Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Τα αίτια του ελλείματος εθνικής στρατηγικής

Π. Ήφαιστος, Διεθνείς Σχέσεις–Στρατηγικές Σπουδές, Πανεπιστήμιο Πειραιώς www.ifestosedu.gr

«Το μεταπολεμικό διεθνές σύστημα: Σταθερά και μεταβλητά κριτήρια του κυπριακού ζητήματος πριν και μετά το 1974 και τα αίτια του ελλείματος εθνικής στρατηγικής»



Με διαχρονικά και οικουμενικά κριτήρια ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας της Κύπρου την δεκαετία του 1950 αποτέλεσε μια γνήσια αξίωση ελευθερίας. Ήταν ο επιπλέον το τελευταίος ελληνικός αγώνας ελευθερίας, ανεξαρτησίας και αυτοδιάθεσης. Και επειδή σε ένα διεθνές σύστημα πλήρες αιτιών πολέμου και κυρίως πλήρες ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος, η ανεξαρτησία για κάθε κοινωνία ακόμη και όταν την κερδίσει απαιτείται να αγωνίζεται άγρυπνα και αδιάλειπτα για να την διασφαλίζει. Για πολλούς στην Ελλάδα και στην Κύπρο αν και αυτό είναι αναγκαιότητα δεν είναι αυτονόητα δεδομένο.

Βασική θέση που υιοθετούμε είναι ότι υπό τις συνθήκες των δύο πρώτων ρευστών δεκαετιών της μεταπολεμικής περιόδου υπήρχαν οι προϋποθέσεις ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα οι σκοποί του οποίου αν υπήρχε μια ελληνική Υψηλή Στρατηγική θα μπορούσαν να είχαν εκπληρωθεί. Εν τούτοις, από το 1945 μέχρι σήμερα το νεοελληνικό κράτος, σ’ αντίθεση με την Βρετανία και Τουρκία, ποτέ δεν διέθετε μια εθνική υψηλή στρατηγική.



Μια εθνική στρατηγική απαιτεί προϋποθέσεις. Ας αναφέρουμε μερικές από αυτές τις προϋποθέσεις:

Πρώτον, γρανιτένια και αδιατάραχτη προσκόλληση στο εθνικό συμφέρον, στις εθνικές μας κοσμοθεωρίες, στην ασυμβίβαστη υπεράσπιση ακόμη και της τελευταίας ίντζας της εθνικής επικράτειας που προσφέρει η διεθνής νομιμότητα, απόκτηση επαρκούς αποτρεπτικής ισχύος και αυτοθυσία αν κινδυνεύσει η εθνική ανεξαρτησία.

Δεύτερον, σωστή γνώση της φυσιογνωμίας, του χαρακτήρα και των λειτουργιών του διεθνούς συστήματος, βαθειά γνώση του άμεσου στρατηγικού περιβάλλοντος, των άλλων στρατηγικών περιβαλλόντων ιδιαίτερα του πεδίου της ηγεμονικής διαπάλης, των πολλών επιπέδων, στρωμάτων και ρευστών στρατηγικών κριτηρίων και παραγόντων.

Τρίτον, περίκλειστο σύστημα λήψης αποφάσεων που περιφρουρεί τους πολιτειακούς φορείς από έξωθεν διαβρώσεις και υπονομεύσεις, προσδιορισμό του εθνικού συμφέροντος και των ιεραρχήσεών τους, διαρκής σφυρηλάτηση κρίσιμης και δημοκρατικά νομιμοποιημένης πολιτικής συνοχής και συναίνεσης στα πεδία των έσχατων λογικών του εθνικού συμφέροντος και αταλάντευτος αγώνας εκπλήρωσής του.

Τέταρτον, μιλώντας λογικά, ορθολογιστικά και εξ ανάγκης ασυμβίβαστα, διεθνισμός και εθνοκράτος ως θεσμός ελευθερίας είναι έννοιες και παραδοχές ασύμβατες. Ο διεθνισμός κάθε απόχρωσης και κάθε εκδοχής αντιβαίνει στην ελεύθερη εθνική ύπαρξη, θρέφει την εξάρτηση, υπονομεύει το εθνικό συμφέρον και αντιβαίνει στα θέσφατα της υπέρτατης και έσχατης κοσμοθεωρίας της εθνικής ανεξαρτησίας. Εξ αντικειμένου, τα διεθνιστικά και κοσμοπολίτικα ιδεολογήματα αποτελούν θανατηφόρο δηλητήριο κατά του κράτους και κατά της εθνικής ανεξαρτησίας, δηλαδή της ελευθερίας της κοινωνίας και εξ αντικειμένου λειτουργούν ανασταλτικά και αναιρετικά κατά κάθε αξίωσης συγκρότησης εθνικής στρατηγικής. Αν λόγω συνήθειας και καθιερωμένων συμβατικών όρων κάποιοι νοιώθουν την ανάγκη να ταυτίζονται με κάποιο διεθνισμό, ας κατανοήσουν ότι αυτό μπορεί να σημαίνει μόνο αγάπη προς την πατρίδα, την δημοκρατία, την ελευθερία και την ειρήνη με όρους διασφάλισης της εθνικής ανεξαρτησίας. Εγγενώς έτσι ήταν πάντα ο κόσμος, έτσι είναι και έτσι πάντα θα είναι.

Πέμπτον, μια ευρεία και βαθειά κοινωνική συναίνεση για την εθνική στρατηγική ως έσχατη και υπέρτατη κοσμοθεωρητική παραδοχή είναι μια εξίσου σημαντική προϋπόθεση εθνικής στρατηγικής. Η εθνική ανεξαρτησία για όλες τις κοινωνίες είναι η ελευθερία τους, δηλαδή, ότι πιο πολύτιμο διαθέτουν. Όποιος απορεί για τα αίτια μπορεί να μάθει πολλά διαβάζοντας τα ποιήματα του 16χρονου Ευαγόρα Παλληκαρίδη, κατανοώντας, επίσης, τους βαθύτερους αιτιώδεις λόγους για τους οποίους ο αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος και η κυπριακή κοινωνία, το 2004 είπαν ένα ουρανομήκη ΟΧΙ στην υποδούλωσή τους. Κάποιοι βέβαια, δυστυχώς ακαδημαϊκοί φορείς, με πολύ αρνητικά πρόσημα θεώρησαν σωστό να χαρακτηρίζουν τον Τάσσο Παπαδόπουλο ως «απορριπτικό» γιατί απόρριπτε την κατάργηση της ελευθερίας των κυπρίων. Τιμητικός θα έλεγα τίτλος, εν τέλει.



Είναι αναγκαίο να επιμείνω λίγο ακόμη για την παραδοχή της εθνικής ανεξαρτησίας. Και αυτό αντίθετα με την συμβατική σοφία, δεν αποτελεί κάποια αξιολογική ιδεολογική στάση.

Πρώτον, η κοσμοθεωρητική παραδοχή της εθνικής ανεξαρτησίας ή του «ιδεώδους της εθνικής ανεξαρτησίας» όπως ονομαζόταν στην κλασική εποχή, είναι πνευματικά σύμφυτη με την ύπαρξη μιας ανθρωπολογικά περιεκτικής και γι’ αυτό βιώσιμης κοινωνικής οντότητας.

Δεύτερον, η εθνική ανεξαρτησία αποτελεί τον υπέρτατο σκοπό της εθνικής στρατηγικής. Επειδή όπως λέμε η στρατηγική είναι η συνάρτηση των μέσων με τους σκοπούς για να την εκπλήρωση του τελευταίου χωρίς υπέρτατο πνευματικό σκοπό μια εθνική στρατηγική προγραμματικά είναι κενή περιεχομένου, δηλαδή προγραμματικά ανύπαρκτη.

Εξ ου και το προηγηθέν επιχείρημα ότι ανεξαρτήτως χρώματος ή απόχρωσης επειδή ο διεθνισμός θεωρεί το έθνος και το εθνοκράτος αναλώσιμα και περιττά, περιττή είναι και η εθνική στρατηγική, γεγονός που οδηγεί τους διεθνιστές να συντάσσονται και να συμπράττουν με τα εκάστοτε διεθνιστικά μεταμφιεσμένα δόγματα των καθ’ έκαστη συγκυρία ηγεμονικών αξιώσεων.

Η εθνική ανεξαρτησία είναι υπέρτατη νομική, πολιτική, πνευματική και κοσμοθεωρητική παραδοχή διαχρονικά πανηγυρικά οικουμενικά επικυρωμένη. Πάνω σ’ αυτή εξάλλου εδράζονται οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου. Πνευματικές ή φιλοσοφικές ρωγμές λογικά δεν είναι επιτρεπτές και αν υπάρχουν ροκανίζουν τόσο την εθνική στρατηγική όσο και την εθνική ανεξαρτησία. Όταν οι κοινωνίες δεν την έχουν παλεύουν να την αποκτήσουν και όταν την αποκτήσουν είναι προ το συμφέρον τους να την διαφυλάττουν με όλα τα μέσα και με όποια θυσία και αν χρειαστεί. Για την εθνική ανεξαρτησία έγινε και ο κυπριακός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας.

Συμβουλή να αφήσεις το εθνοκράτος σου για να αγωνιστείς για την ενοποίηση του πλανήτη οποιουδήποτε είδους ή απόχρωσης, αποτελεί συνταγή κατακρημνίσματος. Από καιρό, αντί χάραξης μιας εθνικής στρατηγικής άξιας των προσδοκιών μας που εκπληρώνει τους εφικτούς εθνικούς σκοπούς κάθε συγκυρίας, έχουμε ένα νεφελώδες φάσμα εκλογικεύσεων περί «χαμένων ευκαιριών» το οποίο υπερίπταται πάνω από τα κεφάλια μας προκαλώντας σύγχυση και αποπροσανατολισμό.

Πολιτική και επιστημονική ύβρις και επωδός έπονται όταν κάθε φορά ο προτεινόμενος εθνικός θάνατος μεταμφιέζεται ως υποψήφια χαμένη ευκαιρία. Αντί να ερμηνεύσουμε σωστά τα αίτια των λαθών του παρελθόντος τα οποία εμπόδισαν την επίτευξη των εφικτών σκοπών έχουμε ποταμούς ανορθολογικής πολιτικής σκέψης που συνοδεύονται με κάλεσμα για ευθανασία.

