Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Το στρατηγικό τρίγωνο Ινδίας - Ισραήλ - ΗΠΑ

Της ISABELLE SAINT-MEZARD*

Παρ’ όλο που οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Τελ Αβίβ και Νέου Δελχί μετρούν λιγότερα από είκοσι χρόνια, οι δύο πρωτεύουσες έχουν αναπτύξει ένα πυκνό δίκτυο σχέσεων, ιδιαίτερα στον στρατιωτικό τομέα, συντηρώντας το όραμα ενός στρατηγικού τριγώνου μεταξύ Ισραήλ, Ινδίας και ΗΠΑ.

Η επίσκεψη του Αριέλ Σαρόν στο Νέο Δελχί επισφράγισε μια συνεργασία που, μεταξύ άλλων, έχει αναβαθμίσει τις ένοπλες δυνάμεις της Ινδίας.

Με διαφορά ενός χρόνου, το 1947 και το 1948 αντίστοιχα, γεννήθηκαν μέσα από τα ερείπια της βρετανικής αυτοκρατορίας η Ινδία και το Ισραήλ, ύστερα από διαδικασίες βίαιου διαμοιρασμού εδαφών. Και οι δύο χώρες βρέθηκαν εγκλωβισμένες σε περίπλοκες διενέξεις, που είχαν σημαδευτεί και από πρότερες ένοπλες συγκρούσεις. Ωστόσο, οι ομοιότητες αυτές δεν δημιούργησαν ιδιαίτερους δεσμούς μεταξύ τους. Αντιθέτως, μάλιστα.

Από τη δεκαετία του ’20, οι ηγέτες του ινδικού εθνικιστικού κινήματος είχαν ενώσει τις φωνές τους με τους Αραβες της Παλαιστίνης ενάντια στον βρετανικό ιμπεριαλισμό και αντιτίθεντο στα σχέδια των σιωνιστών για τη δημιουργία εβραϊκού κράτους. Η Ινδία καταψήφισε το σχέδιο διαμοιρασμού της Παλαιστίνης στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, στις 29 Νοεμβρίου 1947, και δεν αναγνώρισε το Ισραήλ παρά το 1950. Μέχρι τη δεκαετία του ’80, συνέχισε να συμπλέει με τις αραβικές χώρες (στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και του Κινήματος των Αδεσμεύτων) υπερασπίζοντας το δικαίωμα των Παλαιστινίων να ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος.

Η διπλωματική της στάση, όμως, δεν ήταν απαλλαγμένη από σκοπιμότητες. Το Νέο Δελχί ανησυχούσε για το ενδεχόμενο στήριξης των πακιστανικών διεκδικήσεων στο Κασμίρ από πλευράς των μουσουλμανικών κρατών. Μέτρησαν, βέβαια, και άλλες σκοπιμότητες. Ειδικότερα στο ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας, η Ινδία εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τις χώρες της Μέσης Ανατολής για τον ανεφοδιασμό της σε πετρέλαιο. Επιπλέον, στηριζόταν στα εμβάσματα των πολυάριθμων Ινδών που εργάζονταν στις χώρες του Κόλπου, για να συγκρατήσει το σοβαρό έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών της κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και τις αρχές της δεκαετίας του ’90 (1).

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΠΑΦΕΣ

Παρ’ όλα αυτά, με την πάροδο του χρόνου, το χάσμα μεταξύ Ινδίας και Ισραήλ μίκρυνε. Ηδη από τη δεκαετία του 1960, οι δύο χώρες άρχισαν μυστικές επαφές στον στρατιωτικό τομέα και στις υπηρεσίες πληροφοριών. Ετσι, το Ισραήλ προσφέρθηκε να βοηθήσει τις ινδικές ένοπλες δυνάμεις στη διένεξη με την Κίνα (το 1962) και, στη συνέχεια, με το Πακιστάν (το 1965 και το 1971). Μάλιστα, το 1978, ο ισραηλινός υπουργός Αμυνας, Μοσέ Νταγιάν, πραγματοποίησε μυστική επίσκεψη στην Ινδία, για να συζητήσει το ενδεχόμενο στρατιωτικής συνεργασίας. Τελικά, το 1992, το Νέο Δελχί εγκαινίασε επίσημες διπλωματικές σχέσεις με το Τελ Αβίβ. Η απόφαση αυτή διευκολύνθηκε από τη διεθνή συγκυρία, που είχε σημαδευτεί από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και από τη Διάσκεψη της Μαδρίτης για τη Μέση Ανατολή, τον Οκτώβριο του 1991, στην οποία είχαν διαφανεί κάποιες προοπτικές ειρήνης. Απέρρεε, όμως, εξίσου και από την απογοήτευση μπροστά στα πενιχρά αποτελέσματα της μέχρι τότε πολιτικής. Η Ινδία, όχι μόνο δεν είχε καταφέρει να εξουδετερώσει την επιρροή του Πακιστάν στις αραβικές χώρες, αλλά είχε δει πολλές φορές τον Οργανισμό Ισλαμικής Συνδιάσκεψης να υιοθετεί αποφάσεις που καταδίκαζαν τις θέσεις της στο ζήτημα του Κασμίρ.

Μπορεί τις διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ να τις εγκαινίασε το (κεντροαριστερό) Κόμμα του Κογκρέσου, αλλά ήταν το εξτρεμιστικό ινδουιστικό κόμμα, το Κόμμα του Ινδικού Λαού (Bharatiya Janata Party, ΚΙΛ), που, όταν ήρθε στην εξουσία (1998-2004), έδωσε στη συνεργασία ώθηση και ουσιαστικό περιεχόμενο. Καχύποπτο, αν όχι εχθρικό, απέναντι στον μουσουλμανικό κόσμο, το ΚΙΛ δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να εκδηλώσει ανοιχτά τη συμπάθειά του προς το Ισραήλ. Είναι αλήθεια ότι, με όρους εσωτερικής πολιτικής, το ινδουιστικό κόμμα δεν ένιωσε ποτέ να περιορίζεται από τις διαθέσεις της μουσουλμανικής μειονότητας της Ινδίας -σε αντίθεση με το Κόμμα του Κογκρέσου. Η συγκυρία μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ενίσχυσε περισσότερο τους νέους δεσμούς, καθώς η κυβέρνηση συνασπισμού του ΚΙΛ προώθησε την ιδέα του μετώπου των φιλελεύθερων δημοκρατιών απέναντι στην απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας. Και, συμβολικά, υποδέχθηκε τον ισραηλινό πρωθυπουργό Αριέλ Σαρόν, τον Σεπτέμβριο του 2003, για να τιμήσουν… την επέτειο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ.

Η πολιτική αυτή θεώρηση οδήγησε στο όραμα ενός στρατηγικού τριγώνου μεταξύ Ισραήλ, Ινδίας και Ηνωμένων Πολιτειών(2), ιδέα που διατυπώθηκε δημόσια πρώτη φορά στις 8 Μαΐου 2003 από τον τότε σύμβουλο εθνικής ασφάλειας της Ινδίας, Μπρατζές Μίσρα, στο δείπνο της ετήσιας συνόδου της American Jewish Committee (Αμερικανοεβραϊκή Επιτροπή): «Το κύριο θέμα μας εδώ είναι να θυμηθούμε όλοι μαζί τη φρίκη της τρομοκρατίας και να εγκωμιάσουμε τη συμμαχία των ελεύθερων κοινωνιών που μάχονται κατά της μάστιγας αυτής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ινδία και το Ισραήλ υπήρξαν οι κύριοι στόχοι της τρομοκρατίας. Πρέπει να αντιμετωπίσουν από κοινού το τερατώδες φαινόμενο της σύγχρονης τρομοκρατίας(3)». Στη συνέχεια, έγιναν συζητήσεις μεταξύ των εκπροσώπων των τριών κυβερνήσεων, ιδιαίτερα για θέματα άμυνας και καταστολής της τρομοκρατίας, ενώ, στο παρασκήνιο, εξελισσόταν μια αποφασιστική προσέγγιση μεταξύ των φιλο-ινδικών και των φιλο-ισραηλινών ομάδων πίεσης στην Ουάσιγκτον.

Το 2004, η επιστροφή του Κόμματος του Κονγκρέσου στην εξουσία, ως επικεφαλής κυβέρνησης συνασπισμού, άμβλυνε τη συγκεκριμένη ιδεολογική διάσταση. Κατά βάθος, όμως, ο πυρήνας της ινδο-ισραηλινής σχέσης δεν επηρεάστηκε καθόλου. Γιατί άπτεται των τομέων προτεραιότητας της άμυνας και της ασφάλειας.

Βέβαια, οι δεσμοί έχουν διαφοροποιηθεί και συνάπτονται συνεργασίες στους κλάδους της γεωργίας, του τουρισμού, των επιστημών και της τεχνολογίας. Οι εμπορικές συναλλαγές, παρ’ ότι συνδέονται κυρίως με τη βιομηχανία διαμαντιών (το 2008, αντιστοιχούσε σχεδόν στο 50% του συνολικού όγκου εισαγωγών και εξαγωγών μεταξύ των δύο χωρών) (4), πέρασαν από τα 200 εκατ. δολάρια το 1992, στα 4 δισ. δολάρια το 2008. Η αμυντική βιομηχανία, πάντως, παραμένει στον πυρήνα της συνεργασίας.

