Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Πρόοδο στο Κυπριακό μέχρι τον Ιανουάριο θέλει ο Μπαν Κι Μουν

Συγκεκριμένη πρόοδο μέχρι τη συνάντηση της Γενεύης προς τα τέλη Ιανουαρίου, ζητά από τους ηγέτες των δυο κοινοτήτων της Κύπρου ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Μπαν Κι Μουν, με την έκθεσή του για την Αποστολή των Καλών Υπηρεσιών του στο Κυπριακό, που έδωσε στα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, αργά χθες το βράδυ.

«Αυτή τη φορά, οι ηγέτες θα πρέπει να είναι πλήρως προετοιμασμένοι με ένα πρακτικό σχέδιο για το ξεπέρασμα των σημαντικών σημείων διαφωνίας που απομένουν» τονίζει ο γ.γ. του ΟΗΕ, προσθέτοντας: «Τους ζητώ να αφιερώσουν σημαντικές προσπάθειες για την επίτευξη αυτού του στόχου».

Ο γ.γ. του διεθνούς οργανισμού επικρίνει ηγεσίες, κόμματα και ΜΜΕ στις δυο κοινότητες για το αρνητικό κλίμα που υπάρχει, σημειώνοντας ότι «η ανησυχία μου είναι πως το πολιτικό περιβάλλον στο δεύτερο τρίμηνο του 2011, πιθανότατα δεν θα είναι υποβοηθητικό για εποικοδομητικές διαπραγματεύσεις, λόγω των κοινοβουλευτικών εκλογών στο νότο (όπως χαρακτηρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία) το Μάιο και των εκλογών που θα διεξαχθούν στην Τουρκία τον Ιούνιο. Σε κάθε κοινωνία, έντονες πολιτικές στιγμές, όπως είναι οι εκλογές, αποτελούν σπάνια κατάλληλη περίοδο για συμβιβασμούς και ευελιξία. Αν ουσιαστική συμφωνία για όλα τα κεφάλαια δεν μπορεί να ολοκληρωθεί πριν του εκλογικού κύκλου, οι συνομιλίες μπορούν να μπουν σε εκκρεμότητα και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι διαπραγματεύσεις να πληγούν θανάσιμα».

Ο γ.γ. ζητά τη λήψη μέτρων από τους ηγέτες για βελτίωση της ατμόσφαιρας στην κοινή γνώμη, καλώντας τους στις συναντήσεις τους με τους εκπροσώπους των ΜΜΕ να εστιάζουν τα μηνύματά τους στις συγκλίσεις και στην προσπάθεια για λύση. Μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ότι αν και υπάρχει εμπιστευτικότητα στις συνομιλίες, εντούτοις οι δυο ηγεσίες θα πρέπει να προχωρήσουν μπροστά, ώστε ξεχωριστά, αλλά και μαζί, να δημιουργήσουν ένα εποικοδομητικό περιβάλλον προς την κατεύθυνση της λύσης, ενώ καλεί και τα κόμματα να έχουν συνέπεια και να υποστηρίζουν τη διαπραγματευτική διαδικασία.

Ο γ.γ. εκφράζει τη δυσαρέσκειά του, γιατί όπως τονίζει, ως τώρα η μόνη λεπτομερής πληροφόρηση που δίνεται στον κόσμο από το περιεχόμενο των συνομιλιών είναι αποτέλεσμα «επιλεκτικής διαρροής» κειμένων μέσων των ΜΜΕ, προσθέτοντας ότι «οι πολίτες αφήνονται σε μεγάλο βαθμό στο σκοτάδι, με αποτέλεσμα ακόμη και μια συνολική εφικτή λύση να μας φέρει αντιμέτωπους με ένα απροετοίμαστο και απορριπτικό κοινό όταν θα πραγματοποιηθούν τα δημοψηφίσματα».

Επίσης, ο γ.γ. εκφράζει απογοήτευση για συνεχή παρουσίαση αρνητικών αναλύσεων και σχολίων στα ΜΜΕ για τα Ηνωμένα Έθνη και τον ρόλο τους στο Κυπριακό, υπογραμμίζοντας ότι «αυτή η κριτική και η παραπληροφόρηση για τον ΟΗΕ είναι εξαιρετικά ατυχής». Όπως τονίζει, «οι προσπάθειες από τους αντιπάλους της λύσης να υπονομεύσουν την αξιοπιστία του ΟΗΕ, υπονομεύουν απευθείας την ίδια τη διαδικασία».

Ο γ.γ. αναφέρει ότι τους προσεχείς μήνες σκοπεύει να προβεί σε «ευρύτερη αξιολόγηση της παρουσίας» των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο, με στόχο να προτείνει τρόπους προσαρμογής στις συνεχόμενες εξελίξεις και προτρέπει Ελλάδα και Τουρκία να βοηθήσουν όπου μπορούν για ταχεία και επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων.

Στην έκθεσή του, ο Μπαν Κι Μουν αναφέρει λεπτομερώς τα γεγονότα, τις κοινές δηλώσεις των ηγετών των δυο κοινοτήτων και τις θέσεις τους όπως έχουν παρουσιαστεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από τον Σεπτέμβριο του 2008, αναδεικνύοντας έτσι τις συγκλίσεις και τις ουσιαστικές διαφορές. Ο γ.γ. περιγράφει επίσης την όλη κατάσταση που επικρατεί στις δυο πλευρές, υποστηρίζοντας ότι «αν υπάρξει μια σαφής στρατηγική δέσμευση για διακανονισμό, τότε η κοινή γνώμη θα πειστεί ευκολότερα».

Ο γ.γ. επαναλαμβάνει ότι η διαπραγματευτική διαδικασία είναι «κυπριακής ιδιοκτησίας» και καταγράφει τον τρόπο που διεξήχθησαν οι διαπραγματεύσεις μέχρι σήμερα, σημειώνοντας ότι η μεθοδολογία που υιοθετήθηκε βασίστηκε στην αρχή ότι «τίποτα δεν έχει συμφωνηθεί έως ότου όλα συμφωνηθούν».

Ο γ.γ. ξεκινά την έκθεσή του με ιστορική αναδρομή, σημειώνοντας ότι το Κυπριακό βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου Ασφαλείας για 47 χρόνια και ότι ζητήθηκε από τον Γενικό Γραμματέα για πρώτη φορά να χρησιμοποιήσει τις καλές του υπηρεσίες για την αναζήτηση μιας διαρκούς λύσης στην Κύπρο, το Μάρτιο του 1964. Επίσης, υπογραμμίζει ότι, όπως καταγράφονται στις εκθέσεις προς το ΣΑ, υπήρξαν «πολλές χαμένες ευκαιρίες» και ότι «η λύση του προβλήματος θα είναι προς όφελος όλων, επισημαίνοντας ότι μόνο μέσα από μια ειρηνική διευθέτηση μπορεί τα τραύματα που υπέστησαν οι δύο πλευρές να αρχίσουν να επουλώνονται».

Ο γ.γ. υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη έκθεσή του αποτελεί προσωπική εκτίμηση, προτείνει συστάσεις στις ηγεσίες των δυο κοινοτήτων για την κατάσταση της διαδικασίας και σημειώνει ότι θα υποβάλει νέα έκθεση προς το Συμβούλιο Ασφαλείας σε τρεις μήνες.

Ακολούθως, παραθέτει όλο το ιστορικό των συνομιλιών που ξεκίνησαν με τη συμφωνία τις 21ης Μαρτίου 2008, μεταξύ του προέδρου Δημήτρη Χριστόφια και του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, σημειώνοντας ότι στις 23 Μαΐου 2008, οι δύο ηγέτες επαναβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους για μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται από τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η εταιρική αυτή σχέση, τονίζει ο γ.γ., θα έχει μια Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση με μια και μόνη διεθνή προσωπικότητα, καθώς και μια Τουρκοκυπριακή Συνιστώσα Πολιτεία και μια Ελληνική Κυπριακή Συνιστώσα Πολιτεία.

Μετά, καταγράφει μέρος των περιεχομένων των κοινών δηλώσεων της 1ης και της 25ης Ιουλίου 2008, ότι «στόχος είναι να βρεθεί μια αμοιβαία αποδεκτή λύση, η οποία θα διασφαλίζει τα θεμελιώδη και νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων» και ότι «η συμφωνημένη λύση θα τεθεί σε χωριστά ταυτόχρονα δημοψηφίσματα».

Στη συνέχεια, επισημαίνει ότι «πρέπει να είναι σαφές ότι για να διαπραγματευθούν επιτυχώς μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, οι δύο ηγέτες θα πρέπει να συνδυάσουν αυτά και άλλα φαινομενικά ασυμβίβαστα θέματα και στα έξι κεφάλαια. Αυτά περιλαμβάνουν το εδαφικό, όπου οι Ελληνοκύπριοι κατέστησαν σαφές ότι θα είναι αδύνατο γι' αυτούς να προχωρήσουν χωρίς διασύνδεση των συζητήσεων του περιουσιακού με το κεφάλαιο του εδαφικού».

Ακολούθως, παρουσιάζει τη θέση της τουρκοκυπριακής πλευράς, ότι «το εδαφικό είναι ένα θέμα που μπορεί να συζητηθεί μόνο σε μια πολυμερή διάσκεψη, συμπεριλαμβανομένων και των δύο μερών στις συνομιλίες και των εγγυητριών δυνάμεων. Για τη Συνθήκη Εγγυήσεως, οι Τουρκοκύπριοι και η Τουρκία επιμείνουν όπως ότι η Συνθήκη παραμένει, ενώ οι Ελληνοκύπριοι επιθυμούν να τερματιστεί».

Ο γ.γ. των Ηνωμένων Εθνών αναμένεται να δώσει στο Συμβούλιο Ασφαλείας και την έκθεσή του για την ΟΥΝΦΙΚΥΠ την ερχόμενη εβδομάδα, ενώ την Τρίτη θα ενημερώσει τα μέλη του Σώματος ο ειδικός σύμβουλός του στο Κυπριακό, Αλεξάντερ Ντάουνερ. Μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, θα εγκριθεί νέο ψήφισμα από το Σ.Α. το οποίο θα αναφέρεται και στις δυο εκθέσεις του γενικού γραμματέα.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου