήμαρχος Αθηναίων, και από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες. Αυτήν που διαμαρτύρεται συνεχώς και καταγγέλλει, κατ’ επάγγελμα, την Ελλάδα ότι δεν παίρνει αρκετούς πρόσφυγες και ότι πρέπει να παίρνει παραπάνω. Τώρα θα μπορεί να αποφασίζει η ίδια στο όνομα της Ελλάδος.
Αντιλαμβάνεται κανείς γιατί λοιπόν παραμένει ανεξέλεγκτη η λαθρομετανάστευση στην Ελλάδα και εξελίσσεται εκ των πραγμάτων στο μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας, με γεωπολιτικές διαστάσεις, έστω και αν γίνεται συστηματική προσπάθεια να υποβαθμίζεται και να συγκαλύπτεται το μέγεθός του, η δυναμική του και οι συνέπειές του.

Νέα γεωπολιτική τάξη στα Βαλκάνια, παγκοσμιοποίηση και ο ρόλος της Τουρκίας
Όσοι, καλοπροαιρέτως, υποστηρίζουν αναφανδόν τη λαθρομετανάστευση, παρακινούμενοι από προσωπικά ανθρωπιστικά συναισθήματα ή ιδεολογικές πολιτικές θέσεις, θα έπρεπε να αναρωτηθούν γιατί δεν έρχονταν λαθρομετανάστες στην Ελλάδα πριν από τη δεκαετία του '90. Προφανώς, και τότε υπήρχε πολύ μεγάλη φτώχεια και δυστυχία στον Τρίτο Κόσμο. Ένας προφανής λόγος είναι το άνοιγμα των συνόρων μετά την πτώση του Ανατολικού Συνασπισμού. Ένας δεύτερος και κυριότερος είναι η παγκοσμιοποίηση, που άρχισε να προωθείται κατά την περίοδο αυτή ως πολιτική και ιδεολογία. Τότε άρχισε να προβάλλεται θορυβωδώς και στην Ελλάδα, ως «εκσυγχρονιστική» πολιτική, η ιδέα της «πολυπολιτισμικής» κοινωνίας, από το στόμα μάλιστα του τότε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη. «Η Ελλάδα», έλεγε τότε ο Κώστας Σημίτης, «πρέπει να γίνει πολυπολιτισμική». Πώς γίνεται όμως «πολυπολιτισμική» μια χώρα με εθνική συνοχή 97%; Προφανώς, με άνοιγμα των συνόρων, με αλλαγή της νομοθεσίας, με ανοχή της παράνομης μεταναστεύσεως και με επιβολή, μέσω των ΜΜΕ, της «πολυπολιτισμικότητας» ως κυρίαρχης ιδεολογίας στην κοινωνία και ειδικότερα στην Παιδεία. Τότε άρχισε και η προπαγάνδα για δήθεν «ρατσισμό» και «ξενοφοβία» των Ελλήνων και η προώθηση των νέων «εκσυγχρονιστικών» και «πολυπολιτισμικών» αντιλήψεων στην Παιδεία, με αποκορύφωμα το βιβλίο Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού της Μαρίας Ρεπούση.
Γιατί η παγκοσμιοποίηση προωθεί τη λαθρομετανάστευση; Προφανώς για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί η παγκοσμιοποίηση της αγοράς απαιτεί σταδιακή απελευθέρωση της κινήσεως κεφαλαίων, προϊόντων και εργατικού δυναμικού. Οι μεγάλες διαφορές στην ανάπτυξη και στο βιοτικό επίπεδο μεταξύ των διαφόρων περιοχών του κόσμου προκαλούν εκ των πραγμάτων μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα. Δεύτερον, γιατί η παγκοσμιοποίηση προτάσσει τις αγορές και την ελευθερία κινήσεων πάνω από εθνικά σύνορα. Θεωρεί επομένως εμπόδιο το εθνικό κράτος και επιδιώκει τη μείωση του ρόλου και της ισχύος του. Κατά προέκταση, θεωρεί ότι οι ισχυρές εθνικές ταυτότητες και οι συνεκτικές εθνικές κοινωνίες προβάλλουν μεγαλύτερη αντίσταση στην παγκοσμιοποίηση γιατί έχουν πολύ ισχυρότερη την αίσθηση του συνόλου και της εθνικής κυριαρχίας.