Η επιβίωση της ισραηλινής βιομηχανίας όπλων εξαρτάται από τις εξαγωγές της. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι εξαγωγές κατευθύνονταν κυρίως προς την Κίνα. Το βέτο, όμως, που έθεσαν οι ΗΠΑ για τη μεταφορά ευαίσθητων τεχνολογιών προς το Πεκίνο, υποχρέωσε το Τελ Αβίβ να στραφεί προς άλλες αγορές, μεταξύ των οποίων και η Ινδία. Ο αναπροσανατολισμός αυτός αποδείχθηκε επικερδής, καθώς πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο που η οικονομική ανάπτυξη επέτρεπε επιτέλους στο Νέο Δελχί να χρηματοδοτήσει τις (σημαντικές) αμυντικές ανάγκες του. Από την πλευρά της, η Ινδία αναζητούσε νέους προμηθευτές, καθώς τα ρωσικά εργοστάσια δεν κάλυπταν παρά σε μικρό βαθμό το κενό που άφησε η εξαφάνιση του πάλαι ποτέ σοβιετικού εταίρου (πολλές αλυσίδες παραγωγής της σοβιετικής βιομηχανίας όπλων διαλύθηκαν ή αποδιοργανώθηκαν για πολύ καιρό μετά το 1991). Τέλος, οι ΗΠΑ προσέγγιζαν και αυτές την Ινδία, γεγονός που διευκόλυνε τη μεταφορά τεχνολογίας.

Τα ισραηλινά ραντάρ Φάλκον [συστήματα επιτήρησης που ανέπτυξε η Israel Aerospace Industry για λογαριασμό της ινδικής αεροπορίας(5)] αποτελούν καλό παράδειγμα. Αφού είχε απαγορεύσει την πώλησή τους στην Κίνα το 2000, η Ουάσιγκτον την επέτρεψε για την Ινδία. Το Νέο Δελχί έβγαλε ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα από την εμπειρία αυτή: η προσέγγιση με το Τελ Αβίβ θα του έδινε τη δυνατότητα πρόσβασης σε τεχνολογίες αιχμής που οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν απρόθυμες να εξαγάγουν.

Ετσι, μέσα σε μία δεκαετία, το Τελ Αβίβ επιβλήθηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους προμηθευτές όπλων στην Ινδία, η οποία έγινε πλέον η πρώτη εξαγωγική αγορά του. Το ύψος των συμβάσεων που συνάφθηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια υπολογίζεται γύρω στα 10 δισεκατομμύρια δολάρια(6). Η ευελιξία και η γρήγορη ανταπόκριση αποτέλεσαν τα μεγάλα πλεονεκτήματα του Ισραήλ. Ευελιξία, γιατί η χώρα προσαρμόστηκε ευθύς εξαρχής στις ιδιαιτερότητες των ινδικών ενόπλων δυνάμεων, το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού των οποίων είναι ρωσικής ή σοβιετικής προέλευσης -και, έτσι, προέκυψαν οι επικερδείς συμβάσεις για τον εκσυγχρονισμό των ρωσικών οπλικών συστημάτων: τεθωρακισμένα, αεροπλανοφόρα, ελικόπτερα και μαχητικά αεροσκάφη εξοπλίστηκαν όλα με ισραηλινά ηλεκτρονικά συστήματα. Γρήγορη ανταπόκριση, με τον επείγοντα ανεφοδιασμό του ινδικού στρατού με πολεμικό υλικό κατά τη διάρκεια της σύρραξης με το Πακιστάν στο Κασμίρ, το 1999, γνωστής με το όνομα «κρίση του Καργκίλ»(7).

ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Η βιομηχανική συνεργασία επικεντρώθηκε σε δύο κλάδους αιχμής τα ραντάρ επιτήρησης και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη από τη μία πλευρά, και τα πυραυλικά συστήματα από την άλλη. Για τον πρώτο κλάδο, το 2004 υπογράφτηκε σύμβαση προμήθειας τριών συστημάτων ραντάρ Φάλκον, ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Οσον αφορά τους πυραύλους Μπαράκ, η συνεργασία ξεκίνησε το 2001, με σύμβαση ύψους 270 εκατομμυρίων δολαρίων για την προμήθεια συστήματος άμυνας από θαλάσσης. Πέρασε σε νέα φάση τον Ιανουάριο του 2006, όταν οι δύο χώρες αποφάσισαν να αναπτύξουν από κοινού τη νέα γενιά του πυραυλικού συστήματος. Προχωρώντας σε μεταφορές τεχνολογίας, το Ισραήλ κατάφερε να ανταγωνιστεί τους Ρώσους, οι οποίοι επίσης συνεργάζονταν με τους Ινδούς για την κοινή ανάπτυξη πυραύλων θαλάσσης. Τέλος, το 2007, Ινδία και Ισραήλ ανακοίνωσαν σχέδιο συμφωνίας ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εγκατάσταση αντιαεροπορικού συστήματος στους πυραύλους Μπαράκ, οι οποίοι, στην περίπτωση αυτή, θα προορίζονταν για την ινδική αεροπορία και τον στρατό ξηράς.

Αλλος ευαίσθητος τομέας συνεργασίας; Η δορυφορική τεχνολογία. Τον Ιανουάριο του 2008, η Ινδία εκτόξευσε για λογαριασμό του Ισραήλ κατασκοπευτικό δορυφόρο τελευταίας γενιάς, με σκοπό την παροχή πληροφοριών γύρω από τις ιρανικές στρατηγικές εγκαταστάσεις. Τον Απρίλιο του 2009, η Ινδία εκτόξευσε και άλλον δορυφόρο, αυτή τη φορά για δικό της λογαριασμό, και μάλιστα επειγόντως, έπειτα από τις επιθέσεις στη Βομβάη, τον Νοέμβριο του 2008, οι οποίες άφησαν πίσω τους εκατόν εβδομήντα νεκρούς και αποκάλυψαν σοβαρά κενά στην επιτήρηση του ινδικού εδάφους. Πάντα στο πλαίσιο της «μετά Βομβάη» συγκυρίας, αγόρασε ισραηλινά ραντάρ έναντι 600 εκατομμυρίων δολαρίων, προκειμένου να ενισχύσει τα συστήματα επιτήρησης κατά μήκος των δυτικών ακτών της.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Ισραήλ βρίσκεται σε προνομιακή θέση για να συνδράμει την Ινδία στην προσπάθειά της να βελτιώσει τα συστήματα επιτήρησης των εδαφών της και, γενικότερα, να αναπτύξει ακόμη περισσότερο μια ήδη στενή συνεργασία σε θέματα καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Οι Ισραηλινοί συμμετείχαν στην κατασκευή του τείχους κατά μήκος της συνοριακής γραμμής με το Πακιστάν, προμήθευσαν την Ινδία με διάφορα συστήματα επιτήρησης προκειμένου να παρεμποδιστεί η διάσχιση των συνόρων από ισλαμιστές μαχητές και, κυρίως, είναι από τους πολύ λίγους ξένους που μετέβησαν στο θέατρο επιχειρήσεων του Κασμίρ.

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ

Μέχρι και σήμερα, το Νέο Δελχί, όπως και σύσσωμη η «διεθνής κοινότητα», υποστηρίζει τη δημιουργία ανεξάρτητου και βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους. Ωστόσο, μέσα από τις διαδοχικές κρίσεις μεταξύ του Ισραήλ και των γειτόνων του, η Ινδία έμαθε να ελίσσεται προς όφελος των συμφερόντων της. Η προσέγγισή της συνίσταται στην αποσύνδεση της διμερούς σχέσης της με το Ισραήλ από τις διακυμάνσεις της κατάστασης στη Μέση Ανατολή, με άλλα λόγια προστατεύει κατά προτεραιότητα τη συνεργασία με το Ισραήλ, αποφεύγοντας, ταυτόχρονα, να δυσαρεστήσει τις αραβικές χώρες. Γι’ αυτό και οι αμφίσημες επίσημες δηλώσεις, που, για λόγους τήρησης των ισορροπιών, καταδικάζουν τόσο τις τυφλές τρομοκρατικές επιθέσεις κατά του Ισραήλ όσο και τη βιαιότητα των «αντιποίνων». Αλλωστε, η ινδική διπλωματία ανέβασε τον διεθνή πήχη, καθώς η χώρα, ενώ συνέχιζε την προσέγγιση με το Ισραήλ, ανέπτυξε, στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας, τις σχέσεις της και με το Ιράν. Ετσι, πριν υποδεχθεί τον Αριέλ Σαρόν, τον Σεπτέμβριο του 2003, το Νέο Δελχί είχε φιλοξενήσει τον ιρανό πρόεδρο Μοχάμαντ Χαταμί. Κατά τρόπο μάλλον παράδοξο, η προσέγγιση με το Ισραήλ έδωσε στην Ινδία νέα χαρτιά στην πολιτική της στη Μέση Ανατολή: με την υποστήριξή της να μην είναι πλέον τόσο δεδομένη όσο στο παρελθόν, τα κράτη της περιοχής έμαθαν να λαμβάνουν υπόψη τους περισσότερο τα συμφέροντά της.

