Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Η διαχρονική σημασία της Ναυτικής Ισχύος – Ένας εξαιρετικός ιστορικός γράφει με αφορμή την εορτή του ΠΝ


Image
Η διαχρονική σημασία της Ναυτικής Ισχύος – και στον 21ο αι.

Γράφει ο Ηλίας Ηλιόπουλος*
Υπό το φως της μελέτης της Ναυτικής Ιστορίας δύναται να θεωρηθεί απολύτως βάσιμον το συμπέρασμα ενός διαπρεπούς ερευνητού ότι η Ναυτική Ισχύς «τείνει να συνδέεται με την Κρατική Ισχύ, τις αξιόπιστες συνταγές ασφαλείας και την επιδίωξη των εθνικών συμφερόντων» (Michael Pugh). Πράγματι, η άξια και αποτελεσματική εκπροσώπηση ενός έθνους στην διεθνή σκηνή απετέλεσε, διαχρονικώς, μιαν από τις σπουδαιότερες αιτίες αποκτήσεως και συντηρήσεως Πολεμικού Ναυτικού.


Άλλωστε, και μόνη η ύπαρξη ναυτικών δυνάμεων αποτελεί σοβαρό συντελεστή προσθήκης ισχύος σε ένα κράτος. Λίαν ενδεικτικώς παρατίθεται, όπως μετεδόθη από την Σινική «Λαϊκή Ημερησία», η δήλωση του Αρχηγού ενός Ναυτικού, Νησιωτικού και Αρχιπελαγικού Κράτους, της τ. Προέδρου της Ινδονησίας Megawati Sukarnoputri προς τους Κινέζους οικοδεσπότες της, κατά την επίσημη επίσκεψή της στο Πεκίνο, εν έτει 2001: «Μία ισχυρή ναυτική δύναμη αντικατοπτρίζει την αξιοπρέπεια ενός έθνους, άρα (έχοντάς την) μπορούμε να κερδίσουμε τον σεβασμό των άλλων χωρών του κόσμου» (The People’s Daily, φύλλον της 10/9/2001).


Οι ως άνω λόγοι απηχούν το πνεύμα της παρατηρήσεως του David A. Μindell: «Τα πλοία συμβολίζουν, επί χρόνια, τεχνικά επιτεύγματα, εθνική υπερηφάνεια, ναυτική ισχύ και μια σειρά άλλων ανθρωπίνων κατορθωμάτων». Ή, όπως το έθεσε ο πατήρ της «Πολιτικής Γεωγραφίας» (της μετέπειτα αποκληθείσης «Γεωπολιτικής»), ο πολύς Φρειδερίκος Ράτσελ (Friedrich Ratzel): «Αφ’ ότου δεν υφίστανται, πλέον, Μεγάλες Δυνάμεις χωρίς εμπορικά ενδιαφέροντα σε παγκόσμια κλίμακα, δεν δύναται να νοείται πραγματικόν κράτος άνευ ιδίας Ναυτικής Ισχύος.»


Περαιτέρω, εκ της ερεύνης της Ναυτικής Ιστορίας συνάγεται, αναντιλέκτως, ότι πρώτιστος παράγων επιτυχίας των Ναυτικών Δυνάμεων υπήρξε, διαχρονικώς, η ύπαρξη ισχυρού πολεμικού στόλου. Παραδοσιακώς, οι Ναυτικές Δυνάμεις, οι οποίες απεδείχθησαν ικανές να κατισχύσουν στο διακρατικό σύστημα, ήσαν εκείνες «με τα μεγάλα πολεμικά πλοία και τον άρτιο εξοπλισμό, με τις καλύτερες τακτικές και την πιο προηγμένη τεχνολογία και, ίσως προ πάντων, με πρώτης τάξεως Διοικητές, ικανούς να οδηγούν τους στόλους τους με ακαταμάχητη επάρκεια», κατά την περίφημη διαπίστωση του κορυφαίου συγχρόνου ιστορικού της Ναυτικής Ισχύος Geoffrey Till.


Περιττεύει πάσα αναφορά εις το «μέγα της θαλάσσης κράτος» των αρχαίων Αθηνών, εφ’ ου εβασίσθη η Αθηναϊκή Ηγεμονία. Αλλά και κατά τον 19ο αι., η επιβλητική Βρεττανική Κυριαρχία των Θαλασσών εστηρίζετο στην συντριπτική ισχύ του κραταιού Royal Navy, το οποίον υπερείχε παρασάγγες των πολεμικών στόλων των λοιπών Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Την εποχή της Pax Britannica, στον χώρο της Μεσογείου «το σύμβολον και ο δυνητικός εκτελεστής της (Βρεττανικής) πολιτικής ήταν ο Στόλος της Μεσογείου», κατά την εύστοχη παρατήρηση του διαπρεπούς συγχρόνου εκπροσώπου της Ναυτικής Ιστορίας Andrew Lambert. 