Σ’ αυτές τις αδιέξοδες συζητήσεις περί χαμένων δήθεν ευκαιριών κάθε διαδοχικής συγκυρίας το προγραμματικό ροκάνισμα των θέσεών μας αν και διαφορετικού περιεχομένου μορφικά είναι εν τούτοις πανομοιότυπο: Λανθασμένες εκτιμήσεις για το διεθνές σύστημα, λανθασμένες εκτιμήσεις για τα όρια των δυνατοτήτων των διεθνών θεσμών –οι οποίοι στην διεθνή πολιτική είναι νομοτελειακά εξαρτημένες μεταβλητές της ισχύος–, λανθασμένες εσχατολογικές διεθνιστικές ή κοσμοπολίτικες αφέλειες και ηγεμονικές εκλογικεύσεις για τον επικείμενο θάνατο του κράτους και την έλευση του ενός ή άλλου διεθνιστικού ή κοσμοπολίτικου πλανητικού παραδείσου.

Τέτοιοι ανορθολογισμοί ήδη μας προκάλεσαν γιγαντιαίες ζημιές στην Ελλάδα και στην Κύπρο επειδή η διπλωματία μας σε διαδοχικές κομβικές στιγμές στηρίχθηκε πάνω στην ακραία λανθασμένη υπόθεση πως αντί ισορροπίας με κάθε φίλο ή αντίπαλο τα διακρατικά προβλήματα θα αντιμετωπιστούν, δήθεν, με αισθητικά κριτήρια και διαπροσωπικές σχέσεις. Προσεγγίσεις μάλιστα που σε όλες τις φάσεις που εξετάζουμε, ιδιαίτερα τις δύο τελευταίες δεκαετίες, είναι εμπλουτισμένες με άφθονη προπαγάνδα και λαϊκίστικο κτίσιμο προσδοκιών, ψευτοδιλήμματα πόλεμος ή ειρήνη και καλλιέργεια ευσεβών πόθων και ψευδαισθήσεων.



Πολλοί συχνά αμφισβητούν την σκοπιμότητα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των κυπρίων. Σφάλλουν βαθύτατα. Μπορούμε κάλλιστα να ισχυριστούμε ότι θα μπορούσε να γίνει καλύτερη πολιτική διαχείρισή του ή να είχαμε σχεδιάσει μια στρατηγική καλύτερης σύνδεσης εναλλακτικών βαθμίδων ένοπλου αγώνα με τους διπλωματικούς χειρισμούς. Αυτό όμως είναι ένα ζήτημα και άλλο να ειπωθεί η ανιστόρητη θέση ότι ο αγώνας ήταν περιττός ή αχρείαστος.

Το κριτήριο της νομιμοποίησης μιας πολιτικής πράξης στην διεθνή πολιτική ενέχει μεγάλη σημασία και στην ιστορική συγκυρία που έγινε ο κυπριακός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας η νομιμοποίησή του ήταν άφθονη.

Το ερώτημα όπως υπαινιχθήκαμε μόλις είναι εάν έτυχε σωστής διπλωματικής διαχείρισης και αν όχι γιατί;

Η αξίωση αυτοδιάθεσης των κυπρίων τον 20ό αιώνα ήταν υπαρξιακού χαρακτήρα, θεμελιώδης, αναπόφευκτη και για αντικειμενικούς ιστορικούς λόγους εντός εφικτών ορίων. Επιτυχία απαιτούσε μεγιστοποίηση των νομικών, πολιτικών, κοσμοθεωρητικών και διεθνοπολιτικών ερεισμάτων που διαθέταμε στην μεταπολεμική συγκυρία.

Το κύμα των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων δεν είναι ο μόνος παράγων που νομιμοποιούσε ένα αγώνα ελευθερίας στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο 19οςαιώνας και οι αρχές του 20ού αιώνα ήταν επίσης η φάση εκπνοής της αποικιακής εποχής και η αφετηρία του σύγχρονου πλανητικού εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος.

Μπορεί αναρίθμητοι έλληνες και όχι μόνον να παρασύρθηκαν στην διεθνιστική και κοσμοπολίτικη ρητορεία του τεχνητού, επίπλαστου και κίβδηλου Ψυχρού Πολέμου όταν οι εκατέρωθεν ηγεμονικές δυνάμεις μεταμφίεσαν τα συμφέροντά τους με ψεύτικα κοσμοϊστορικά σχέδια, πλην η ιστορική εξέλιξη αν και με σκαμπανευάσματα συνεχίστηκε. Απλά, αν και εντυπωσιακός και καταστροφικός, ο Ψυχρός Πόλεμος αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του των διενιστικοϋλιστικών δογμάτων και των ηγεμονισμών που αφετηρία είχαν τον 17ο αιώνα και που συμβολικά εξέπνευσαν το 1990. Πολλοί βέβαια λόγω κεκτημένης ταχύτητας ακόμη τον βιώνουν.

Η καταστροφική πορεία της ανθρωπότητας που άρχισε με την πτώση της Βυζαντινής Οικουμένης και στην συνέχεια την έλευση των υλιστικών δογμάτων οδήγησε εν μέσω αντιφάσεων και καταστροφών στην αποικιοκρατία, στον ηγεμονισμό και στην μεταβατική επίφαση του Ψυχρού Πολέμου που τερματίστηκε το 1990. Τον 20ο αιώνα και πολύ περισσότερο στις απαρχές του 21ου αιώνα η εθνική ανθρωπολογία εισέρευσε ξανά ορμητικά ως ο διαμορφωτικός παράγων του πολιτικού γίγνεσθαι.

Αυτή η αλλαγή παραδείγματος αφορά τα εννέα τουλάχιστον δέκατα των ανθρώπων του πλανήτη αν όχι το σύνολο, αν συμπεριλάβουμε τα έθνη της Δύσης οι κοινωνίες των οποίων μάλλον κινούνται και αυτές ερήμην των ταρακουνημένων και αποτυχημένων πολιτικών και διανοητικών ελίτ. Η τάση είναι πανίσχυρη. Αφήνοντας κάποια πολιτικά και πνευματικά ελίτ να αναμασούν δόγματα παρωχημένων φιλελεύθερων και μαρξιστικών υλισμών ή φασιστικών κολεκτιβισμών, οι άνθρωποι στο επίπεδο των κοινωνικών οντοτήτων διαρκώς συγκροτούνται πολιτικά σύμφωνα με την ιστορικά διαμορφωμένη εθνική ανθρωπολογική τους υπόσταση.

Όποιος απορεί για τα αίτια, επαναλαμβάνω, μπορεί να μάθει πολλά διαβάζοντας τα ποιήματα του 16χρονου Ευαγόρα Παλληκαρίδη και κατανοώντας το ΟΧΙ των κυπρίων κατά της υποδούλωσής τους το 2004.

Οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες διαμόρφωσαν την πρώτη μεγάλη μετά-αποικιακή καταστατική δομή: Συνέτειναν στην νομικοθεσμική και κοσμοθεωρητική επικύρωση μιας οντολογικής πλέον πραγματικότητας που αναδείκνυε το εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα που εδράζεται πάνω στις κοινή για όλες τις κοινωνίες, υψηλή κοσμοθεωρητική αρχή της Εθνικής Ανεξαρτησίας ως μετά-Αποικιακού τρόπου ζωής. Νομικοπολιτικά αυτό ενσαρκώνουν και οι Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου.

Συνοψίζοντας αυτή την καίρια πτυχή τονίζουμε ότι η πριν το 1974 φάση αποτελείτο από δύο μεταβατικές εποχές και η Κύπρος πάτησε μέσα σε αμφότερες: Η πρώτη μεταβατική εποχή ήταν η φάση των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων που προκάλεσε την γένεση δύο εκατοντάδων ανεξάρτητων κρατών. Η δεύτερη μεταβατική εποχή αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εγκλώβισε τα κράτη αυτά αλλά και όλο τον πλανήτη μέσα στον εξίσου μεταβατικό Ψυχρό Πόλεμο κατά την διάρκεια του οποίου διεξάχθηκε η επίπλαστη δήθεν ιδεολογική διαπάλη Ανατολής-Δύσης.

Οι έλληνες της Κύπρου με την σύμπνοια των ελλήνων της μητροπολιτικής Ελλάδας –και ανεξαρτήτως αδυναμιών της τελευταίας στο επίπεδο της πολιτικής διακυβέρνησης– ήταν σωστό και ιστορικά αναπόδραστο να διεκδικήσουν αυτοδιάθεση πριν ή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και όπως γνωρίζουμε αυτό έκαναν.

Κύριος ανασταλτικός παράγοντας που σχεδόν προγραμματικά προδίκασε την αποτυχία αυτής της αναπόδραστης αξίωσης ελευθερίας ήταν το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία ήταν το πρώτο μεγάλο θύμα του Ψυχρού Πολέμου. Μετά τον άχαρο και αχρείαστο ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, η απορρέουσα εξάρτηση του νεοελληνικού κράτους έθρεψε τα εκατέρωθεν διεθνιστικά σύνδρομα, δίχασε την ελληνική κοινωνία και κατέστησε, βασικά μέχρι και σήμερα ανέφικτη την συγκρότηση μιας εθνικής στρατηγικής που θα δικαίωνε την Κύπρο και θα διασφάλιζε την ελληνική επικράτεια σύμφωνα με τις Συνθήκες και την διεθνή νομιμότητα.

Στην συνέχεια, για αυτούς κυρίως τους λόγους αλλά και εκ του γεγονότος ότι ο Ψυχρός Πόλεμος βάθαινε ολοένα και περισσότερο η εξάρτηση της μητροπολιτικής Ελλάδας περιέπλεξε ακόμη περισσότερο την πολιτική διαχείριση του αγώνα ελευθερίας. Δυνατότητες και ευκαιρίες εκμετάλλευσης των κυμάνσεων του Ψυχρού Πολέμου για να επιτύχει ο αγώνας υπήρχαν πολλές. Στις εισηγήσεις που προηγήθηκαν, για παράδειγμα, καταδείχθηκε ότι ένας εξεζητημένος δυτικός προσανατολισμός κατά την διάρκεια των δεκαετιών του 1950 και 1960 θα μπορούσε να επιτύχει πολλά και ίσως την πλήρη αυτοδιάθεση.

Λόγω των πιο πάνω και πολλών άλλων παραγόντων, το κεκτημένο της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά το 1960 ήταν αρκετά εύθραυστο λόγω ύπουλων διαιρετικών συνταγματικών στοιχείων και η συνεχιζόμενη απουσία στρατηγικής διαχείρισης κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οδήγησε από το την μια αντίφαση στην άλλη και από το ένα αδιέξοδο στο άλλο.

Εξωτερικές εξαρτήσεις, ιδεολογική διάβρωση, πνευματικό ροκάνισμα, λάθη οφειλόμενα σε πάγια ελλείμματα κατανόησης της διεθνούς πολιτικής, έξωθεν υποκινούμενες πολιτικά εγκληματικές στάσεις όπως το πραξικόπημα του 1974 ή η υποστήριξη του εγκληματικού σχεδίου Αναν μας φέρνουν στο σημερινό εξαιρετικά δύσκολο σταυροδρόμι. Εν τούτοις, επειδή Ιδιαίτερα όταν τα ζητήματα που τίθενται είναι ζωής και θανάτου, δημοκρατίας και ελευθερίας, κανείς δεν πρέπει να ξεχνά ότι στην διεθνή πολιτική δεν υπάρχουν ανέφικτοι σκοποί παρά μόνο δύσκολοι στόχοι.



Στην μια πλευρά είναι η πεπατημένη του κατευνασμού. Στην άλλη είναι η επιδίωξη του μόνου εφικτού σκοπού, δηλαδή μιας βιώσιμης λύσης του κυπριακού με γρανιτένια προσκόλληση στις υψηλές αρχές της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας που τις ενσαρκώνει.

Το ζήτημα στην εξωτερική πολιτική δεν είναι το κατά πόσο σε κάθε ιστορική συγκυρία θα περιπίπτουμε σε μοιρολατρία για παρελθούσες δήθεν «χαμένες ευκαιρίες» αλλά το κατά πόσο στην εκάστοτε ιστορική συγκυρία θα επιτυγχάνεται το εφικτό με σωστή διαχείριση όλων των μέσων που διαθέτουμε χωρίς ποτέ να επιτρέπεται να δρασκελίσουμε κόκκινες γραμμές.

Σε κάθε περίπτωση, σε κάθε ιστορική στιγμή το ζητούμενο είναι η εκπλήρωση του μέγιστου εφικτού εθνικού συμφέροντος χρησιμοποιώντας την βέλτιστη υψηλή στρατηγική. Όταν αυτό δεν συμβαίνει μεμφόμαστε την λανθασμένη στρατηγική και όχι τον μέγιστο εφικτό σκοπό που λόγω λαθών και παραλείψεών μας δεν εκπληρώθηκε. Διατυπώνουμε επίσης πορίσματα για το πώς δεν θα επαναληφθούν τα λάθη.



Συμπεραίνω λοιπόν λέγοντας ότι τα προβλήματα της εθνικής στρατηγικής που απαιτεί βέλτιστη χρήση των μέσων που διαθέτουμε για να εκπληρώσουμε τον εφικτό σκοπό της κάθε ιστορικής συγκυρίας, έχουν τρις κύριες διαστάσεις.

Πρώτον, την ευρεία διάδοση διεθνιστικών δογμάτων που διαποτίζουν την ελλαδική και κυπριακή κοινωνία αναιρώντας προγραμματικά κάθε αξίωση χάραξης Υψηλής εθνικής στρατηγικής. Δεύτερον, την συνεπαγόμενη διαχρονικά ξένη εξάρτηση που περιορίζει τόσο την εθνική ανεξαρτησία όσο και την ανεξάρτητη πολιτειακή δράση στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Τρίτον, ιδιαίτερα την ύστερη εποχή, την εκτεταμένη διείσδυση στο πολιτικό, επικοινωνιακό και πνευματικό πεδίο διεθνικών δρώντων οι οποίοι αν και επενεργούν διανεμητικά δεν υπόκεινται στον παραμικρό δημοκρατικό έλεγχο.

Στο εσωτερικό του πιο σκληρού πυρήνα λήψης αποφάσεων, για παράδειγμα, δεν μπορούν να ακούονται τα πιο ανορθολογικά και παράλογα πράγματα και η λόγω επιστημονικής μεταμφίεσης να γίνονται πιστευτά από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία. Αυτό εν τούτοις είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών που διαβρώθηκε όχι μόνο λόγω παρακμής της ακαδημαϊκής πολιτικής σκέψης αλλά λόγω και εκτεταμένης σε όλα τα επίπεδα του ελληνικού πολιτικού και πνευματικού σκηνικού διείσδυσης ενός περίεργου μίγματος πολιτικά και κοινωνικά ανεξέλεγκτων φορέων επιστημονικών τίτλων, ενός ακόμη πιο περίεργου μίγματος διεθνικών δρώντων και λιγότερο ή περισσότερο πονηρών μελών που εκτείνονται από πολυεθνικές επιχειρήσεις και χρηματοοικονομικούς δρώντες μέχρι «πρώην» στελέχη των κυβερνήσεων και των «υπηρεσιών» ξένων κρατών.



Ένας στοιχειώδης ιστορικοπολιτικός απολογισμός της περιόδου 1945 μέχρι 1974 αλλά πανομοιότυπα από το 1974 μέχρι σήμερα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αίτια, αιτιώδεις σχέσεις και αιτιατά συμπλέκονται με ένα τρόπο που δεν είναι καθόλου τυχαίος:

· Δεν είναι τυχαίο ότι έγινε ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα.

· Δεν είναι τυχαίο ότι άβουλα, αμελέτητα, απονενοημένα και προς μεγάλη έκπληξη των Άγγλων, όπως έγραψε ο Μακμίλλαν προσήλθαμε στην τριμερή διάσκεψη το 1955.

· Δεν είναι τυχαίο ότι η κυπριακή αριστερά διαιρέθηκε στον αγώνα ελευθερίας των κυπρίων.

· Δεν είναι τυχαίο ότι ετοιμαζόμενοι για ένα μεγάλο αγώνα ελευθερίας δεν συνεκτιμήσαμε δεόντως τις παραμέτρους του Ψυχρού Πολέμου αλλά και των παραμέτρων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής της δεκαετίας του 1950 και 1960.

· Δεν είναι τυχαίο ότι αλλοπρόσαλλα την ίδια στιγμή που η Κύπρος ήταν κατειλημμένη από δυνάμεις του ΝΑΤΟ αρχές της δεκαετίας του 1960 στραφήκαμε προς την Σοβιετική Ένωση.

· Δεν είναι τυχαίο ότι εύκολα οι αμερικανικές υπηρεσίες διείσδυσαν σε όλο το πολιτικό φάσμα πριν και μετά την ξενόφερτη χούντα του 1967.

· Δεν είναι τυχαίο το ότι στο πλαίσιο μιας αχρείαστα υπερβολικής ταύτισης με τους αδέσμευτους δόθηκε δυσανάλογη σημασία στην ΓΣ του ΟΗΕ.

· Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί τάχθηκαν υπέρ των καταχρηστικών ηγεμονικών επεμβάσεων μετά το 1990 συμβάλλοντας στην αναστάτωση της περιφέρειάς μας και δημιουργώντας προϋποθέσεις διείσδυσης στις δικές μας υποθέσεις.

· Δεν είναι τυχαίο ότι χάσαμε το τραίνο της ΕΕ επειδή την είδαμε διεθνιστικά και όχι όπως είναι, εθνοκρατοκεντρικά.

· Δεν είναι τυχαίο ότι ουκ ολίγοι ακούοντας την έννοια «έθνος» παθαίνουν πνευματική και πολιτική αλλεργία με τα τρόπο που ακυρώνει τα πνευματικά, πολιτικά, πολιτισμικά και στρατηγικά μας ερείσματα.

· Δεν είναι τυχαίο ότι μη κυβερνητικές διεθνικές οργανώσεις καλλιέργησαν την εικόνα ενός ανθόσπαρτου πλανήτη προσανατολίζοντας την Ελλάδα προς τον κρημνό, καταπολεμώντας την πορεία της Κύπρου προς την ΕΕ, αντικρούοντας ή και καταπολεμώντας την πολιτική αξιόπιστης εθνικής αποτρεπτικής στρατηγικής στο Αιγαίο και στην Κύπρο.

· Δεν είναι τυχαίο ότι πείστηκαν οι κυβερνούσες πολιτικές ηγεσίες πως με κατευνασμό και δη στηριζόμενο σε αισθητικές και διαπροσωπικές φιλικές σχέσεις θα αντιμετωπιστεί η τουρκική απειλή.

· Δεν είναι τυχαίο ότι η εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος επιβίωσης με μια υπεύθυνη αποτροπή συχνά εξυβρίστηκε ως εθνικιστική θέση.

· Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί τελικά θεωρήθηκε φυσιολογικό να μιλάμε για νομιμοποίηση των τετελεσμένων στην Κύπρο και απάρνηση άσκησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων που προσφέρει η διεθνής νομιμότητα στο Αιγαίο και στην Λεβαντίνη.

· Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια γραμμή σκέψης υποστήριξε πως το 1955-59 οι άγγλοι αποικιοκράτες εφάρμοζαν πολιτική προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

· Δεν είναι τυχαίο ότι επειδή όπως είπαν οι Ρωμαίοι scripta manent πολλοί εκτέθηκαν ανεπανόρθωτα. Αντί όμως να δηλώσουν ένα τίμιο ουρανομήκη mea culpa επειδή για παράδειγμα συμπράττοντας με τους εχθρούς της ελευθερίας και της Ελλάδας εκθείασαν το παράνομο και καταχρηστικό σχέδιο Αναν, ζητούν και τα ρέστα.

· Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα ουκ ολίγοι είναι έτοιμοι να κάνουν άλμα στο κενό με την κατάργηση της ΚΔ και την κατασκευή μιας πολιτειακής διαστροφής άνευ προηγουμένου που αναιρεί κεκτημένα πέντε χιλιάδων χρόνων διαδρομής του πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων.