Οι λόγοι για τους οποίους η σχέση με το Ισραήλ παραμένει ευαίσθητη, είναι περισσότερο εσωτερικοί παρά εξωτερικοί, καθώς πρέπει να συνεκτιμώνται οι ευαισθησίες της μουσουλμανικής μειονότητας (14% του πληθυσμού). Επίσης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μικρότερα αριστερά κόμματα με την αντι-ιμπεριαλιστική παράδοση, τα οποία κινητοποιούνται ενάντια σε οποιαδήποτε ανοικτά φιλοϊσραηλινή πολιτική πρωτοβουλία. Συνεπώς, οι ινδοί ηγέτες επιλέγουν τη διακριτική προώθηση της συνεργασίας με το εβραϊκό κράτος. Βέβαια, η γραμμή αυτή είναι πολύ πιο δύσκολο να τηρηθεί σε περιόδους κρίσης: Ο πόλεμος στον Λίβανο, το 2006, προκάλεσε αμηχανία στο Νέο Δελχί, που, στην αρχή, περιορίστηκε σε διστακτική καταδίκη των ισραηλινών ενεργειών, πριν αποφασίσει να σκληρύνει τη στάση του κάτω από την πίεση των κομμουνιστικών κομμάτων και των μουσουλμάνων ψηφοφόρων. Τελικά, το εξοργισμένο Κοινοβούλιο υιοθέτησε ομόφωνα ψήφισμα που καταδίκαζε την επίθεση των Ισραηλινών.

Οι ελιγμοί της Ινδίας στα ζητήματα της Μέσης Ανατολής παρέχουν πλούτο πληροφοριών. Σε διπλωματικό επίπεδο, είναι αποτέλεσμα μιας προβλέψιμης πόλωσης μεταξύ των υποστηρικτών της παραδοσιακής, φιλοαραβικής γραμμής και των οπαδών της συνεργασίας με το Ισραήλ. Σε δεύτερη ανάγνωση, όμως, αποκαλύπτουν και μια εσωτερική ένταση μεταξύ της ανάγκης να καθησυχάζεται μια μειονότητα εκατόν εξήντα εκατομμυρίων ανθρώπων, που κάνουν την Ινδία το τρίτο κράτος στον κόσμο σε μουσουλμανικό πληθυσμό, και ενός ανομολόγητου θαυμασμού για τις δυναμικές μεθόδους του Ισραήλ. Μεθόδους που ορισμένοι αξιωματούχοι στο Νέο Δελχί θα έμπαιναν, άλλωστε, στον πειρασμό να δοκιμάσουν εναντίον των τρομοκρατικών πυρήνων που έχουν τις βάσεις τους στο Πακιστάν.

(1) Τον Ιούνιο του 1991, η κρίση στο ισοζύγιο πληρωμών της Ινδίας, η οποία οφειλόταν κυρίως στη διακοπή των εμβασμάτων από τους ινδούς μετανάστες που εργάζονταν στις χώρες του Κόλπου, οδήγησε την κυβέρνηση να θέσει σε εφαρμογή, με τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), ένα ευρύτατο πρόγραμμα διαρθρωτικής προσαρμογής της οικονομίας.

(2) Louise Tillin, «US-Israel-India: Strategic Axis?», BBC News, Λονδίνο, 9 Σεπτεμβρίου 2003.

(3) Ο λόγος είναι διαθέσιμος στην ιστοσελίδα www.ajc.org

(4) Βλ. το παράρτημα «Bilateral Trade Relations» στην ιστοσελίδα της ινδικής πρεσβείας στο Τελ Αβίβ: www.indembassy.co.il

(5) Το πρώτο σύστημα ραντάρ παραδόθηκε την άνοιξη του 2009, για να εγκατασταθεί σε αεροσκάφη Ιλιούσιν που εκσυγχρόνισε η Ρωσία. Λίγο μετά, το Νέο Δελχί θα παράγγελνε τρία νέα Awacs έναντι ιλιγγιώδους ποσού.

(6) Siddharth Srivastava, «Israel rushes to India’s defense», Asia Time Online, 2 Απριλίου 2009.

(7) Βλ. Ignacio Ramonet, «Πακιστάν, η απειλή», «Le Monde diplomatique»-«Κ.Ε.», 14-11-99.

* Ειδική σε στρατηγικά θέματα της Νότιας Ασίας. Διδάσκει στο Institut d’etudes politiques στο Παρίσι και στο Institut national des langues et des civilisations orientales (Inalco). Συγγραφέας, μαζί με άλλους, του «Dictionnaire de l’Inde contemporaine» (διευθ. Frederic Landy, εκδ. Armand Colin, Παρίσι, 2010).
Πηγή : ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Μύθοι και πραγματικότητες για τον καθορισμό Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών

Συνέντευξη στη Δωρα Aντωνιου
Βαθύς γνώστης του Διεθνούς Δικαίου, ο κ. Ροζάκης τοποθετείται, επί του θέματος του καθορισμού από τη χώρα μας θαλασσίων ζωνών. Απαντά στα ερωτήματα, αλλά και στους «μύθους», που έχουν ανακύψει μετ’ επιτάσεως εσχάτως, σχετικά με την υφαλοκρηπίδα, την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και τις διαφορές ανάμεσα στις δύο έννοιες.

— Το τελευταίο διάστημα έχει ανοίξει στην Ελλάδα η συζήτηση για τον καθορισμό των θαλασσίων ζωνών. Ενα βασικό σημείο της επιχειρηματολογίας που διατυπώνεται είναι ότι χωρίς καθορισμό Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, η χώρα μας δεν μπορεί να προχωρήσει σε έρευνες για κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Ισχύει αυτό;
— Οχι, φυσικά. Οι υδρογονάνθρακες βρίσκονται στο υπέδαφος του βυθού των θαλασσών, και κατά συνέπεια στην υφαλοκρηπίδα, η οποία -ως νομική έννοια- περιλαμβάνει το έδαφος και το υπέδαφος του βυθού περιοχών που βρίσκονται πέρα από την αιγιαλίδα ζώνη του κράτους. Ενα κράτος έχει αποκλειστικό δικαίωμα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων της υφαλοκρηπίδας του, συμπεριλαμβανομένων και των ζωντανών οργανισμών που βρίσκονται σε σχέση σταθερή με τον βυθό, όπως και τον έλεγχο των υποθαλάσσιων (στον βυθό) αγωγών.

— Ποιες είναι οι βασικές διαφορές μεταξύ υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ;
— Η ΑΟΖ είναι μια σύνθετη θαλάσσια ζώνη, η οποία αποσκοπεί να συμπληρώσει το καθεστώς της υφαλοκρηπίδας -της οποίας η έκταση, σε περιπτώσεις αδιατάρακτης επέκτασης στον θαλάσσιο βυθό μπορεί να εξικνείται πέρα από τα 200 ν. μ. της ΑΟΖ- κυρίως με την παροχή αποκλειστικών δικαιωμάτων αλιείας και χρήσης των υδάτων γενικότερα, όπως και χρήσης της ενέργειας που μπορεί να προκύψει από την εκμετάλλευση της επιφάνειας της θάλασσας. Είναι ουσιαστικά μια ζώνη που περιλαμβάνει την κολόνα του νερού από τον βυθό ώς την επιφάνεια, και μέσα σε αυτήν το κράτος έχει αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης, που περιορίζονται μόνον από την άσκηση της ελευθερίας των θαλασσών (η ΑΟΖ δεν καταργεί την ελευθερία της ανοιχτής θάλασσας, απλά την περιορίζει στη βάση των λειτουργιών της, λ. χ. η αλιεία γίνεται αποκλειστικό προνόμιο του κράτους της ΑΟΖ), και από την υποχρέωση του κράτους της ΑΟΖ να σέβεται το περιβάλλον και τα δικαιώματα των τρίτων.

Η βούληση των κρατών, όπως εκφράζεται στη Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας (1982) ήταν να διατηρήσουν τις δύο ζώνες χωριστά, κάτι που αντανακλάται στις ειδικές διατάξεις της που οι μεν αφορούν μόνον την υφαλοκρηπίδα οι δε άλλες την ΑΟΖ, και να αποφύγουν τη συγχώνευση. Εξάλλου ενώ τα δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα αποτελούν φυσικά δικαιώματα κάθε κράτους που έχει ακτές, δηλαδή ενυπάρχουν ανεξαρτήτως θεσμικής επισφράγισής τους, η ΑΟΖ για να υπάρξει θα πρέπει να προηγηθεί έκφραση της βούλησης του κράτους να την καθιερώσει με συγκεκριμένη πράξη.