Όλα αυτά ισχύουν και για την Ελλάδα. Ειδικότερα όμως γι' αυτήν προστίθενται και δύο άλλοι πολύ σημαντικοί παράγοντες, που έχουν σχέση με τη λαθρομετανάστευση. Ο πρώτος είναι η προώθηση από τις ΗΠΑ μιας νέας γεωπολιτικής τάξεως στα Βαλκάνια, με στόχο να μην επιτραπεί η επανάκαμψη της ρωσικής επιρροής στην περιοχή αυτή. Η επιδιωκόμενη νέα τάξη περιλαμβάνει την αναβάθμιση του μουσουλμανικού παράγοντα και την ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας. Η αμερικανική πολιτική, για ευρύτερους στρατηγικούς λόγους, υποστηρίζει ενθέρμως, ως γνωστόν, την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Τίθεται το ερώτημα πώς αντιμετωπίζουν, στο πλαίσιο αυτό, οι ΗΠΑ την Ελλάδα. Γνωρίζουμε ότι οι ΗΠΑ θέλουν να αντιμετωπίζουν την Ελλάδα και την Τουρκία ως ενιαίο στρατηγικό χώρο. Τι σημαίνει όμως αυτό για την Ελλάδα; Αυτά είναι ερωτήματα τα οποία πρέπει να θέτει κανείς όταν εξετάζει το θέμα της μαζικής λαθρομεταναστεύσεως στην Ελλάδα, και ιδιαίτερα μέσω Τουρκίας. Η τελευταία δεν θέλει, προφανώς, την Ελλάδα ως ευρωπαϊκό πολιτιστικό σύνορο, που την αποκόπτει από την Ευρώπη. Η δημογραφική μετάλλαξη της Ελλάδος, μέσω της μαζικής λαθρομεταναστεύσεως, θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά και για πάντα τα γεωπολιτικά δεδομένα, μέσα στον ίδιο τον εθνικό χώρο της Ελλάδος. Πολύ περισσότερο εάν οι λαθρομετανάστες είναι μουσουλμάνοι, προερχόμενοι από τις πιο φανατικές μουσουλμανικές χώρες (Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Αφγανιστάν, Σομαλία κ.ά.), τους οποίους η Άγκυρα θα μπορούσε κάποια στιγμή να ποδηγετήσει, με κοινό παρονομαστή το Ισλάμ.
Σημειώνεται σχετικά ότι η Ελλάδα έχει προβλήματα μόνο με την Τουρκία. Δεν έχει με τις άλλες μουσουλμανικές χώρες. Με τη μαζική όμως λαθρομετανάστευση και εγκατάσταση στην Ελλάδα μουσουλμανικών πληθυσμών, ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα δημιουργηθούν προβλήματα με άλλες μουσουλμανικές χώρες και με ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο;
Με μια ισχυρή μουσουλμανική παρουσία στην Ελλάδα, μέσω της μαζικής λαθρομεταναστεύσεως, η Τουρκία θα επετύγχανε αμαχητί το μεγαλύτερο γεωπολιτικό πλήγμα κατά της χώρας γιατί θα υπονόμευε καταλυτικά την εθνική συνοχή της Ελλάδος μέσα στο ίδιο το μητροπολιτικό της κέντρο. Θα ανέτρεπε επίσης μονομερώς, σ’ όλη τη χώρα, την ισορροπία που εγκαθιδρύθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης και τη Συμφωνία Ανταλλαγής Πληθυσμών. Η ισορροπία ήδη ανετράπη μονομερώς στη Θράκη με την εκδίωξη των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως.
Ανεξάρτητα επίσης από την Τουρκία, είναι προφανή τα προβλήματα κοινωνικής πολιτικής, πολιτικού ελέγχου, συνοχής της χώρας και δημογραφικής ισορροπίας που θα προκύψουν από την αδιάκριτη νομιμοποίηση και πολιτογράφηση εκατοντάδων χιλιάδων και εκατομμυρίων λαθρομεταναστών.
Είναι καιρός αυτοί που είναι υπεύθυνοι γι' αυτήν την κατάσταση να συνέλθουν και να πάρουν μέτρα. Η Ελλάδα δεν είναι για ξήλωμα. Ο ελληνικός λαός δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει ότι με την ακολουθούμενη ανερμάτιστη και μυωπική πολιτική τίθεται σε κίνδυνο η ίδια η εθνική του υπόσταση και το εθνικό του μέλλον. Όταν το συνειδητοποιήσει, η οργή του και η αντίδρασή του μπορεί να είναι εκτός μέτρου και ανεξέλεγκτη.

