Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Η απειλή «Λιβανοποίησης» της Ελλάδας

ΗΛΙΑΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
ΔΙΔΑΚΤΩΡ (Dr. Phil) ΛΟΥΔΟΒΙΚΕΙΟΥ-ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝΕΙΟΥ
ΠΑΝΕΠ/ΜΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ

Απόσπασμα την μελέτη του Δρ. Ηλία Ηλιόπουλου (ΝΟΕ. 2005):
ΜΑΖΙΚΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ/ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ, ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΜΟΥ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑΣ


Προδήλως, τα ανωτέρω διαπιστωθέντα, υπό των δυτικών κρατών, περί αποτυχίας της επί σειράν ετών εφαρμοσθείσης μεταναστευτικής πολιτικής και, άρα, περί κατεπειγούσης ανάγκης επαναχαράξεώς της, ισχύουν καθ’ ολοκληρίαν και για την Ελλάδα – ιδιαιτέρως δε σε συνάρτηση με την μείζονα απειλή για την Εθνική μας Ασφάλεια, την οποία θα αποτελέσει, μετά βεβαιότητος, ο Αλβανικός Αναθεωρητισμός εντός της προσεχούς 20ετίας – ιδίως μετά και την πρόσφατη ολοκλήρωση και επισημοποίηση της αποσχίσεως του Κοσσυφοπεδίου – αλλά και, ιδιαίτατα, λαμβανομένης υπ’ όψιν της τεραστίας δημογραφικής πιέσεως, την οποίαν υφίσταται, ήδη από μακρού, η Ελλάς από πλευράς του Ισλαμικού / Αφροασιατικού παράγοντος.
Εν προκειμένω, πρέπει ευθαρσώς να λεχθεί ότι ξενίζει το γεγονός ότι οι εξελίξεις αυτές δεν φαίνεται να ανησυχούν τους Έλληνες πολιτικούς, ακόμη ολιγώτερο δε την πλέουσα σε πελάγη «πολυπολιτισμικής» μακαριότητος «διανόηση» και τα ΜΜΕ. Αντιθέτως, η συνέχιση της κατασκευής, εκ του μη όντος, συμπαγών εθνοπολιτισμικών μειονοτήτων εντός της εθνικής επικρατείας – μειονοτήτων εμφορουμένων, μάλιστα, είτε υπό εξόχως ανεπτυγμένης εθνικής αυτοσυνειδησίας και αλυτρωτικής εθνικιστικής ιδεολογίας, είτε υπό ισχυρού θρησκευτικού ζηλωτισμού – εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με αδιαφορία και πάντοτε εντός του (απαγορευτικού για κάθε επί της ουσίας συζήτηση) πλαισίου της «political correctness» - ενώ δύναται να θεωρείται βέβαιον ότι δεν θα βραδύνει, και παρ’ ημίν, η νομοθετική απαγόρευση και δίωξη της εκφράσεως πολιτικής γνώμης και, συνακολούθως, η ποινικοποίηση της σκέψεως (καθ’ α έφη Τζωρτζ Όργουελλ και καθ’ α υπέστησαν ο Γκαρωντύ, η Φαλλάτσι, ο Ίρβιγκ και λοιποί). Έτσι – σε μία περίοδο καθ’ ην άλλες χώρες, παραδοσιακώς θεωρούμενες ως υποδείγματα ελευθεριαζούσης χαλαρότητος και ιδιαιτέρως επιρρεπείς σε τολμηρούς κοινωνικούς πειραματισμούς, αισθάνονται υποχρεωμένες, εκ των πραγμάτων, να αναθεωρήσουν ριζικώς την φιλοσοφία και πολιτική τους (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ολλανδία) – αντιθέτως, στην Ελλάδα ο σχετικός δημόσιος διάλογος, στο ελάχιστο μέτρο καθ’ ο διεξάγεται – και υπό τους όρους απηνούς ιδεολογικής τρομοκρατίας και ευτελισμού των πάντων, υπό τους οποίους διεξάγεται – εξαντλείται στην μυωπική θέαση των ευκαιριακών κερδών (για ορισμένους οικονομικούς ολιγάρχες), από την εκμετάλλευση φθηνής και ανασφάλιστης εργασίας, ή στην (πρόσκαιρη μόνον, όπως έδειξε η διεθνής εμπειρία)i ανακούφιση των ασφαλιστικών ταμείων.