— Μπορεί μια χώρα να προχωρήσει σε μονομερή ανακήρυξη ΑΟΖ ή αυτό γίνεται μόνον κατόπιν διαπραγμάτευσης και συμφωνίας με τις όμορες χώρες για τα όρια;
— Αν το παράκτιο κράτος διαθέτει θαλάσσια έκταση 200 ν. μ. με γεωγραφικές συνθήκες αδιατάρακτης νομής, το κράτος μπορεί να εκφράσει τη βούλησή του να καθιερώσει την ΑΟΖ μονομερώς. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό κυρίως στους ωκεανούς -ας θυμηθούμε την περίπτωση των ΗΠΑ- όπου όχι μόνον οι αποστάσεις από τις ακτές μετριούνται σε χιλιάδες μίλια, αλλά και τα ανάλογα δικαιώματα των απέναντι ακτών δεν επηρεάζονται από τη μονομερή καθιέρωσή της. Αν, όμως, οι γεωγραφικές συνθήκες της περιοχής δεν παρέχουν ευχέρεια σε ένα κράτος να έχει αποκλειστικά δικαιώματα σε μια θάλασσα με την οποία γειτνιάζουν άλλα κράτη -και σε απόσταση ακτών μεταξύ τους μικρότερες των 400 ν. μ. - τότε η απλή έκφραση βούλησης μπορεί να υπάρξει, αλλά πρακτικά για να ασκηθεί το δικαίωμα χρειάζεται οριοθέτηση. Κατά συνέπεια, χρειάζεται διαπραγμάτευση, επίτευξη συμφωνίας οριοθέτησης, και, σε περίπτωση διαφωνιών, πιθανή παραπομπή της διαφοράς σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.

— Σε περίπτωση διαπραγμάτευσης για ΑΟΖ και εφόσον τα δύο μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία, η προσφυγή σε τρίτο μέρος για την επίλυση της διαφοράς, για παράδειγμα στο Διεθνές Δικαστήριο, μπορεί να γίνει μονομερώς ή απαιτείται σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών;
— Χρειάζεται σύμφωνη γνώμη των δύο μερών, εκτός αν τα δύο κράτη έχουν προηγουμένως αποδεχθεί αυτόματη παραπομπή των διαφορών τους σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.

— Στη συζήτηση που διεξάγεται στην Ελλάδα για την ΑΟΖ, πολύς λόγος γίνεται για το Καστελόριζο και τη σημασία του για την επέκταση της ελληνικής ΑΟΖ. Υπάρχει προηγούμενο αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου για ανάλογες περιπτώσεις;
— Σε αντίθεση με το Αιγαίο, όπου οι αποστάσεις ανάμεσα στις ακτές με τη γειτονική χώρα δεν επιτρέπουν την πλήρη ανάπτυξη της ΑΟΖ στα 200 ν. μ., και ουσιαστικά η οριοθέτηση της ΑΟΖ θα οδηγήσει στην ταύτιση των οριοθετικών ορίων της υφαλοκρηπίδας με την ΑΟΖ Ελλάδας και Τουρκίας, στην Ανατολική Μεσόγειο - όπως, επίσης, και στον ελληνικό Νότο (νότια της Κρήτης), και στα δυτικά οι θαλάσσιες εκτάσεις επιτρέπουν ευρύτερες ζώνες, τόσο υφαλοκρηπίδας όσο και ΑΟΖ. Ειδικά για το Καστελόριζο, η νησιωτική παρουσία του επιτρέπει την ύπαρξη ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ σε αυτήν την περιοχή. Παρ’ όλα αυτά, και λαμβάνοντας και πάλι υπόψη τις αποστάσεις, στην ίδια περιοχή διεκδικούν ΑΟΖ (δηλαδή η περιοχή που προσδιορίζεται από τις ακτές της δυτικής Κύπρου, τις νότιες ακτές της Τουρκίας, τις βόρειες της Αιγύπτου, και τις ελληνικές, κυρίως του Καστελορίζου) και οι γειτονικές χώρες, και μια μόνιμη λύση δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνον με οριοθέτηση. Στοιχείο που, βέβαια, θα επηρεάσει την οριοθέτηση, αναφορικά με το εύρος του δικαιώματος ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στην ανατολική λεκάνη, είναι η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο Καστελόριζο, από πλευράς «επήρειας». Κάτι που, βέβαια, συναρτάται από τη γεωγραφική θέση του στην περιοχή, το νησιωτικό χαρακτήρα του, και την έκταση των ακτών του. Ιδανικό, βέβαια, θα ήταν να μπορέσει να υπάρξει μια συνολική συμφωνία ανάμεσα σε αυτές τις χώρες για την ακριβή έκταση των δικαιωμάτων τους, αλλά, βέβαια, οι διμερείς συμφωνίες αποτελούν τη συνήθη πρακτική (μάλιστα πολλές από αυτές συνδυάζουν οριοθέτηση όλων των συγγενών ζωνών). Στην τελευταία περίπτωση, βέβαια, οι συμφωνίες αυτές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τα δικαιώματα των άλλων χωρών που δικαιούνται ανάλογων ζωνών στην περιοχή, προκειμένου να αποφευχθούν τριβές και διαφωνίες.

— Η Ελλάδα έχει συμφέρον καθιέρωσης ΑΟΖ στο Αιγαίο;
— Οι λειτουργίες της ΑΟΖ είναι δεδομένες, όπως σχηματικά τις περιέγραψα. Και οι κυριότερες από αυτές, που ενδιαφέρουν την Ελλάδα, είναι η αλιεία και η χρήση ενέργειας που προκύπτει από τα φυσικά φαινόμενα της επιφάνειας της θάλασσας. Η Ελλάδα πρέπει να μελετήσει αν τη συμφέρει το τρέχον καθεστώς ελευθερίας των θαλασσών στο Αιγαίο, που της παρέχει δυνατότητα να αλιεύει παντού -με την εξαίρεση της τουρκικής αιγιαλίτιδας- ή προτιμάει έναν περιορισμό με αποκλειστικότητα χρήσης. Φυσικά σε περίπτωση οριοθέτησης ΑΟΖ με την Τουρκία, ένα τμήμα του αποκλειστικού δικαιώματος αλιείας θα περιέλθει στη γειτονική χώρα.

— Ακούγεται τον τελευταίο καιρό συχνά η πιθανότητα συνεκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων με την Τουρκία. Θεωρείτε ότι μπορεί αυτό να αποτελέσει μια λύση;
— Οχι, με κανένα τρόπο. Αν δεν προηγηθεί οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας δεν γνωρίζουμε ποια είναι η ακριβής έκταση των δικαιωμάτων των δύο γειτονικών κρατών στις υποθαλάσσιες περιοχές μας. Με ποιο, λοιπόν, κριτήριο θα συνεκμεταλλευθούμε, και με ποια ποσοστά; Θεωρητικά, μπορούμε να μιλήσουμε για συνεκμετάλλευση, μετά την οριοθέτηση, και φυσικά μόνο για τις περιοχές που η ενότητα ενός ενεργειακού κοιτάσματος το επιτάσσει.

Η Ευρώπη τώρα κατανοεί το ελληνικό πρόβλημα
— Πρόσφατα η Ελλάδα καταδικάστηκε, μαζί με το Βέλγιο, από το ΕΔΑΔ, για υπόθεση που αφορούσε κακομεταχείριση Αφγανού, ο οποίος είχε ζητήσει πολιτικό άσυλο. Τι δείχνει αυτή η απόφαση και τι συνεπάγεται;
— Η απόφαση MSS κατά Ελλάδας και Βελγίου είναι ένας αναμφίβολος σταθμός για την προστασία του πολιτικού ασύλου στην Ευρώπη. Η Ελλάδα καταδικάστηκε γιατί στη διάρκεια τής εδώ παραμονής του υποψηφίου για άσυλο, τον είχε κρατήσει σε απαράδεκτες συνθήκες, και για την παντελή απουσία μέριμνας για την τύχη του, αφού όταν αφέθηκε ελεύθερος δεν εξασφαλίστηκαν γι’ αυτόν -όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση επιτάσσει- στοιχειώδεις συνθήκες ανθρώπινης διαβίωσης. Το Βέλγιο, από την άλλη μεριά, καταδικάστηκε γιατί, εφαρμόζοντας τυπολατρικά το Δουβλίνο ΙΙ, επέστρεψε τον υποψήφιο στην Ελλάδα, ενώ γνώριζε τις συνθήκες που τον περίμεναν στη χώρα μας, τόσο από πλευράς διαμονής όσο κι από πλευράς ουσιαστικής εξέτασης του αιτήματός του. Το μήνυμα, λοιπόν, που εκπορεύεται από αυτήν την απόφαση έχει δύο αποδέκτες: την Ελλάδα από τη μια μεριά, η οποία θα πρέπει, επιτέλους, να εξανθρωπίσει τις συνθήκες παραμονής των υποψηφίων που ζητούν πολιτικό άσυλο και να εξετάζει σε εύλογο χρόνο το αίτημά τους και τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης από την άλλη, οι οποίες, τουλάχιστον ώς το σημείο εκείνο που θα βελτιωθεί η κατάσταση, δεν πρέπει να επιστρέφουν στη χώρα μας άτομα που ζητούν άσυλο, αλλά να εξετάζουν αυτά τα ίδια την ουσία του αιτήματός τους. Κάτι που το Δουβλίνο ΙΙ δεν αποκλείει, μέσα από την λεγόμενη «ρήτρα κυριαρχίας».