Καταληκτικά, ο μόνος λογικός και σωστός σκοπός πριν και μετά το 1974 ήταν η αυτοδιάθεση. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο σήμερα, στο πλαίσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας που μόνο αν είναι ένα δημοκρατικό κράτος μπορεί να επιβιώσει χωρίς να καταστεί εστία συγκρούσεων και θανάτου. Νομικοπολιτικά, εξάλλου, αν η αυτοδιάθεση στην βάση του one man one vote ήταν βασική αρχή της από-αποικιοποίησης, ισχύει πλήρως στο εσωτερικό ενός κράτους δικαίου και της αναγκαίας και μη εξαιρετέας δημοκρατικής νομιμότητας. Ποτέ δεν προσφερόταν ως βιώσιμη λύση και ποτέ δεν θα είναι αποτελέσει βιώσιμη επιλογή η συγκρότηση ενός διεστραμμένου πολιτειακού γάμου που θα διαιρέσει την κοινωνία σε ρατσιστική και φυλετική βάση. Είναι άλμα στο κενό. Στην Κύπρο ο σκοπός είναι και σήμερα και ο ίδιος θα συνεχίσει να είναι μελλοντικά: Η αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού. Οτιδήποτε πιο κάτω είναι αναπόδραστα καταστροφικό καθότι καταστέλλει τις ασυμβίβαστες έσχατες αρχές της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Αυτό τον σκοπό επιδιώξαμε το 1955 και ο ίδιος σκοπός παραμένει και σήμερα. Όταν την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμεθα ας μην σφάλλουμε μετατρέποντάς την σε δήθεν αμάχητο επιχείρημα υπέρ αυτοχειριασμού



Τέλος ολοκληρώνοντας, θέλω να αναφερθώ στην χθεσινή παραδοχή μεγάλου σφάλματος στελέχους του ΕΛΙΑΜΕΠ επειδή, όπως μας είπε, σε συνομιλία του με τον Γιάννη Κρανιδιώτη δεν είχε πειστεί ότι η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ ήταν σημαντική και σωστή διπλωματική επιλογή. Πάγια θέση μου όπως είναι γνωστό είναι πως η παραδοχή λάθους στο επιστημονικό πεδίο τιμά δεν προσβάλλει τον δηλώνοντα και πως τέτοιες πρακτικές αποτελούν προϋπόθεση επιστημονικής προόδου. Πλην έλεος, ας μην υποβαθμίζουμε ένα ζήτημα γιγαντιαίων διαστάσεων σε κάποια συνομιλία με τον αείμνηστο Κρανιδιώτη. Από πολλά στελέχη απαιτείται ένα πολύ μεγάλο mea culpa. Αν και για το θέμα αυτό έγραψα αρκετά και θα γράψω πολύ περισσότερα, είναι εδώ αναγκαίο να ειπωθούν έστω και δύο λόγια. Πρώτον, δεν είναι ένα και δύο ή καμιά κουβέντες σε κανένα συνέδριο αλλά εκατοντάδες κείμενα, βιβλία, άρθρα, επιφυλλίδες για τα οποία κάποιοι από εμάς από το 1989 μέχρι και σήμερα απελπισμένα αναγκαζόμαστε να αναλώσουμε χιλιάδες ώρες για να τα αντικρούσουμε. Εκατοντάδες κείμενα λοιπόν για τα οποία πριν λίγα χρόνια το ΕΛΙΑΜΕΠ πήρε μια επιστολή στην οποία τους πρότεινα να συγκροτηθεί επιστημονική ομάδα που θα χρηματοδοτήσει το ίδιο μιας και εύπορο, για να προχωρήσουμε σε μια ενδελεχή και αντικειμενική μελέτη ως προς το τι είπε τις και πως το είπε όσον αφορά α) την υποβολή αίτησης ένταξης, β) την πορεία της των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, γ) την αμυντική ενίσχυση της Κύπρου, δ) την αποτρεπτική στρατηγική στο Αιγαίο, ε) τα προεόρτια του σχεδίου Αναν, στ) την επιστημονικά και κοινωνικά ηρωϊκή μάχη για να απορριφτεί αυτό το σχέδιο πολιτικής, διεθνοπολιτικής και επιστημονικής ντροπής, και ζ) τους ανοίκειους χαρακτηρισμούς κατά του Τάσσου Παπαδόπουλου και την πολιτική του διαδρομή. Αν το ζητούμε και επιμένουμε –και εγώ συντάσσω σχετικά εκτενές κείμενο– δεν οφείλεται σε κάποια μνησικακία ή εκδικητικότητα αλλά στην ανάγκη να μην ξαναβρεθούμε ως επιστήμονες και ως κοινωνίες μπροστά σε ένα κύμα εκατοντάδων αναλύσεων που περίπου υποστήριζαν ότι τα γαϊδούρια έχουν φτερά και πετούν ή ότι η ελευθερία και η δημοκρατία είναι περιττά μιας και εισερχόμαστε στην … μεταεθνική εποχή των προπαγανδιστικών φαντασιώσεών τους. Ακόμη πιο σημαντικό στην Ελλάδα και στην Κύπρο βρισκόμαστε ενώπιον επερχόμενων μεγάλων προβλημάτων στην αντιμετώπιση των οποίων η ελληνική επιστημονική κοινότητα απαιτείται αυτή την φορά να φανεί άξια του μισθού τους επιτελώντας την επιστημονική της αποστολή. Να απέχει δηλαδή από κάθε προπαγανδιστική δραστηριότητα, να συγκροτήσει επιστημονικές εργασίες που στηρίζουν και δεν υπονομεύουν την διεθνή νομιμότητα και να τηρήσει πάγιους κώδικες δεοντολογίας της επιστήμης που αφορούν την ελευθερία και την δημοκρατία. Τον ερχόμενο Φθινόπωρο μάλλον όλοι και όλα πάλι θα δοκιμαστούν. Αυτή την φορά κάποιοι ας μην παρασυρθούν ντροπιάζοντας την επιστήμη και τον επιστημονική τους ταυτότητα. Γιατί όπως είπαμε, scripta manent.



Π. Ήφαιστος, www.ifestosedu.gr



Αναρτημένη και στην διεύθυνση http://www.ifestosedu.gr/109omiliatassospapadeoka.htm

Στοιχεία που διατήρησαν την ελληνική συνοχή

του Δρα Δημ. Σταθακόπουλου

Μέσα στο ζόφο και την ανασφάλεια για το αύριο, το «ήξεις αφίξεις» της «οικονομικής σωτηρίας του Ελλαδικού κράτους» που ακροβατεί μεταξύ de facto πτώχευσης και πιθανολογούμενης αναμενόμενης de jure ( οσονούπω ; και όταν το «επιτρέψουν οι Τράπεζες και οι οίκοι αξιολόγησης ; ), εντός ενός θολού περιβάλλοντος αναξιοπρέπειας , το μόνο που ξέρω , είναι ότι πραγματικά – σαν τον Σωκράτη – δεν ξέρω τίποτα !!

Γενιές επί γενεών ανθρώπων , πάνε και έρχονται μέσα σ’ ένα διαρκή αγώνα δρόμου για την εξεύρεση της ευδαιμονίας ( ψυχικής, πνευματικής και γιατί όχι και υλικής, απολαυστικής ). Στ’ όνομά της έχουν εξαγγελθεί, εφαρμοστεί, επιβληθεί , αποτύχει, πάμπολλα μοντέλα κοινωνικής, πολιτικής, στρατιωτικής, οικονομικής, ή και φιλοσοφικο/ θεολογικής συνοχής. Όμως το ζητούμενο ( ευδαιμονία ), προβάλει πάντοτε αμείλικτο μπροστά μας , ατελέσφορο, μη επιτευχθέν , διαρκώς ουτοπικό και σαν άλλη « Νίκη» πετά μακριά μας ως άπιαστο ατομικό, κοινωνικό / εθνικό όνειρο, έως ότου την πιάσουμε και της κόψουμε τα φτερά, προκειμένου να γίνει παντοτινό κτήμα μας, όπως έκαναν οι αρχαίου Αθηναίοι με την «άπτερο Νίκη». Μέχρι τότε όμως πρέπει να προσπαθήσουμε πάρα πολύ, ή μήπως όχι ; Κατά την άποψή μου δεν είναι θέμα κόπου για την κατάκτηση της «φτερωτής» ευδαιμονίας ( ατομικής ή κοινωνικής ), αλλά τρόπου. Είναι θέμα επιλογών, προτεραιοτήτων και αξιών. Συνειδητοποιώντας πως τα ανεκτίμητα πράγματα που οδηγούν στην προσέλκυσή της ( προκειμένου να ταυτιστεί μαζί μας και όχι να αιχμαλωτιστεί απλά, κόβοντας τα φτερά της ) είναι , - ευτυχώς ακόμα -, δωρεάν (ο αέρας που ανασαίνουμε, η ανατολή του ήλιου, το ηλιοβασίλεμα, η φύση που βλέπει το μάτι μας, τα ανθρώπινα αγαπητικά συναισθήματα και αισθήματα ), αυτομάτως απαλλασσόμαστε από τα «ψευδή ευδαιμονικά» στοιχεία.

Αυτό το αέναο κυνήγι των οικονομικών δεικτών και της φορολογίας με σκοπό ( μη υλοποιήσιμο μέχρι σήμερα ) την εκτοπισμένη στο αβέβαιο μέλλον «ευδαιμονική κοινωνία» μοιάζει με τον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του. Δεν πρόκειται να οδηγήσει πουθενά ( τουλάχιστον όσο ζήσει η παρούσα γενιά των ανθρώπων και εάν προηγουμένως δεν έχουμε με κάποιο φυσικό, τεχνικό, περιβαλλοντολογικό τρόπο καταστραφεί ) . Το σύστημα έχει «παρακμάσει» και μάλιστα ήδη έρχονται οι αποκρουστικές οσμές της σήψης του. Βέβαια, εμπειρικά ( ίσως πια και επιστημονικά στατιστικά ) γνωρίζουμε πως «γραμμικά» τα πάντα ανεβοκατεβαίνουν και επομένως κάτι νέο να γεννηθεί. Είμαστε όμως σίγουροι πως θα είναι καλύτερο από εκείνο που «σβήνει» ; Όπως λένε οι «σοφοί» του κόσμου: Όχι !!!

Το πιθανότερο είναι να γίνουμε μία θλιμμένη «ανώνυμη» κοινωνία, προσδιοριζόμενοι ατομικά ή συλλογικά μέσω του «ΑΜΚΑ» ή του «ΑΦΜ» μας, απλοί υπήκοοι ( υπό+κούω) , κάτοικοι χώρου και όχι Πολίτες σε συμμετοχική δημοκρατική ανεξάρτητη Πολιτεία, και ω της παραδοξότητας στο όνομα της ελευθερίας και της ευδαιμονίας μας !!

Ωραία θα μου πείτε, αυτά τα γνωρίζουν ή τα καταλαβαίνουν και οι ποιο αδαείς, άλλοι δε τα ερμηνεύουν ως «ψευδοπροφητικά», άλλοι ως πρωτόλεια κινδυνολογικά , άλλοι ως εσχατολογικά , ιδεολογικά φληναφήματα και άλλοι ως πιθανά. Ότι όμως και να θεωρηθούν , ποια θα μπορούσε να είναι η αποτρεπτική στάση της κοινωνίας ;

Ίσως να τα αγνοήσει παντελώς. Κι’ αν όμως επαληθευτούν , πως τα αντιμετωπίζεις τότε ;

Ίσως με αφορμή αυτές τις θεωρίες να προσπαθήσει να αποτρέψει τα πιθανολογούμενα αποτελέσματά τους.

Πιθανός τρόπος θα ήταν η πραγματική , και όχι ελεγχόμενη από το νυν κατεστημένο, πνευματική αναγέννηση και η αυτοθέσμισή της, ουσιαστικά καταργώντας όλο το υπάρχον πολιτικό/ κομματικό/ οικονομικό πλαίσιο.

Δεν είμαι ειδικός και ειλικρινά δεν ξέρω πως θα αυτοθεσμισθεί μία κοινωνία. Καλά καλά δεν ξέρω πως θα το κάνω με το «σαρκίο μου», εκείνο όμως που πραγματικά νιώθω να με κατακλύζει είναι μία δημιουργικά αισιόδοξη απελευθερωτική ( και καθόλου πεσιμιστική ) Καζαντζακική ρήση: « Δεν πιστεύω τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λεύτερος ». Και όλα να μου τα στερήσουν ( υλικά και αξιώματα ), δεν θα μου πάρουν ποτέ την ελευθερία πνεύματος και την αξιοπρέπεια.

Ας υποθέσουμε λοιπόν πως η κοινωνία μας και ειδικά η ελληνική, - στα πλαίσια της αυτοθέσμισής της, που θα καταργήσει το νυν «περιβάλλον» , γεγονός που θέλει έτσι κι’ αλλιώς πολύ χρόνο και πνευματική αναγέννηση προκειμένου να μην καταντήσουμε σαν τις επαναστάσεις που μεταλλάχθηκαν δικτατορικά καθεστώτα - υλοποιώντας το « Δεν πιστεύω τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λεύτερος », χρειαστεί ένα ενδιάμεσο μοντέλο λειτουργίας της ( μέχρι την κατάκτηση της «ουτοπικής» ευδαιμονίας της ) και με «κατηργημένο» ουσιαστικά το κράτος ως γραφειοκρατικό διοικητικό μόρφωμα , κινδυνεύσει να διαλυθεί η συνοχή της, τι θα ήταν αυτό που θα μπορούσε να την κρατήσει ενωμένη έστω και εάν αποτελείται από ετερόκλητα στοιχεία και αντικρουόμενα «μικροσυμφέροντα»;

Καταρχάς πιστεύω πως ήδη πάσχουμε ως ελληνική κοινωνία από έλλειψη συνοχής και το μόνο που μπορούμε να αναμένουμε είναι ή η διάλυση ( οπότε παύει κάθε συζήτηση ) , ή η επανασυνοχή ( θέμα προς διερεύνηση για να επιτευχθεί ) . Η εμπειρία της ιστορίας μας καταδεικνύει πως το κράτος πάντοτε λειτουργούσε « διαλυτικά» ως προς την συνοχή, αντιθέτως η έλλειψη « ελλαδικού» κράτους ( π.χ επί οθωμανικής αυτοκρατορίας ) λειτούργησε «συγκολλητικά» για την κοινωνία, αφού την έκανε, παρά τον φαινομενικό κατακερματισμό της να δρα ενεργά με τον θεσμό της αντασφαλιστικής προστατευτικής κοινοτικής αυτοθέσμισης των μελών της ( !! ) και έτσι να δηλώνουν και να είναι αμοιβαίως παρόντα διατηρώντας έναν ανώτερο κοινωνικό θεσμό , από το κράτος, που είναι η «Πατρίδα» ( δηλ. κοινά ήθη και έθιμα από επιλογή. Πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια κατά τον Γ. Σεφέρη ) . Φυσικά όταν η «πατρίδα» οργανωθεί γραφειοκρατικά , δημιουργεί το κράτος , και όσο τα συμφέροντά τους συνάδουν/ ταυτίζονται, δεν υπάρχει πρόβλημα, εάν όμως διαταραχθούν και δημιουργηθεί πασίδηλη «χασμωδία» μεταξύ τους, τότε καταφανώς θα πρέπει να υπερισχύσει η έννοια πατρίδα, έστω και εάν χρειαστεί να διαλυθεί το γραφειοκρατικό κράτος, έως της ( όχι απαραίτητα ) δημιουργίας άλλου νέου «ταυτόφωνου» με την έννοια πατρίδα !!

Ποια είναι όμως εκείνα τα από την ιστορία αναδυόμενα διαχρονικά «θεσμικά» στοιχεία που διατήρησαν την συνοχή της «πατρίδας» στην περίπτωσή μας, έστω και εάν δεν είχαμε κράτος ;

1) Τα «λαογραφικά» ενεργά ήθη και έθιμα, που σήμερα πια έχουν μείνει «φολκλορικά» μουσειακά εκθέματα, ή έχουν ξεχαστεί/ καταργηθεί.

2) Η ναυτιλία !! Από την εποχή των αποικιών , των περσικών πολέμων, μέχρι το ναυτικό επί οθωμανικής αυτοκρατορίας, τα λίμπερτις και τα σύγχρονα ελληνικών συμφερόντων πλοία. Έλληνες «αεί ναύτες».

3) Η διασπορά. Οι Έλληνες του όπου γη και πατρίς ( με την φωτιά της εστίας στην ψυχή τους πλέον ), που πάντοτε έστεργαν στα κλητεύματα των αυτοχθόνων και

4) Η Εκκλησία ( για πολλούς μη αποδεκτός , ή με έντονες ενστάσεις λόγω των «υποκειμένων/ στελεχών της» θεσμός ), η οποία όμως τόσο οργανωτικά, όσο και γραφειοκρατικά, υλικά, περιουσιακά και πνευματικά , πάντοτε δηλώνει ενεργά παρούσα και τέλεια προσαρμόσιμη ( σε αντίθεση με το κράτος ) στο εκάστοτε περιβάλλον ( έστω και εάν δεν υπάρχει κράτος ) , αναλαμβάνοντας το βάρος « του κοινωνικού/ λαϊκού ψυχαναλυτή» με την ελπίδα που μπορεί να εμπνέει, του δασκάλου ( όταν έλειπαν τα σχολεία ή τα πανεπιστήμια ) και του οικονομικού αρωγού/ υποστηρικτή, που ξέρει και να προφυλάσσει τον εαυτό της !!

Αυτοί πιστεύω πως είναι οι 3-4 θεσμοί που θα μπορούσαν να «στηρίξουν» την κοινωνία στο δρόμο για την πνευματική και θεσμική αναγέννησή της , στο κυνήγι της ίσως ουτοπικής ευδαιμονίας και έως της υλοποίησής της ( ; ) , έστω και εάν δεν υπάρχει κράτος.

Πολλοί θα πουν τα παραπάνω ανόητα, ή συντηρητικά. Εγώ θα τα πω ρεαλιστικά , διαχρονικά, και πάντοτε παρόντα, ως προσαρμοζόμενες στις σύγχρονες ανάγκες αξίες. Το μόνο που έχουμε να περιμένουμε είναι το πλήρωμα του χρόνου. Βεβαίως δεν θέλω να έχω μόνον εγώ δίκιο ( μόνος φρονείν ) διότι τότε θα χαθεί το ( ίσον φρονείν ) και τελικά θα καταντήσω να έχω άδικο , αφού αυτό που πρότεινα παραπάνω δεν θα έχει υλοποιηθεί, μιας και για την υλοποίησή του χρειάζεται την συμμετοχή όλων μας, προκειμένου να γίνουμε «υψιπόληδες» .

Source : antibaro

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Μεγαλύτερο παγκόσμιο λόγο θέλουν οι αναδυόμενες B.R.I.C.s

Μεγαλύτερη επιρροή στο παγκόσμιο σκηνικό θέλουν οι ταχύτατα αναδυόμενες χώρες του λεγόμενου BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα), οι ηγέτες των οποίων ολοκλήρωσαν τη συνάντησή τους στην Κίνα, ενώ παράλληλα ζητούν την ταχύτερη ένταξη της Ρωσία στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

Για πρώτη φορά, στην ετήσια σύνοδο των 4 μεγάλων ανερχόμενων οικονομιών συμμετείχε και η Νότια Αφρική (BRICS).

Η ομάδα BRIC καλεί επίσης για συγκεκριμένες αλλαγές στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα: Καλεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να επεκτείνει τη χρήση των Ειδικών Τραβηχτικών Δικαιωμάτων (Special Drawing Rights - SDR), τα οποία χρησιμοποιούνται ως λογιστική μονάδα για τη μεταφορά κεφαλαίων μεταξύ κρατών-μελών.

Παράλληλα, η ομάδα ζητά τη δημιουργία ενός ευρείας βάσης διεθνούς συναλλαγματικού συστήματος το οποίο θα παρέχει «σταθερότητα και ασφάλεια», και το οποίο στην πραγματικότητα αποτελεί μια «συγκαλυμμένη» πρόταση μείωσης της εξάρτησης από το δολάριο.

Παρά το γεγονός ότι οι χώρες της ομάδας BRIC παρέχουν επαρκή ώθηση στην παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη, δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι η ίδια η οργάνωση θα αποκτήσει μεγαλύτερη δύναμη επιρροής.

Όλα τα μέλη της υποστηρίζουν το ελεύθερο εμπόριο και τάσσονται κατά του προστατευτισμού.

Source : Καθημερινή

Erdogan walks a different line than European values

BARÇIN YİNANÇ


The change in Prime Minister Recep Tayyip Erdoğan’s rhetoric has been an obvious one to us, Turks. Until recently, it was not that obvious to the foreign observers. I recall an anecdote of a Turkish think tank member, who accompanied a foreign visitor at his meeting with Prime Minister Erdoğan, in his early days in office. “The guest was very much impressed by his soft-spoken nature,” he told me.