Σήμερα, όμως, παγκοσμίως, η Μαζική Μετανάστευση και το «πολυπολιτισμικό» ιδεολόγημα προδήλως χρησιμοποιούνται, από την Υπερεθνική και Μετα-Εθνική Οικονομική και Γραφειοκρατική Ελίτ και τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς των, ως Δούρειος Ίππος για την υπονόμευση και αποφλοίωση των νεωτερικών δημοκρατικών και συνταγματικών Εθνών-Κρατών, με την πολιτική-στρατηγική εκμετάλλευση των λεγομένων «μειονοτήτων». Στο πλαίσιο αυτό, καταλύεται και το παραδοσιακώς ισχυρό επιχείρημα της εθνικής ομοιογένειας μιας χώρας, αφού, χάρις στην Μαζική Μετανάστευση / Λαθρομετανάστευση, «μειονότητες» μπορούν πλέον να κατασκευάζονται ή να εισάγονται ακόμη και εκεί όπου μέχρι πρό τινος δεν υπήρχαν.

Τυπικό παράδειγμα αποτελεί, εν προκειμένω, η περίπτωση της Ελλάδος: Καίτοι ήταν η μόνη χώρα στην ΝΑ. Ευρώπη, η οποία ανεδείκνυε, μέχρι την δεκαετία του ’90, ένα (θαυμαστό) εξαιρετικά υψηλό ποσοστό εθνολογικής ομοιογενείας και δεν διέθετε εντός της κρατικής επικρατείας της ευμεγέθεις εθνοπολιτισμικές μειονότητες, εξαιρουμένης της ολιγάριθμης μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης, ωστόσο, η κατάσταση μετεβλήθη άρδην, εντός μιας δεκαετίας-εικοσαετίας, μόλις.
Η χώρα μας, η οποία είχε καταβάλει βαρύτατο φόρο αίματος για να μπορεί να καυχάται μεταπολεμικώς για την εθνολογική της ομοιογένεια και συνοχή (η υπόθεση αυτή της στοίχισε δύο Βαλκανικούς και δύο Παγκοσμίους Πολέμους καθώς και, κυρίως, την Μικρασιατική Καταστροφή), ευρέθη αίφνης και πάλι στο στάδιο μιας βαλκανικής χώρας της δεκαετίας του 1910, κατοικούμενη από πλείστες όσες εθνικές, γλωσσικές και θρησκευτικές μειονότητες, μεταξύ μάλιστα των οποίων και μία άκρως συμπαγής, δημογραφικώς ανθηρά και προερχόμενη από όμορη χώρα, που παγίως είχε - και τώρα πάλιν εγείρει - εδαφικές διεκδικήσεις εναντίον ολοκλήρου της Δυτικής Ελλάδος.
Για να το πούμε απλά: Αυτό το οποίο συνηθίζαμε να θεωρούμε ως το μόνον «θετικό» της ασύλληπτης ιστορικής και πολιτισμικής τραγωδίας που αναμφιβόλως υπήρξε η εκρίζωση του Ελληνισμού της Ιωνίας και του Πόντου, δηλαδή την δημιουργία, τουλάχιστον, εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, μετά το 1923, μιας εθνικώς συνεκτικής κοινωνίας, η οποία, παρά τα πλείστα άλλα κοινωνικά, οικονομικά ή πολιτικά προβλήματά της, δεν είχε - και δεν θα είχε - πλέον να αντιμετωπίζει και τον κίνδυνο «εθνοτικοποίησης» των αντιθέσεων αυτών (κίνδυνο θανάσιμο ακόμη και για σοβαρές Μεσαίες Δυνάμεις, όπως έδειξαν κατά τον Μεσοπόλεμο, αλλά και προσφάτως, οι περιπτώσεις της Τσεχοσλοβακίας, της Γιουγκοσλαβίας και της Ρουμανίας), αυτό, λοιπόν, το «θετικό» που μας κληροδότησαν οι μεγάλες ανακατατάξεις του 20ού αιώνος, με δραματική κορύφωση την Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή Πληθυσμών, εξανεμίσθηκε εντός εκπληκτικώς βραχυτάτου χρονικού διαστήματος και με ασύλληπτη ευκολία εντός μιας 15ετίας.
Εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί κανείς παρά να διαπιστώσει, οσονδήποτε καλόπιστος ή αφελής και αν είναι, ότι η Μαζική Μετανάστευση (ήγουν, για να ακριβολογούμε: Λαθρομετανάστευση – διότι εν Ελλάδι δεν έχομε Μετανάστευση αλλά Λαθρομετανάστευση!) κατέστη το εργαλείο μιας εθνοπολιτικής-γεωπολιτισμικής αναδιατάξεως, και, άρα, μπορεί να γίνει και εργαλείο γεωπολιτικής αναδιατάξεως του Μητροπολιτικού Ελληνικού Ιστορικού Χώρου και του Ελληνικού Εθνικού Κράτους.ii
Η «επαναβαλκανοποίηση» της Ελλάδος, η οποία μέχρι της μοιραίας δεκαετίας του ’90, θεωρούσε ότι είχε επιλύσει ανεπιστρεπτί προβλήματα εθνολογικών / εθνοπολιτισμικών αντιθέσεων, έχει, αυτοδήλως, κρίσιμη σημασία για την Εθνική Ασφάλεια, δοθείσης της γεωγραφικής / γεωπολιτικής θέσεως της Ελλάδος στην καταπονημένη από το βάρος της Ιστορίας της Βαλκανική – μιας Ιστορίας που βρίθει αναλόγων αντιθέσεων και των εξ αυτών απορρεουσών διενέξεων και συρράξεων, και όπου οι πάσης φύσεως «μειονότητες» αξιοποιήθησαν επανειλημμένως, και κατά το απώτερο και κατά το πρόσφατο παρελθόν, από εξωβαλκανικές Ηγεμονικές Δυνάμεις για την επίτευξη συγκεκριμένων γεωπολιτικών σχεδιασμών.

Πρέπει συντόμως να προβληματισθούμε σοβαρά όχι μόνον για το ευρύτερο κοινωνικό κόστος, αλλά πολύ περισσότερο για το κόστος στην Εθνική Ασφάλεια και στην Κοινωνική Συνοχή, το οποίο μπορεί να επιφέρει, σε μία προοπτική 20ετίας και υπό ορισμένες γεωπολιτικές και διεθνοπολιτικές συνθήκες, η βεβιασμένη, και άνευ σαφούς και συγκροτημένου «corpus» κριτηρίων, ένταξη τρίτων, συμπαγών εθνοπολιτισμικών μορφωμάτων στον εθνικό χώρο (και στο εκλογικό σώμα).
Εν τούτοις, οι ιθύνουσες πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές - «πνευματικές» ελίτ της χώρας μας μοιάζουν να έχουν απολύτως και αναντιρρήτως αποδεχθεί ως το πλέον αυτονόητο ότι η Ελλάς – μία χώρα, η οποία διέβη από αναρίθμητες εθνικές τραγωδίες, ξένες κατοχές και δουλείες και καταστροφές, και παρά ταύτα επέτυχε να διαφυλάξει πάντοτε την εθνική της ταυτότητα και την εθνοπολιτισμική και ιστορική της συνέχεια – αυτή, λοιπόν, η χώρα σήμερα όχι «απλώς» ακολουθεί την μοίρα άλλων ατυχών χωρών-θυμάτων της παγκοσμιοποιήσεως, αλλά έχει αναχθεί σε «προνομιακό» πεδίο εφαρμογής των γεωπολιτικών και γεωπολιτισμικών σχεδιασμών της παγκοσμιοποιήσεως, δηλαδή των «πολυπολιτισμικών» πειραμάτων, τα οποία ευθέως απειλούν την εθνική και κοινωνική συνοχή της, την εθνική της ασφάλεια και την πολιτική και πολιτειακή σταθερότητά της.