— Ποια είναι η εικόνα που επικρατεί για τη χώρα μας, όσον αφορά τη διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος;
— Η εικόνα δεν είναι η καλύτερη. Εχει γίνει πια γνωστό ότι οι συνθήκες διαβίωσης των αλλοδαπών στη χώρα μας είναι άθλιες, και ιδιαίτερα ότι για τη μερίδα εκείνων που ζητούν πολιτικό άσυλο δεν υπάρχει ούτε πρόνοια για την τύχη τους και, κυρίως, καμία εξασφάλιση σοβαρής και έγκαιρης αντιμετώπισης του αιτήματός τους. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, κι ιδιαίτερα στις μεσογειακές που δέχονται ανάλογες πιέσεις, και τουλάχιστον στο θέμα της εξέτασης του πολιτικού ασύλου, υπάρχει σαφέστερα καλύτερη αντιμετώπιση.

— Η Ελλάδα, ως πύλη εισόδου μεταναστών στην Ευρώπη, δέχεται συστηματικά μεγάλη μεταναστευτική πίεση, η οποία επιβαρύνθηκε από το Δουβλίνο ΙΙ. Εκτιμάτε ότι υπάρχει κατανόηση για την ιδιαιτερότητα που έχει η χώρα μας ως προς το θέμα αυτό;
— Η Ελλάδα είναι θύμα της γεωγραφικής θέσης της, που οδηγεί στο στατιστικό δεδομένο ότι παραπάνω από 80% των αλλοδαπών που επιδιώκουν είσοδο στην Ευρώπη διέρχεται από εδώ. Για μια μικρή χώρα, χωρίς τις αναγκαίες υποδομές, τις δυνατότητες απορρόφησης εργατικών χεριών, και την οικονομική κρίση που τη μαστίζει, η παραμονή, προσωρινή ή μόνιμη, στο έδαφός της δημιουργεί τεράστια προβλήματα που, δυστυχώς, πολλές φορές εκφράζονται και με απεχθείς συμπεριφορές προς τους μετανάστες.

Η υπόλοιπη Ευρώπη μόλις τώρα αρχίζει να κατανοεί την έκταση του ελληνικού προβλήματος. Ελπίζω ότι αυτή η κατανόηση θα οδηγήσει στη διαμόρφωση μιας κοινής πολιτικής, στηριγμένης στις νέες πραγματικότητες, που να ενισχύει τον έλεγχο εισόδου με αποτελεσματικά μέτρα, να σέβεται τις κατηγορίες των ατόμων που ζητούν πολιτικό άσυλο, να προσφέρει οικονομική αρωγή στις χώρες με ιδιαίτερη μεταναστευτική εισροή, αλλά και να διαμορφώνει μια πολιτική πιο ισότιμης κατανομής του μεταναστευτικού ρεύματος, γι’ αυτούς που δικαιούνται, βέβαια, παραμονή στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, όμως –και άμεσα– χρειάζεται μια αλλαγή νοοτροπίας των ελληνικών αρχών, οι οποίες πρέπει να κατανοήσουν ότι τα άτομα αυτά αξίζουν μιας ανθρώπινης συμπεριφοράς, τουλάχιστον ανάλογης με εκείνην που είχαν οι πρόσφατοι πρόγονοί μας, όταν αναζητούσαν την τύχη τους σε ξένες χώρες.
Source :ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Σύνοδος Κορυφής Βρυξελλών : Οι συνέπειες της ευρωπαικής οικονομικής πολιτικής

Οι πιστωτές δεν αποβλέπουν πλέον στη διατήρηση εμπορικών πλεονασμάτων ή την πλήρη αποπληρωμή των δανείων, αλλά στην εξαγορά των εμπράγματων εγγυήσεων των δανείων, αντί πινακίου φακής «σε συνθήκες εθνικής καταστροφής».

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Χρήμα “τύπωσε” η Ιρλανδική Κεντρική Τράπεζα, σε ύψος 40% του ιρλανδικού ΑΕΠ, και το διοχέτευσε στις τράπεζές της για να τις σώσει, προκαλώντας, όπως ήταν αναμενόμενο, πανευρωπαϊκή κατάπληξη και ανησυχία. Το χρήμα δημιουργήθηκε ηλεκτρονικά, με χρήση μιας ειδικής διαδικασίας που προβλέπεται από τις ευρωπαϊκές συνθήκες και αφού ειδοποιήθηκε, όπως έπρεπε, η ΕΚΤ.
Η έγκρισή της δεν απαιτείται τυπικά, αλλά θεωρείται απίθανο να προχώρησε το Δουβλίνο σε μια τέτοια κίνηση, χωρίς τη συμφωνία του κ. Τρισέ.
Κεϋνσιανισμός θα πουν μερικοί, αλλά πρόκειται μάλλον περί «ψευτοκεϋνσιανισμού», στο μέτρο που τα κεφάλαια δεν κατευθύνονται σε επενδύσεις, κατανάλωση, αύξηση ζήτησης, αλλά στη σωτηρία χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, που μάλλον δεν θα μπορέσουν ποτέ να ξεπληρώσουν τα δάνεια, ανακυκλώνοντας έτσι την κρίση χρέους που ταλανίζει την ευρωζώνη. ‘Όπως όλα σχεδόν τα μέτρα που πάρθηκαν μετά την έναρξη της κρίσης και αυτό αναγνωρίζει τουλάχιστο ότι η αντιμετώπιση της είναι αδύνατη στα πλαίσια αυστηρής τήρησης του πνεύματος και του γράμματος του Μάαστριχτ (όπως της αρχής μη σωτηρίας – no bailout - των κρατών μελών, που καταστρατηγήθηκε ήδη με την αγορά κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ, τα προγράμματα «σωτηρίας» Ελλάδας και Ιρλανδίας και τον υπό διαπραγμάτευση ανάλογο μηχανισμό).
Το πρόβλημα όμως, που ήδη επισημαίνουν δημοσιεύματα του ευρωπαϊκού τύπου, είναι ότι και αυτό το μέτρο δεν κατευθύνεται στην συστηματική αντιμετώπιση των προβλημάτων δομής του Μάαστριχτ και του ίδιου του μοντέλου «υπερφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης», του οποίου συνιστά περιφερειακή ενσάρκωση, προβλημάτων στη ρίζα της κρίσης χρέους. Αποσκοπεί, και αυτό, σύμφωνα με τους επικριτές του, όχι στο να διορθώσει ριζικά τα δομικά προβλήματα του Μάαστριχτ, αλλά να διευκολύνει την εφαρμογή του, κάνοντας κάπως πιο ελαστικούς τους κανόνες. Ρίχνει νέους πόρους στη «σωτηρία» του χρηματοπιστωτικού συστήματος από μια κρίση που προκάλεσε το ίδιο, αφαιρώντας τους τελικά από την πραγματική οικονομία, στην υστέρηση της οποίας έγκειται το θεμελιώδες πρόβλημα. Και η οποία υστέρηση, ειρήσθω εν παρόδω, επιδεινώνεται. Η Βρετανία αίφνης ανακοίνωσε πτώση ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο του 2010, οδεύοντας στο σπάνιο φαινόμενο «διπλής ύφεσης», επανάληψης σε μικρό διάστημα μετά την πρώτη ανάκαμψη από την κρίση νέας ύφεσης. Προτού καν η οικονομία της αισθανθεί το αποτέλεσμα των δραστικών περικοπών δημοσίων δαπανών.
Το αποτέλεσμα όλων των μέτρων που λαμβάνονται για να αντιμετωπίσουν συμπτωματικά την κρίση χρέους, είναι διπλά αρνητικό: ιδιωτικό χρέος μετατρέπεται σε δημόσιο και δημόσιο προς ιδιώτες σε δημόσιο προς κράτη/ΕΕ, γεγονός που ανακουφίζει τους ιδιώτες πιστωτές, φέρνει όμως σε πολύ δυσκολότερη διαπραγματευτική θέση τα ευρωπαϊκά κράτη. Οι όροι ασφυκτικής λιτότητας που συνοδεύουν τα μέτρα συρρικνώνουν τις ευρωπαϊκές περιφερειακές οικονομίες, μειώνοντας την παραγωγή πραγματικού πλούτου και καθιστώντας δυσχερέστερη την αποπληρωμή του χρέους! Τα φάρμακα απαλύνουν τα συμπτώματα της ασθένειας, επιδεινώνοντας την αιτία της. Δεν βγαίνει η ιστορία, δήλωσε προχτές ο Σόρος, ζητώντας πανευρωπαϊκές επενδύσεις στην περιφέρεια.
Τα μέτρα «σωτηρίας» που παίρνονται είναι αυθαίρετα, άδικα, χαοτικά, ad hoc λύσεις, όχι συστηματική μεταρρύθμιση του μοντέλου. Το κλίμα στην ΕΕ δηλητηριάζεται από τους ανταγωνισμούς πλουσίων/φτωχών, Βορείων/Νοτίων, οι καυγάδες πολλαπλασιάζονται, η δυναμική των ενδοευρωπαϊκών συγκρούσεων μπορεί κάποια στιγμή να γίνει ανεξέλεγκτη, πόσο μάλλον αν προστεθεί στο μέλλον σημαντική δυναμική κοινωνικής αναταραχής. Η επανάσταση στην Τυνησία, βρήκε πολύ σύντομα μιμητές στην Αίγυπτο και αλλού, ακόμα και στην Αλβανία, αφορά βεβαίως κυρίως τη Μέση Ανατολή, αλλά συνιστά και προειδοποίηση για όλο τον κόσμο.
Ένα από τα καλά της κρίσης είναι ότι ανοίγουν σιγά-σιγά τα στόματα στην Ευρώπη, η ήπειρος μοιάζει σταδιακά να συνειδητοποιεί, αν μη τι άλλο, και τα προβλήματα του ενοποιητικού εγχειρήματος και, λιγότερο, αυτά της παγκοσμιοποίησης. ‘Αρχισε μια συζήτηση, και μέσα στο κατεστημένο, ενώ μέχρι το 2008, ένα είδος «πολιτικής ορθοδοξίας» κυριαρχούσε στον δημόσιο διάλογο σε πολιτικό/τεχνοκρατικό επίπεδο, που απέκλειε προκαταβολικά οιαδήποτε κριτική προσέγγιση (με την μερική εξαίρεση ιδίως της Γαλλίας, αλλά και Ολλανδίας και Ιρλανδίας, όπου οι κοινωνίες, όχι το κατεστημενο, έχουν από ετών τοποθετηθεί κριτικά έναντι της συγκεκριμένης ευρωπαϊκής ενοποίησης).
Η συζήτηση είναι η πιο στοιχειώδης προϋπόθεση αντιμετώπισης της κρίσης, παρόλο που η επεξεργασία νέων ιδεών καθυστερεί πάρα πολύ εν σχέσει με τις προκλήσεις. Δυστυχώς, ελάχιστα έως καθόλου η ευρωπαϊκή συζήτηση έχει γίνει αντικείμενο διαλόγου στην Ελλάδα, παρόλο που η χώρα μας κινδυνεύει περισσότερο από την μη ικανοποιητική αντιμετώπιση της κρίσης. Τα προβλήματά μας επηρεάζονται περισσότερο από ποτέ άλλοτε από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, ο ορίζοντας των συζητήσεών μας παραμένει όμως απελπιστικά εθνοκεντρικός. Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία δεκαετία, εξ όσων γνωρίζουμε, μόνο τρεις (3) σχολιαστές στην Ελλάδα, δύο δημοσιογράφοι και ένας οικονομολόγος, έθιξαν έστω την ιδέα ευρωπαϊκού προστατευτισμού.
Υπάρχουν σήμερα μειοψηφικές μεν, υπαρκτές δε και στο κατεστημένο φωνές στην Ευρώπη που επισημαίνουν τα συστημικά χαρακτηριστικά της κρίσης και προτείνουν, έστω και δειλά, κάποια μέτρα. Ο «Κόσμος του Επενδυτή» παρουσίασε, την περασμένη εβδομάδα, την εισήγηση δύο Γάλλων βουλευτών προς τον Πρόεδρο Σαρκοζί, που παρήγγειλε ο ίδιος, με προτάσεις μεταρρύθμισης της ευρωζώνης, που απηχεί χοντρικά τις απόψεις του γαλλικού κατεστημένου. Πρόκειται για ιστορικό κείμενο στο μέτρο που είναι η πρώτη φορά, εξ όσων γνωρίζουμε, που εκφράζονται στο κέντρο του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος και όχι από εναλλακτικούς οικονομολόγους, έστω και δειλά, κάποιες ιδέες στον αντίποδα της φιλοσοφίας του Μάαστριχτ και των κρατούντων νεοφιλελεύθερων δογμάτων. ‘Όπως η ανάγκη επανεισαγωγής μορφών φορολογίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, αναζήτησης οικονομικής διεξόδου στην ανάπτυξη και τις δημόσιες επενδύσεις, αντιμετώπισης των διαφορών ανταγωνιστικότητας στο εσωτερικό της ΕΕ, της συνοχής μιας ‘Ενωσης που τείνει να διαρραγεί σε Βορρά/Νότο, υπό την επίδραση του εθνικισμού και της στενοκέφαλης ιδιοτέλειας των Γερμανών αφενός, της αδυναμίας των Νοτίων να υπερασπισθούν τον εαυτό τους αφετέρου.
Η πιο «επαναστατική» ιδέα που περιέχεται στην εισήγηση είναι ο τονισμός της ανάγκης προστασίας στρατηγικών τομέων της ευρωπαϊκής οικονομίας. «Επαναστατική», όχι γιατί ο προστατευτισμός είναι κάτι καινούριο ή ρηξικέλευθο, αλλά γιατί αναγορεύθηκε στον υπ’ αρ. 1 «εχθρό» της «ελεύθερης οικονομίας» από την επίσημη ρητορεία όλων των μελών του G-20. Η αποβιομηχάνιση όμως της Ευρώπης και η τωρινή κρίση επιβεβαιώνουν ότι δεν γίνεται, χωρίς κολοσσιαίες συνέπειες, να εξισωθούν ζώνες που τις χωρίζουν αβυσαλλέες διαφορές αμοιβών εργασίας. Το μοντέλο αυτό οδηγεί σε κατακόρυφη πτώση και απαξίωση την αμοιβή της εργασίας και τη ζήτηση, εγκαθιστώντας μη ρυθμίσιμο χάος. Αλλού βρίσκεται η παραγωγή, αλλού η κατανάλωση, αλλού το κεφάλαιο!
Δεν είναι τυχαίο που οι πρώτες ιδέες επαναπροσανατολισμού της ‘Ενωσης εμφανίζονται στη χώρα του Κολμπέρ, του ισχυρού κράτους, χώρα που θυμάται πάντα με περηφάνεια ότι αποκεφάλισε τον βασιληά της και δυσφορεί στην προοπτική αμαχητί παράδοσης στη δικτατορία των «αγορών» και της ιδεολογίας της, του νεοφιλελευθερισμού. Αλλά η Γαλλία δεν είναι μόνο η χώρα του Ναπολέοντα και του Ντε Γκωλ, είναι επίσης η χώρα του Βατερλώ και του Πεταίν. Στην ίδια έκθεση που παρουσιάσαμε, αποτυπώνονται τα όρια του μεταρρυθμιστικού της οίστρου με μια σαφέστατη διατύπωση: «το υπέρτατο συμφέρον της Γαλλίας είναι η μη απόκλιση της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής τροχιάς Γαλλίας και Γερμανίας». Η πεποίθηση ότι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους, χωρίς το Βερολίνο, κι ότι δεν πρέπει να το αφήσουν να χαράξει μόνο του πορεία, εξηγεί γιατί ο Μιτεράν συμφώνησε με τη γιουγκοσλαβική πολιτική του Κολ και αποδέχθηκε, γράφοντας το Μάαστριχτ, τον αντιπληθωριστικό δογματισμό του.
Η κριτική των νεοφιλελεύθερων δογμάτων δεν είναι γαλλικό προνόμιο, επηρρεάζει πια και τη συζήτηση στο γερμανικό κατεστημένο. Σε βαρυσήμαντο άρθρο του στο Σπήγκελ (18/1/2011) ο Christoph Schwennicke καλεί την ΕΕ να αντισταθεί στην τάση μικρότερου κράτους, επισημαίνοντας ότι η καλή κατάσταση της γερμανικής οικονομίας, αν οφείλεται κάπου, είναι στο ότι αντιστάθηκε στη «μόδα του νεοφιλελευθερισμού». Η Ευρώπη, σημειώνει, πρέπει να αντισταθεί, κατά τον ίδιο τρόπο, στις ιδιοτελείς προβλέψεις καταστροφής του ευρώ. Αν κάτι κατέδειξε η οικονομική και η χρηματοπιστωτική κρίση είναι η ανάγκη ισχυρών κρατών και περισσότερης, όχι λιγότερης Ευρώπης.
Ο Schwennicke υπογραμμίζει ότι η Κίνα είναι μάλλον «μετασοσιαλιστικός κρατισμός» παρά νεοφιλελευθερισμός. Κάνει δριμεία κριτική των αποτελεσμάτων όσων νεοφιλελεύθερων μέτρων εφήρμοσε ο Σρέντερ και επιφυλάσσει ένα «βιτριολικό» βέλος στους οπαδούς του «αγγλοσαξωνικού μοντέλου», που παρουσιάζουν επί χρόνια ή δεκαετίες ως παρωχημένο αναχρονισμό τον γαλλογερμανικό «καπιταλισμό του Ρήνου»: Εμείς παράγουμε προϊόντα, τους λέει, δεν ασχολούμαστε με το να κρύβουμε τι είναι τα χρηματιστικά προϊόντα που πουλάμε!
Προς το παρόν αυτές οι ιδέες παραμένουν μειοψηφικές. Η Γερμανία, «υγιής» παραγωγική και τεχνολογική δύναμη, διαθέτει τον απαραίτητο ορθολογισμό για να καταλάβει το πρόβλημα, γνωρίζει στο βάθος ότι χρειάζεται την Ευρώπη όσο και η Ευρώπη αυτήν, θα μπορούσε ίσως να γίνει ο Μωϋσής που θα τη βγάλει εκτός κρίσης. Μια σειρά υποκειμενικών και ιστορικών λόγων, μαζί και μια ισχυρή δόση ιδιοτελούς εθνικισμού την αποτρέπουν μέχρι στιγμής. Φοβάται προφανώς, όπως και οι Γάλλοι, την αναταραχή που θα συνόδευε μια σοβαρή προσπάθεια μεταρρύθμισης του Μάαστριχτ και της «φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης». ‘Εχει βολευτεί στα κέρδη του εξωγωγικού της μοντέλου. Και στα οποία προστίθενται τα κέρδη στις τράπεζές της από τα διάφορα σχέδια σωτηρίας.
Σε άρθρο του στα «Επίκαιρα» (27.1.10), ο Καθηγητής Βεργόπουλος επισημαίνει, όπως και άλλοι (Στίγκλιτζ, Γκαλμπρέιθ, Κρούγκμαν, Ζοσπέν κλπ.), την έκδηλη αντίφαση μεταξύ επιδίωξης πληρωμής του χρέους και γενικευμένης λιτότητας που τη δυσκολεύει. Διατυπώνει την υπόθεση ότι μια τέτοια πολιτική δεν είναι απλώς ανορθολογική, αλλά εγγράφεται σε μια νέα «οικονομία της αρπαγής». Οι πιστωτές δηλαδή δεν αποβλέπουν πλέον στη διατήρηση εμπορικών πλεονασμάτων ή την πλήρη αποπληρωμή των δανείων, αλλά στη εξαγορά των εμπράγματων εγγυήσεων των δανείων αντί πινακίου φακής «σε συνθήκες εθνικής καταστροφής». «Αυτό δεν ονομάζεται “πολιτική οικονομία” αλλά “οικονομία της λεηλασίας και της αρπαγής”.
Δεν γνωρίζουμε αν αυτή είναι η στόχευση ή αν κινδυνεύει να προκύψει ως αποτέλεσμα αντιφάσεων. Ο χειρισμός πέρυσι της ελληνικής κρίσης από την Κυρία Μέρκελ αποκάλυψε μια δεινή παίκτρια πόκερ. Τώρα επαναλαμβάνονται περίπου τα ίδια, προχτές μόλις καυγάδισε άγρια με τον Μπαρόζο, αρνείται να αυξήσει τα κεφάλαια του μηχανισμού σωτηρίας, ο Σόιμπλε ξανά αρνήθηκε πάλι αυτή την εβδομάδα την έκδοση ευρωομολόγων. Προφανώς, το Βερολίνο οδηγεί την κρίση στο «πάρα πέντε», μεγιστοποιώντας τα οφέλη του στο μεταξύ και ελαχιστοποιώντας τα κόστη του και επιβάλλοντας τελικά τρομερούς όρους.
Αυτή η τακτική, διαιωνιζόμενη, διευρύνει το κόστος αντιμετώπισης της κρίσης, υπονομεύει την πολιτικο-ιδεολογική εμβέλεια της ‘Ενωσης, κινδυνεύει να συγκροτήσει μακροχρόνια αντιγερμανικό μέτωπο, καθιστά περίπου ακυβέρνητη την ΕΕ. Ουδείς γνωρίζει σε ποιο σημείο μπορούν να σπάσουν οι αντοχές κοινωνιών και κρατών, οδηγώντας μιαν απροετοίμαστη ΕΕ προ κρίσης πολύ σοβαρότερων διαστάσεων από αυτήν που είδαμε μέχρι τώρα.
Κόσμος του Επενδυτή, 29.1.2010