The Davos spat where the prime minister walked out of the panel after a harsh exchange of words with Israeli President Shimon Peres was a turning point familiarizing the international community with his temper. Still many thought he was right on getting angry. In fact many felt he did something not many leaders could dare to do. Turkey observers were rather slow in seeing the transformation of Erdoğan, who was getting less and less tolerant to criticism.

Erdoğan has received a warm welcome during his previous visits to the Parliamentary Assembly of Council of Europe. He was hailed as a true reformer. His latest visit to Strasbourg shows that the mood seems to have changed.

Believe me, many journalists would have preferred to be in the place of the parliamentarians to ask him questions, since it has become quiet risky to address the prime minister as a journalist especially on sensitive issues.

The prime minister was the target of several questions that were in fact criticisms formulated as questions.

I have to congratulate him or his advisers to deliberately touch upon the subject of arrested journalists in his opening speech. This is what I call a “preemptive strike.” You explain your position on the issue you expect to be addressed, and this way decrease the intensity of the discussion. Similarly, the prime minister’s statement that he as asked the Secretary General of Council of Europe, to send a fact-finding mission, is part of this “preemptive strike” strategy.

In contrast to previous governments, who used to resist any kind of fact-finding mission on problematic human rights issues, Erdoğan has put his difference by giving a message of self-confidence. “We are confident enough to invite a delegation to Turkey,” is the underlying message.

Yet that was not enough to stop the wave of criticism. The answers he provided were not based on explaining and convincing. His confidence did not stem from the fact that he felt 100 percent right, it stemmed from the fact that he did not care about the criticism. When he was asked why his government did not lower the 10 percent threshold, he talked about how Roma people were sent back to Romania by France. He said there is no respect for personal religious freedoms, implying the recent French ban on wearing facial veils. In other words he resorted to the old but always ineffective tool of redirecting criticism, based on “Who are you to criticize me?”

He said, “Those who are judging us should first take a look at themselves,” he said. “If we have to lower the threshold, we are not going to ask you, we will ask our nation.”

At one stage, he said, “Maybe you do not share my arguments. You don’t have to. And I don’t expect you to do so.” He probably said this seeing the disapproval on the faces of the parliamentarians. It is not too difficult to understand their disapproval. His rhetoric is in contrast of the Council of Europe’s working culture. This is an organization that upholds values that Turkey has also said it endorses. Not only are its countries expected to be open to criticism, the views of the organization are also asked for on these common values.

Take the example of the election threshold. As Turkey is a member of the European Court of Human Rights, the issue came in front of the court. It actually decided in favor of Turkey, saying in short that election threshold is a tool resorted for political stability. The court underlined in its judgment however that 10 percent threshold is very high, (the highest in Europe in fact, where the average is around 5 percent) falling short of making any suggestion as to the ratio.

One cannot expect the prime minister to know those details. Yet his rhetoric has probably cast doubt on his credentials as a true democrat.

By the way I have to recall that his advisers are very fond of resorting to the Council of Europe’s different institutions when it suits their interests. They have made ample use of the Venice Commission in reference to constitutional amendments.

A final note: While he said the executive, that is the government had nothing to do with the arrests of journalists, saying it is the responsibility of judiciary, he nevertheless could not keep himself from making a defensive statement. His likening of Ahmet Şık’s book, which has not even been published, to a bomb and that the police can apprehend not only those possessing the bomb but the material to make a bomb, did not make sense at all. This sort of likening can only be justified by a mentality that sees expression of thoughts as deadly as a bomb. Expressing thoughts that incite violence is dangerous, but everyone in Turkey that had a look at the draft of the book said it does not fall within that category.

The secretary-general of the Council of Europe should not waste a minute and seize upon the invitation of the prime minister to send a delegation to Turkey to take a closer look at this issue for itself.
Source : Hurriyet Daily News

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Οι ζωτικής σημασίας προτεραιότητες της Ελλάδος

Γεώργιος Ε. Δουδούμης
Οικονομολόγος – Συγγραφέας
gdoudoumis@yahoo.com
Η σημερινή, από οικονομική, πολιτική και κοινωνική άποψη, κατάσταση της Ελλάδος φαίνεται να είναι η πιο τραγική μετά το 1949. Η απογοήτευση για τη σημερινή κατάντια γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, αν αναλογιστούμε ότι μέχρι πρόσφατα είχαμε την αίσθηση ότι η Ελλάς ανήκε στις πρώτες 24 πιο ευημερούσες χώρες του κόσμου.
Οι πολλά υποσχόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης της δεκαετίας του 2000 είχαν δημιουργήσει μια αισιόδοξη ψυχολογία στον μέσο Έλληνα, στηριγμένη στον απερίσκεπτο καταναλωτικό τρόπο ζωής, ο οποίος όμως ήταν κάτι σαν οφθαλμαπάτη, όπως οικτρά επιβεβαιώθηκε από τους αμείλικτους αριθμούς, που περιγράφουν χωρίς «δημιουργικές λογιστικές» τη ζώσα συμφορά. Οι διαδοχικοί πολιτικοί ηγέτες μίλαγαν για «ισχυρή Ελλάδα», ενώ είχαν σαφή επίγνωση, ότι η «ισχυρή Ελλάδα» έστεκε σε πήλινα πόδια αντί να στηρίζεται σε υγιείς βάσεις, με θετική προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον.
Είχαμε βιαστεί να γίνουμε συνέταιροι της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ολλανδίας και των άλλων σε παγκόσμιο επίπεδο οικονομικώς ισχυρών κρατών, που συνέθεταν την Ευρωπαϊκή ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ Κοινότητα. Απεδείχθη ότι οι ρίζες του σημερινού δράματος βρίσκονται στην τότε ασύνετη βιασύνη μας να γίνουμε, απροετοίμαστοι, μέλος μιας ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ Κοινότητας με υποχρεώσεις επικίνδυνες για το οικονομικό μας μέλλον. Κάποιοι ισχυρίστηκαν τότε, ότι τρέχοντας θα φθάναμε τους υπόλοιπους. Από τότε ήταν όμως τελείως ξεκάθαρο, ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει και δεν έγινε γιατί έτρεχαν και οι άλλοι. Και οι άλλοι, με περισσότερα προσόντα, έτρεχαν πιο γρήγορα, με συνέπεια η διαφορά να μεγαλώσει.
Η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει με μία ομάδα 27 ανθρώπων, που όσο καιρό ήταν λίγοι, νέοι και υγιείς δεν παρουσιάστηκε πρόβλημα. Όταν προέκυψαν αρρώστιες, στο όνομα μιας νομικίστικης εκ του πονηρού δικαιοσύνης που ευνοούσε τους πιο ακμαίους, είπαν ότι τα φάρμακα πρέπει να είναι τα ίδια για όλους. Έχουμε λοιπόν το Μάαστριχτ (η σχετική συμφωνία τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1993) με τα κριτήριά του, τα οποία έγιναν Ευαγγέλιο. Τα κριτήρια του Μάαστριχτ αποτελούν οικονομικές επιδόσεις, που πρέπει να επιτυγχάνονται από όλες τις οικονομίες των κρατών-μελών. Είναι δυνατόν τα διαφορετικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι διαφορετικών ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών οικονομίες, με επίσης διαφορετικά κοινωνικοπολιτικά δεδομένα, με γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, με περίεργες γειτνιάσεις και πλήθος sui generis καταστάσεων, που χρήζουν ειδικής αντιμετώπισης, είναι δυνατόν για όλα αυτά τα διαφορετικά προβλήματα η λύση να είναι ενιαία; Κατά τους θεωρητικούς του γραφειοκρατικού τέρατος των Βρυξελλών είναι δυνατόν. Η ζωή όμως δείχνει ότι δεν είναι δυνατόν.
Ο ένας πρωθυπουργός μας στην αρχή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, όταν αυτή δεν είχε κτυπήσει ακόμη την πόρτα μας, έλεγε με κομπασμό, ότι η κυβέρνησή του είχε θωρακίσει την ελληνική οικονομία. Ο έτοιμος (υποτίθεται) να αναλάβει νέος πρωθυπουργός ισχυρίστηκε ότι «λεφτά υπάρχουν» και μας οδήγησε σε εξευτελιστικό δανεισμό 110 δισ. €.
Η ελληνική κρίση έσκασε ουσιαστικά με τις σύγχρονες εκρήξεις δύο οικονομικών βομβών και μιας κοινωνικής βόμβας.
Η πρώτη ήταν η ολοκλήρωση της αποβιομηχάνισης, στην οποία οδηγηθήκαμε λόγω ΕΟΚ (τα τελευταία μαζικά κλεισίματα των ελληνικών βιομηχανιών ήταν αυτά του τομέα των ετοίμων ενδυμάτων, εντάσεως εργασίας, που μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία, στην Αλβανία, στην ΠΓΔΤΜ και στη Ρουμανία και είχαν ούτως ή άλλως ημερομηνία λήξης στην Ελλάδα).
Η δεύτερη ήταν το αποκορύφωμα μιας υπερκατανάλωσης, πέραν των οικονομικών μας δυνατοτήτων, δεδομένου ότι μετά το 1950 και κάθε χρόνο μέχρι και σήμερα, εκτός αυτών που παράγουμε και καταναλώνουμε οι ίδιοι εδώ στην Ελλάδα, εισάγουμε τρεις έως τέσσερις φορές περισσότερα, σε αξία, από αυτά που εξάγουμε, με συνέπεια να έχουμε δανειστεί υπέρμετρα και να μην είμαστε όμως παραγωγικοί τόσο, ώστε να μπορούμε να πληρώνουμε χωρίς πρόβλημα τόκους και κεφάλαια στους δανειστές μας.
Η κοινωνική βόμβα έχει να κάνει με την υποβαθμισμένη ποιότητα της κοινωνίας μας, που οφείλεται κυρίως στο σάπιο πολιτικό κατεστημένο,
με τις παρέες της «αρπαχτής»,
με μεγάλο ποσοστό πολιτών να φοροδιαφεύγει,
με παιδεία όλων των βαθμίδων διαλυμένη,
με πολλές κοινωνικές ομάδες δέσμιες των διεφθαρμένων συνδικαλιστικών τους ηγεσιών και συχνά με πολιτική κάλυψη,
με τη γεωργία εγκαταλελειμμένη,
με τα διαθέσιμα κονδύλια από την ΕΕ να μη μπορούν να απορροφηθούν,
με τη χώρα να έχει γίνει ξέφραγο αμπέλι και τους λαθρομετανάστες να αφαιρούν θέσεις εργασίας από τους Έλληνες, κυρίως στο εμπόριο και στις λοιπές υπηρεσίες.
Στον αμαρτωλό κατάλογο προστίθενται οι διάφοροι βολεμένοι, η διαλυμένη δημόσια διοίκηση, με τους υπαλλήλους της Βουλής κράτος εν κράτει, με εκτός φυλακής αποδεδειγμένα χρηματισμένους πολιτικούς, παρά τις ομολογίες τους ότι πήραν χρήματα.
Με κάθε είδους συντρίμμια γύρω μας πρέπει να εργαστούμε σκληρά, συλλογικά και μεθοδικά με ξεκαθαρισμένες τις ζωτικής σημασίας προτεραιότητες της Ελλάδος, οι οποίες είναι
α) η ανασυγκρότηση της οικονομίας με ειδικό βάρος στις παραγωγικές επενδύσεις,
β) η ενίσχυση της εθνικής άμυνας με πολεμικό υλικό και κάθε δυνατή συμμαχία και
γ) ουσιαστικές επενδύσεις στην παιδεία, ώστε οι νέες γενιές να είναι αναβαθμισμένες σε ήθος και σε γνώσεις σε σχέση με αυτές που κυβερνούν σήμερα.
Όσον αφορά την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας πρέπει να αποτελεί το πρώτο, άμεσο και κύριο μέλημα σε συνεχή βάση, η ύπαρξη ενός παραγωγικού μηχανισμού σε διαρκή λειτουργία, που θα εξασφαλίζει ότι μπορούμε από γονατιστοί να ξαναβρεθούμε όρθιοι. Είναι λανθασμένος ο ισχυρισμός του υπουργού Οικονομικών, ότι η ανάπτυξη μπορεί να επιδιωχθεί, αφού πρώτα επαναποκτήσουμε, μέσω της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, την εμπιστοσύνη «των αγορών», ώστε να αντλήσουμε σχετικά φθηνό χρήμα που θα κατευθυνθεί σε επενδύσεις, μέσω των οποίων θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας προκειμένου να μπούμε σε νέο αναπτυξιακό κύκλο, ο οποίος θα διευκολύνει και την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους. Μαζί με την επιμήκυνση αποπληρωμής τόκων και κεφαλαίων και τη μείωση των επιτοκίων και ενδεχομένως πρόσθετων θετικών μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, δηλαδή μέτρων που θα μειώσουν το φορτίο του χρέους και μάλιστα εντός ενός διευρυμένου χρονικού διαστήματος, πρέπει να επιδιωχθεί με σοβαρή επιχειρηματολογία να πεισθούν οι εταίροι μας στην ευρωζώνη να δημιουργηθεί άμεσα ειδικός επενδυτικός μηχανισμός διάσωσης της οικονομίας με παροχή εξαιρετικών κινήτρων προσέλκυσης επενδυτικών κεφαλαίων. Δηλαδή, παράλληλα με την προσπάθεια περιορισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος μπορεί και πρέπει να τεθεί σε λειτουργία μια αναπτυξιακή διαδικασία μέσω ενός ειδικού επενδυτικού μηχανισμού διάσωσης, που δεν θα εξαντλείται στο να δίνει χρήματα σε κάποιον που «δεν έχει σάλιο» ή να μη του ζητάει να πληρώσει εδώ και τώρα τα χρέη του, αλλά να του δίνει τη δυνατότητα να κερδίζει χρήματα όντας παραγωγικός, ώστε να βοηθηθεί να πάψει να ζητάει χρήματα από παλιούς ή νέους υποψήφιους δανειστές και να καταφέρει έστω με καθυστέρηση να αποπληρώσει τα χρέη του. Ο μηχανισμός (ESM), που εφευρέθηκε και πρόκειται να ισχύσει από 1ης Ιουλίου 2013 σε αντικατάσταση του υπάρχοντος μηχανισμού EFSF, είναι άκρως ακατάλληλος ως μηχανισμός διάσωσης της οικονομίας μας, άσχετα αν μας δίνει την «άνεση» να καταφύγουμε σ’ αυτόν σε περίπτωση αδυναμίας άντλησης δανειακών κεφαλαίων από την ελεύθερη αγορά. Διότι απλά θα μας εξασφαλίσει κάποια χρήματα, τα οποία θα πρέπει με «αιματηρές οικονομίες» να επιστραφούν εντόκως και αν μάλιστα δεν αποδειχθούμε επαρκώς «πειθαρχημένοι» θα μας επιβληθεί πρόστιμο ή πρόστιμα, το/α οποίο/α (τραγική ειρωνεία) θα καταλήξει/ουν στο ταμείο του ίδιου του μηχανισμού στήριξης. Αποτελεί ως εκ τούτου επιτακτική ανάγκη, αντί να περιμένουμε τί θα σκαρφιστούν οι διάφοροι καλοθελητές (εκτός αλλά και εντός εισαγωγικών) εταίροι μας, να διαμορφώσουμε εμείς ως Ελλάς μέχρι τη συνάντηση του προσεχούς Ιουνίου ολοκληρωμένη πρόταση δημιουργίας επενδυτικού μηχανισμού, στον οποίο μάλιστα, πέραν της συμμετοχής των εταίρων μας σε επίπεδο χωρών, η συμμετοχή των ιδιωτών επενδυτών θα είναι από τους ίδιους περισσότερο ελκυστική παρά η σχεδιασμένη συμμετοχή τους στον μηχανισμό ESM, εφόσον στον μεν μηχανισμό ESM καλούνται να συμβάλλουν με μεγάλο ρίσκο στο κόστος διάσωσης, ενώ σε ένα καλοσχεδιασμένο επενδυτικό μηχανισμό ο κίνδυνος οικονομικών απωλειών εκτιμάται ότι θα είναι σχετικά περιορισμένος. Υπάρχει χρόνος για δημιουργική δράση, ώστε να πάμε τον Ιούνιο με ολοκληρωμένες και πειστικές προτάσεις στο ραντεβού.
Για την ενίσχυση της εθνικής άμυνας χρειάζεται λίγη φαντασία, ώστε να δημιουργηθούν νέες μορφές διμερούς συνεργασίας, που στο πλαίσιο ειδικών οικονομικο-αμυντικών συμφωνιών θα περιλαμβάνουν δυνατότητα δανεισμού κάθε είδους αμυντικού υλικού μέχρι και επανδρωμένων πολεμικών αεροσκαφών. Η σημερινή πραγματικότητα επιτρέπει νέες συνθέσεις και εξελιγμένες προσεγγίσεις, που μπορούν να βοηθήσουν, παρά την οικονομική κρίση, στην καλύτερη εξυπηρέτηση των εθνικών μας αναγκών.
Τέλος, οι επενδύσεις στην παιδεία είναι μακροχρόνια οι πιο ουσιαστικές. Η σημερινή κατάσταση μόνο αισιοδοξία δεν εμπνέει και αν για την οικονομία είναι μια φορά αναγκαία μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, για την παιδεία η ανάγκη εθνικής συναίνεσης είναι πολλαπλάσια επιτακτική. Η θεσμοθέτηση μονίμων ειδικών επιτροπών για θέματα παιδείας, όχι υποχρεωτικά διακομματικών, αλλά περισσότερο στελεχωμένων από ανθρώπους των γραμμάτων και του πνεύματος, θα ήταν ένα μεγάλο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Σε κάθε περίπτωση η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας θα πρέπει πάντα να έχει ξεκάθαρα την «έξωθεν καλήν μαρτυρίαν» ως ελάχιστη προϋπόθεση προκειμένου να έχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας οι όποιες συναινετικές κινήσεις και προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, που σε έναν ραγδαία εξελισσόμενο κόσμο πρέπει να είναι συχνές και σύνθετες.
Source : infognomonpolitics.gr

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Η Αχίλλειος πτέρνα της Τουρκίας ( κείμενο στα αγγλικά)

On both sides of the Atlantic, the way of thinking and the media have reached a mutual understanding to name the uprising and domino effect in Arab countries as “the Arab Spring” inspired by the “Prague Spring.” Even the military intervention in Libya could not change this conformity. In fact, the majority of people on both sides of the Atlantic have agreed that the intervention is for the sake of the “spring.”

What’s being discussed is not why the intervention started but how it will end.

The 2nd Srebrenica [incident] in the Libyan city of Benghazi, or a political massacre, or the “politicide,” was prevented by an airborne attack. “Conscience of Europe” was, therefore, saved from a brand new shame.

However, nobody knows how this will end.

If unorganized and unarmed rebels are not strong enough to topple Libyan leader Moammar Gadhafi, how could it be possible to protect them and their families at the expense of a de facto split in Libya by NATO air force?

It’s been clear all along that an intervention launched for one or a few simple reasons could turn into such chaos. And now the situation in Libya has become impossible to be glanced off by current legal ground and methods.

With these unanswered questions and ambiguities, the continuation of the “Arab Spring” seems predestined.

The locomotive of the wave of riots, Egypt, is boiling again. Protesters were in Tahrir Square last Friday and Saturday. This time, they demanded acceleration of reforms and asked the ousted leader Hosni Mubarak and his men to stand trial for corruption. But they were handled without gloves by the military.

In Syria, protests are organized almost every day in various cities. But protesters are getting killed in groups by the regime.

Yemen does not seem to settle for peace.

The “Arab Spring” has given a quite critical result in worldwide perception. The Middle East of leaders is now facing the Middle East of masses. The more the masses in the Middle East have taken to the street, the more their demands have gained legitimacy.

As the world, without hesitation, approves automatic or organized actions of masses in the Middle East, it questions the regime at the source of problems that have caused mass actions.

As the “Arab Spring” continues, every country in the Middle East will be influenced by political effects of the world’s way of perception. Let’s think about it for a second. Let’s see if democracy in Turkey helps the government to gain immunity against the “Arab Spring.”

We see that the “Arab Spring” has begun to affect Turkey indirectly.

Discussions over “a Turkey/AKP model for Arabs” due to the “Arab Spring” have put Turkish democracy into an X-ray machine, and made more visible the weaknesses, discrepancies, but more importantly, the course of events leading in the direction of authoritarianism.

After all, if many in the West say, “A country where journalists are arrested and where press freedom is spirited off cannot be presented as a model to Arab countries,” it is not Arabs but Turkey that loses.

What’s more important, however, is the historic overlapping between “masses in the Middle East turning into actors,” and “popularization of the Kurdish question.” Plus, any kind of cause and demands defended by the popularization in consequence of the “Arab Spring” in the region become legitimate in the eye of the world.

Popularization has now become a machine of legitimacy.

Fierce struggles between those who skillfully use this machine and those who stand against it wait for the Middle East.

Expected victory of the ruling Justice and Development Party, or AKP, in the June 12 elections will not change the fact that the Kurdish question is the “Achilles’ heel” of Turkey.

Even more so, the Kurdish question has become more sensitive “Achilles’ heel” of Turkey because of the “Arab Spring.”

After June 12, there will be no more elections in Turkey for a few years. Therefore, clearing away problems faced in the European Union membership bid by making unilateral and creative moves and taking radical political steps in the direction of a solution to Kurdish question are first things to be done in this summer.

Even if you cannot do these, situation in the region will not allow you to feel summer languor.

Source : Hurriyet Daily News

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Η αιχμή του δόρατος

Μελέτης Η. Μελετόπουλος
(Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης)

Η πυρηνική τραγωδία στην Ιαπωνία οδηγεί άμεσα σε αναθεώρηση ή και αναστολή της παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, υπό την πίεση της τρομοκρατημένης κοινής γνώμης. Η απελευθερωμένη ραδιενέργεια είναι ένας αόρατος δολοφόνος χωρίς σύνορα.


Ο πολιτισμός επιστρέφει λοιπόν προσώρας στο πετρέλαιο και κυρίως στο φυσικό αέριο. Οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας δεν έχουν ακόμα επαρκώς αναπτυχθεί ώστε να υποκαταστήσουν τις συμβατικές (και ρυπογόνες) . Η δε ανάπτυξή τους απαιτεί ακόμα χρόνο.

Υπ’αυτές τις συνθήκες, τα τεράστια (σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις) κοιτάσματα που βρίσκονται στην ζώνη νότιο Ιόνιο Πέλαγος-βόρειο Λιβυκό Πέλαγος- Καστελλόριζο-Κύπρος- ακτές Μέσης Ανατολής καθίστανται επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος και ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων και των μικρότερων περιφερειακών δυνάμεων.

Η Δύση, δηλαδή οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι ο επίδοξος νομέας των κοιτασμάτων. Αλλά η πρόσβαση στα ενεργειακά κοιτάσματα περνάει από τα κράτη της περιοχής που ελέγχουν νομίμως τον χώρο(Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, Υφαλοκρηπίδα), δηλαδή την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, οριακά δε την Συρία, την Αίγυπτο και την Λιβύη. Επομένως προαπαιτούνται συμμαχίες και συμφωνίες διανομής μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών: οι μεγάλες δυνάμεις θα προσφέρουν την τεχνογνωσία και την γεωστρατηγική κάλυψη, οι εγχώριες δυνάμεις τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα εξόρυξης.

Ήδη στην περιοχή έχει διαμορφωθεί άξονας Ελλάδος-Κύπρου-Ισραήλ (με γεωστρατηγική προέκταση το ημιανεξάρτητο Κουρδιστάν και την Αρμενία). Ο άξονας έχει δύο σκέλη: πολιτικο στρατιωτική συμμαχία και συνεκμετάλλευση των κοιτασμάτων. Αυτός ο άξονας είναι η αιχμή του δόρατος του δυτικού κόσμου στην πετρελαιοφόρο ζώνη.

Η Τουρκία στερείται προσβάσεων στις επίμαχες ενεργειοφόρες περιοχές και αισθάνεται περιεσφιγμένη γεωστρατηγικά και γεωοικονομικά, ενώ διαβλέπει την προοπτική της περιθωριοποίησής της δίπλα στον ανερχόμενο ενεργειακό άξονα.

Αλλά η δυσχερής θέση της Τουρκίας αποτελεί προϊόν δικής της αποκλειστικά επιλογής. Αυτο-αποκλείστηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, επιδεικνύοντας αδιαλλαξία στους γεωπολιτικούς όρους που ετέθησαν για την εισδοχή της. Αρνήθηκε να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με την Ελλάδα (μη άρση του casus beli) και την Κύπρο (όπου παραμένει ως κατοχική δύναμη). Το κυριώτερο, συγκρούσθηκε με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας το Ιράν και εμφανιζόμενη ως ηγέτις των Μουσουλμάνων της Ευρώπης αλλά και της Μέσης Ανατολής. Το αποτέλεσμα ήταν τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ευρωκοινοβούλιο, συμβούλιο υπουργών Εξωτερικών) να θέσουν στις αρχές του χρόνου ανυπέρβλητα εμπόδια στην συνέχιση της ενταξιακής διαδικασίας.

Η Τουρκία επιδιώκει να συμμετάσχει στην διανομή των κοιτασμάτων, παρακάμπτοντας και αποκλείοντας την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, ως απευθείας συνομιλητής της Δύσης ή και ως αντίπαλος της Δύσης. Θέλει να σύρει την Δύση σε διαπραγμάτευση, εκβιάζοντάς την, με «αντίποινα» μία ειδική σχέση Τουρκίας-Ρωσσίας ή Τουρκίας-Ιράν ή και συσπειρώνοντας την Μέση Ανατολή εναντίον της Δύσης. Απειλεί επίσης, ευθέως και ρητώς (βλ. πρόσφατες δηλώσεις Ραούφ Ντενκτάς), με γεωστρατηγική αποσταθεροποίηση στην Ανατολική Μεσόγειο, στην περίπτωση που προχωρήσουν οι διαδικασίες αξιοποίησης των κοιτασμάτων από τις δυτικές εταιρείες που ήδη έχουν υπογράψει συμβόλαια με την Κύπρο και το Ισραήλ. Αξιοποιεί το πλαίσιο της «σύγκρουσης των πολιτισμών»,για να δημιουργήσει ιδεολογικό επικάλυμμα. Ασφαλώς θα αναζητήσει συμμάχους στον χώρο της Μέσης Ανατολής, επικαλούμενη τον κοινό αραβομουσουλμανικό παρονομαστή. Επίσης είναι βέβαιο ότι θα επιχειρήσει να εκμεταλλευθεί πολιτικά και διπλωματικά την σαρωτική ανατροπή των αραβικών καθεστώτων της βορείου Αφρικής και της Μέσης Ανατολής.

Η Τουρκία ενδεχομένως θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή στο ενεργειακό «κλαμπ» που διαμορφώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο, εάν αναθεωρούσε την συγκρουσιακή της σχέση με το Ισραήλ. Αυτή η σύγκρουση αποτελεί όμως την βασική συνθήκη για την ανάδειξή της σε περιφερειακή μουσουλμανική δύναμη, όπως προβλέπει το όραμα Νταβούτογλου.

Επίσης η Τουρκία θα έπρεπε να αναγνωρίσει την Κύπρο, να παραδώσει την Αμμόχωστο και να αποσύρει τα στρατεύματά της από το βόρειο τμήμα, το οποίο θα καθίστατο μέρος μίας χαλαρής συνομοσπονδίας με την ελεύθερη Κύπρο, που όμως θα μετείχε στην νομή του ενεργειακού πλούτου. Αυτό θα οδηγούσε βεβαίως στην γεωστρατηγική αποδύναμωσή της, τουλάχιστον όπως το εννοούν οι ιθύνοντες του τουρκικού γεωστρατηγικού δόγματος.

Τέλος θα έπρεπε να άρει το casus beli έναντι της Ελλάδος, να παύσει αμέσως κάθε αμφισβήτηση της Ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και τις σχετικές παραβιάσεις, παραβάσεις, υπερπτήσεις, «αβλαβείς διελεύσεις» και λοιπές προκλήσεις, όπως και την ανάμειξή της στην Δυτική Θράκη. Επίσης θα έπρεπε να αναγνωρίσει την οικουμενικότητα του Πατριαρχείου και να επιτρέψει την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Δηλαδή θα έπρεπε να εγκαταλείψει την εξωτερική της πολιτική των τελευταίων τριάντα χρόνων και να αποποιηθεί των ηγεμονικών νεο-οθωμανικών φιλοδοξιών της.Αυτές οι πραγματικά ριζοσπαστικές κινήσεις θα της επέτρεπαν όμως να εισπράξει τεράστια έσοδα από την συμμετοχή της στα ενεργειακά κονσόρτσιουμ που διαμορφώνονται ήδη.

Μία άλλη κοινωνία, χωρίς ψυχοπαθολογικές εμμονές, στρατοκρατική λογική και γεωπολιτικές ανασφάλειες, οργανωμένη στην βάση του ορθού λόγου και της επιδίωξης της ειρηνικής ανάπτυξης και καλής γειτονίας, ενδεχομένως θα επέλεγε ένα τέτοιο σενάριο.

Αλλά η Τουρκία, μία χώρα με εμφανή σύνδρομα ανωτερότητας, δεν αντέχει την λογική της διαπραγμάτευσης επί ίσοις όροις. Οι αυτοκρατορικές της αναμνήσεις και οι ηγεμονικές της ψευδαισθήσεις την ωθούν να υπαγορεύει τους όρους της ακόμη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εξόρυξη φυσικού αερίου ή πετρελαίου σε χώρο που διεκδικεί έστω και χωρίς νομικά επιχειρήματα είναι κόκκινη γραμμή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Οι αντιδράσεις της επομένως θα κινηθούν από το επίπεδο των διπλωματικών πιέσεων, διλημμάτων και απειλών έως και πιθανά κλιμακούμενα θερμά επεισόδια. Φυσικά, η αντιπαράθεση της Τουρκίας με την Δύση και το Ισραήλ θα έχει τεράστιο κόστος γι’αυτήν.

Η έκβαση της διελκυστίνδας αυτής θα είναι κρίσιμη, το διακύβευμα είναι τεράστιο, και ο έλεγχος των κοιτασμάτων θα διαμορφώσει την παγκόσμια ενεργειακή άρα και γεωστρατηγική ισορροπία.
Source :http://www.rieas.gr