Wikileaks στοιχεία για τα Ιμια

WikiLeaks Document Release
http://wikileaks.org/wiki/CRS-96-140
February 2, 2009
Congressional Research Service
Report 96-140
Greece and Turkey: The Rocky Islet Crisis
Carol Migdalovitz, Foreign Affairs and National Defense Division
Updated March 7, 1996
Abstract. This report deals with the recent dispute between Greece and Turkey over the Imia/Kardak islet
in the southeastern Aegean Sea. It provides a chronology of the crisis, delineates the legal issues, notes other
unresolved bilateral issues, and describes domestic situations in both countries that contributed to the escalation
of the crisis. Finally, it describes U.S. policy and the crisis aftermath.
http://wikileaks.org/wiki/CRS-96-140 Congressional Research Service ˜
The Library of Congress
CRS Report for Congress
Received through the CRS Web
96-140 F
Updated March 7, 1996
Greece and Turkey: The Rocky Islet Crisis
Carol Migdalovitz
Specialist in Middle Eastern Affairs
Foreign Affairs and National Defense Division
Summary
The dispute between Greece and Turkey over the sovereignty of Imia/Kardak islet
escalated rapidly because bilateral relations are hampered by historic distrust and
unresolved issues, and because both countries have weak governments. Each marshalled
legal arguments to support its position. The United States acted to defuse the crisis and
restore the status quo ante, but some State Department comments complicated U.S.-
Greek relations. In the aftermath, a politically damaged Greek government temporarily
distanced itself from the United States and sought support from its European Union
partners. The crisis did not affect efforts to form a government in Turkey, which sought
to counter Greece’s moves in Europe.
Crisis Chronology
On December 25, 1995, a Turkish cargo ship went aground on a small, uninhabited,
rocky islet, about 10 acres in size, that Greeks call Imia and Turks call Kardak.
Previously, no nation’s flag flew there and no military forces were present. The ship’s
captain initially refused assistance from Greece because, he said, the islet was Turkish.
The mayor of a neighboring Greek island raised his national flag on Imia. Turkey’s
Foreign Ministry addressed a note to the Embassy of Greece, asserting that the islet was
Turkish. Greece rejected the claim.
Greek and Turkish media trumpeted the incident later in January. On January 28,
Turkish journalists landed on the islet, lowered a Greek flag, and hoisted a Turkish
standard. Turkey’s Foreign Ministry disapproved of the journalists’ action and called for
problems to be solved through diplomatic channels. Athens protested to the Turkish
ambassador, saying that Imia was Greek. Later that day, Greek Navy commandos lowered
the Turkish flag and restored that of Greece. Greek Prime Minister Konstandinos Simitis
warned, “Our response to this and any other aggressive nationalism ... will be strong,
http://wikileaks.org/wiki/CRS-96-140
CRS-2
1 Unless otherwise indicated, all quotations in this section are from Reuters reports, January
29-31, 1996.
2 Engelberg, Stephen. U.S. is Trying to Help Cool Aegean Anger. The New York Times,
January 31, 1996. p. A6. Holbrooke said, “There were clear warnings that the Turks were going
to retake this islet by force, which would have been easy to do.” Reuters, January 31, 1996.
3 The Greek name is in parentheses. Hurewitz, J.C. Diplomacy in the Near and Middle East:
A Documentary Record 1914-56, Princeton: D. Van Nostrand Company, 1956. p. 120
immediate, and effective.”1 Turkish Prime Minister Tansu Ciller insisted, “We can’t let a
foreign flag fly on Turkish soil. The flag will come down.”
By January 29, both nations had dispatched naval vessels to the vicinity of the islet
and Greek forces were put in the highest state of alert. On January 30, the Greek Defense
Ministry reported that “the entire Greek fleet is sailing in the Aegean” and that at least
eight Turkish navy vessels had been deployed. Greek Defense Minister Yerasimos Arsenis
said that Greek warships had warned a Turkish frigate to leave Greek waters; Greek planes
had intercepted Turkish planes violating Greek airspace. At various times, up to 20
vessels were reported around Kardak/Imia. Turkey requested that Greek troops be
recalled from the rocks and that all signs attempting to prove Greek sovereignty be
removed. It claimed that it had “only a normal amount of ships in the area.” Prime
Minister Simitis responded, “The Turkish claims have no basis at all. There is no space
for negotiations in ... matters which concern our sovereignty.” Early on January 31,
Turkish commandos landed on an adjacent outcrop where they planted a Turkish flag.
Turkish Foreign Minister Denis Baykal said that the troops would be removed when Greek
forces withdrew from the neighborhood.
The United States detected signs that Greece had plans to reinforce the islet and that
Turkey had plans to take it,2 and sought to keep the dispute from igniting. On January 31,
U.S. mediation achieved agreement on mutual withdrawal and a restoration of status quo
ante, including no flags on the islet. While withdrawing, a Greek navy helicopter crashed,
killing three crew members — the only lives lost during the crisis. The withdrawal was
completed within hours. Defense Minister Arsenis observed, “... any incident could have
led to all-out war.”
Legal Issues
Athens says that Imia is Greek by virtue of the 1923 (Lausanne) Treaty of Peace with
Turkey, the Protocol to a 1932 Convention between Turkey and Italy, and the 1947 Treaty
of Peace with Italy. In Article 15 of the Lausanne Treaty, Turkey renounced in favor of
Italy “all rights and title over the following islands: Stampalia (Astrapalia), Rhodes
(Rhodos), Calki (Kharki), Scarpanto, Casos (Casso), Piscopis (Tilos), Misiros (Nisyros),
Calimnos (Kalymnos), Lipsos (Lipso), Simi (Symi), and Cos (Kos), which are now
occupied by Italy, and the islets dependent thereon . . . .”3 The 1932 Protocol between
Italy and Turkey established rights concerning islands, waters, and rocks, and delimited
a maritime frontier. The Protocol set the midpoint between numerous listed islands and
the Anatolian coast as a border, including a midpoint between Kardak (Italy) and Kato
(Turkey). In Article 14 of the 1947 Treaty, Italy ceded sovereignty over the 12 islands,
commonly called the Dodecanese, named in the Treaty of Lausanne, and adjacent islets to
http://wikileaks.org/wiki/CRS-96-140
CRS-3
4 Treaties and Other International Agreements of the United States of America, 1776-1949,
Vol. 4 (Multilateral) 1946-49. p. 318.
5 Greece maintains that the Protocol did not have to be registered since the Convention itself
had been.
6 House Documents. Foreign Relations, 1946, Vol. IV. 80th Congress, 1st Session.
Washington, U.S. Government Printing Office. p. 694.
7 Ibid., p. 310.
Greece. Islets were not named.4 Greece claims that these documents establish a decadesold
legal framework and status quo concerning sea borders in the southeastern Aegean and
prove incontrovertibly that Imia is Greek.
Ankara contends that possession of small islands, islets, and rocks in the Aegean has
not been determined clearly by agreement. It claims that League of Nations Covenant
Article 18 required members to register all treaties with the Secretariat and that the 1932
Protocol was not registered.5 Moreover, Greece had tried to include a reference to the
Protocol in the 1947 Peace Treaty, but was unsuccessful. Turkey maintains that Kardak
Rocks are neither adjacent to the named islands nor islets as the terms are used in the 1947
Treaty. Ankara also notes that the Treaty stipulates that the Dodecanese shall be
demilitarized. Since Greece, according to Turkey, has failed to fulfill this obligation, it
cannot selectively invoke other alleged Treaty rights. Moreover, Turkey finds that its
fishermen’s long-term uncontested use of the islet adds to its legal case.
Minutes of the 1947 Peace Conference indicate that the 12 islands were named in the
Treaty in response to a Greek amendment proposed to avoid ambiguity as to the
expression “Isles of the Dodecanese,”6 perhaps not foreseeing that “islets” could be
ambiguous or relying on international legal definitions of the time. Further, the Treaty
commission suggested that Greece propose a draft map defining maritime frontiers of the
Dodecanese in lieu of accepting a Greek amendment referring to the 1932 Convention and
Protocol.7 Greece says that it never drafted a map because it had succeeded to all rights
previously pertaining to Italy concerning boundaries of the Dodecanese. The 1932
Protocol appears to be the crux of the legal dispute.
Other Unresolved Bilateral Issues
Centuries of mistrust afflict Greek-Turkish relations. Some date tensions to the 15th
century when the Ottoman Empire conquered Constantinople, the heart of the Greek
Byzantine Empire, others to 1828 when Greece became the first nation to achieve
independence from the Ottomans. In modern times, unresolved bilateral issues have
festered to worsen relations. In 1974, in response to a coup in Cyprus instigated by a
military junta then ruling Greece, Turkish troops landed in Cyprus and eventually seized
the northern third of the island. Cyprus remains divided, with Greek Cypriots controlling
the internationally recognized government and the southern two-thirds of the island and
Turkish Cypriots in the northern third governed by a self-declared, but internationally
unrecognized, “Turkish Republic of Northern Cyprus.” Two decades of negotiations have
failed to resolve the issue.
http://wikileaks.org/wiki/CRS-96-140
CRS-4
Other differences concern territorial rights in the Aegean Sea, where there are over
2,300 islands, islets, and rocks, mostly uninhabited, but important for defining borders.
Imia/Kardak may be added to this list. Greece claims a 10-mile airspace limit, rejected by
Turkey and other parties. Greece repeatedly protests Turkish violations of airspace. The
continental shelf between the two neighbors has not been delimited. Greece, in possession
of most Aegean islands, maintains that islands have a continental shelf, while Turkey
argues that the continental shelf is a geological extension of its Anatolian mainland. The
two also differ over Greece’s right to militarize several islands in the eastern Aegean.
Territorial waters are a potent issue. In May 1995, Greece ratified the Law of the Sea
Treaty, which would allow it to claim a 12-nautical mile territorial sea limit. Greece
asserts it has the right to declare 12 miles, but has not exercised it. Turkey has not signed
the Treaty, and says that a Greek declaration of 12 miles would be an act of war. Greek
islands fringe Turkey’s Anatolian coast; therefore, Turkey contends that expanding the
islands’ territorial waters would impede its access to the high seas. In response to the
Greek Treaty ratification, the Turkish Parliament gave the government the power to go
to war if Greece declares a 12-mile limit.
Ethnic or religious disputes continue. Greece complains about Turkey’s alleged
mistreatment of the Greek Orthodox Church, headquartered in Istanbul, and Turkey
protests Greece’s alleged mistreatment of its Muslim populace, whom Turkey refers to as
“Turks.” Ankara also charges that Athens supports a separatist Kurdish terrorist group
that has waged an insurgency since 1984 - a charge Greece denies.
Domestic Situations
Weak Greek and Turkish governments appear, in part, to have been provoked into
action over Imia/Kardak by nationalistic media. The Greek government had just ended
two months in limbo during the protracted illness of former Prime Minister Andreas
Papandreou, culminating in his resignation. Papandreou, an historic and charismatic
figure, had dominated Greek politics. The new Simitis government was barely a week old,
seeking to establish its own identity, when the crisis erupted. On the other side, Turkey
had an inconclusive national election in late December and competing politicians had been
unable to agree on a new coalition government. The opposition Islamist Refah party was
the largest vote-getter and hovered over the negotiations and other events. Ciller headed
a caretaker government, without a mandate, until a new one was formed. The uncertain
political climate in Athens and Ankara made each vulnerable to provocations by
exploitative press, causing the crisis to spiral rapidly out of control. Ironically, Greece and
Turkey accused each other of taking advantage of its domestic uncertainty for aggressive
purposes.
U.S. Policy
The United States sought to prevent a military confrontation between its two NATO
allies and to restore the status quo ante. On January 30, the State Department urged both
governments to exercise restraint and to draw back. The highest level U.S. officials
intervened to defuse the crisis, with Assistant Secretary of State for European Affairs
Richard Holbrooke mediating actively. Greece and Turkey eventually made withdrawal
reassurances to the United States, because they would not make them to each other.
http://wikileaks.org/wiki/CRS-96-140