Ετοιμάζουν " βελούδινη" έξοδο για τον Μουμπάρακ

Σχέδια άμεσης παράδοσης της εξουσίας επεξεργάζονται αιγύπτιοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης και του στρατού, την ώρα που εντείνονται οι πιέσεις προς τον πρόεδρο Μουμπάρακ, τόσο στο εσωτερικό, όσο και από την Ουάσινγκτον.

Ο αντιπρόεδρος της Αιγύπτου, Ομάρ Σουλεϊμάν και άλλα κορυφαία στελέχη του αιγυπτιακού καθεστώτος συζητούν τα βήματα που θα ακολουθήσει ο Μουμπάρακ για την εκχώρηση των αρμοδιοτήτων του και την απομάκρυνσή του από το προεδρικό μέγαρο στο Κάιρο. Όπως μεταδίδουν τα διεθνή πρακτορεία, φαίνεται ότι επιλέγεται η λύση της αποψίλωσής του από τις εξουσίες που τώρα ασκεί, χωρίς προς στιγμήν να συζητείται η έκπτωσή του από το προεδρικό αξίωμα. Σύμφωνα με το επικρατέστερο σενάριο, μία μεταβατική κυβέρνηση, υπό τον αντιπρόεδρο Σουλεϊμάν, θα αναλάβει τις διαπραγματεύσεις με την αντιπολίτευση προκειμένου να αναθεωρηθεί το αιγυπτιακό σύνταγμα και να οδηγηθεί η χώρα σε δημοκρατικές εκλογές.

Όπως είπαν πηγές της αμερικανικής κυβέρνησης στους New York Times, ανάμεσα στις ιδέες που προτάθηκαν στον Μουμπάρακ ήταν να μεταβεί στην εξοχική του κατοικία στο θέρετρο Σαρμ Ελ Σεϊκ, ή να ταξιδεύσει στη Γερμανία με την πρόφαση των ετήσιων ιατρικών του εξετάσεων εκεί. Τέτοια βήματα θα του εξασφάλιζαν μία αξιοπρεπή έξοδο και θα τον απέσυραν από το κέντρο της πολιτικής σκηνής, ικανοποιώντας ως έναν βαθμό τις απαιτήσεις των διαδηλωτών.

Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ ενθαρρύνουν τον Σουλεϊμάν και τους αξιωματικούς του στρατού να κάτσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την αντιπολίτευση, και να συζητήσουν λεπτομερώς πώς θα ανοίξουν το πολιτικό σύστημα, καθιερώνοντας χρονικό όριο στη θητεία του προέδρου και θεσπίζοντας βασικές δημοκρατικές αρχές εν όψει των εκλογών που έχουν προγραμματισθεί για τον Σεπτέμβριο.

«Τίποτε από όλα αυτά δεν πρόκειται να συμβεί», εκτιμά στέλεχος της αμερικανικής κυβέρνησης, «αν ο Μουμπάρακ παραμείνει στο επίκεντρο της διαδικασίας». «Αλλά δεν απαιτείται να εγκαταλείψει άμεσα το αξίωμά του».

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρόεδρος Ομπάμα ενέτεινε την Παρασκευή την πίεση προς τον Μουμπάρακ, καλώντας τον «να πάρει τη σωστή απόφαση», επαναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την έκκλησή του για «συντεταγμένη μετάβαση».

Ο ίδιος ο Μουμπάρακ, μιλώντας στο αμερικανικό δίκτυο ABC, δήλωσε πρόθυμος να αποχωρήσει, αλλά είπε ότι δεν το πράττει «γιατί η Αίγυπτος θα βυθιστεί στο χάος».

Source : TA NEA

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Οι Μουσουλμάνοι Αδελφοί για την κρίση στην Αίγυπτο

A longtime strategist for the Muslim Brotherhood said Thursday that Egyptian President Hosni Mubarak and his senior associates must be put on trial and held to account for their “crimes” against the Egyptian people.

Mubarak “is like Dracula,” said Youssef Nada, an Egyptian-born banker who served for decades as the Muslim Brotherhood’s de facto “foreign minister” and remains an influential adviser. “He is a ruthless dictator who betrayed his people and killed a lot of people. He must be tried for what he did and held to account.”

Nada’s comments, made in a telephone interview from his home in a tiny Italian enclave in the Swiss Alps, appear to signal a more aggressive -- and potentially dangerous -- stance by the Islamic group on Egypt’s political crisis. Just moments before he spoke to NBC News, the Muslim Brotherhood, which had largely remained quiet during the first few days of demonstrations last week, released a formal statement demanding that Mubarak immediately step down. “We demand that this regime is overthrown and we demand the formation of a national unity government for all the factions,” it said.

Although the 80-year-old Nada no longer holds a formal position with the Muslim Brotherhood, he told NBC News that he is in “continuous touch” with its leaders in Cairo and advised them on the statement calling for Mubarak’s ouster. Asked if his call for criminal trials of Mubarak and other leaders of his regime is shared by the group’s leadership, Nada replied: “Yes, in general, it is their opinion.”

Among those who should be tried, he said, is Mubarak’s new vice president, Omar Suleiman, the longtime chief of Egypt’s security service. In addition to his role in the suppression of Egyptian democracy, Nada said, Suleiman was responsible for the “torture of people the CIA sent to him,” referring to the security chief’s role as liaison with the agency during its “extraordinary rendition” program, which brought dozens of terrorist detainees to Egypt for harsh interrogations.

Related content Egyptians brace for another mass protest NYT: White House, Egypt discuss Mubarak exit plan Emboldened by Egypt, protests spread Street battle rages on in Cairo Egypt online users weigh merit of more protests What you need to know about the crisis in Egypt Live updates: 11 reported killed this week As Egypt’s largest political opposition movement, the Muslim Brotherhood’s goals and motives have been the subject of intense scrutiny and debate among U.S. officials. An Islamist movement founded in 1928, the organization remains formally committed to the imposition of Islamic law and refuses to recognize the validity of Egypt’s treaty with Israel. But in recent years, it also has renounced violence and some U.S. officials have argued that its leaders should be brought into a political dialogue.

Nada’s role in the organization goes back decades. He was first imprisoned for his involvement in Muslim Brotherhood activities in the early 1950s and, after leaving Egypt in the late 1970s, served for years as the group’s official foreign envoy. In 2007, he was tried and convicted by an Egyptian court in absentia for allegedly financing its activities.

Advertise | AdChoicesAdvertise | AdChoicesAdvertise | AdChoicesAccused al-Qaida financier
Nada was also accused by the Bush administration in 2001 of using an international financial institution he once ran -- the Al Taqwa Bank -- to finance the al-Qaida terror network. The worldwide assets of the bank were frozen at the U.S. government’s request in 2002.

Nada has consistently denied the charges. He claimed vindication two years ago when the United Nations formally removed him from a list of individuals allegedly tied to al-Qaida. Previously, Swiss prosecutors had dropped their own investigation of Nada, claiming that the U.S. government had refused to turn over its evidence against him. (U.S. officials have said they were unable to do so because most of its evidence was classified. Although his bank has long since been shut down, Nada remains on the U.S. Treasury Department’s list of terrorist financiers.)

Throughout this period, Nada has remained a key figure in Brotherhood circles, serving as the group’s spokesman to select journalists and attempting to shape the group’s international image. In his interview with NBC, Nada insisted that the Muslim Brotherhood is misunderstood and the American people have no reason to fear it.
Source : Egypt News

Omar Suleiman : Λύση για την αιγυπτιακή κρίση ?

Ο μέχρι σήμερα επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της χώρας θεωρείται αποδεκτός στο εσωτερικό και απολαμβάνει σεβασμού στον αραβικό κόσμο, στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, ακόμα και στο Ισραήλ. Διακρίθηκε στα πεδία των μαχών στην Υεμένη το 1962 και στους αραβοισραηλινούς πολέμους το 1967 και το 1973 ενώ διοικεί με επιτυχία την αιγυπτιακή υπηρεσία πληροφοριών από το 1993 με τη Daily Telegraph να τον κατατάσει στους πλέον ισχυρούς αρχηγούς μυστικών υπηρεσιών στο κόσμο. Τον όνομά του ως επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών έγινε γνωστό μόλις τη περασμένη δεκαετία, σπάζοντας τη μακρά αιγυπτιακή παράδοση των υπηρεσίων πληροφοριών για πλήρη μυστικότητα.
Source : Strategy Report

Ο Στρατηγός Omar Suleiman θεωρείται πραγματιστής που μιλά σπανίως δημόσια ενώ έχει αναπτύξει και έντονη διπλωματική δραστηριότητα αναλαμβάνοντας καθήκοντα επίσημου εκπροσώπου της Αιγύπτου στις διαπραγματεύσεις Ισραηλινών και Παλαιστινίων. O νέος αντιπρόεδρος της αιγυπτιακής κυβέρνησης είναι απόλυτα αφοσιωμένος στον πολιτικό του προϊστάμενο, τον oποίο είχε σώσει το 1995 από βέβαιο θάνατο όταν επέμενε να μεταφερθεί το θωρακισμένο αυτοκίνητο του Mubarak στην Αιθιοπία όπου θα πραγματοποιούσε επίσημη επίσκεψη. Φεύγοντας από το αεροδρόμιο της Αντίς Αμπέμπα, Αιγύπτιοι ισλαμιστές που είχαν διεισδύσει στην Αιθιοπία άνοιξαν πυρ κατά της προεδρικής αυτοκινητοπομπής σκοτώνοντας δύο άνδρες της ασφάλειας, αλλά το θωρακισμένο αυτοκίνητο έσωσε τη ζωή του Αιγύπτιου προέδρου. Ο Suleiman θεωρείται αυθεντία στην αντιμετώπιση του ισλαμικού εξτρεμισμού και η άποψή του βαρύνουσας σημασίας για πολλούς δυτικούς αξιωματούχους.
Source : Strategy Report

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Το άλλοθι της Τουρκίας για παρέμβαση στην Μέση Ανατολή ( αγγλικό κείμενο)

CİHAN ÇELİK
ISTANBUL - Hürriyet Daily News
Turkey’s Muslim heritage is a major factor for those who see it as a “model” for the region – and for those who believe it is not – according to a survey of the Middle East released Wednesday.

More than 65 percent of respondents to the survey said they felt Turkey could be a “model for the region,” while 18 percent disputed the idea.

Sixty-six percent of respondents also said they thought Turkey represented a “successful blend of Islam and democracy,” according to the report, which noted that support for Turkey as a model had increased to 66 percent in 2010 from 61 percent.

Though it is unreasonable to think that neighboring countries can replicate the Turkish model, they can instead benefit from Turkey’s political and economic experiences, Professor Meliha Altunışık from the International Relations Department at Ankara’s Middle East Technical University told the Hürriyet Daily News & Economic Review on Wednesday.

“The rise of the Justice and Development Party [AKP] to power has inspired Islamist groups in the region. The AKP’s success has become an open door for the Islamists to power and they started to liken themselves to the Turkish ruling party,” Altunışık said.

Jonathan Levack, one of the authors of the report conducted by the Turkish Economic and Social Studies Foundation, or TESEV, told the Daily News that Turkey is being adopted as a model in the Middle East as the AKP government pursues a regional role amid the ongoing “massive change” in the neighborhood.

The release of the survey of 2,267 people in seven Arab countries plus Iran comes as Turkey has been touted by experts, observers and diplomats as a model for countries such as Egypt or Tunisia amid deep political crisis in the Middle East and North Africa.

Asked why they perceive Turkey as a model, the top four responses were Turkey’s Muslim background with 15 percent, its economy with 12 percent, its democratic government with 11 percent and its stance for Palestinians and Muslims with 10 percent, according to the survey.

Respondents who rejected the idea of Turkey as a model cited both its secular political system (12 percent) and its Muslim heritage (11 percent) among their top four reasons, followed by the country’s relations with Western nations (10 percent) and the argument that there is “no need for a model” (8 percent).

The report surveyed people in Egypt, Jordan, Lebanon, the Palestinian territories, Saudi Arabia, Syria, Iraq and Iran – the latter added to the sample since the last survey – between Aug. 25 and Sept. 27, 2010.

According to the TESEV report, Turkey has enjoyed significant support in its neighborhood, with positive regional opinion about Turkey increasing to 85 percent from 75 percent. “Until recently, prevailing opinion in Turkey was that Arabs did not like the Turks. However, this research challenges this belief; there is now growing sympathy for Turkey and Turks in the Arab world,” the report said.

Rejecting the argument that Turkey is shifting its axis from the West to the East, TESEV President Can Paker said the country now is pursuing a “multi-axis” policy, adding that apart from the rising sympathy, support for Turkey’s role as a mediator is also growing in the region.

Report co-author Levack agreed, saying the lack of leadership and great frustration with the current regimes in the Middle East has contributed to Turkey’s appeal. Seventy-three percent of survey respondents believed Turkey has recently become more influential in Middle East politics, while only 12 percent disagreed; 78 percent said Turkey should play a bigger role in the region, including helping mediate the Israeli-Palestinian conflict.

The decades-long conflict between Israelis and Palestinians replaced worries over economic problems in the report, with 26 percent of respondents naming the economy as the region’s most urgent issue, second to the Israeli-Palestinian conflict with 30 percent.

Comparing the survey with a report by a U.S.-based opinion polling firm that listed Turkey as the fourth-most unpopular country in the Middle East in 2002, Altunışık said the decade in between the two reports has seen Turkey become a “soft power.” He said it has the potential of becoming squeezed between societies seeking change and the regimes trying to maintain the status quo due to its double-edged stance.

Noting that Turkey has become more active culturally, as well as politically and economically, in the Middle East, the report added: “The popularity of Turkish television series and holidaying in Turkey has become far more apparent. The results show that respondents saw Turkey as the most popular Middle Eastern destination. The survey results [also] confirm [the Turkish TV series’] popularity: 78 percent of respondents had watched a Turkish TV series.”

Support for Turkey’s European Union membership bid has slightly decreased from 57 percent in 2009 to 54 percent in 2010, the report said, adding that the proportion of respondents who felt the accession would benefit Turkey’s role in the Middle East had also dropped, from 64 percent to 57 percent.

Regional threat perception remained the same in 2010 compared to 2009, with 40 percent of respondents putting Israel atop the region’s threat list, followed by the United States with 26 percent. Iran was named the third-biggest threat, with 9 percent.

Responding to a question about Iran’s nuclear program, 40 percent of respondents said they were in favor of the Islamic republic developing nuclear weapons while 39 percent were opposed. Sixty-one percent of respondents welcomed Turkey’s role in the nuclear impasse between Iran and the West while 9 percent viewed it unfavorably.

The TESEV report also shed light on economic trends in the Middle East. “Enthusiasm for the Turkish economy among respondents is clear,” it wrote. “Fourteen percent felt that Turkey had the strongest economy in the region today – only Saudi Arabia was seen by more respondents as currently having a stronger economy than Turkey.”

Perception of the future prospects for the Turkish economy is also bright, the report added: “Turkey is seen as the region’s coming economic leader with more than quarter of all respondents (27 percent) seeing Turkey as the regional economic leader in 10 years