Ο αριθμός των (ψευδώς και δολίως) λεγομένων «μεταναστών» – «νομίμων» (ανάγνωθι: παρανομησάντων και νομιμοποιηθέντων εκ των υστέρων) και παρανόμων (διάβαζε: μη εισέτι νομιμοποιηθέντων) – υπελογίζετο, κατά τις μετριοπαθέστερες εκτιμήσεις, βασιζόμενες σε δηλώσεις και ομολογίες Υπουργών, Υφυπουργών και υπηρεσιακών παραγόντων, εν έτει 2005, σε ενάμισυ περίπου εκατομμύριο, ποσοστόν αντιστοιχούν στο 15% περίπου του πληθυσμού της χώρας (όρα τις συναφείς αναλύσεις του Περικλέους Νεάρχου στην εβδομαδιαία «Το Παρόν της Κυριακής»). Στον αριθμό αυτό δεν περιελαμβάνοντο οι λαθρομετανάστες που δεν είχαν συμπληρώσει δώδεκα μήνες παραμονής και οι οποίοι υπελογίζοντο σε άλλες 500.000 περίπου. Προσέτι, η εφαρμογή της ολέθριας Οδηγίας για Οικογενειακή Επανένωση σημαίνει στην πράξη, αυτοδικαίως, άλλα έξι εκατομμύρια (6.000.000) «νομίμων» μεταναστών, απλώς και μόνον κατ' εφαρμογήν της Κοινοτικής Οδηγίας. Συγκεκριμένα, εάν υπολογίσουμε την άφιξη της συζύγου και δύο τέκνων για τα δύο εκατομμύρια εισβολέων /εποίκων που ήδη ευρίσκονται εν Ελλάδι (το έλασσον που μπορούμε να υποθέσουμε, λογικώς και βασίμως, παραβλέποντας προς στιγμήν και για την οικονομία της αναλύσεως ότι οι τριτοκοσμικής, και δη μουσουλμανικής, προελεύσεως οικογένειες διαθέτουν κατά κανόνα πολύ περισσότερα των δύο τέκνων), αν, λοιπόν, δεχθούμε ως βάση υπολογισμού την εξαιρετικά μετριοπαθή εκτίμηση των τριών επιπλέον οικογενειακών μελών, που θα σπεύσουν να κάνουν χρήση του δικαιώματος της επανενώσεως, τότε τούτο σημαίνει, σε προοπτική μόλις μιας πενταετίας ή δεκαετίας π.χ., άφιξη έξι ακόμη εκατομμυρίων (6.000.000) αλλοεθνών εποίκων στην τάλαινα Πατρίδα μας.
Οπότε θα έχουμε, πάντα κατά τους πλέον συγκρατημένους υπολογισμούς, συνολικώς, περί τα οκτώ (8) εκατομμύρια αλλογενών εποίκων εντός μιας δεκαετίας. Προδήλως, δεν απαιτούνται μαντικές ικανότητες για να προβλέψει και να αντιληφθεί κανείς το τι μέλλει γενέσθαι, σε αυτήν την περίπτωση: Δεδομένου μάλιστα ότι ο συντελεστής γεννήσεως των εποίκων είναι τουλάχιστον δυόμισυ φορές μεγαλύτερος εκείνου του ελληνικού πληθυσμού, είναι ηλίου φαεινότερον ότι η Πατρίδα μας θα κατοικείται από πληθυσμό ο οποίος, κατά πλειονότηταν, δεν θα είναι ελληνικής αλλά ξένης καταγωγής.
Και το ερώτημα που αυτονοήτως και λογικώς τίθεται, είναι: Δεν εσκέφθησαν αυτά τα αυτόδηλα οι ιθύνοντες – αλλά και οι αυτόκλητοι πνευματικοί ταγοί και γνωμηγήτορες της χώρας μας; Πώς είναι δυνατόν να συζητεί κανείς, να εισηγείται και να νομοθετεί την εγκατάσταση στην Ελλάδα, στο άμεσο ορατό μέλλον, μιας στρατιάς οκτώ εκατομμυρίων αλλοδαπών; Και είναι, άραγε, δυνατόν οι όποιες μονοδιάστατες, οικονομιστικές προσεγγίσεις (ότι, τάχα, δια της αθρόας εισαγωγής ανθρωπίνων μαζών θα λύσει η ελληνική πολιτική το …ασφαλιστικό πρόβλημα!) να δικαιολογούν ένα τέτοιων διαστάσεων και επιπτώσεων εθνικό ατόπημα; Όταν μάλιστα πρόκειται για εξαιρετικά ρηχές, επιπόλαιες και εσφαλμένες προσεγγίσεις, ακόμη και με στενώς οικονομικά κριτήρια εξεταζόμενες, ως προανεφέρθη! Στοιχειώδης λογική υποδεικνύει ότι το μέτρο της οικογενειακής επανενώσεως – καθώς επίσης και μία σειρά λοιπών μέτρων (αυτόματη ανανέωση των αδειών παραμονής και εργασίας κοκ) – έχουν ασφαλώς την θέση τους (για λόγους ανθρωπιστικούς αλλά και ορθολογικούς) στο πλαίσιο της νόμιμης και ελεγχόμενης μεταναστεύσεως, οπότε και είναι εξ αρχής καθορισμένοι και σαφείς οι όροι και οι προϋποθέσεις.
Εξ άλλου, και αυτό οφείλει να υπογραμμισθεί, στις προηγμένες δυτικές χώρες (Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Δανία, Ιταλία κλπ), θεωρείται αυτονόητη υποχρέωση των ιθυνόντων της Εθνικής Μεταναστευτικής Πολιτικής ο προσδιορισμός, με απόλυτη σαφήνεια, ενός ορίου αντοχής του συστήματος και ασφαλείας του κράτους. Το όριο αυτό κυμαίνεται αλλού στο δύο τοις εκατόν (2%), αλλού στο τρία τοις εκατόν (3%) του πληθυσμού (Ολλανδία, Ιταλία), αλλά πάντως πουθενά και σε καμμία σοβαρή δυτική χώρα, που σέβεται τον εαυτόν της και τους πολίτες της και δεν υποθηκεύει το εθνικό και πολιτικό μέλλον της, δεν υπερβαίνει το 10%, όπως ήδη από ετών συμβαίνει εν Ελλάδι, όπου η «Μετανάστευση» έχει ήδη υπερβεί το 20%! Εφ’ όσον το μεταναστευτικό στοιχείο είναι εθνοπολιτισμικώς συγγενές, η διατήρησή του σε ένα σαφώς καθορισμένο και απολύτως εύλογο ποσοστό δεν προξενεί σοβαρά προβλήματα στην χώρα υποδοχής, μειώνει την εκδήλωση εθνοπολιτισμικών τριβών και εντάσεων, βοηθά στην ομαλή και απρόσκοπτη ενσωμάτωση των ιδίων των μεταναστών και μεγιστοποιεί το όφελος για την οικονομία και την κοινωνία εν γένει, συμβάλλοντας στην αναπλήρωση του δημογραφικού ελλείμματος και, τελικώς, στην ιστορική συνέχεια ενός λαού, μέλη του οποίου καθίστανται, στο διάβα του χρόνου, και οι γόνοι των επήλυδων.
Αυτό άλλωστε συνέβαινε, εν πολλοίς, παλαιόθεν στις προηγμένες ανθρώπινες κοινωνίες εν γένει – και στην διαδρομή του Ελληνικού Έθνους ειδικώτερα. Άλλο πράγμα, όμως, αυτό, και εντελώς άλλο η βίαιη, ραγδαία και ριζική μεταβολή της εθνολογικής υποστάσεως μιας χώρας δια της εισβολής συμπαγών μαζών αλλογενών, και δη από ξένες εθνοπολιτισμικές ζώνες. Αυτό επίσης συνέβαινε παλαιόθεν, και οδηγούσε πάντοτε – από την ύστερη Ρώμη έως το Κοσσυφοπέδιο του ’90 – με μαθηματική ακρίβεια σε εθνοφυλετικές, εθνοθρησκευτικές και εν γένει εθνοπολιτισμικές διενέξεις καθώς και στην κατάλυση κρατών και κοινωνιών.
Στην πραγματικότητα, σήμερα αντιμετωπίζουμε άμεση και ορατή Ασύμμετρη Απειλή κατά της Εθνικής Ασφαλείας: την απειλή ολικής αλλοιώσεως της εθνολογικής συνθέσεως της χώρας και της εθνοπολιτισμικής υποστάσεως και ιδιοπροσωπίας του Ελληνικού Λαού, ισοδυναμούσα με ΕΘΝΟΚΤΟΝΙΑ ή ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ – χαμηλής εντάσεως, προς το παρόν.
Τούτο οφείλει να είναι ή να καταστεί απολύτως σαφές στην ιθύνουσα πολιτική τάξη αλλά και στις άρχουσες κοινωνικοοικονομικές ομάδες, στους αρμοδίους των ποικίλων Οργάνων της Διοικήσεως, των παντοειδών συμβουλευτικών Ινστιτούτων και των ΜΜΕ. Πλάνες, ψευδαισθήσεις, ιδεοληψίες ή υπεκφυγές δεν συγχωρούνται εν προκειμένω – και οι ένοχοι εσχάτης προδοσίας, οσονδήποτε κραταιοί και αν εμφανίζονται σήμερα, θα κληθούν να λογοδοτήσουν την ημέρα της εθνικής επαναστάσεως.
Ιδιαζόντως ύποπτη, εξ άλλου, είναι η ένταση και έκταση των διεξαγομένων επί σειράν ετών Ψυχολογικών Επιχειρήσεων, δαπάναις πλείστων όσων ξένων και ημεδαπών κέντρων, καθώς και ο συνακόλουθος ανηλεής βομβαρδισμός προπαγάνδας που υφίσταται ο Λαός, επί του ζητήματος, από το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ και των Ιδεολογικών Μηχανισμών της κοινωνίας, που ελέγχονται, φευ, καθ’ ολοκληρίαν από την γνωστή και σεσημασμένη πανίσχυρη μειονοψηφία των εξτρεμιστών του Ολοκληρωτικού Μετα-Εθνικού Προοδευτισμού (ισχνή μεν μειονοψηφία στον λαό, της τάξεως του 2%, πλην όμως πανίσχυρη πλειονοψηφία στα ΜΜΕ, στα Ιστορικά, Διεθνολογικά και λοιπά Θεωρητικά Τμήματα των ΑΕΙ και στα παιδαγωγικά ινστιτούτα, ελέω της πολιτικής της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ από του 1974 και εντεύθεν).
Για τον λόγο αυτό, προφανώς, επιχειρείται και η λεγόμενη μη ελληνοκεντρική και μετα-εθνικώς δομημένη κατασκευή της Ιστορίας, με ανοικτά και θρασύτατα ομολογημένη και διακεκηρυγμένη την πρόθεση κατεδαφίσεως του «παρωχημένου», τάχα, «παπαρρηγοπούλειου σχήματος» της συνέχειας του Ελληνισμού:
με έμφαση στην αμφισβήτηση της υπάρξεως μιας ελληνικής εθνικής ταυτότητας, συνέχειας και ιστορίας,
με εμμονή στην ανάδειξη τοπικών, επιμέρους «ταυτοτήτων», αντί της «ανύπαρκτης», υποτίθεται, και «φαντασιακά κατασκευασμένης» εθνικής,
με πλήρη αποσιώπηση ή αποφλοίωση κρισίμων φάσεων και γεγονότων της εθνικής μας Ιστορίας (όπως οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες των Ελλήνων, η Μεγάλη Ελληνική Επανάστασις, η Καταστροφή και Γενοκτονία του Μικρασιατικού Ελληνισμού, το Βορειοηπειρωτικόν Έπος του 1940-41, το Έπος των Οχυρών της Γραμμής Μεταξά, το Έπος του Συντάγματος Χωροφυλακής Μακρυγιάννη, το Έπος του Γράμμου ή το Έπος της ΕΟΚΑ),
με τροτσκυστικού τύπου διαστρέβλωση και παραχάραξη άλλων κρισίμων περιόδων και γεγονότων, με εξιδανίκευση της «πολυπολιτισμικής» Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εξωραϊσμό του γενιτσαρισμού και του παιδομαζώματος ως «πρακτικής κοινωνικής ανέλιξης», κατασυκοφάντηση των Κλεφταρματολών κ.λ.π.

«Ουδείς στέργει άγγελον κακών επών», λέγει ο μάντης Τειρεσίας στον τύραννο Οιδίποδα. Εν τούτοις, κατά την ψύχραιμη, νηφάλια και ορθολογική εκτίμηση του γράφοντος, ερειδομένη επί μακράς και προσεκτικής μελέτης του ζητήματος από του έτους 1989 και μετέπειτα, είναι απολύτως βέβαιον ότι, εφ’ όσον συνεχισθεί η συστηματικώς ακολουθουμένη πολιτική εποικισμού και εθνοπολιτικής αναδιατάξεως του Μητροπολιτικού Ελληνικού Γεωϊστορικού Χώρου, τότε εντός διαστήματος μόλις μιας 30ετίας, η Ελλάς ΔΕΝ θα είναι πλέον η χώρα των Ελλήνων (φιλοξενούσα ίσως και ένα εύλογο και αφομοιώσιμο αριθμό μεταναστών – εάν και εφ’ όσον το επιθυμεί!). Τουναντίον, η Πατρίδα μας θα έχει μεταλλαχθεί σε μία πλειονοψηφικώς αφροασιατική (κατά μέγα μέρος δε και μουσουλμανική) χώρα.
Η Ελλάς του 2040 θα είναι μία πολυεθνική, πολυγλωσσική, πολυθρησκευτική, «πολυπολιτισμική» χώρα, ένα ουδετεροεθνές κρατικό μόρφωμα, κείμενον στην περιφέρεια της Ευραβίας, κάπου στο βάθος ενός από τους ομοκέντρους κύκλους της διηυρυμένης Ε.Ε. – μεταξύ Μεγάλης Αλβανίας και Μεγάλης Τουρκίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου