Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Η καταδίκη της χώρας ακόμα κι' άν ελεγχθεί το χρέος

Του Σωτήρη Βανδώρου
«Οι μικρές χώρες σήμερα, χώρες που δεν έχουν πετρέλαιο ή διαμάντια, έχουν ως δύναμή τους το ανθρώπινο κεφάλαιο. Η δύναμή μας είναι τα κεφάλια [των ερευνητών] μας τα οποία είναι πολλά», Άννα Διαμαντοπούλου, υπουργός Παιδείας (*1)
«Η Ελλάδα έχει εξελιχθεί από χώρα αποστολής ανειδίκευτων εργαζομένων σε χώρα εξαγωγής πτυχιούχων. Χάνει, δηλαδή, νέους και μορφωμένους ανθρώπους, ακριβώς αυτούς που χρειάζεται για την ανάπτυξή της. Ακόμη και σήμερα, δεν φαίνεται να έχει κατανοηθεί η μεγάλη έκταση και, κυρίως, οι αρνητικές επιπτώσεις της διαρροής επιστημονικού δυναμικού. Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ενώ η διαρροή επιστημονικού δυναμικού δεν αποτελεί βασική αιτία της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής κρίσης, την οποία διέρχεται σήμερα η χώρα, εντούτοις την επηρεάζει σημαντικά ποικιλοτρόπως και θα την επιδεινώσει, αν πάρει διαστάσεις μαζικής φυγής, κάτι που φαίνεται αρκετά πιθανό», Λόης Λαμπριανίδης , καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας (*2)
«Όσο το σκέφτομαι, η πιο γελοία μέρα της ζωής μου ήταν η μέρα της εκλογής μου [ως Λέκτορας] στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Τέτοια φάρσα δεν ξανάγινε», Τ.Τ. (*3)
Έστω ότι τιθασεύεται κάποια στιγμή το τεράστιο χρέος της Ελλάδας κι απομακρύνεται αποφασιστικά ο κίνδυνος της χρεοκοπίας. Έστω ότι μέχρι τότε οι μισθοί (για όσους εξακολουθούν να έχουν εργασία) θα θυμίζουν περισσότερο επιμίσθιο από τις αλλεπάλληλες μειώσεις. Και πάλι, οικονομική ανάπτυξη δεν θα προκύψει. Διότι ακόμη και τότε δεν θα μπορούμε να «ανταγωνιζόμαστε» σε κόστος εργασίας τους Κινέζους ή τους Βαλκάνιους. Και βέβαια η Ελλάδα δεν έχει ούτε βαριά βιομηχανία, ούτε πετρέλαια, ούτε μπορεί να επαναληφθεί η ιστορία με τον αλόγιστο δανεισμό, την υπερκατανάλωση, τις χρηματιστηριακές φούσκες, τα greek statistics.
Αδιέξοδο; Όχι απαραίτητα. Διότι υπάρχει κι ένα καλό νέο. Η χώρα μας παράγει… μυαλά. Και μολονότι το συγκριτικό αυτό πλεονέκτημα απαιτεί ευαίσθητους, στοχευμένους και μακροχρόνιους χειρισμούς για να αποτελέσει παράγοντα ανάπτυξης, τούτο είναι εφικτό εφόσον υπάρξει σχετική πολιτική απόφαση και επαρκής χρηματοδότηση. Όσοι έχουν ελάχιστη, έστω, γνώση του θέματος μπορούν να μας διαβεβαιώσουν ότι η επιστημονική έρευνα ακμάζει και προοδεύει με εντυπωσιακούς ρυθμούς την τελευταία δεκαπενταετία τουλάχιστον. Καθηγητές ελληνικών πανεπιστημίων κι επιστήμονες ελληνικών ερευνητικών κέντρων διακρίνονται διεθνώς σε όλους τους τομείς παράγοντας σημαντική σε έκταση και βάθος, για τα μεγέθη της χώρας, επιστημονική γνώση είτε ατομικά είτε συλλογικά (ως τμήματα, ινστιτούτα κ.ο.κ.).
Το ερευνητικό άλμα της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης: «Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1993-2008, ο αριθμός των ελληνικών επιστημονικών δημοσιεύσεων ακολουθεί συνεχή ανοδική πορεία, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να παρουσιάζει από τους μεγαλύτερους ρυθμούς αύξησης μεταξύ των 27 χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και των 30 χωρών μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι το 2008 δημοσιεύθηκαν 10.562 ελληνικές επιστημονικές εργασίες, αριθμός σχεδόν τετραπλάσιος σε σχέση με το 1993, και η Ελλάδα καταγράφει συντελεστή μεταβολής 3,98, ενώ ο μέσος όρος των χωρών μελών της ΕΕ είναι 1,87 και του ΟΟΣΑ 1,65. Η ικανοποιητική επίδοση της Ελλάδας στην παραγωγή επιστημονικών δημοσιεύσεων αποτυπώνεται και στον αριθμό των δημοσιεύσεων σε σχέση με τον πληθυσμό της. Το 2007, με 820 δημοσιεύσεις ανά 1.000.000 κατοίκους, η Ελλάδα κατατάσσεται 17η μεταξύ των χωρών μελών του ΟΟΣΑ, βελτιώνοντας σημαντικά τη θέση της σε σχέση με το 1993, και ξεπερνώντας χώρες όπως η Ιαπωνία, η Ιταλία και η Ισπανία...
«…Η συνεργασία των Ελλήνων ερευνητών και η διασύνδεσή τους με άλλες ερευνητικές ομάδες αποτυπώνεται στον αριθμό των επιστημονικών εργασιών που δημοσιεύονται από κοινού με ερευνητές από άλλους φορείς από την Ελλάδα ή το εξωτερικό και αποτελεί ένδειξη του βαθμού εξωστρέφειας της ελληνικής ερευνητικής κοινότητας. Μεταξύ των ετών 1993 και 2008 οι ελληνικές δημοσιεύσεις που πραγματοποιούνται με τη συνεργασία περισσότερων φορέων αυξάνονται συνεχώς. Σύμφωνα με τα δεδομένα της περιόδου, οι δημοσιεύσεις που προέρχονται αποκλειστικά από έναν μόνο ελληνικό φορέα εμφανίζουν σαφή μείωση ενώ το ποσοστό που καταλαμβάνουν οι δημοσιεύσεις που προκύπτουν από συνεργασία σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο, αυξάνεται σημαντικά και από 47,2% το 1993 διαμορφώνεται σε 65% το 2008... Το 2008 οι δημοσιεύσεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με διεθνείς συνεργασίες αποτελούν το 38,1% των ελληνικών δημοσιεύσεων» (*4).
2erevnwn-thumb-large_fixedΗ εξασφάλιση από εγχώριους φορείς έρευνας ερευνητικών κονδυλίων από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με κριτήρια αριστείας κατόπιν σκληρού ανταγωνισμού είναι πια υπόθεση ρουτίνας, ενίοτε μάλιστα αναλαμβάνουν και ρόλο συντονισμού του ερευνητικού έργου, ακριβώς επειδή αναγνωρίζεται η ποιότητα και αποτελεσματικότητα της εργασίας τους. Χαρακτηριστικά, το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο αναδεικνύεται 6ο πανευρωπαϊκά σε σύγκριση με όλους τους φορείς έρευνας στους επιστημονικούς τομείς που θεραπεύει, όσον αφορά τα έξι προγράμματα-πλαίσιο (1984-2006) (*5).
Δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς: Υπάρχει άλλος τομέας –πολιτική, οικονομία, πολιτισμός, αθλητισμός;– στον οποίο η Ελλάδα των τελευταίων ετών έχει να υπερηφανεύεται για ανάλογη ουσιαστική πρόοδο (άνευ μίζας, διαπλοκής και ντόπας); Αυτό το γεγονός γίνεται ακόμη εντυπωσιακότερο αν αναλογιστεί κανείς τη χρόνια υποχρηματοδότηση της έρευνας και της παιδείας γενικότερα (ήδη προ Μνημονίου). Για παράδειγμα, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 24η θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τις δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση ως ποσοστό του ΑΕΠ, σύμφωνα με τα στοιχεία της EUROSTAT του 2005, ενώ για το ίδιο έτος φιγουράρει στηv προτελευταία θέση μεταξύ των κρατών του ΟΟΣΑ όσον αφορά στις δημόσιες δαπάνες ανά φοιτητή, κι αυτό έχει τη σημασία του εφόσον τα πανεπιστήμια είναι ο κύριος χώρος διεξαγωγής της έρευνας στη χώρα μας (*6).
Αξίζει να αναφερθεί πως στο Συμβούλιο της ΕΕ της Βαρκελώνης το 2002 αποφασίστηκε ότι μέσα σε μια δεκαετία η συνολική δαπάνη για την έρευνα ως ποσοστό του αθροίσματος των εγχώριων προϊόντων των κρατών-μελών θα πρέπει να φτάσει το 3% από το 1,9% που ήταν τότε. Βέβαια, καθώς μάλιστα δεν προβλέφθηκε κάποιος μηχανισμός υποχρέωσης και λογοδοσίας, το ελληνικό κράτος ήταν το τελευταίο που προσυπέγραψε τη σχετική διακήρυξη και εντέλει μείωσε, αντί να τα αυξήσει, τα δημόσια κονδύλια για την έρευνα ως ποσοστό του ΑΕΠ! (*7).
Δαπάνη ή επένδυση;