CRS-5
8 Reuters, February 6, 1996.
9 Reuters, February 7, 1996.
10 Foreign Broadcast Information Service. Daily Report, Western Europe, FBIS-WEU-96-
021 (hereafter FBIS-WEU), January 31, 1996. p. 18.
11 Holbrooke perturbed Europe by noting its inability to act decisively in its own theater.
Drozdiak, William. U.S. Role in Aegean Revives Doubts on EU. The Washington Post, Feb. 8,
1996, p. A17.
12 FBIS-WEU-96-024-A, February 5, 1996. p. 22-23.
The State Department later sought to avoid being drawn into the legal dispute over
the islet’s sovereignty, refusing to take a position on the issue. However, a Department
spokesman said on February 1 that there may be other islands or islets on which the United
States takes no position on sovereignty and promised to produce a list of them. Greeks
were outraged because they believed that their territorial sovereignty was being
questioned. Several days later, the Department retracted its statement, saying that there
was no list, while expressing concern that the United States was “being labeled as part of
the problem rather than part of the solution ....”8 On February 7, a U.S. official said that
since the validity of at least one of the documents (i.e. the 1932 Protocol) that bear on the
question of ownership and sovereignty was disputed, the United States believed that the
best venues for addressing questions would be the International Court of Justice (ICJ) or
another consensual, impartial body.9 The State Department refused comment on whether
other bilateral Aegean disputes should be brought to the Court.
Aftermath
Greece’s domestic and foreign affairs were unsettled by the crisis, despite its
abatement without violence. The government, which claimed success from the
disengagement of forces and de-escalation of the crisis, was weakened by what was
perceived at home as a “national humiliation.” Questions were raised about who
authorized the flag to be lowered and why there had been no response to Turks landing
on nearby rocks. Opposition leader Miltiades Evert said that the withdrawal of Greek
forces and the flag lowering constituted an abandonment of national territory and an act
of treason.10 The opposition boycotted a vote of confidence to confirm the new
government; the government, which has a parliamentary majority, won. On February 8,
the Greek Chief of Staff was fired, mostly for commenting publicly on government
discussions during the crisis.
Many Greeks blamed the United States, assessing its neutrality as equivalent to siding
with Ankara. At the end of the crisis, Holbrooke had said that he would travel to Greece
and Turkey to defuse tensions.11 After the State Department’s February 1 comment about
disputed islets, a Greek government spokesman observed that “State Department positions
(i.e., failing to recognize Greek sovereignty) create the basis for a permanent source of
tension in the area.”12 On February 5, the Prime Minister announced that Holbrooke’s visit
did not fit the government’s schedule. Since Greek officials had said that sovereignty was
non-negotiable, and since the national media remained irate, the government apparently
decided to cut its political losses and to mollify critics by snubbing Holbrooke—alleged
perpetrator of its “humiliation.” The State Department announced that the trip was
http://wikileaks.org/wiki/CRS-96-140
CRS-6
13 Chirac spokeswoman Catherine Collona, quoted in Reuters, February 23, 1996.
14 Greece rejects a “package” approach to Aegean issues and, heretofore, has wanted only the
continental shelf issue brought before the Court.
canceled due to “scheduling difficulties in Greece” and the “state of political affairs in
Turkey.” A U.S. initiative on Greek-Turkish issues awaits a cooling off period or Greek
consent. Simitis and President Konstandinos Stephanopoulos, however, will visit the
United States separately in the spring.
Greece also viewed its European allies’ apparent neutrality critically and officials
visited European capitals to generate support. Greece, a European Union (EU) member,
threatened to reopen debate on implementation of an EU customs union accord with
Turkey, a non-member, to block an EU aid package that is part of the accord, and to hold
up Turkey’s share of EU funds destined for the Mediterranean. Greece contends that
Turkey, by its “aggression,” broke a commitment under the accord to have amicable ties
with EU members. Prime Minister Simitis said that Greece would cooperate with the EU
once Turkey agreed to ICJ jurisdiction, but that Turkey must initiate an appeal to the ICJ
since it is questioning Greek rights. The European Parliament supported Greece’s view
on sovereignty, but EU foreign ministers simply urged the parties to solve differences
amicably. Some EU members are concerned that Greece’s moves against Turkey would
violate the customs union accord and interfere with developing ties and access to Turkey’s
market. (The United States, a proponent of Turkish-European links, shares these
concerns.) French President Jacques Chirac “indicated that the fewer new problems
Greece created for EU-Turkish cooperation, the more likely France would be to show
solidarity with Greece.”13 Other European governments reportedly implied that if Greece
sabotaged the customs union, then they would stall talks on Cyprus’ EU membership.
Greek government activity in Europe mayhave been intended to deflect domestic attention
from its perceived humiliation. If so, it did not meet that goal. The political opposition
continued to criticizes the government unrelentingly, especially for its inability to get more
support from Europe.
The Turkish government claimed victory, although Refah accused it of caving in to
U.S. pressure, since the Turkish flag came after Holbrooke’s mediation. The crisis may
have boosted Ciller’s popularity, but she still could not form a government. Mesut Yilmaz
of the Motherland Party, her rival, formed a coalition with Ciller’s True Path Party. In
rotation, he will be Prime Minister first, followed by Ciller, and then by Yilmaz’s return.
The islet crisis did not affect these developments. Turkey regretted the cancellation of
Holbrooke’s visit. It prefers a dialog with Greece on all Aegean issues over adjudication
by the ICJ.14 Turkish officials visited Europe to explain their views and to counter
Greece’s attempt to impede Turkish-EU relations. Ankara recalled its ambassador from
Athens to protest Greece’s anti-Turkish actions in Europe. Greek-Turkish relations
appear to be at their lowest ebb in decades.

Απο το Wikileak για το Αιγαίο

http://stuff.mit.edu/afs/sipb/contrib/wikileaks-crs/wikileaks-crs-reports/97-799.pdf

Η «Μακεδονική» των Σκοπίων και τα περί σλαβομακεδονικής μειονότητας

Του Γεώργιου Μπαμπινιώτη

Είναι αληθινά άξιο περιεργείας (και μελέτης) πώς μια τόσο μικρή χώρα, τα Σκόπια, μπορεί να έχει τόσο μεγάλες φιλοδοξίες (και απαιτήσεις) αλλά και τόσο μικρή επαφή με την πραγματικότητα. Επειδή μάλιστα τις τελευταίες εβδομάδες στην (έξωθεν υπαγορευόμενη) πολιτική των Σκοπίων «παίζει» και το θέμα τής γλώσσας, τής (ψευδώνυμης) «μακεδονικής» γλώσσας των Σκοπίων και τής (επινοηθείσης) «μειονότητας» που μιλάει δήθεν επίσης τη «Μακεδονική» των Σκοπίων, αξίζει να πούμε τα πράγματα με το «επιστημονικό» όνομά τους, όπως το έχουμε ήδη κάνει από το 1992 με τον συλλογικό τόμο που εκδώσαμε με τίτλο «Η γλώσσα τής Μακεδονίας: Η αρχαία Μακεδονική και η ψευδώνυμη γλώσσα των Σκοπίων»1 (Ας σημειωθεί ότι η Ελληνική Πολιτεία δεν έστερξε ποτέ – μολονότι ζητήθηκε – να προβεί σε έκδοση τού βιβλίου στην αγγλική γλώσσα, ώστε να γίνουν ευρύτερα γνωστές οι ελληνικές επιστημονικές θέσεις επί τού θέματος.)


Οσο ενδιαφέρει το θέμα μας και για να καταλάβει ο αναγνώστης τι πράγματι συμβαίνει, εξηγούμε ότι έχουμε τρεις γλώσσες που είτε διαφέρουν τελείως μεταξύ τους (η Ελληνική τής Μακεδονίας από τη σερβοβουλγαρική γλώσσα των Σκοπίων καθώς και από τη βουλγαρικής προελεύσεως διάλεκτο που είναι γνωστή ως Σλαβομακεδόνικα) είτε διαφέρουν μερικώς (η Σερβοβουλγαρική των Σκοπίων από το βουλγαρικό ιδίωμα που μιλήθηκε – σε περιορισμένη έκταση – σε συνοριακές περιοχές τής Ελλάδος από έλληνες ομιλητές, οι οποίοι μαζί με την Ελληνική γνώριζαν – οι μεγαλύτερες ηλικίες – και τα λεγόμενα Σλαβομακεδόνικα).

* Η Ελληνική τής Μακεδονίας

Είναι η κατ’ εξοχήν Μακεδονική, δηλαδή η Ελληνική που μιλούσαν οι Ελληνες τής Μακεδονίας από την αρχαιότητα και – στην εξέλιξή της – μέχρι σήμερα. Πρόκειται για τη γλώσσα τού Φιλίππου, τού Μεγάλου Αλεξάνδρου και των άλλων Ελλήνων τής αρχαίας Μακεδονίας, για μια αρχαία δηλαδή ελληνική διάλεκτο δωρικού περισσότερο χαρακτήρα2, που χρησιμοποιήθηκε κυρίως στον προφορικό λόγο, αφού στον γραπτό λόγο και στον επίσημο προφορικό λόγο υιοθετήθηκε νωρίς, για πολιτικούς λόγους, η αττική διάλεκτος στην οποία σώζονται χιλιάδες επιγραφών από τη Μακεδονία.

* Η Σερβοβουλγαρική των Σκοπίων

Είναι η πρόσφατη – μέσα τού 20ού αιώνα – γλώσσα τού κράτους των Σκοπίων (το οποίο ιδρύθηκε, ως γνωστόν, επί Τίτο το 1944). Πρόκειται για μία βουλγαρική γλώσσα (ο αρχικός πληθυσμός τής περιοχής ήταν βουλγαρικός και πάντοτε οι Βούλγαροι διεκδικούσαν αυτή την περιοχή που θεωρούσαν δική τους – άλλωστε οι κάτοικοι τής περιοχής ονομάζονταν Bugari3 «Βούλγαροι»!). Η γλώσσα αυτή, με τεχνητό καθαρώς τρόπο, από ομάδα γλωσσολόγων που συγκροτήθηκε επί τούτω «εκσερβίστηκε» (!), εισήχθησαν δηλαδή σε αυτήν λεξιλόγιο και γραμματικά στοιχεία από τις γύρω περιοχές που μιλούσαν Σερβικά, ώστε να μειωθεί ο βουλγαρικός γλωσσικός χαρακτήρας της και να αποκτήσει σερβική γλωσσική μορφή, που ήταν απαίτηση τής Ενωμένης Σερβίας τού Τίτο, τής Γιουγκοσλαβικής δηλαδή Δημοκρατίας.

Αρα, η γλώσσα των Σκοπίων είναι μια σερβοβουλγαρική γλώσσα4, μια τεχνητά εκσερβισμένη Βουλγαρική, που επιβλήθηκε ως επίσημη γλώσσα για προφανείς λόγους και που οι Βούλγαροι την ονόμασαν «κολισεφσκική» γλώσσα (ως επινόηση και εκτέλεση τού σκοπιανού πολιτικού Κολισέφσκι!). Από μόνοι τους οι Σκοπιανοί έδωσαν σε αυτή τη γλώσσα, τη Σερβοβουλγαρική, την παραπλανητική και ψευδώνυμη ονομασία «Μακεδονική» (!), ώστε να αποφύγουν τις βουλγαρικές διεκδικήσεις και να αποκρύψουν μαζί τη βουλγαρική προέλευση τής γλώσσας τους. Περαιτέρω, για να ιδιοποιηθούν με τον τρόπο αυτόν μιαν ονομασία (Μακεδονική) που τους προσέδιδε κύρος και ιστορικό βάθος (μέσω τής πλαστής ταύτισής τους με το ένδοξο και παγκοσμίως γνωστό όνομα τής Μακεδονίας τού Μ. Αλεξάνδρου) και, τέλος, – επειδή το θράσος τους δεν έχει όρια… (ας θυμηθούμε το αεροδρόμιο «Μ. Αλέξανδρος» των Σκοπίων (!) και τους σκοπιανούς στρατιώτες με αρχαιοελληνική ενδυμασία και σάρισα (!) που υποδέχτηκαν στα Σκόπια τον αρχηγό τής φυλής των Χούνζα στο Πακιστάν ως απογόνους τού Μ. Αλεξάνδρου (!) – για να προβούν σε πιθανές διεκδικήσεις οψέποτε θα δινόταν ευκαιρία αλλαγής των συνόρων στα Βαλκάνια.

Με την ανοχή και την αβελτηρία τής επίσημης Ελληνικής Πολιτείας (μην ξεχνάμε ότι στις δεκαετίες ’70 και ’80 εθεωρείτο «εθνικιστικό» να μιλάς για τις παραχαράξεις των Σκοπιανών, στην εποχή δε τού Τίτο, για άλλους λόγους η αναφορά σε τέτοια θέματα εθεωρείτο ταμπού!) η ονομασία «Μακεδονία» για τα Σκόπια και «μακεδονική γλώσσα» για τη Σερβοβουλγαρική των Σκοπίων διαδόθηκαν ευρύτερα και σχεδόν καθιερώθηκαν διεθνώς, δίνοντας έτσι το μοναδικό επιχείρημα που, με κάποια δόση αληθείας, υπερχρησιμοποιούν οι Σκοπιανοί.

* Τα Σλαβομακεδόνικα

Είναι μια διάλεκτος ελάχιστων ελληνοβουλγαρικών συνοριακών περιοχών, όπου ένας μικρός αριθμός Ελλήνων παράλληλα με την Ελληνική γνώριζαν (οι παλαιότεροι) και μια βουλγαρικής προελεύσεως διάλεκτο, όπως συμβαίνει ανέκαθεν και παγκοσμίως με μερικές συνοριακές ομάδες τού πληθυσμού πλείστων χωρών. Ας σημειωθεί ότι λόγω τού δίγλωσσου χαρακτήρα των ομιλητών και λόγω τής διαφορετικής βουλγαρικής διαλεκτικής προέλευσής της και, βεβαίως, λόγω τού ότι αυτή η (αποκλειστικά προφορική) διάλεκτος δεν εκσερβίστηκε, όπως η Βουλγαρική των Σκοπίων, τα Σλαβομακεδόνικα δεν ταυτίζονται με τη Σερβοβουλγαρική των Σκοπίων. Τα Σκόπια, βεβαίως, με (αμερικανικής εμπνεύσεως;) Γκρουεφσκική επινόηση άρχισαν πρόσφατα να προκαλούν, ισχυριζόμενα ότι τα Σλαβομακεδόνικα είναι η ίδια δήθεν γλώσσα με την ψευδώνυμη «Μακεδονική» των Σκοπίων και άρα στην Ελλάδα υπάρχει λόγω τής γλώσσας σκοπιανή μειονότητα, που πρέπει να αναγνωρίσει η Ελλάδα!.. Πρόκειται για παρανοϊκή σύλληψη, που προσφέρεται για ευφάνταστη θεατρική παράσταση με πιθανό τίτλο «Από τον Κολισέφσκι στον Γκρούεφσκι»!

* Οι τρεις γλωσσικές παραχαράξεις

Από τη σύντομη αυτή προσέγγιση ενός πολύ μεγάλου στη σημασία του θέματος με ποικίλες προεκτάσεις (εθνικές, πολιτικές, ιστορικές, πολιτισμικές κ.ά.) φαίνονται, νομίζω, οι γλωσσικές παραχαράξεις που έχουν διαπραχθεί από πολιτικά, κυρίως, πρόσωπα μιας μικρής χώρας που δεν τη χωρίζει, στην πραγματικότητα, τίποτε από την Ελλάδα. Πρώτη γλωσσική παραχάραξη είναι εκείνη τού ονόματος των Σκοπίων, που ανεχτήκαμε – είναι αλήθεια και είναι δική μας ασυγχώρητη ιστορική ευθύνη – να ονομασθεί Μακεδονία ό,τι προηγουμένως αποκαλείτο «περιοχή τού Βαρδάρη» (Vardarska Banovina). Δεύτερη γλωσσική παραχάραξη τής Βουλγαρικής ή Σερβοβουλγαρικής γλώσσας των Σκοπίων ως Μακεδονικής (με προφανείς συνειρμικές συνδέσεις και σκόπιμες συγχύσεις με την Ελληνική τής Μακεδονίας). Τρίτη γλωσσική παραχάραξη – εξίσου απύθμενης θρασύτητας – είναι η προσπάθεια δημιουργίας σλαβομακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα με βάση τη δήθεν ταυτότητα τής γλώσσας μικρής ομάδας Ελλήνων με την ψευδώνυμη Μακεδονική των Σκοπίων και το ψευδεπίγραφο Μακεδονικό κράτος των Σκοπίων.

Η όλη υπόθεση θα ήταν για γέλια, αν είχαμε μόνο δείξει εγκαίρως στη διεθνή Κοινότητα πόσο γελοία είναι. Τώρα έχει γίνει και προκλητική και ίσως έξωθεν πολλαπλώς εκμεταλλεύσιμη καθ’ εαυτήν και στις προεκτάσεις της.

1. Γ. Μπαμπινιώτη (επιστημ. εκδ.): Η γλώσσα τής Μακεδoνίας. Η αρχαία Μακεδoνική και η ψευδώνυμη γλώσσα των Σκoπίων. (Αθήνα, 1992: Ολκός), 276 σελ. [Περιλαμβάνει μελέτες των: Γ. Μπαμπινιώτη, Γ. Χατζιδάκι, Ν. Π. Ανδριώτη, Μ. Σακελλαρίου, Ι. Καλλέρη, Α. Ι. Θαβώρη, Γ. Ντελόπουλου, Α. Παναγιώτου.]

2. Γ. Μπαμπινιώτη: Η θέση τής Μακεδoνικής στις αρχαίες ελληνικές διαλέκτoυς. Περιοδικό Γλωσσoλoγία 7-8 (1989), σ. 53-69.

3. Ο μεγάλος ιταλός ινδοευρωπαϊστής γλωσσολόγος Vittore Pisani (Il Macedonico, περιοδικό Paideia 12, 1957, σ. 250) γράφει «πράγματι ο όρος μακεδονική γλώσσα [εννοεί τη γλώσσα των Σκοπίων] είναι προϊόν πολιτικής ουσιαστικά προέλευσης». Ο δε ειδικός σλαβιστής γλωσσολόγος, ο Γάλλος Αndrι Vaillant (Le probleme du Slave Macidonien περιοδικό Bulletin de la Sociitι de Linguistique de Paris 39, 1938, σ. 205), είναι αυτός που τονίζει ότι «το όνομα Bulgari είναι στην πραγματικότητα η εθνική ονομασία των Σλάβων τής Μακεδονίας, πράγμα που δείχνει πως (οι Σλάβοι τής περιοχής αυτής) υιοθέτησαν το όνομα Βούλγαροι που τους έδωσαν οι Σέρβοι».

4. Ο γερμανός γλωσσολόγος Heinz Wendt, (Sprachen 1961, σ. 285, λ. Slawische Sprachen), μιλώντας για τις σλαβικές γλώσσες, λέει: «Αν κατατάξει κανείς τις σλαβικές γλώσσες με βάση τη σημερινή τους δομή, πρέπει να θεωρήσει τη Βουλγαρική και τη Μακεδονική, [εννοεί τη γλώσσα των Σκοπίων] λόγω των εξεχουσών δομικών ιδιαιτεροτήτων τους, ως αυτοτελή ομάδα και να την αντιπαραθέσει προς όλες τις άλλες σλαβικές γλώσσες».

*Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.


πηγή: tovima.gr