Τι πιο εύλογο λοιπόν από την απόφαση για μια πολύ μεγάλη αύξηση της χρηματοδότησης της έρευνας η οποία –προφανώς στο πλαίσιο ενός συνολικού σχεδίου που περιλαμβάνει πολλαπλά και συνδυασμένα μέτρα– θα αποτελέσει μια πρώτης τάξεως επένδυση για παραγωγή νέας γνώσης και καινοτομίας που με τη σειρά της θα συμβάλει στο να βγει η οικονομία από την ύφεση, να γίνει πιο ανταγωνιστική και να εισέλθει σε τροχιά ανάπτυξης. Και η αύξηση αυτή μπορεί και πρέπει να επέλθει όχι παρά την τρέχουσα οικονομική κατάσταση της Ελλάδας και το Μνημόνιο, αλλά (και) εξαιτίας τους. Δηλαδή, ο μόνος τρόπος για να μη βυθίζεται η χώρα σε μια ολοένα και μεγαλύτερη ύφεση που ανατροφοδοτείται κι επαυξάνεται από την περιστολή δημοσίων δαπανών και την προσπάθεια αύξησης των εσόδων με αποτέλεσμα τη συνεχή απομείωση των εισοδημάτων των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων, είναι η παραγωγή νέου πλούτου, δηλαδή η υιοθέτηση ενός (πραγματικά, αυτή τη φορά) παραγωγικού μοντέλου ανάπτυξης.
Έτσι, ας το ξαναπούμε, είναι λάθος να λογίζεται η χρηματοδότηση της έρευνας ως δαπάνη (εν πάση περιπτώσει ως δαπάνη σαν όλες τις άλλες), αλλά θα πρέπει να θεωρείται ως επένδυση. Μάλιστα, ακόμη και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά την εμμονή που τη διακρίνει στη διασφάλιση της διατήρησης του ελλείμματος κάθε κράτους κάτω του 3%, στην αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας το 2005 οριακά έστω θεωρήθηκε ότι οι μακροχρόνιες δημόσιες επενδύσεις και οι επενδύσεις στην έρευνα δεν πρέπει να υπολογίζονται με τον ίδιο τρόπο στα επιτρεπτά όρια ελλείμματος (*8).
Στο σημείο αυτό μπορεί να προβληθούν δύο ενστάσεις. Η πρώτη ένσταση, την οποία θα αντιμετωπίσω παρακάτω, είναι ότι δεδομένου ότι είμαστε στο όριο της χρεοκοπίας δεν υπάρχουν χρήματα ούτε για τα στοιχειώδη κι επομένως η επένδυση στην έρευνα εμφανίζεται, στις τρέχουσες, εξαιρετικές συνθήκες, ως περιττή αν όχι επικίνδυνη πολυτέλεια. Η δεύτερη ένσταση είναι ότι δεν θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε την επιστημονική έρευνα και γενικότερα την τριτοβάθμια εκπαίδευση εργαλειακά, ως μέσο για έναν άλλο σκοπό, εν προκειμένω την ανάπτυξη. Συμφωνώ κι επαυξάνω, δεν πρέπει να είναι αυτός ο κύριος σκοπός της (*9).
Αλλά προς χάριν της… δημόσιας διαβούλευσης που ολοκληρώνεται –άσχετα αν έγινε μόνο προσχηματικά– αυτές τις ημέρες εν όψει της κατάθεσης νομοσχεδίου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση που αφορά και την έρευνα, θα ασπαστώ αυτό το ομολογουμένως περιοριστικό σκεπτικό, το οποίο άλλωστε συνοψίζεται στο κείμενο διαβούλευσης του Υπουργείου με την ακόλουθη διατύπωση: «Πώς η ανώτατη εκπαίδευση της χώρας μας θα συνεχίσει να αποτελεί -σε συνθήκες σκληρότατων δημοσιονομικών περιορισμών- έναν θεσμό μαζικής ανώτατης εκπαίδευσης, αναγκαίας για την ανάπτυξη της οικονομίας και της κοινωνίας της γνώσης, θεμέλιο του νέου προτύπου ανάπτυξης της χώρας;».
Η μεθοδική διάλυση της έρευνας
Φαίνεται λοιπόν εκ πρώτης όψεως ότι η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας συνδέει την έρευνα με την ανάπτυξη και έχει ως σκοπό να την ενισχύσει, δίνοντας μάλιστα έμφαση στην υποστήριξη των ίδιων των ερευνητών. Αντιγράφω τη δήλωση της κυρίας Διαμαντοπούλου με την οποία ξεκινά αυτό το κείμενο: «Οι μικρές χώρες σήμερα, χώρες που δεν έχουν πετρέλαιο ή διαμάντια, έχουν ως δύναμή τους το ανθρώπινο κεφάλαιο. Η δύναμή μας είναι τα κεφάλια [των ερευνητών] μας τα οποία είναι πολλά». Όμως, τι ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση έχουν κάνει η ίδια και ο αποπεμφθείς πλέον με τον πρόσφατο ανασχηματισμό, υφυπουργός –αρμόδιος για θέματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας– κ. Ιωάννης Πανάρετος; Απολύτως τίποτα. Αντιθέτως, έχουν επιδοθεί σε ένα όργιο καταστροφής που συνδυάζεται με μια προσβλητική συμπεριφορά απέναντι σε πανεπιστημιακούς και ερευνητές.
Η πεποίθηση του κ. Πανάρετου ότι γνωρίζει τα πάντα τον έκανε να θέλει να ελέγξει τα πάντα, να αλλάξει τα πάντα και να περιφρονεί τους πάντες και τα πάντα. Η προσωπική του φιλία με τον πρωθυπουργό τον έκανε να πιστέψει ότι μπορεί όντως να κάνει τα πάντα, κινούμενος συστηματικά εκτός νομιμότητας, επιχειρώντας με εγκυκλίους του να ανατρέψει νόμους, με δηλώσεις στο προσωπικό μπλογκ του –όπου ενίοτε εμφανίζονταν επίσημες αποφάσεις πριν ανακοινωθούν από το Υπουργείο!– να παράγει κυβερνητική πολιτική, με απειλητικές επιστολές να ασκεί, ως μη όφειλε, συνδιοίκηση στα πανεπιστήμια κ.ο.κ. Το αποτέλεσμα ήταν βέβαια προβλέψιμο: αποξενώθηκε από το σύνολο της ακαδημαϊκής κοινότητας η οποία το τελευταίο διάστημα τον αντιμετώπιζε πλέον μόνο με μηνυτήριες αναφορές κι άλλα ένδικα μέσα. Ωστόσο, δεν πρέπει να νομισθεί ότι η κυρία Διαμαντοπούλου δεν συμμερίζεται την ουσία της πολιτικής του. Απλώς, ως έμπειρη πολιτικός τον άφησε να λειτουργήσει σαν Ταλιμπάν, ελπίζοντας ότι θα επωμιστεί εκείνος σημαντικό μερίδιο του πολιτικού κόστους. Θα αναφερθώ σε όσα από τα υφ/υπουργικά «έργα» σχετικά με την έρευνα μπόρεσα να συγκεντρώσω εδώ (χωρίς ιεράρχηση) – είναι τόσα πολλά που ασφαλώς μου έχουν ξεφύγει αρκετά:
1) Πρώτα από όλα, ο κ. Πανάρετος έχει δύο εμμονές: ότι τα κύρια προβλήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της έρευνας είναι η έλλειψη διαφάνειας κι αξιοκρατίας, και η υπερβολική εσωστρέφεια και όχι η υποχρηματοδότηση, η γραφειοκρατία και ο συγκεντρωτισμός του υπουργείου. Έτσι αντιλήφθηκε το ρόλο του ως εκείνου που θα κάνει την κάθαρση του χώρου. Επόμενο ήταν σε δηλώσεις του μετά από επίσημη συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να παρουσιάσει τους πανεπιστημιακούς ως μια βολεμένη, διεφθαρμένη συντεχνία (*10).
2) Τον περασμένο Δεκέμβριο εξωθήθηκε σε παραίτηση ο γενικός γραμματέας Έρευνας και Τεχνολογίας Αχιλλέας Μητσός. Σε συνέντευξή του στο «Βήμα», μεταξύ άλλων, δηλώνει για τον κ. Πανάρετο: «Η έννοια ότι μάλλον είναι όλοι κλέφτες, είναι για πέταμα και είναι μηδενικά δεν είναι η σωστή αντιμετώπιση των μελών της πανεπιστημιακής κοινότηταςΗ πολιτική αυτή δεν βοηθάει κανέναν, δεν βοηθάει την διαφάνεια, δεν είναι σύμφωνη με τους νόμουςΔεν δέχομαι αυτό που έγινε με τον "Θαλή" και τον "Ηράκλειτο" να γίνεται με όλες τις προκηρύξεις της έρευνας... Καθυστερούν όλα για απίθανα μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν νομίζω ότι είναι σωστή διαδικασία, δεν γίνεται αντί να περνούν όλα αυτά τα θέματα από τις αρμόδιες υπηρεσίες για να προωθούνται γρήγορα και να μην καθυστερεί η απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων, να συγκεντρώνονται όλα στο γραφείο του υφυπουργού» (*11).
3) Αυτό το τελευταίο σημείο αφορά την παρέμβαση στις διαδικασίες αξιολόγησης μεγάλων ερευνητικών προγραμμάτων, παρέμβαση που στο όνομα της διαφάνειας επέφερε τραγικές καθυστερήσεις στην κατανομή των κονδυλίων, με αποτέλεσμα να αφήσει απλήρωτους για μήνες ερευνητές, να κινδυνεύουν να χαθούν κονδύλια και να υπονομευθούν διεθνείς συνεργασίες.
4) Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, ενός από τους πλέον διακεκριμένους φορείς έρευνας στην Ελλάδα ο οποίος φιλοξενεί και ερευνητές από ευρωπαϊκές χώρες, «την τελευταία δεκαετία η τακτική επιχορήγηση δεν καλύπτει ούτε τη μισθοδοσία, πόσω μάλλον τα λειτουργικά έξοδα». Αντί να διορθωθεί αυτή η κατάσταση, φυσικά χειροτέρεψε. Υπήρξε διάστημα το χειμώνα που επειδή το υπουργείο το είχε παρατήσει οικονομικά στην τύχη του, δεν υπήρχε ούτε πετρέλαιο για θέρμανση. Κι αυτό ενώ «η θερμοκρασία μπορεί να επηρεάζει το πείραμα ενός ερευνητή ή τις συνθήκες φύλαξης και συντήρησης ακριβού εξοπλισμού» (*12).
laboratory-destroyed5) Το Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ) το οποίο για δεύτερη συνεχή χρονιά η ΕΕ το προκρίνει ως επιστημονικό υπεύθυνο για την έρευνα στον μεσογειακό χώρο και στη Μαύρη Θάλασσα με τη συμμετοχή δεκάδων ευρωπαϊκών κέντρων και ινστιτούτων και το οποίο φέρνει στην Ελλάδα περί τα 20 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο από ευρωπαϊκά προγράμματα –πολλαπλάσιο ποσό της κρατικής επιχορήγησής του– «τιμωρείται» αντί να επιβραβεύεται. Πώς; Με απειλή λουκέτου! Ο τέως πρόεδρός του Γιώργος Χρόνης καταγγέλλει μάλιστα στην «Ελευθεροτυπία» ότι φαίνεται πως υπάρχουν ιδιώτες που θα είχαν συμφέρον από την εκποίηση εξοπλισμού κι άλλων περιουσιακών στοιχείων του (*13).
6) Παρόμοια τύχη φαίνεται να επιφυλάσσεται και στο Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ). Την άμεση ανάκληση της απόφασης της διϋπουργικής επιτροπής για κατάργησή του ζητούν οι εργαζόμενοι στο Ινστιτούτο καθώς, όπως αναφέρουν στην ανακοίνωση-καταγγελία τους, αν υλοποιηθεί η Ελλάδα θα είναι η μόνη χώρα που δεν θα διαθέτει έναν ανεξάρτητο φορέα για τη γεωλογική και μεταλλευτική έρευνα (*14).
7) Αποφασίστηκε η αναστολή του προγράμματος διδακτορικής και μεταδιδακτορικής έρευνας για την Ελλάδα του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών για το 2011-12. Αυτό, σε συνδυασμό με το ουσιαστικό μπλοκάρισμα των υπόλοιπων προγραμμάτων από τον κ. Πανάρετο, προκαλεί τη δημιουργία ενός σημαντικού κενού μεταξύ των νεότερων ερευνητών οι οποίοι εξωθούνται σε παρατεταμένη ετεροαπασχόληση, αν όχι εγκατάλειψη της καριέρας τους (*15).
8) Η χρόνια υποχρηματοδότηση της έρευνας που τείνει πλέον να μετατραπεί σε στάση πληρωμών όσον αφορά τους εθνικούς πόρους, επεκτείνεται φυσικά και στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, δηλαδή από άποψη μεγεθών στον κύριο τόπο παραγωγής ερευνητικού έργου. Έτσι, σε σχέση με το 2009 τα ΑΕΙ έχουν υποστεί μείωση της χρηματοδότησης που προσεγγίζει το 50%, ενώ σε μια περίπτωση φτάνει το 70%. Συγκεκριμένα, ενώ λάμβαναν 235 εκατομμύρια ευρώ, φέτος θα λάβουν 121 εκατομμύρια. Τα ΤΕΙ έχουν υποστεί μείωση 35%. Ήδη ορισμένα ιδρύματα έχουν προειδοποιήσει ότι είναι θέμα λίγων μηνών να αναστείλουν θεμελιώδεις λειτουργίες τους ή και να κλείσουν, εκταμιεύοντας για την ώρα από το αποθεματικό τους. Εντύπωσή μου είναι ότι ακριβώς αυτό επιδιώκει η υπουργός Παιδείας, ώστε, με έναν ακροβατικό συλλογισμό από αυτούς που μόνον οι πολιτικοί μας μπορούν να διατυπώσουν, να δηλώσει δικαιωμένη όσον αφορά το όραμά της σαρωτικών συγχωνεύσεων τμημάτων, σχολών και ιδρυμάτων ως μόνη λύση (*16).
Η περιφρόνηση των ελλήνων επιστημόνων
9) Η στάση ακραίας περιφρόνησης προς στους διδάσκοντες στα πανεπιστήμια που εκδηλώθηκε με ποικίλους τρόπους επί υπουργίας Διαμαντοπούλου κι αποτυπώθηκε επίσης ποικιλοτρόπως στο σχέδιο νόμου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση που το φέρνει στη Βουλή κατακαλόκαιρο (*17) (μετά από ένα μπαράζ επιλεκτικών διαρροών που πότε διαψεύδονταν, πότε αφήνονταν να αιωρούνται, ενώ ποτέ δεν έγινε ειλικρινής διαβούλευση) συνδυάζεται από μια καραμπινάτη παρανομία για την οποία το υπουργείο θα λογοδοτήσει στα δικαστήρια. Αναφέρομαι στην αυθαίρετη παύση των εξελίξεων σε ανώτερη βαθμίδα των μελών Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ) και κυρίως στην ουσιαστική παύση διορισμών εκλεγμένων μελών ΔΕΠ για τα οποία έχει ήδη εκδοθεί πράξη διορισμού τους από τον αντίστοιχο πρύτανη ο οποίος, σύμφωνα με πρόσφατο νόμο, ασκεί και τον προβλεπόμενο έλεγχο νομιμότητας, ακριβώς για να επιταχυνθούν οι ανέκαθεν αργόσυρτες διαδικασίες και να απομένει στο υπουργείο μόνον η τυπική έκδοση του σχετικού ΦΕΚ.
Το Υπουργείο ισχυρίζεται πότε ότι «δεν υπάρχουν χρήματα», πότε ότι δεσμεύεται από το Μνημόνιο, σύμφωνα με τον κανόνα 1 πρόσληψη ανά 10 αποχωρήσεις (για το 2011). Ψεύδεται και στις δύο περιπτώσεις. Ήδη πριν βγει η προκήρυξη για μια νέα θέση μέλους ΔΕΠ έχει εξασφαλιστεί πίστωση από το Υπουργείο Παιδείας το οποίο για αυτόν ακριβώς το σκοπό έχει έρθει σε συνεννόηση με το Υπουργείο Οικονομικών. Μόνο μετά την επίσημη διαβεβαίωση ότι εγκρίνεται η πίστωση το πανεπιστήμιο προχωρά στην προκήρυξη. Κατά δεύτερον, το Μνημόνιο δεν ορίζει ποιοι θα διοριστούν και ποιοι όχι. Έτσι, π.χ., απολύτως ορθά όλοι οι απόφοιτοι σχολών των σωμάτων ασφαλείας εξακολουθούν και διορίζονται με την αποφοίτησή τους.
Πρακτικά, αυτό που συμβαίνει είναι ότι περί τους 900 επιστήμονες –εκτιμάται ότι μέχρι το τέλος του 2011 θα έχουν φτάσει τους 1.200– που εξελέγησαν το 2009, το 2010 και το 2011 ως μέλη ΔΕΠ σε θέση προκηρυγμένη για πολλούς το 2008, για κάποιους ακόμη και το 2007, δηλαδή με διασφαλισμένα κονδύλια χρόνια πριν το Μνημόνιο –κάποιος πρέπει να λογοδοτήσει: πού πήγαν αυτά τα λεφτά;–, ούτε διορίζονται, ούτε τους ανακοινώνεται ένα δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για το διορισμό τους ο οποίος μετατίθεται σε ένα ολοένα και πιο απροσδιόριστα μακρινό μέλλον. Κι έτσι ο επιστημονικός, επαγγελματικός και οικογενειακός τους προγραμματισμός τινάζεται στον αέρα. Πρόκειται για ανθρώπους στην πλειονότητά τους μεταξύ 35-40, στο κατώφλι της επιστημονικής ωριμότητας, που έχουν κίνητρα και δυνάμεις να προσφέρουν ερευνητικό και διδακτικό έργο πρώτης στάθμης, εκλεγμένοι μέσα από ανταγωνιστικές διαδικασίες, με πολυετείς σπουδές, συχνά μεταδιδακτορική έρευνα και συμμετοχή σε σημαντικά ερευνητικά πρότζεκτ και πολυετή διδακτική εμπειρία. Όλοι αυτοί εγκλωβίζονται σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, επισφάλειας και ήδη για πολλούς, πλέον, ανεργίας κι εξαθλίωσης. Έτσι, ο Τ.Τ. δεν υπερβάλλει όταν λέει «όσο το σκέφτομαι, η πιο γελοία μέρα της ζωής μου ήταν η μέρα της εκλογής μου στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Τέτοια φάρσα δεν ξανάγινε».
Το οριστικό χτύπημα ήρθε λίγο προτού ο Ι. Πανάρετος αποπεμφθεί, όταν με νέα απειλητική επιστολή προς τα πανεπιστήμια γνωστοποιούσε ότι θα μειωθούν δραματικά από τον Σεπτέμβριο και τα κονδύλια για τους διδάσκοντες με σύμβαση εργασίας –Π.Δ.407/80 (*18)–, που θα ήταν μια κάποια, αν και όχι για όλους κι όχι ικανοποιητική, προσωρινή λύση. Όμως, αφενός σε μεγάλα τμήματα δεν θα δοθούν καθόλου τέτοια κονδύλια, στα δε μικρά θα είναι τόσο λίγα, ώστε στο αισιόδοξο σενάριο η αμοιβή θα προσεγγίζει απλώς το επίδομα ανεργίας. Εάν επρόκειτο για ιδιωτική εταιρία, οι συνθήκες αυτές θα προκαλούσαν ασφαλώς το ενδιαφέρον της Επιθεώρησης Εργασίας και του ΣΔΟΕ.
Βrain drain
Το αποτέλεσμα είναι βέβαια ότι πολλοί νέοι επιστήμονες είναι στα πρόθυρα να τα παρατήσουν, ενώ όσοι δεν έχουν οικογενειακές ή άλλες δεσμεύσεις φεύγουν στο εξωτερικό, όπου δεν αντιμετωπίζονται με αυτό τον ταπεινωτικό τρόπο. Αντίθετα. Λόγου χάριν, ο φίλος μου Π.Β. έριξε μαύρη πέτρα πίσω του κι εργάζεται πλέον σε πανεπιστήμιο παραλιακής τουρκικής πόλης που έχει προσελκύσει διδάσκοντες από πολλές χώρες του κόσμου. Αντιμετωπίζεται με σεβασμό, έχει όσες παροχές χρειάζεται και λαμβάνει σχεδόν τα τριπλά από αυτά που θα έπαιρνε στην Ελλάδα. Εάν το δούμε με όρους ανθρώπινου κεφαλαίου αυτό που συμβαίνει εν προκειμένω είναι το εξής απλό: το ελληνικό δημόσιο κατέβαλε ένα σημαντικό στο σύνολο ποσό για την εκπαίδευση και τη συγκρότηση ενός λαμπρού επιστήμονα (πλήρωσε τις σπουδές του από το δημοτικό μέχρι το πανεπιστήμιο, πλήρωσε υποτροφία για συνέχιση σπουδών στο εξωτερικό, πλήρωσε την αμοιβή του ως διδάσκοντος για χρόνια σε ελληνικά πανεπιστήμια) και τη στιγμή ακριβώς που αυτή η πολύτιμη επένδυση άρχιζε να αποδίδει, τον απαξίωσε και τον εξώθησε να φύγει από τη χώρα, με αποτέλεσμα να επωφελείται αυτής της επένδυσης μια άλλη. Με άλλα λόγια, το ελληνικό δημόσιο δεν έκανε καμία εξοικονόμηση δαπανών, αλλά ακριβώς το αντίθετο: κατασπατάληση πόρων.
brain-drain-auto10) Εξυπακούεται ότι σε συνδυασμό με το πάγωμα των διορισμών έχει επέλθει και πάγωμα νέων προκηρύξεων θέσεων ΔΕΠ, που σημαίνει ότι ήδη προκύπτουν σοβαρά προβλήματα να «βγει» το πρόγραμμα σπουδών των πανεπιστημίων –τα μαθήματα επιλογής έχουν περικοπεί μαζικά– τα οποία θα ενταθούν σε βαθμό παροξυσμού τα επόμενα χρόνια. Όμως, η κυρία Διαμαντοπούλου, που αρέσκεται να λέει ότι θα πρέπει να συντονιστούμε με τις διεθνείς εξελίξεις και να βλέπουμε προς το μέλλον, φαίνεται να έχει βρει λύση για την επικείμενη κατάρρευση. Πρόκειται για την επαναθεσμοθέτηση του «βοηθού» (δεν θα αποκαλείται βέβαια έτσι) ο οποίος θα αντικαταστήσει τη βαθμίδα του Λέκτορα που καταργείται. Ο βοηθός, σύμφωνα με το σχέδιο νόμου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, θα είναι μη εξελίξιμη βαθμίδα, επιφορτισμένη με διδακτικά και καθόλου ερευνητικά καθήκοντα. Το πιάσατε; Προβλέπεται η δημιουργία, ας μου επιτραπεί ο όρος, ενός επιστημονικού προλεταριάτου, το οποίο θα φορτωθεί με την υποχρέωση να διδάσκει πάρα πολλές ώρες, ώστε να καλυφθούν τα κενά της μη ανανέωσης των ΔΕΠ. Αυτό σημαίνει φυσικά ότι οι συγκεκριμένοι διδάσκοντες θα ανα-παράγουν απλώς τη δοσμένη γνώση, αντί να παράγουν δική τους. Με άλλα λόγια, τα πανεπιστήμια θα μετεξελιχθούν σταδιακά σε απλά διδακτήρια. Γυρνάμε δηλαδή 100 χρόνια πίσω!
Σωρευτικά, όλα τα παραπάνω –κατάργηση ερευνητικών κέντρων, κατάργηση υποτροφιών, μπλοκάρισμα ερευνητικών προγραμμάτων, οικονομικός στραγγαλισμός πανεπιστημίων, παύση διορισμών, παύση προκηρύξεων θέσεων– θα οδηγήσει εκτός Ελλάδας μια ολόκληρη γενιά νέων ερευνητών και θα εμποδίσει να αναδειχθεί η επόμενη. Αυτό το φαινόμενο, γνωστό γενικότερα ως brain drain (διαρροή εγκεφάλων), μάστιζε την Ελλάδα ήδη πριν την εκδήλωση της παρούσας κρίσης, όπως αποδεικνύεται αναλυτικά από την τραγικά επίκαιρη έρευνα του καθηγητή Οικονομικής Γεωγραφίας Λόη Λαμπριανίδη που μόλις εκδόθηκε σε βιβλίο από τις εκδόσεις Κριτική με τον εύγλωττο όσο και σαρκαστικό τίτλο «Επενδύοντας στη φυγή. Η διαρροή επιστημόνων από την Ελλάδα την εποχή της παγκοσμιοποίησης». Ο Λ. Λαμπριανίδης υποστηρίζει ότι η έκταση του φαινομένου –110.000-135.000 υπολογίζονται οι έλληνες πτυχιούχοι που έχουν φύγει στο εξωτερικό για να βρουν δουλειά– δεν πρέπει να αποδίδεται σε κάποια υποτιθέμενη «υπερπροσφορά» επιστημόνων ή «υπερεκπαίδευση», αλλά στο γεγονός ότι για σειρά από διαρθρωτικούς (και βεβαίως πολιτικούς) λόγους η εγχώρια αγορά εργασίας αδυνατεί να τους αξιοποιήσει, όντας προσηλωμένη στη λογική του χαμηλού κόστους και της ανειδίκευτης εργασίας. Προς το παρόν, αυτό που βλέπουμε με την κυβερνητική πολιτική είναι η ραγδαία επίταση αυτού του φαινομένου. Αλλά μόνο εάν ανατραπεί αυτή η λογική και προσανατολιστεί η οικονομία στην παραγωγή υπηρεσιών και προϊόντων με υψηλά ποσοστά ενσωματωμένης γνώσης και τεχνολογίας θα αποφύγουμε να πέσουν οι μισθοί στα επίπεδα της Βουλγαρίας, οπότε η πτώχευση (άσχετα αν τεχνικά δεν θα ονομαστεί έτσι) θα έχει ουσιαστικά επέλθει.
«Δεν υπάρχουν λεφτά». Σοβαρά;
pinakas_eleyth_fixedΣτο σημείο αυτό χρωστάω μια απάντηση στην αντίρρηση ότι απλώς «δεν υπάρχουν καθόλου λεφτά» (κάτι που ήδη διαψεύστηκε για τους διορισμούς ΔΕΠ). Ουδέν ψευδέστερο! Γνωρίζετε πόσα χρήματα ήταν διαθέσιμα μέσω του ΕΣΠΑ για την παιδεία για τη χώρα μας το 2010; 204.706.354 ευρώ. Γνωρίζετε πόσα «κατάφερε» να απορροφήσει; Μόλις 36.220.662 ευρώ. Δεν είναι ακριβώς λαμπρή επίδοση για μια υπουργό η οποία, υψώνοντας το δάχτυλο, «μαλώνει» τους πρυτάνεις για ανεπαρκή αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων των πανεπιστημίων τους οποίους μείωσε στο μισό (*19).
Επίσης, όταν μένει χωρίς πετρέλαιο θέρμανσης το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, ή όταν παραμονές της ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου «παίζεται», κατά την κυβέρνηση, ενδεχόμενο στάσης πληρωμών του Δημοσίου αν δεν ψηφιστεί, δεν προκηρύσσεις (20 Ιουνίου) διαγωνισμό για τη συντήρηση του (πρόσφατα οικοδομημένου) κτιρίου του Υπουργείου Παιδείας ύψους 115.620 ευρώ, διότι κάποιος που θα σου πει ότι έχεις πρόβλημα ιεράρχησης των προτεραιοτήτων σου, δεν θα είναι απαραίτητα εμπαθής (*20).
Ακόμη: Θέλεις να παραγγείλεις έρευνα κοινής γνώμης (*21) για τις σχεδιαζόμενες αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Μάλιστα. Γιατί δεν τη δίνεις στο δημόσιο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών που θα την κάνει σοβαρά με ένα κλάσμα των χρημάτων που «πέταξες» σε ιδιωτική εταιρία δημοσκοπήσεων για ένα αποτέλεσμα με το οποίο γελάει όλος ο επιστημονικός κόσμος; (*22). Ίσως γιατί μόνο μια ιδιωτική εταιρία θα δεχόταν να διεξάγει την έρευνα απευθυνόμενη στις εξής τρεις κατηγορίες πληθυσμού: γονείς μαθητών και φοιτητών, φοιτητές και το «ευρύ κοινό», αλλά όχι τους διδάσκοντες. Σα να λέμε, μια έρευνα για τη μεταρρύθμιση των νοσοκομείων ρωτάει τους πάντες εκτός από τους γιατρούς, μια έρευνα για τα δικαστήρια ρωτάει τους πάντες εκτός από τους δικαστές. Ίσως πάλι, διότι δεν είναι πολλοί διατεθειμένοι να διεξάγουν μια έρευνα με το εμπνευσμένο ερώτημα «το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να προχωρήσει το διάλογο για την Ανώτατη Εκπαίδευση, όποιες κι αν είναι οι αντιδράσεις, π.χ. δηλαδή ακόμη κι αν κλείσουν τα ΑΕΙ;». Πόσο κόστισε; 59.900 ευρώ. Να το πούμε αλλιώς; Με αυτά τα χρήματα θα χρηματοδοτούνταν για ένα ολόκληρο έτος 8 μεταδιδακτορικοί ερευνητές του προγράμματος Υποτροφιών του ΙΚΥ – αυτό που καταργήθηκε γιατί «δεν υπάρχουν λεφτά»!
Για να τελειώνουμε: Ανατρέξτε στον παραπάνω πίνακα που δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» (όπου στην επικεφαλίδα το "έρευνα" πρέπει να διαβαστεί ως "δημοσκοπήσεις") (*23) κι απ’ όσο γνωρίζω δεν έχει διαψευστεί. Και δείτε τα ποσά για «συμβούλους», προβολή, δημοσιότητα κι επικοινωνία. Και πείτε μου τι θα κάνατε εσείς με τόσα λεφτά. Προσωπικά αδυνατώ. Ζαλίζομαι από τα πολλά μηδενικά…
Προ καιρού, σε ομιλία της στην Οικονομική Σχολή του Λονδίνου, η υπουργός Παιδείας, παρακινημένη ίσως από μια παράξενη αίσθηση του χιούμορ, κάλεσε τους έλληνες επιστήμονες που εργάζονται σε ξένες χώρες να επιστρέψουν στην Ελλάδα για να τη βοηθήσουν στη δύσκολη φάση που περνά. Εάν ολοκληρώσει το «έργο» της με το επικείμενο νομοσχέδιο σε λίγα χρόνια η κυρία Διαμαντοπούλου θα μπορεί να συναντήσει έλληνες επιστήμονες σχεδόν αποκλειστικά στο εξωτερικό και ο μόνος τρόπος για να βοηθήσουν εκείνοι θα είναι στέλνοντας χρηματικά εμβάσματα στους συγγενείς τους στην πατρίδα· σε μια χώρα που θα υποφέρει από τη φτώχια και την αμάθεια.
Source : bookpress.gr

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών για την αναγνώριση του Νότιου Σουδάν

Ανακοίνωση για την αναγνώριση της Δημοκρατίας του Νοτίου Σουδάν εξέδωσε το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, καλωσορίζοντας στους κόλπους της διεθνούς κοινότητας το 54ο κράτος της Αφρικής.

«Η Ελλάδα αναγνωρίζει τη Δημοκρατία του Νοτίου Σουδάν ως νέο κράτος και την καλωσορίζει στη διεθνή κοινότητα. Ο ελληνικός λαός εκφράζει θερμά συγχαρητήρια στο λαό του Νοτίου Σουδάν για την ανεξαρτησία του και του εύχεται πρόοδο και σταθερότητα» αναφέρεται στην ανακοίνωση και τονίζεται, επίσης, ότι:

«Η Ελλάδα θα συνεχίσει να υποστηρίζει και να συμβάλλει στην ανάπτυξη, την ειρήνη και την ασφάλεια του Νοτίου Σουδάν και της περιοχής και επιθυμεί να συνάψει διπλωματικές σχέσεις με το νέο κράτος, το συντομότερο δυνατό, προσβλέποντας σε στενή συνεργασία με το Νότιο Σουδάν σε όλους τους τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος».
Η ιστορία
Η ιστορία του Νοτίου Σουδάν ξεκίνησε τα μεσάνυχτα της Παρασκευής μετά την επικύρωση -με δημοψήφισμα- της απόσχισής του από το Βόρειο, πλέον, Σουδάν έπειτα από τον αιματηρό εμφύλιο που έληξε το 2005.

Το νέο κράτος, το 54ο της αφρικανικής ηπείρου, έχει έκταση 619.745 τετραγωνικά χλμ. ενώ ο πληθυσμός του υπολογίζεται ότι είναι περί τα 6 εκατομμύρια. Πάντως, λόγω της διαμάχης με το Χαρτούμ και του αναξιόπιστου των απογραφών, ακριβής αριθμός δεν υπάρχει.

Επίσημη γλώσσα είναι τα αγγλικά, ενώ αναγνωρίζονται επίσης τα αραβικά (όπως μιλιούνται στην πρωτεύουσα Τζούμπα) και τοπικές γλώσσες, με την Ντίνκα να έχει τους περισσότερους ομιλητές.

Επικρατούσα θρησκεία είναι ο χριστιανισμός -καθολικισμός και αγγλικανισμός, αν και υπάρχουν και ομάδες που έχουν εισάγει ανιμιστικά στοιχεία στη λατρεία τους.
Source : TA NEA

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Η αδυναμία προσαρμογής στα νέα δεδομένα

Η κυβέρνηση έχει αναλάβει μια σειρά υποχρεώσεων έναντι των πιστωτών του ελληνικού Δημοσίου και πρέπει να σπάσει ρεκόρ ταχύτητας και αποτελεσματικότητας για να εφαρμόσει το αρκετά προβληματικό στη σύλληψή του Μεσοπρόθεσμο Οικονομικό Πρόγραμμα. Παρατηρώντας τον τρόπο που κινείται η κυβέρνηση Παπανδρέου και τις αντιδράσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το μεταρρυθμιστικό δυναμικό της ελληνικής πολιτικής τάξης είναι περίπου μηδενικό. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα φτάσουμε, ούτε καν θα πλησιάσουμε, τους στόχους του Μεσοπρόθεσμου Οικονομικού Προγράμματος, με αποτέλεσμα να ανοίξει σε διάστημα μερικών μηνών ένας νέος κύκλος οικονομικής και δημοσιονομικής αποσταθεροποίησης.

Το κακό παράδειγμα
Η αδυναμία προσαρμογής του πολιτικού συστήματος στα νέα δεδομένα αναδεικνύεται και μέσα από την άρνηση του συνόλου σχεδόν των βουλευτών να δεχτούν μεγάλες μειώσεις στις προκλητικά υψηλές αποδοχές και τα επαγγελματικά και ασφαλιστικά προνόμια που έχουν. Η μισή Ελλάδα έχει βγει στις κεντρικές πλατείες φωνάζοντας ρυθμικά «κλέφτες, κλέφτες» και μουντζώνοντας προς την κατεύθυνση του κοινοβουλίου και οι βουλευτές αρνούνται να στείλουν ένα θετικό πολιτικό μήνυμα στην κοινωνία.
Αντί γι’ αυτό, καταφεύγουν σε οικονομικές ταχυδακτυλουργίες με βασικό στόχο τη διατήρηση των προκλητικών κεκτημένων τους. Μειώνουν συμβολικά τους μισθούς τους, αλλά υπερκαλύπτουν το χαμένο εισόδημα με την τυπική συμμετοχή τους, επ’ αμοιβή, σε διάφορες κοινοβουλευτικές επιτροπές. Δηλώνουν ότι θα επιβάλουν έκτακτη φορολογία 5% στις αποδοχές τους, χωρίς να διευκρινίζουν ότι τουλάχιστον τα 2/3 των συνολικών αποδοχών τους είναι αφορολόγητα, και χρησιμοποιούν κάθε μέθοδο πολιτικού αυτοεξευτελισμού θεωρώντας αυτονόητο ότι οι φορολογούμενοι θα καλύπτουν τον τεράστιο λογαριασμό της εξαιρετικά προβληματικής –με βάση τα νομοθετικά αποτελέσματα– λειτουργίας του Κοινοβουλίου.
Μέχρι και ο διαπλεκόμενος Μπερλουσκόνι συμπλήρωσε το δικό του πρόγραμμα λιτότητας με πρόταση για μείωση κατά 30% των βουλευτικών αποδοχών, σε μια προσπάθεια να γεφυρώσει το χάσμα που χωρίζει την εξουσία από την κοινωνία. Το ΚΚΕ έχει καταθέσει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προτάσεις για κατάργηση τόσο της αμοιβής των βουλευτών για συμμετοχή στις κοινοβουλευτικές επιτροπές, όσο και του ειδικού τρόπου συνταξιοδότησής τους. Αυτές οι προτάσεις προσκρούουν σε ένα συντεχνιακό τείχος, που αποτελείται κυρίως από τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Η χώρα δεν χρεοκόπησε μόνο με ευθύνη των κυβερνήσεων, αλλά και των βουλευτών, που κάλυψαν νομοθετικά τις διαχειριστικές αθλιότητες που μας οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο. Η στάση των περισσότερων βουλευτών ενισχύει την άποψη ότι το πολιτικό σύστημα παραμένει αμετανόητο.

Έλλειψη διοίκησης
Η έκθεση του γενικού επιθεωρητή δημόσιας διοίκησης κ. Ρακιντζή, με την οποία τεκμηριώνονται η δυσλειτουργία του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και η διαφθορά της δημόσιας διοίκησης, οδήγησε, όπως το θέλει η κακή παράδοση, σε μια κομματική αντιπαράθεση που έχει στόχο όχι τη διόρθωση αλλά τη διαιώνιση της απαράδεκτης κατάστασης που έχει δημιουργηθεί.
Το ΠΑΣΟΚ καταγγέλλει τη ΝΔ επειδή κατά την περίοδο 2005-2009 παρατηρήθηκε μεγάλη μείωση στα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου ως ποσοστό επί του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Από την πλευρά της, η ΝΔ καταγγέλλει την κυβέρνηση Παπανδρέου ότι με την υπερφορολόγηση του εισοδήματος, των κερδών των επιχειρήσεων και της κατανάλωσης «σκοτώνει» τους φόρους, με αποτέλεσμα να μεγαλώνει η υστέρηση στα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου.
Το γεγονός είναι ότι εδώ και δεκαετίες η Ελλάδα έχει λιγότερα έσοδα από τους άμεσους φόρους κατά 30-50% από τον μέσο όρο της Ευρώπης των «15», ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Στις εφορίες κυριαρχούν παραδοσιακά τα συνδικαλιστικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ, τα οποία συναλλάσσονται και με τους εκπροσώπους της «γαλάζιας» παράταξης σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος. Δεν είναι τυχαίο ότι οι εφοριακοί δίνουν μάχη για να πάνε στον έλεγχο και όχι στην είσπραξη των φόρων. Θέλουν να είναι καλά τοποθετημένοι για τη μεγάλη και φυσικά παράνομη συναλλαγή.
Δεν υπάρχει τίποτα στην πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση Παπανδρέου και στις προτάσεις που κάνει η ΝΔ που να δημιουργεί την ελπίδα ότι μπορεί να λειτουργήσουν αποτελεσματικά οι εφορίες και να σταματήσει ο φαύλος κύκλος ελλειμμάτων και υπερδανεισμού. Η κυβέρνηση προσπαθεί να εξασφαλίσει την συναίνεση των άλλων κομμάτων στην αναζήτηση ενός νέου, αποτελεσματικότερου φορολογικού συστήματος. Η ΝΔ απορρίπτει οποιαδήποτε συνεννόηση, με το σκεπτικό ότι η κυβέρνηση επιβάλλει μία ισοπεδωτική φορολογική πολιτική, και το ΚΚΕ αρνείται το διάλογο προβάλλοντας το διαμετρικά αντίθετο επιχείρημα για φορολογική εξυπηρέτηση μεγάλων συμφερόντων σε βάρος των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων. Δεν είναι δύσκολο λοιπόν να προβλέψουμε ότι ο φοροεισπρακτικός μηχανισμός και όλες οι σημαντικές δημόσιες υπηρεσίες θα παραμείνουν, με ευθύνη των κομμάτων, στο σημερινό τους χάλι.

Μαγικές συνταγές
Την έλλειψη οποιασδήποτε σοβαρής μεταρρυθμιστικής πολιτικής αναδεικνύει και η δημόσια αντιπαράθεση γύρω από το ενδεχόμενο κατάργησης της μονιμότητας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και, στο βαθμό που το επιτρέπει το Σύνταγμα, στη δημόσια διοίκηση και στην τοπική και περιφερειακή αυτοδιοίκηση.
Η κυβέρνηση Παπανδρέου έχει δεχτεί ότι μπορεί να υπάρξουν απολύσεις με τη μέθοδο της μισθωτής εφεδρείας, που δεν θα μπορεί όμως να διαρκέσει πάνω από 12 μήνες. Οι υπεράριθμοι των ΔΕΚΟ και σε ορισμένες περιπτώσεις της δημόσιας διοίκησης θα παίρνουν 70% του βασικού μισθού τους για 12 μήνες χωρίς να απασχολούνται, στην συνέχεια όμως θα χάνουν τη δουλειά τους, με όρους που δεν έχουν διευκρινιστεί. Αυτή η πρώτη προσπάθεια κατάργησης της μονιμότητας αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερα αρνητικό τρόπο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, γεγονός που κάνει την κυβέρνηση ακόμη πιο διστακτική.
Ενδεικτική του διαχειριστικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει το πολιτικό σύστημα είναι η θέση της ΝΔ για το καθεστώς μισθωτής εφεδρείας, η οποία στην ουσία προστατεύει τη μονιμότητα. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης προτείνει την εφαρμογή της εργασιακής εφεδρείας ως εξής:
■ Για όσους είναι πάνω από τα 50, μπαίνουν σε εφεδρεία με τον βασικό μισθό ως τη σύνταξη, εκτός κι αν βρουν δουλειά αλλού. (σ.σ.: ποιος θα πάει να βρει δουλειά αλλού όταν έχει εγγυημένη την καταβολή του 70% του μισθού στο σπίτι;).
■ Για όσους είναι 40-50 δύο τριετίες.
■ Για όσους είναι 30-40 μία τριετία.
■ Για τις δύο τελευταίες κατηγορίες, τα όρια εφεδρείας ισχύουν εφόσον στο μεταξύ υπάρχει ανάκαμψη, δημιουργούνται θέσεις εργασίας και μπορούν να τις διεκδικήσουν. Σε αντίθετη περίπτωση, τα όρια εφεδρείας παρατείνονται.
Επειδή είναι βέβαιο ότι χωρίς τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και τον δραστικό περιορισμό των δημοσίων δαπανών αποκλείεται να υπάρξουν πόροι για να χρηματοδοτήσουν παραγωγικές επενδύσεις και την ανάκαμψη, η ΝΔ ουσιαστικά προτείνει τη διατήρηση της μονιμότητας, με το δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων να μένουν σπίτι τους και να παίρνουν το 70% του βασικού μισθού τους.
Ανάλογης σοβαρότητας είναι οι θέσεις των δύο κομμάτων εξουσίας για τη μαζική συνταξιοδότηση των δημοσίων υπαλλήλων. Την αντιμετωπίζουν σαν μία έξυπνη –από μικροπολιτική άποψη– απάντηση στο μεγάλο μισθολογικό κόστος του Δημοσίου, ενώ είναι φανερό ότι δημιουργεί τεράστια βάρη στο ασφαλιστικό σύστημα και φυσικά στον κρατικό προϋπολογισμό. Ήδη στη Βρετανία αναπτύσσεται δημόσιος διάλογος για το γεγονός ότι ο αριθμός των συνταξιούχων του Δημοσίου ξεπερνά σε πολλούς κλάδους, όπως είναι ο εκπαιδευτικός, τον αριθμό των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων.

Όλα μένουν τα ίδια
Τα μηνύματα είναι απογοητευτικά και σε ότι αφορά στο διαχειριστικό επίπεδο του ευρύτερου δημόσιου τομέα της οικονομίας. Η κυβέρνηση αδυνατεί να περιορίσει τη θηριώδη επιδότηση του ασφαλιστικού ταμείου των εργαζομένων της ΔΕΗ από τον κρατικό προϋπολογισμό. Οι συνδικαλιστές της ΔΕΗ επικαλούνται το νόμο 2773/1999, ο οποίος φέρει την υπογραφή του τότε υπουργού Ανάπτυξης Ευάγγελου Βενιζέλου. Με βάση αυτόν τον αξιοπερίεργο νόμο καταργήθηκε το μοντέλο ασφάλισης στον εργοδότη που ίσχυε στην ΔΕΗ και το Δημόσιο ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει κάθε χρόνο το άνοιγμα μεταξύ εσόδων (εισφορών) και δαπανών (συντάξεων) του Ταμείου, έναντι της περιουσίας του ασφαλιστικού φορέα. Η επιβάρυνση για τον κρατικό προϋπολογισμό είναι της τάξης των 800-900 εκατομμυρίων ευρώ τον χρόνο, η κυβέρνηση προσπαθεί να την «περιορίσει» στα 600 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο, ενώ με αγωγή της η ΓΕΝΟΠ διεκδικεί «χρωστούμενα» της τάξης των 680 εκατομμυρίων ευρώ για την τριετία 2009-2011 και άλλα 300 εκατομμύρια ευρώ σε ετήσια βάση για το μέλλον.
Με τέτοια διαχειριστική απλοχεριά και με τα κόμματα της αντιπολίτευσης να ζητούν ακόμη περισσότερες παροχές για λογαριασμό των εργαζόμενων και των συνταξιούχων της ΔΕΗ, ελάχιστη σημασία έχει για την πορεία των δημόσιων οικονομικών η μετοχοποίηση, ιδιωτικοποίησή της. Ακόμη κι αν πραγματοποιηθεί με τους όρους που περιγράψαμε, θα επιβεβαιωθεί η αρνητική παράδοση των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ που οδηγεί σε μετοχοποιήσεις, ιδιωτικοποιήσεις με μεγάλο κόστος για τον κρατικό προϋπολογισμό και το ασφαλιστικό σύστημα.
Η προσπάθεια της κυβέρνησης να περιορίσει κατά 6% τις συντάξεις του χρεοκοπημένου ΝΑΤ, το οποίο επιβαρύνει με άλλο 1 δισ. ευρώ το χρόνο τον κρατικό προϋπολογισμό, οδηγούν σε σκληρές απεργίες στο χώρο της ακτοπλοΐας, με προφανείς συνέπειες για τον ελληνικό τουρισμό. Όσο για την πολυσυζητημένη διαμάχη μεταξύ διοίκησης και συνδικαλιστών στα ΕΛΠΕ, φαίνεται ότι θα λήξει με την υπογραφή νέας σύμβασης διάρκειας 3 ετών με την οποία διατηρούνται σχεδόν όλα τα «κεκτημένα» των εργαζομένων, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τη λογική του Μεσοπρόθεσμου Οικονομικού Προγράμματος και την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα που αυτό διαμορφώνει.
Η αδυναμία προσαρμογής του πολιτικού συστήματος στα νέα δεδομένα προβλέπεται να έχει εξαιρετικά υψηλό οικονομικό και κοινωνικό κόστος στη διάρκεια των επόμενων χρόνων.
Source : citypress.gr

South Sudan becomes today word's newest nation

Juba, South Sudan:  South Sudan became the world's newest nation early Saturday, officially breaking away from Sudan after two civil wars over five decades that cost the lives of millions.

In the new country's capital, Juba, streets pulsed with excitement. Residents danced, banged on jerry cans and chanted the name of the world's newest president, Salva Kiir. One man kneeled and kissed the ground as a group ran through the streets singing "We will never, never, never surrender."

"Ah, I'm free," said Daniel Deng, a 27-year-old police officer and former soldier who broke out in a wide grin.

The Republic of South Sudan earned independence at 12:01 a.m. Saturday, breaking Africa's largest country in two. It marked the culmination of a January independence vote, which was guaranteed in a 2005 peace deal that ended the most recent north-south war.

After the celebrations die down, residents of South Sudan face an uphill climb. While the new country is oil-rich, it is one of the poorest and least-developed places on Earth. Unresolved problems between the south and its former foe to the north could mean new conflict along the new international border, advocates and diplomats warn.

Saturday's early morning celebrations were joyous for the freedom gained but tinged with the memories of family lost. At least 2 million people were killed in Sudan's last civil war, fought from 1983-2005.

"I came here for this moment," said Chol Allen, a 32-year-old minister who escaped Sudan in 2003 and eventually settled in Memphis, Tennessee. He returned to Juba two months ago for the midnight party, though he plans to go back to the U.S., where he has a 4-year-old daughter.

"We were all born into war. All of us," he said, then pointed at a crowded pick-up truck of youngsters. "This generation will see the hope of the newborn nation."

John Kuach, a former child soldier who joined the army after his father died in fighting with the north, first fought at age 15. At dinner late Friday, he draped the South Sudan flag around his shoulders and called Saturday "a big day."

"But some people are not happy because we lost heroes, those who were supposed to be in this celebration. So we are thinking, 'Is this true? Is this a dream? A new country?'"

The internationally brokered 2005 peace deal that ended more than two decades of north-south war expires at midnight Friday. That's when Sudan -- which South Sudan is breaking away from -- officially recognized the new country.

South Sudan is expected to become the 193rd country recognized by the United Nations next week and the 54th U.N. member state in Africa.

Later Saturday, world leaders will attend a celebratory ceremony. U.N. Secretary-General Ban Ki-moon already has arrived. Former U.S. Secretary of State Colin Powell also will attend, as will Sudanese President Omar al-Bashir, whose country already has recognized South Sudan.

The young government faces the huge challenge of reforming its bloated and often predatory army, diversifying its oil-based economy, and deciding how political power will be distributed among the dozens of ethnic and military factions. It must also begin delivering basic needs such as education, health services, water and electricity to its more than 8 million citizens.

Abdule Taban wore a wide smile during the night's street party, but the 25-year-old was also reflective.

"In independence we are going to have hospitals and schools and a lot of development around here. Our mothers and sisters died in the past. Hospitals were very far from us," said Taban, as South Sudanese dusted in white cow dung -- a traditional camouflage here -- danced around him.

A draft constitution passed this week lays the groundwork for the president and legislators, who were elected last year, to serve out their five-year terms. The legislature's few opposition lawmakers are unhappy with the draft, but it now serves as an interim constitution until multiparty elections are held.

A $1 billion yearly U.N. peacekeeping mission with a 10,000-member peacekeeping force has monitored implementation of the 2005 peace deal. The mission has drawn criticism for its failure to protect Sudanese civilians caught in violence along the north-south border and in the south, where conflict has killed nearly 2,400 people this year alone.

The U.N. Security Council on Friday unanimously approved a new peacekeeping force for South Sudan, authorizing the deployment of up to 7,000 military personnel and 900 international police, plus an unspecified number of U.N. civilian staff including human rights experts.

The Obama administration has devoted considerable time to ensuring the fragile peace deal holds.

With the raising of South Sudan's flag in the world's newest capital, Juba, the international community may breathe a collective sigh of relief that independence has been reached. Al-Bashir has pledged to accept losing about one-third of his country's territory, an area that contains valuable oil fields.

But relations between the two already are looking bleak, with hostilities raging between northern troops and southern-allied forces in a northern border state, a tense stalemate over another disputed border zone, and a breakdown in negotiations this week over the future of Sudan's oil industry.

While South Sudan is now expected to control of more than 75 percent of what was Sudan's daily oil production, it has no refineries and southern oil must flow through the north's pipelines to reach market.

North-south negotiations under way in the Ethiopian capital this week broke down over disputes between the two sides over how to resolve the ongoing crisis in the Nuba Mountains region in northern Sudan, where black Africans from the Nuba tribe have taken to caves to take shelter from aerial bombing by the northern army in the past month.

Western diplomats say hostilities in that area have stymied efforts to resolve other critical outstanding issues between the governments. Princeton Lyman, the U.S. envoy to Sudan, said Friday that relations between the south and north will be "strained and a little rocky."

"I don't expect that these countries are going to love each other but I do think they are bound up in each other," he said, citing the dependence north and south have on each other for trade and especially oil, which is the lifeblood of the economies of both governments.

Oil has been a major sticking point at the negotiating table, and tensions worsened after the northern army's seizure of the disputed zone of Abyei in May.

Despite calls from the Security Council and others to remove its troops from Abyei after they displaced about 100,000 residents, the Sudanese Armed Forces continue to occupy the Texas-sized territory.

The 1,300-mile (2,100-kilometer) border is disputed in five areas, several of which are being illegally occupied by either northern or southern troops.

"Everyone is for peace in and between Sudan and South Sudan," said John Prendergast, founder of the Washington-based Enough Project.

"It is clear that as long as the government of Sudan can without consequence militarily occupy Abyei, bomb the Nuba Mountains, continue military operations in Darfur, and support militias in southern Sudan, then there will be no peace," said Prendergast, who urged the U.S. government to work with allies to create "significant costs for ongoing human rights abuses and broken agreements."



For NDTV Updates,

Read more at: http://www.ndtv.com/article/world/south-sudan-becomes-worlds-newest-nation-117922?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed%3A+ndtv%2FTqgX+%28NDTV+News+-+World%29&cp

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Συμβουλές από την ...απέναντι πλευρά του Αιγαίου

Ο ήλιος, τα πλοία και η θάλασσα θα βοηθήσουν στην αναστροφή του κλίματος στην οικονομική κρτίση της Ελλάδας τονίζει σε άρθρο του στους Financial Times, o πρώην υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας, Κεμάλ Ντερβίς.
Στους τομείς που πρέπει να επικεντρωθεί η αναπτυξιακή στρατηγική της Ελλάδας αναφέρεται με άρθρο του στην εφημερίδα Financial Times ο Κεμάλ Ντερβίς, αντιπρόεδρος του αμερικανικού ιδρύματος πολιτικής Brookings και υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης της, το 2001.

Στο άρθρο, με τίτλο: «Η θάλασσα, τα πλοία και ο ήλιος μπορούν να οδηγήσουν στην ανάκαμψη της Ελλάδας» ο Ντερβίς σημειώνει ότι η Ελλάδα και οι εταίροι της πρέπει να διαθέσουν για το σχεδιασμό μίας βραχυπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης αναπτυξιακής στρατηγικής τον ίδιο χρόνο και σκέψη με την ανάλυση για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους της χώρας.

Διότι, σημειώνει,χωρίς ανάπτυξη, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ μπορεί να συνεχίσει να αυξάνεται, ακόμη και αν το χρέος που είναι στον αριθμητή μειώνεται.

Επιπλέον,προσθέτει, ότι χωρίς τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, το συνολικό ελληνικό πρόγραμμα δεν θα είναι
κοινωνικά βιώσιμο, ανεξάρτητα από την εξέλιξη του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ.

Όσον αφορά τη βραχυπρόθεσμη στρατηγική για την ανάπτυξη, ο ίδιος αναφέρει ότι κάθε φορολογικό μέτρο και κάθε μέτρο στο σκέλος των δαπανών πρέπει να αναλύεται σε σχέση με την επίπτωση που έχει στην ανάπτυξη.

 Αυτό δεν σημαίνει τονίζει ότι δεν υπάρχει ανάγκη αύξησης των εσόδων του προϋπολογισμού,ούτε ότι είναι η ώρα για γενικευμένες φορολογικές μειώσεις, όπως υποστηρίζει η αντιπολίτευση.

Η Ελλάδα, προσθέτει, πρέπει να επιτύχει σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο θα τη φέρει σε ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση έναντι των ξένων πιστωτών της.

Η ενίσχυση των δεξιοτήτων και της εκπαίδευσης των εργαζομένων, η βελτίωση των υφιστάμενων υποδομών, η μείωση του κόστους για την απασχόληση, φορολογικές αυξήσεις σε πολυτελή κατανάλωση σε συνδυασμό με φορολογικά κίνητρα για τις
προσλήψεις και η έξυπνη στόχευση των κοινωνικών δαπανών είναι μέτρα που μπορούν να κάνουν το πακέτο πολιτικής όσο είναι δυνατό πιο φιλικό στην ανάπτυξη.

Η ελληνική κυβέρνηση, αναφέρει ο Ντερβίς, έχει ήδη πάρει μέτρα για την καλύτερη στόχευση των κοινωνικών δαπανών και εξετάζει πολλές από τις παραπάνω δυνατότητες, αλλά όπως αναφέρει το σχεδόν αποκλειστικό επίκεντρο των εταίρων της
Ελλάδας ήταν η λήψη φορολογικών μέτρων και μέτρων μείωσης των δαπανών, χωρίς να εξετάζουν ταυτόχρονα την επίπτωσή τους στην ανάπτυξη.

Ο Ντερβίς αναφέρει ότι η στήριξη στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μπορεί να έρθει μέσω πρόσθετων κοινοτικών πόρων και μέσω της ανακατανομής και εμπροσθοβαρούς χρήσης των διαθέσιμων κοινοτικών πόρων, με τους οποίους πρέπει να χρηματοδοτηθεί ένα πρόγραμμα ενίσχυσης της απασχόλησης και των υποδομών.

Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ο ίδιος σημειώνει ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας - που είναι μία χώρα υψηλού εισοδήματος και μέλος της ΕΕ, παρά τις σημερινές δυσκολίες της - δεν μπορεί να βασισθεί στο να γίνει κόμβος παραγωγής απλών βιομηχανικών προϊόντων με χαμηλούς μισθούς.

Κεντρικό ρόλο και στη μελλοντική ανάπτυξη θα έχει ο τουρισμός υψηλής ποιότητας που θα συμπληρώνεται από περισσότερες πολιτιστικές δραστηριότητες, παραθεριστικές κοινότητες για τους κατοίκους της Βόρειας Ευρώπης και υψηλού επιπέδου ιατρικές υπηρεσίες σε πλεονεκτικό κόστος.

Σημαντικός θα είναι για την ανάπτυξη και ο αγροτικός τομέας με υψηλή προστιθέμενη αξία, ενώ θα πρέπει να γίνουν κινήσεις από την Ελλάδα, ώστε να περισσότερα έσοδα από τη ναυτιλία να εισρέουν στην ελληνική οικονομία.

Επίσης, η Ελλάδα πρέπει να βρει τμήματα σε τομείς υψηλής τεχνολογίας, όπου θα μπορέσει να συμμετέχει.

 Τέλος, μεγάλη πηγή ανάπτυξης μπορεί να καταστεί το δυναμικό της χώρας σε αιολική και ηλιακή ενέργεια καθώς και οι πράσινες τεχνολογίες.
Source : TA NEA

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Arbitrage : Η στρατηγική αυτών που κερδίζουν από την ελληνική κρίση

Κατ' αρχάς να δώσουμε τον ορισμό της λέξης και ένα επίκαιρο παράδειγμα λειτουργίας της.  Το arbitrage είναι μια χρηματοοικονομική ορολογία που έχει εφαρμογή και στο στοίχημα. Arbitrage σημαίνει σίγουρος κέρδος χωρίς κανένα απολύτως ρίσκο, σε αντίθεση με το trading όπου ρισκάρει κανείς στο ποια θα είναι η τάση της αγοράς. Πως προκύπτει αυτό το κέρδος χωρίς ρίσκο; Μα από τις διαφορές στις αποδόσεις ανάμεσα σε δύο ή παραπάνω εταιρίες; Αν π.χ. παίζει Ολυμπιακός - Εφές Πίλσεν και μία εταιρία δίνει το παιχνίδι 1.70 - 2.05 ενώ μία άλλη 2.10 - 1.65, τότε όπως γίνεται αντιληπτό με το 2.05 της πρώτης και το 2.10 της δεύτερης έχουμε σίγουρο κέρδος. Φυσικά για να βγάλει κανείς καλά χρήματα με τη μέθοδο του arbitrage, θα πρέπει να είναι γρήγορος και να τα προλαβαίνει πριν διορθωθεί η αγορά, να επενδύει αρκετά χρήματα (αφού π.χ. ένα σίγουρο 3% θεωρείται πολύ καλό σαν arbitrage, οπότε πρέπει να ποντάρει κανείς 10.000 ευρώ για να βγάλει 300 ή έστω 1.000 για να βγάλει 30 ευρώ). Το τελευταίο γεγονός έχει και άλλη μία παράμετρο. Πρέπει ο παίκτης να μπορεί να ποντάρει τα ανάλογα ποσά και στα δύο σημεία και φυσικά πρέπει να υπολογίσει και τα έξοδα που προκύπτουν από το στοίχημα (π.χ. προμήθειες, έξοδα κατάθεσης ή ανάληψης κλπ).
Η ανάλυση που ακολουθεί είναι στα αγγλικά από καθηγητή του Harvard School of Economics. Η επιτυχία της στρατηγικής του arbitrage, όσον αφορά την ελληνική κρίση, οφείλεται στην δομή της ελληνικής οικονομίας όπως διαμορφώθηκε από την δεκαετία του '70.
What made both the Greek fiscal crisis  possible? Not overconfident or overleveraged financial institutions, not underregulated or underpriced risk, not irrational or irresponsible investors. The problem was the limits of arbitrage. Until we understand that, we won't prevent the next crisis.
Arbitrage is the lynchpin of the self-regulating market. When an asset's price moves away from what it should be, arbitrageurs make money betting that the gap will close. George Soros's bet against the British pound in 1992, when he made a billion dollars in one day by shorting the currency, was the most famous example of this until John Paulson's megabets on credit default swaps in 2007-08 netted him three times as much.
We shouldn't be talking about Paulson's bet in 2007 against the U.S. economy; we should be talking about someone who made a hundred million dollars in 2004 by seeing the problems in subprime mortgages. We shouldn't be talking about riots in Athens in 2010; we should be talking about rates on Greece's debt spiking in the early 2000s when its fiscal situation began deteriorating.
But arbitrage cannot always do its job. It's hard to bet against a mispricing for a long time or at a large scale, because arbitrageurs are individuals investing other people's money. A strategy that ends up paying huge returns can be a failure for years before that, so its investors retrench. Even if a few intrepid souls are willing to take the risk, their investment will usually be too small to affect prices. It took many years for the US housing bubble to pop, and along the way many arbitrageurs lost their shirts by being too smart. They saw the bubble too early and were unable to hang on for the full ride. That is a particular danger when the possibility of public bailouts prolongs the mispricing, as in both the US financial crisis and Greece's debt crisis. Finally, arbitrage is powerless against falsified data. When Greece reported lower deficits than it incurred, arbitrageurs didn't even know they should be betting against Greek debt.
We knew about the limits of arbitrage long before either of these crises. In 1997, economists Andrei Shleifer and Robert W. Vishny laid it all out in the Journal of Finance. We could (and should) have known that betting against the US housing market would be a difficult arbitrage, and that we'd see little betting against a country falsifying its data to meet the fiscal and monetary "convergence criteria" required for adoption of the euro.
I see three key lessons from the recent crises:
1. The limits of arbitrage handicap the entire apparatus of self-correcting markets. Our faith in the market is not misplaced — arbitrage eventually did correct both mispricings. But it took a long time, and the damage was greater because of the delay.
2. Governments ought to be wary of going too far when limiting the reach of arbitrage. Explicit limits on short-selling, bailouts that prop up asset prices, and restrictions on derivative instruments that target a particular investment all have this effect. Instead, a top priority must be transparency. In the case of Greece, this would mean increased oversight and public analysis of EU members' fiscal balances.
3. Some limits to arbitrage are unavoidable, so the best policymakers can do is reduce the economy's vulnerability to those limits. That fact gives some justification to restricting the size of systemically important financial institutions. It also helps explain why the EU is tightening its fiscal convergence criteria following the crisis in Greece, hoping that a more closely watched and strictly limited Greek public sector will pose less risk to the rest of Europe. In both cases, regulators would be capping the size of the damage that can result from persistent mispricing. For the sake of the EU and the world economy, it's important that this chapter in Greek — and perhaps, world — history be one of a kind.
HBS assistant professor Matthew Weinzierl is an economist who teaches the course Business, Government and the International Economy in Harvard Business School's required first-year MBA curriculum.

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Είναι σε θέση η Τουρκία να αναλάβει με ασφάλεια το έργο του «διαμετακομιστή ενέργειας»;

Η Ευρώπη κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να μείνει χωρίς ενέργεια εμπιστευόμενη την "Λύση Τουρκία".
Και όχι μόνον όταν ξεσπάσει ο (όποιος) πόλεμος του όποιου αντίπαλου με την Τουρκία.
Αυτή επιπροσθέτως είναι μια "κόκκινη γραμμή" που επ' ουδενί δεν πρέπει να περάσει η Ελληνική ενεργειακή πολιτική.
Όσες «πιέσεις» και αν δεχτεί από ΗΠΑ και ΕΕ, είναι εγκληματικό για το μέλλον των παιδιών της Ελλάδας να στηριχτεί σε ένα Τουρκικό ενεργειακό δίκτυο που (εκτός του ότι θα «ανοίγει» και θα «κλείνει» κατά τις εκάστοτε γνωστές «εκβιαστικές βουλές» Αγγλοαμερικάνων και Τούρκων), επιπροσθέτως είναι ολοφάνερα υποψήφιο για ολοκληρωτική καταστροφή ως υπ' αριθμ. 1 πολεμικός στόχος στο μέλλον.
Παρέχει τάχα τα διεθνή γεωπολιτικά εχέγγυα που θα προσφέρουν την «απόλυτη ασφάλεια» στο Τουρκικό Δίκτυο Αγωγών;
Είναι σε θέση η Τουρκία να αναλάβει με ασφάλεια το έργο του «διαμετακομιστή ενέργειας»;

Εδώ οι Νιγηριανοί αντάρτες, ναι, αυτοί οι «άγριοι», οι πάμφτωχοι, οι «μη σύγχρονα εξοπλισμένοι», ουσιαστικά «μόνοι τους», κατορθώνουν κάθε τρεις και λίγο να χτυπούν καίρια τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις των ξένων εταιρειών μαζί και το δίκτυο αγωγών μεταφοράς πετρελαίου και αερίου. Αυτό αποτελεί την κυριότερη τακτική ανταρτοπολέμου που χρησιμοποιούν.
Γιατί άραγε;
Διότι πολύ απλά αυτή είναι η πιο πρόσφορη Τακτική.
Πόσες χώρες στον κόσμο έχουν τάχα τη δυνατότητα να φυλάξουν αποτελεσματικά χιλιάδες χιλιόμετρα αγωγών;
Ούτε καν η φήμη των Δυτικών πετρελαϊκών εταιρειών κατόρθωσε κάτι τέτοιο. Αυτό τουλάχιστον αποδεικνύει χρόνια τώρα στην πράξη το Δέλτα του Νίγηρα.
Η «Περίπτωση Νιγηρία» αποτελεί την «ιδανική γεωστρατηγική προσομοίωση» του τι μπορεί να  συμβεί στο μέλλον στην Τουρκία.
Το «παράδοξο» είναι που δεν το βλέπουν οι Ευρωατλαντικοί πάτρωνές της.
Η Τουρκία με τον ιστορικά αιμοσταγή επεκτατισμό και επιθετικότητά της κατόρθωσε να έχει πολεμικές σχέσεις μίσους όχι μόνον με τους γείτονές της (κοντινούς και μακρινούς) αλλά και με τις μειονότητές της.
Παρ’ όλα αυτά διεκδικεί τη μερίδα του λέοντος στην μεταφορά της ενέργειας από τον Καύκασο στη Δύση.
Και μάλιστα με την «ενισχυτική προώθηση» των ευρωατλαντικών της προστατών. Κυρίως δε, των Αγγλοαμερικάνων.
Και καλά για την Τουρκία. Είναι εξαιρετικά σημαντικό για την «Ασφάλειά» της να επιτύχει κάτι τέτοιο, γιατί κατόπιν οι Δυτικοί θα αναγκαστούν να προστατεύουν ακόμη πιο πολύ την Τουρκία εφόσον έτσι θα προστατεύουν τους «ενεργειακούς αγωγούς», δηλαδή, τα «συμφέροντά» τους.
Για την Τουρκία είναι κάτι σαν έξτρα «ασφαλιστήριο συμβόλαιο» ζωής. Εκτός όλα τα άλλα «πολύτιμα» που θα της προσφέρει ως «ποικίλους πόρους και κεφάλαιο».
Οι Δυτικοί όμως, πχ αυτή η περιβόητη πολύπειρη Αγγλική Εξωτερική Πολιτική, αλλά και η οψίμως ικανότατη Αμερικανική, δεν βλέπουν πως υποθηκεύουν ξεκάθαρα το ενεργειακό μέλλον της Ευρώπης με αυτό τον τρόπο;
Κι έστω, οι ΗΠΑ το βλέπουν αλλά επιθυμούν μονίμως να έχει η Ευρώπη  προβλήματα «Ασφάλειας» για να έχει την «ανάγκη» τους.
Η Ευρώπη όμως, η οποία είναι αυτή που θα υποστεί τα ενεργειακά πάνδεινα στο μέλλον εάν τώρα κάνει λάθος στρατηγικές επιλογές, δεν βλέπει «τι πρόκειται να γίνει»;
Τόσο τυφλωμένη είναι εντέλει από το μικρόπνοο όνειρο της  δήθεν μεγάλης Τουρκικής αγοράς των 100 εκ. καταναλωτών, που είναι πρόθυμη να πληρώσει με μια εκτεταμένη πανευρωπαϊκή καταστροφή την απληστία λίγων χιλιάδων ευρωπαίων επιχειρηματιών;
Μιλώντας ωμά, η Τουρκία έχει τόσους εχθρούς που το «Δίκτυο Αγωγών» της αντικειμενικά να θεωρείται ο υπ’ αριθμόν ένα στρατηγικός στόχος και δη στο άμεσο μέλλον.
Και μπορεί οι Κούρδοι να έχουν ως πρώτιστη ανάγκη την «αμέριστη υποστήριξη» των ΗΠΑ και της Δύσης προκειμένου να εδραιωθεί η νεοσύστατη κρατική οντότητά τους – γι’ αυτό και δε χτυπούν τους Τουρκικούς αγωγούς – αλλά με την διαρκώς αυξανόμενη Τουρκική επιθετικότητα και επεκτατικότητα, είναι θέμα χρόνου να σχηματισθεί μια «Αντιτουρκική Διεθνής».
Source : aegeanhawk.blogspot