Όσον αφορά εις τα Ελληνικά πράγματα, είναι γνωστή η περίπτωση των τεσσάρων νέων Αξιωματικών, γόνων ηρώων-ναυμάχων της Ελληνικής Επαναστάσεως (Υποπλοίαρχοι Α. Α. Μιαούλης, Γ. Ζώχιος, Δ. Γ. Σαχτούρης και Ν. Α. Μιαούλης), οι οποίοι συνέταξαν το περίφημον «Υπόμνημα περί του Βασιλικού Ναυτικού», δημοσιευθέν περί τα τέλη του 1844, διά του οποίου απηύθυναν αγωνιώδη έκκληση προς την τότε Ελληνική Κυβέρνηση, όπως προβεί τάχιστα σε συγκρότηση ισχυράς ναυτικής δυνάμεως.
Δεν ήταν, άλλωστε, τυχαίον ούτε ανεξήγητον το γεγονός ότι η έκκληση εκείνη αλλά και η επακολουθήσασα, πολύ αργότερα, προοδευτική ναυπήγηση πολεμικού στόλου συνέπεσαν χρονικώς με την εμφάνιση της Μεγάλης Ιδέας και την σταδιακή κωδικοποίησή της σε πολιτικό πρόγραμμα, κατά το δεύτερον ήμισυ του 19ου αιώνος.


Ομοίως, είναι πολλαπλώς εύγλωττον το γεγονός ότι, π.χ. παρ’ ημίν, κατά τον 19ο αι., οι υπέρμαχοι του «Ναυτικού Προγράμματος», της ναυπηγήσεως ισχυρού πολεμικού στόλου και της αναδείξεως της Ελλάδος σε αξιόλογη Ναυτική Δύναμη ήλθαν σε σφοδρή πολιτικοϊδεολογική σύγκρουση με τους πολιτικούς, οικονομικούς και ιδεολογικούς εκφραστές του ούτω καλουμένου «Βυζαντινο-Οθωμανικού Ιδεώδους» (μετέπειτα: «Ελληνο-Οθωμανικού / Ελληνο-Τουρκικού Ιδεώδους»). Η Ναυτική Ισχύς – και ό,τι αυτή συμβόλιζε, προϋπέθετε και συνεπήγετο – ήταν κυριολεκτικώς «κάρφος εις τα όμματα» των αντιπάλων της Μεγάλης Ιδέας και των θιασωτών του ιδεώδους της «Βυζαντινο-Οθωμανικής» Ανατολής (μετέπειτα «Ελληνο-Τουρκικής Φιλίας»). Είναι χαρακτηριστικόν ότι εκπρόσωποι των τελευταίων εισήγαγαν στην Βουλή των Ελλήνων, στις 15 Δεκεμβρίου 1879, προς ψήφισιν πρόταση νόμου, διά της οποίας ζητούσαν από την Ελληνική Κυβέρνηση, συν τοις άλλοις, να καταργήσει άπαντες τους ψηφισθέντες Στρατιωτικούς και Ναυτικούς Νόμους και να «πωλήσει» το σύνολον του πολεμικού στόλου. Ειρωνεία της Ιστορίας: Τριάντα τρία έτη αργότερα (1912), ο μόνος λόγος, ένεκα του οποίου η Ελλάς εγένετο δεκτή στην Σερβο-Βουλγαρική Συμμαχία ήταν ο Στόλος της, ο οποίος αποτελούσε, κατά την εκτίμηση των Βαλκανίων Συμμάχων, το μοναδικόν διαθέσιμον εργαλείον εξασφαλίσεως (υπέρ αυτών) της Κυριαρχίας της Θαλάσσης (Command of the Sea) στο Αιγαίον έναντι του Οθωμανικού Στόλου – εκτίμησις απολύτως ορθή, ως έμελλε δειχθεί διά των Νικηφόρων Ναυμαχιών Έλλης – Λήμνου.


Εξ άλλου, δεν στερείται ενδιαφέροντος η παρατήρηση ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η δημιουργία εθνικού πολεμικού στόλου υπήρξε συντελεστής εθνικής αυτοσυνειδησίας. Έτσι, όπως γνωρίζομε από ένα θαυμάσιο πόνημα για τον Αμερικανικό Πόλεμο κατά των Βερβερίνων πειρατών, το Πολεμικό Ναυτικό και η θαλάσσια εξόρμηση διεδραμάτισαν καίριο ρόλο στην Αμερικανική αυτοσυνειδησία και, κατά την έξοχη διατύπωση του Joshua E. London, «διαμόρφωσαν ένα έθνος». Ωσαύτως, είναι χαρακτηριστικό ότι η τέταρτη κατά σειράν - μεταξύ των εννέα - λειτουργιών που οφείλει να εκπληρώνει το Πολεμικό Ναυτικό της Χιλής συνίσταται «στο να διασφαλίζει, να ενισχύει και να ανανεώνει την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα» του εν λόγω έθνους. Σε διαφορετικές χώρες και εποχές, ναυτικοί ήρωες απετέλεσαν εμβληματικές μορφές των αντιστοίχων εθνικών αφηγήσεων, από τον Θεμιστοκλή και τον Κίμωνα μέχρι τον Κανάρη, τον Μιαούλη και τον Κουντουριώτη, και από τον Francis Drake της Αγγλίας και τον Οράτιο Νέλσωνα (Horace Nelson) της Μ. Βρεττανίας και τον Γουλιέλμο Κανάρη (Wilhelm Canaris) της Γερμανίας έως τον Ναύαρχο David Farragut και τον Αρχιπλοίαρχο Oliver Perry των ΗΠΑ, τον Αντιπλοίαρχο Arturo Prat της Χιλής ή τον «Ιππότη των Θαλασσών» (el Caballero de los Mares) Miguel Grau του Περού.
Στον καιρό μας, εξ άλλου, παρ’ όλη την προϊούσα οικονομική αλληλεξάρτηση και την διάδοση παντοειδών μορφών διακρατικής συνεργασίας, αλλά και παρά την προσφυγή σε σχήματα Ναυτικής Συνεργασίας και την (θεσμοθετημένη ή ad hoc προκύπτουσα) συμμαχική δράση, οι πολεμικοί στόλοι θα παραμείνουν και στο ορατό μέλλον προσηλωμένοι στην επιδίωξη εθνικών σκοπών, στην εξυπηρέτηση εθνικών συμφερόντων και στην άσκηση εθνικών ρόλων:

- περιφρούρηση Εθνικής Κυριαρχίας και Εθνικής Ασφαλείας,
- διαφύλαξη Συνοχής Εθνικού Χώρου,
- προστασία Ζωτικών Χώρων, Υδατίνων Εμπορευματικών και Γεωστρατηγικών Διαύλων, Ενεργειακών Πηγών και Αρτηριών,
- προστασία ζωής/τιμής/περιουσίας πολιτών του κράτους διαμενόντων στο εξωτερικό,
- Προβολή Ισχύος / Αμυντική (Ναυτική) Διπλωματία,
- Έλεγχος Θαλάσσης κ.ο.κ.

Εν αντιθέσει προς μίαν απατηλή εικόνα, που επιπολαίως θα ηδύνατο να σχηματίσει κανείς παρασυρόμενος από τα τρέχοντα ανιστόρητα εθνομηδενιστικά ιδεολογήματα του συρμού («Παγκοσμιοποίηση», «Παγκόσμιος Διακυβέρνηση», «Τέλος Ιστορίας και Εθνών-Κρατών» και τα τοιαύτα ευτράπελα), η μελέτη του παρόντος, με εμπεριστατωμένη συνεξέταση του παρελθόντος, μας οδηγεί μάλλον στο συμπέρασμα ότι η ιστορική και στρατηγική σημασία της θαλάσσης είναι πολύ πιθανότερον να ενισχυθεί παρά να μειωθεί, ακόμη ολιγώτερον δε να εκλείψει, στο ανθρωπίνως προβλεπτό μέλλον. 

Η θάλασσα θα εξακολουθήσει να κατέχει δεσπόζουσα όσο και ζωτική σημασία για το διεθνές οικονομικό σύστημα ως το κατ’ εξοχήν πεδίο και μέσον μεταφοράς αγαθών του πλανήτη. Η αξία των πηγών και πόρων που κρύβει ακόμη στα σπλάγχνα της θα αυξηθεί έτι περαιτέρω, όπως άλλωστε αποδεικνύει και η μόλις ανακύψασα έρις περί τους ενεργειακούς θησαυρούς όχι πλέον του Περσικού Κόλπου ή της Κασπίας Θαλάσσης αλλά του αχανούς Αρκτικού Ωκεανού, η τήξη των πάγων του οποίου προσφέρει νέες - ασύλληπτες έως χθες - ενεργειακές δυνατότητες, ενώ συγχρόνως διανοίγει νέους υδατίνους γεωστρατηγικούς και γεωοικονομικούς / εμπορευματικούς / ενεργειακούς διαύλους μεταξύ ημισφαιρίων και ηπείρων, για πρώτη φορά από εποχής Φερδινάνδου Μαγγελάνου.


Επομένως, ευθέως ανάλογη θα είναι η ενίσχυση της σημασίας και του ρόλου της Ναυτικής Ισχύος. Ναυτικές Δυνάμεις (Μείζονες, Μεσαίες ή Μικρές) θα εξακολουθήσουν να βασίζονται στους εθνικούς πολεμικούς στόλους των, είτε για την εκτέλεση των παραδοσιακών εθνικών ρόλων είτε για την ανάληψη νέων, στο πλαίσιο συμμαχικών/εταιρικών σχημάτων Ναυτικής Συνεργασίας – με επιδιωκόμενο σκοπό, και πάλι, την αύξηση του κεφαλαίου αξιοπιστίας και των ιδίων μετοχών ενός εκάστου εθνοκρατικού Δρώντος στο διεθνές χρηματιστήριον γεωστρατηγικών αξιών.
Αυτονοήτως, κρατικοί δρώντες που θα φανούν επιλήσμονες των προαναφερθέντων, θα υποστούν αμείλικτη την Νέμεσιν της Ιστορίας – άλλωστε, η Ιστορία είναι ένα νεκροταφείο εθνών και κοινωνιών που ελησμόνησαν τα αδήριτα γεωπολιτικά δεδομένα.

*Ο Ηλίας Ηλιόπουλος είναι Ιστορικός – Διδάκτωρ (Dr. phil) του Λουδοβικείου-Μαξιμιλιανείου Πανεπιστημίου του Μονάχου, Απόφοιτος του Ινστιτούτου Αμερικανικής Πολιτικής του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ και του Πανεπιστημίου Μασσαχουσέττης/Amherst, Καθηγητής ΣΕΘΑ, ΣΔΕΠΝ, ΣΠΑ-ΣΔΙΕΠ, επί σειρά ετών, και τ. Καθηγητής της διεθνούς Σχολής Πολέμου Βαλτικής. Συνέγραψε δέκα (10) βιβλία και επιστημονικές μονογραφίες καθώς και πλειάδα επιστημονικών άρθρων και αναλύσεων περί θεμάτων Στρατιωτικής/Ναυτικής Ιστορίας, Στρατηγικής, Γεωπολιτικής και Διπλωματίας. Ιδιαιτέρως θετικής υποδοχής έτυχε από τους γνώστες των ναυτικών πραγμάτων το έργο του «Ιστορία, Γεωγραφία και Στρατηγική της Ναυτικής Ισχύος. Εισαγωγή στις θεμελιώδεις έννοιες» (Αθήναι, εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη, 2010), το οποίον και θεωρήθηκε μοναδικό στην ελληνική βιβλιογραφία.

Τι ειναι Γεωπολιτική & τι Γεωστρατηγική.


Η φάση της εφαρμογής των συμπερασμάτων της Γεωπολιτικής, καλείται «Γεωστρατηγική» και συνεπώς, δεν είναι απαλλαγμένη από εθνικοκεντρικές θεάσεις και προσεγγίσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί κάποιο μειονέκτημα για την προσέγγιση per se και τα ζητούμενά της. Μειονέκτημα, στη Γεωστρατηγική προσέγγιση δεν αποτελεί η επιδίωξη του εθνικού συμφέροντος δια της αξιοποιήσεως των γεωπολιτικών συμπερασμάτων. Μειονέκτημα, για οποιαδήποτε ορθολογιστική, άρα και αποτελεσματική, προσέγγιση αποτελεί η «εθνικιστική» ή η αντίστοιχη «διεθνιστική» μεταφυσική με την εμπάθεια και τον μεσσιανισμό που τις χαρακτηρίζει αμφότερες.
Ας αφήσουμε την Ιστορία και τους Γεωγραφικούς της χώρους (Ανθρωποχώρους, Οικονομικούς και Πολιτισμικούς χώρους κ.τ.λ.) να γίνουν το πεδίο της νηφάλιας και ενδελεχούς γεωπολιτικής παρατήρησής μας, χωρίς να καταλήγουμε σε προκρούστειες «προσαρμογές» των «ανεπιθύμητων στοιχείων». 
Τίποτε δεν είναι, και δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται, «ανεπιθύμητο» στην γεωπολιτική ανάλυση. "Ανεπιθύμητα στοιχεία" μπορούμε να εντοπίσουμε μόνο στην Γεωστρατηγική και υπό την έννοια της στρατηγικής τους φύσης, όχι υπό την έννοια της μη δυνατότητος επιστημονικής επεξεργασίας τους! Και σε ένα γεωστρατηγικό επίπεδο και πάλιν, οφείλουμε να προσπαθήσουμε να τα τροποποιήσουμε. Όχι όμως εθελοτυφλώντας στην αναγκαιότητα της γεωπολιτικής αναγνώρισης και παρατηρησιακής αποδοχής τους. Καταλήγοντας, υπογραμμίζουμε ότι το δέον για τον ερμηνευτή ή/και χειριστή των διεθνών γεγονότων, είναι να γίνεται αντιληπτό το πότε  λειτουργεί ως «Γεωστρατηγιστής» και πότε ως «Γεωπολιτικός αναλυτής». Επίσης οφείλω να δηλώσω εξ αρχής ότι δεν μέμφομαι, κατ’ ουδένα τρόπο και για κανένα λόγο, αυτούς που λειτουργούν ως γεωστρατηγιστές και συνεπώς υιοθετούν την προσέγγιση του εθνικού συμφέροντος. Αρκεί να ξέρουν τι ακριβώς κάνουν και προφανώς δεν συγχέουν την αποστειρωμένη γεωπολιτική ανάλυση με την -κατ' ανάγκην "στρατευμένη"-γεωστρατηγική δράση

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΑ ΚΡΑΤΗ

Γερμανική Γεωγραφική Σχολή.Η Αγγλοσαξονική Γεωγραφική Σχολή της Γεωπολιτικής.Η Γαλλική Γεωγραφική Σχολή της Γεωπολιτικής.

Ι.1. Η Ιδρυτική Σχολή της Γεωπολιτικής: Γερμανική Γεωγραφική Σχολή.
Ως γνωστόν,  ιδρυτής της πρώτης Σχολής Γεωπολιτικής Διεθνώς, δηλαδή της Γερμανικής Γεωπολιτικής Σχολής, είναι ο Γερμανός Γεωγράφος FriedrichRatzel (1844 – 1904), ο οποίος ανέπτυξε την έννοια της «Πολιτικής Γεωγραφίας/Politische Geographie» αναγνωρίζοντας την επιστημονική προέλευση της γεωπολιτικής αναλύσεως στην Επιστήμη της Γεωγραφίας. Ο Ratzel ανέπτυξε τις θεωρίες του όντας καθηγητής της έδρας της Γεωγραφίας στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο (Πολυτεχνείο) του Μονάχου και εν συνεχεία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας.
 Συμφώνως λοιπόν προς τον Friedrich Ratzel η Γεωπολιτική είναι «Η Γεωγραφία στην Υπηρεσία της Πολιτικής του Κράτους». Αυτήν την έννοια έδωσε στον όρο «Πολιτική Γεωγραφία» ο Ratzel με το έργο του Politische Geographie (πλήρης τίτλος: Πολιτική Γεωγραφία ή Γεωγραφία των Κρατών, του Εμπορίου και των Πολέμων). Και μόνον ο πλήρης τίτλος του κεφαλαιώδους σημασίας θεωρητικού αυτού έργου δηλώνει την θεμελίωση της Γεωπολιτικής αναλύσεως στην Επιστήμη της Γεωγραφίας, της Οικονομίας και της Πολεμολογίας.
Από το έργο του Ratzel τον οποίον θαύμαζε, εμπνεύστηκε ο σουηδός Rudolf Kjellen, Καθηγητής των Πολιτικών Επιστημών στο πανεπιστήμιο της Ουψάλας και του Γκέτεμποργκ και γεωγράφος, ο οποίος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «Γεωπολιτική» στο έργο του «Το Κράτος ως Μορφή Ζωής» (1916)
Ο διασημότερος από τους Γερμανούς θεωρητικούς και θεμελιωτές της Γεωπολιτικής και επίσης πνευματικό τέκνο του γεωγράφου FRatzel είναι ο επίσης γερμανός Γεωγράφος Karl Haushofer (1869 – 1946), που και αυτός, κατείχε την έδρα της Γεωγραφίας στο Πολυτεχνείο του Μονάχου. Ο Καθηγητής Haushoffer έγραφε το 1920 ότι:  «Η Γεωπολιτική θα είναι και πρέπει να είναι η γεωγραφική συνείδηση του κράτους. Το αντικείμενό της είναι η μελέτη των μεγάλων ζωτικών συσχετίσεων του σύγχρονου ανθρώπου στο πλαίσιο του σύγχρονου χώρου και ο σκοπός της είναι ο συντονισμός των φαινομένων που συνδέουν το κράτος με το χώρο». 

Ι.2.. Η Αγγλοσαξονική Γεωγραφική Σχολή της Γεωπολιτικής.

Ιδρυτής της Αγγλοσαξονικής Σχολής της γεωπολιτικής, η οποία επηρεάστηκε βαθύτατα από την Γερμανική Γεωγραφική Σχολή σκέψης, υπήρξε ο επίσηςΓεωγράφος Sir Halford Mackinder (1861 – 1947) και Μέλος της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας του Λονδίνου, ο οποίος και ίδρυσε τη Σχολή της Γεωγραφίας στο London School of Economics (LSE), τονίζοντας και αυτός με τη σειρά του, με την ένταξη της γεωπολιτικής στο πλαίσιο των Οικονομικών Επιστημών, την Οικονομικο-γεωγραφική διάσταση της αγγλοσαξωνικής Σχολής Γεωπολιτικής Σκέψης. Θεμέλιο της θεωρίας του Mackinder ήταν το περιβόητο άρθρο TheGeographical Pivot of History, του οποίου και μόνον η ανάγνωση του τίτλου αναδεικνύει την επιστημονική πεποίθηση του Sir Halford να θέσει τη Γεωγραφία στο επίκεντρο της διαδικασίας διαχρονικής διαμόρφωσης των διεθνών σχέσεων.
Συνεχιστής της σκέψης του Mackinder, στο πλαίσιο της Αγγλοσαξονικής γεωπολιτικής ανάλυσης, είναι ο Αμερικανός καθηγητής του Πανεπιστημίου του Γέηλ,Nickolas Spykman (1893 – 1943), του οποίου ο τίτλος του σημαντικότερου και ιστορικού έργου του, Geography of the Peace”, είναι χαρακτηριστικός όσον αφορά την επιστημολογική θεμελίωση της γεωπολιτικής στο επιστημονικό και μεθοδολογικό πλαίσιο της Γεωγραφίας.
Παραθέτουμε μερικούς ακόμη ορισμούς της Γεωπολιτικής, σύγχρονων αγγλοσαξώνων θεωρητικών που αναδεικνύουν σαφέστατα τη Γεωγραφική επιστημολογική θεμελίωση της Γεωπολιτικής αναλύσεως:
1) Ο Saul Cohen (Geography and Politics in a World Divided, 1963) έγραφε ότι:
«Η πεμπτουσία της Γεωπολιτικής είναι η μελέτη της υφισταμένης σχέσεως μεταξύ της διεθνούς πολιτικής της ισχύος και των αντιστοίχων γεωγραφικών χαρακτηριστικών, κυρίως δε αυτών των γεωγραφικών χαρακτηριστικών επί των οποίων αναπτύσσονται οι πηγές της ισχύος» .
2) Ο Robert Harkavy: θεωρεί ότι: «Η Γεωπολιτική είναι η χαρτογραφική [Σ.Σ.: άρα γεωγραφική] αναπαράσταση των σχέσεων μεταξύ των κυρίων αντιτιθεμένων δυνάμεων».
3) Συμφώνως προς τον Ladis Kristof:«Ο σύγχρονος θεωρητικός της Γεωπολιτικής δεν επισκοπεί το γεωγραφικό χάρτη της Γης για να διακρίνει τι μας υπαγορεύει η φύση να κάνουμε, αλλά τι μας συμβουλεύει η φύση να κάνουμε με δεδομένες τις προτιμήσεις μας»[2].

Ι.3. Η Γαλλική Γεωγραφική Σχολή της Γεωπολιτικής.

Η ίδια αντίληψη επικρατεί και στην Γαλλική Σχολή της Γεωπολιτικής αναφορικά με την επιστημολογική της θεμελίωση στο γνωστικό πεδίο της Γεωγραφίας. Παράδειγμα λαμπρό αποτελεί ο ορισμός του σύγχρονου Γάλλου Γεωγράφου-Γεωπολιτικού Michel Foucher (Sorbonne I), ο οποίος αναφέρει ότι: «Η Γεωπολιτική είναι μια συνολική μέθοδος γεωγραφικής αναλύσεως συγκεκριμένων κοινωνικο-πολιτικών καταστάσεων αντιμετωπιζομένων στο γεωγραφικό τους πλαίσιο συνδυαζόμενη με τις συνήθεις βιοθεωρήσεις που τις χαρακτηρίζουν»[3].
O γάλλος γεωγράφος Pascal Lorot, γράφει χαρακτηριστικά κάτι που δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τη σχέση Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής: Laopolitique est la fille de la ographie”, δηλαδή «Η Γεωπολιτική είναι η κόρη της Γεωγραφίας»[4].
Είναι γεγονός, ότι στην Γαλλική Σχολή της Γεωπολιτικής, η επιστημονική θεμελίωση εντοπίζεται αποκλειστικά και μόνον στην επιστήμη της Γεωγραφίας. Όλοι οι Γάλλοι Γεωπολιτικοί έχουν ως βασικές σπουδές τους την Γεωγραφία. Αναφέρω τα παραδείγματα των:
1) τον Γεωγράφο Albert Demangeon (1872-1940) απόφοιτο της École Normal ο οποίος είχε ως δάσκαλο τον μέγιστο των Γάλλων Γεωγράφων, τονVidal de La Blache,
2) τον Γεωγράφο Jacques Ancel (1879-1943), τον θεμελιωτή της Γαλλικής Σχολής της Γεωπολιτικής, ο οποίος αντιπάλεψε τον όρο «Γεωπολιτική», λέγοντας ότι «πρόκειται απλώς για ένα κούφιο νεολογισμό, ο οποίος σημαίνει απλούστατα: Πολιτική Γεωγραφία» και
3) τον Γεωγράφο,  Yves Lacoste, ο οποίος διδάσκει και σήμερα στο Paris-VIIISaint DenisSorbonne Nouvelle, και ο οποίος θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης Γεωπολιτικής ανάλυσης στη Γαλλία. Πρόκειται για τον ιδρυτή του επιστημονικού Γεωγραφικού-Γεωπολιτικού περιοδικού Herodote (το όνομα του Έλληνα Γεωγράφου και Ιστορικού) το οποίο έχει ως υπότιτλο, από το 1983 και μετά: «Επιθεώρηση Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής/Revue de Géographie et de Géopolitique». ΟLacoste την ορίζει και αυτός, όπως ο επιφανής γερμανός ιδρυτής της, ο Ratzel, ως εξής «...η Γεωπολιτική μας επιτρέπει να έχουμε μια “αφ’ υψηλού καθολική εικόνα της πραγματικότητος’’» και δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται για ιδιαίτερη επιστήμη αλλά «ούτε για κάποιας μορφής κανονιστική έρευνα» καταλήγει στο πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα ότι «Πρόκειται για μια τεχνολογία/τεχνογνωσία ανάλυσης του γήινου χώρου [Γεωγραφία συνεπώς] και των αντιπαραθέσεων που λαμβάνουν χώρα στην επιφάνειά του [Βλ. Γεωγραφικούς Χώρους, κατωτέρω], που σκοπό έχει την καλύτερη εμβάθυνση στο μυστήριο των συμβαινόντων, ώστε να είμαστε σε θέση να αντιδρούμε ή να δρούμε αποτελεσματικά ως προς αυτά»[5].
Προκύπτει λοιπόν αβίαστα ότι και για τον Lacost, αλλά και για τον τον Jacques Ancelη Επιστήμη είναι η Γεωγραφία, ενώ η Γεωπολιτική είναι “μια τεχνική ανάλυσης των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων στο Φυσικό Χώρο.
Στην σημερινή πάντως επιστημονική και ερευνητική πραγματικότητα, η διεπιστημονικότητα, στην θεραπεία της σύγχρονης Γεωπολιτικής αναλυτικής μεθόδου είναι πλέον κάτι απολύτως παραδεκτό στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα και σε διεθνούς κύρους Πανεπιστημιακά Ερευνητικά Κέντρα και Κέντρα Μεταπτυχιακών Σπουδών. Παράδειγμα αποτελεί το αντίστοιχο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα της Σορβόνης I όπου οι επιστημονικές αποσκευές των υποψηφίων σπουδαστών εντοπίζονται στα πανεπιστημιακά πτυχία  της Γεωγραφίας, των Πολυτεχνικών Σχολών (Επιστήμες Μηχανικού), της Ιστορίας, της Νομικής, της Οικονομίας, της Διοίκησης επιχειρήσεων κ.τ.λ., όπως μπορεί κανείς να διακριβώσει στη σχετική ιστοσελίδα του κοινού Μεταπτυχιακού Προγράμματος Γεωπολιτικής (Master II "Géopolitique") των δύο από τα πλέον έγκυρα πανεπιστημιακά ιδρύματα διεθνώς: του Πανεπιστημίου της Sorbonne I και της École Normale Supérieure[6].  

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Η παγκόσμια αξιολόγηση της αμυντικής ισχύος το 2013-14


Γράφει ο Δρ Ιωάννης Παρίσης*
Topol
Η ισχύς αποτελεί σημαντικό στοιχείο της συμπεριφοράς των κρατών στο διεθνές σύστημα και καθορίζει, εν πολλοίς, τις διεθνείς σχέσεις. Είναι κατά συνέπεια αυτονόητο ότι, προκειμένου τα κράτη να επιβιώσουν, να ευημερήσουν, και να διασφαλίσουν τα εθνικά τους συμφέροντα, μέσα σε ένα άκρως ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον, αναγκάζονται να επιζητούν την απόκτηση ισχύος, ενώ παράλληλα να παρακολουθούν την ισχύ των άλλων κρατών – καταρχήν των γειτονικών τους. Ο μόνος τρόπος για να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους είναι η συνεχής αύξηση της ισχύος τους.
Αξιολογώντας την Στρατιωτική Ισχύ των Κρατών
Η εντυπωσιακές μεταβολές που συνέβησαν στο παγκόσμιο γεωστρατηγικό περιβάλλον κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, προκάλεσαν σημαντικές ανατροπές που είχαν επιπτώσεις στις ένοπλες δυνάμεις και την στρατιωτική ισχύ των κρατών, η οποία αποτελεί έναν από τους κύριους παράγοντες εθνικής ισχύος. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η στρατιωτική ισχύς των κύριων παικτών του διεθνούς συστήματος. Οι παραδοσιακές «μεγάλες δυνάμεις» υπέστησαν διαφοροποιήσεις ενώ νέες δυνάμεις αναδυθήκαν στο παγκόσμιο σύστημα. Επιπλέον, νέοι παράγοντες υπεισήλθαν στην αξιολόγηση της ισχύος που άλλαξαν τα δεδομένα σε σχέση κυρίως προς την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.
armedForcesΗ αντίληψη περί των γνωστών ως «ασύμμετρων απειλών» δεν έμεινε μόνο στον χώρο των μη κρατικών δρώντων, κατά βάση της διεθνούς τρομοκρατίας, αλλά είχε εφαρμογή και σε πολεμικές συρράξεις. Ως ασύμμετροι πόλεμοι μπορούν να χαρακτηρισθούν τόσο ο εν εξελίξει πόλεμος στο Αφγανιστάν όσο και εκείνος του Βιετνάμ των δεκαετιών 1960-70. Αλλά και στη Συρία εμφανίζεται επίσης ξεκάθαρα το πώς σχετικά μικροί αριθμοί μαχητών μπορούν να διεξαγάγουν επιτυχημένες στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον ισχυρότερων και ανώτερων δυνάμεων.
Ωστόσο, το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεων κάθε κράτους, τα εξελιγμένα οπλικά συστήματα, η ισχύς πυρός γενικότερα εξακολουθούν να είναι άκρως σημαντικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δυνατότητα μιας χώρας να προβάλει ισχύ βασίζεται κατά μεγάλος μέρος στις στρατιωτικές της δυνατότητες.  Ακόμα και σε ότι αφορά τις πολιτικές και διπλωματικές δράσεις εξωτερικής πολιτικής, είναι πρόδηλο ότι η στρατιωτική ισχύς αποτελεί το κύριο «επιχείρημα» και παρέχει διπλωματικά όπλα.
Η ιστοσελίδα GlobalFirepower αξιολόγησε τις χώρες παγκοσμίως και συνέταξε σχετικό κατάλογο 106 χωρών σύμφωνα με την στρατιωτική τους ισχύ, βασιζόμενη σε πολλαπλούς παράγοντες, στους οποίους περιλαμβάνονται η δύναμη του προσωπικού, το συνολικό εργατικό δυναμικό, η οικονομία, καθώς και η διαθεσιμότητα στρατηγικών συστημάτων. Ειδικότερα, για την αξιολόγηση και τη σύνταξη του καταλόγου χρησιμοποιήθηκαν 50 παράγοντες μέσω των οποίων καθορίζεται η Ισχύς κάθε κράτους. Ο τρόπος αξιολόγησης που χρησιμοποιήθηκε δίνει τη δυνατότητα ώστε μικρά, τεχνολογικά προοδευμένα, κράτη να ανταγωνίζονται μεγαλύτερα κράτη αλλά με χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης. Μέσα από τις διαδικασίες αυτές οι συντάκτες του καταλόγου εκτιμούν ότι αυτός αποδίδει με αντικειμενικότητα την εικόνα της συμβατικής στρατιωτικής ισχύος κάθε χώρας.
Επισημαίνεται ότι οι κύριοι παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη είναι οι εξής:
  • Η Γεωγραφία, υπό την έννοια της μορφής της χώρας (θαλάσσια, νησιωτική, περίκλειστη), της θέσης της στον χάρτη, της έκτασης, του μήκους των συνόρων και των ακτών της, του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης της, κλπ.(βλ. σχετικά άρθρο του γράφοντος στο ΑΜΥΝΑ & ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ, τ. Οκτ 2011: «Η Γεωγραφία ως παράγων ισχύος»).
  • Τα Οπλικά Συστήματα ξηράς, θαλάσσης και αέρος κάθε χώρας, τόσο από πλευράς αριθμού όσο και από πλευράς ποιότητας και σύγχρονης τεχνολογίας,
  • Η Οικονομία (ΑΕΠ, εμπορικές συναλλαγές, έλλειμμα, χρέος, βιομηχανία, κλπ.),
  • Φυσικοί πόροι της κάθε χώρας, ως χρήστη και ως παραγωγού,
  • Δυνατότητες υποστήριξης (εμπορικός στόλος, δίκτυο αυτοκινητοδρόμων και σιδηροδρόμων, αεροδρόμια, λιμάνια)
Οι 20 πρώτες χώρες του καταλόγου είναι κατά σειρά:
  1. Ηνωμένες Πολιτείες,
  2. Ρωσία,
  3. Κίνα,
  4. Ινδία,
  5. Ηνωμένο Βασίλειο,
  6. Γαλλία,
  7. Γερμανία,
  8. Τουρκία,
  9. Νότια Κορέα,
  10. Ιαπωνία,
  11. Ισραήλ,
  12. Ιταλία,
  13. Αίγυπτος,
  14. Βραζιλία,
  15. Πακιστάν,
  16. Καναδάς,
  17. Ταϊβάν,
  18.  Πολωνία,
  19. Ινδονησία,
  20. Αυστραλία.
Μερικές διαπιστώσεις Τα στοιχεία που προήλθαν από την αξιολόγηση των 106 χωρών οδηγούν σε κάποιες συνοπτικές διαπιστώσεις, για τις πρώτες 11 από αυτές:
  • Ηνωμένες Πολιτείες: Με αμυντικό προϋπολογισμό 621 δισεκατομμυρίων δολαρίων, παρά της περικοπές συνεχίζουν να δαπανούν περισσότερα χρήματα για την άμυνα από ότι όλες μαζί οι επόμενες 10 στον κατάλογο χώρες. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των ΗΠΑ από πλευράς συμβατικής στρατιωτικής ισχύος είναι ο στόλος των 19 αεροπλανοφόρων σε σύγκριση με τα 12 αεροπλανοφόρα που υπάρχουν υπάρχουν στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό επιτρέπει της ΗΠΑ να έχουν παρουσία και προκεχωρημένες βάσεις επιχειρήσεων οπουδήποτε και να επιτυγχάνουν προβολή ισχύος σε όλο τον κόσμο. Επιπλέον διαθέτουν μακράν τα περισσότερα αεροσκάφη από οποιαδήποτε χώρα, τεχνολογία αιχμής σε κάθε τομέα των ενόπλων δυνάμεων και στο διάστημα και μία καλά εκπαιδευμένη δύναμη προσωπικού.
  • Ρωσία: Δύο δεκαετίες μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσία αναδύεται εκ νέου διεκδικώντας μια θέση ως μεγάλη δύναμη. Ο αμυντικός της προϋπολογισμός έχει τριπλασιασθεί από το 2008, φθάνοντας σήμερα τα 76,6 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ  αναμένεται να αυξηθεί κατά 40% περισσότερο στην επόμενη τριετία. Το υπό τα όπλα προσωπικό της ανέρχεται σε 766.000. Διαθέτει περίπου 15.500 άρματα μάχης, την μεγαλύτερη δύναμη αρμάτων στον κόσμο, αν και στην πλειονότητα παλαιών τύπων.  Ομοίως η εκπαίδευση και ο εξοπλισμός των Ρώσων στρατιωτών δεν έχει φθάσει ακόμη σε επίπεδο ανάλογο εκείνου των ΗΠΑ.
  • Κίνα: Η πολυπληθέστερη χώρα της υφηλίου έχει εισέλθει σε μια πολιτική μαζικών στρατιωτικών δαπανών, με αύξηση 12,2% της δαπάνες κατά το παρελθόν έτος. Ο αμυντικός προϋπολογισμός της Κίνας που βρίσκεται στα 126 δισεκατομμύρια δολάρια, αν και ανεπισήμως θα μπορούσε να είναι υψηλότερος, προκαλεί ανησυχίες στην περιοχή της Ασίας καθώς οι προσπάθειες της Κίνας να προβάλει την ισχύ της στην περιοχή δημιουργούν αντιδράσεις και αντιπαραθέσεις της στα θαλάσσια σύνορα με την Ιαπωνία και με της Φιλιππίνες. Το μέγεθος του κινεζικού στρατού φθάνει στον ιλιγγιώδη αριθμό των  2.285.000 με μία πρόσθετη δυνατότητα 2.300.000 εφέδρων.
  • Ινδία: Αυξάνει συνεχώς της αμυντικές της δαπάνες σε μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού και βελτίωσης των δυνατοτήτων της. Εκτιμάται ότι σήμερα η Ινδία ότι δαπανά 46 δισεκατομμύρια, και μάλλον μέχρι το 2020 θα καταστεί τέταρτη στη λίστα των υψηλότερων δαπανών. Είναι ήδη ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πολεμικού υλικού παγκοσμίως. Επιπλέον η Ινδία διαθέτει βαλλιστικού πυραύλους με βεληνεκές ικανό να προσβάλει το Πακιστάν ή το μεγαλύτερο μέρος της Κίνας.
  • Ηνωμένο Βασίλειο: Ο αμυντικός προϋπολογισμός της βρίσκεται στα 54 δισεκατομμύρια δολάρια. Το Η.Β. σχεδιάζει την μείωση του μεγέθους των ενόπλων δυνάμεών της κατά 20% μέχρι το 2018, με μικρότερες περικοπές στο Βασιλικό Ναυτικό και την Αεροπορία (RAF). Παρά ταύτα επιδιώκει την προβολή δύναμης παγκοσμίως. Το Βασιλικό Ναυτικό σχεδιάζει να θέσει σε υπηρεσία το 2020 το αεροπλανοφόρο  HMSQueenElizabeth, το οποίο θα μεταφέρει 40 αεροσκάφη F-35B.
  • Γαλλία: Το 2013 πάγωσε τις στρατιωτικές της δαπάνες ενώ μία ακόμα περικοπή κατά 10% αφορούσε την εξασφάλιση χρημάτων προκειμένου να διατεθούν στην απόκτηση εξοπλισμού υψηλής τεχνολογίας. Η Γαλλία δαπανά ετησίως 43 δισεκατομμύρια δολάρια, που όμως αντιστοιχούν σε ένα χαμηλό ποσοστό του ΑΕΠ της, της τάξης του 1,9%. Παρά τη μείωση του αμυντικού της προϋπολογισμού, η Γαλλία διατηρεί υψηλή ικανότητα προβολής ισχύος παγκοσμίως, με σημαντικές αναπτύξεις δυνάμεων στη Δημοκρατία της Κεντρικής Αφρικής, το Τσαντ, το Μάλι, τη Σενεγάλη και σε άλλα σημεία της γης.
  • Γερμανία: Είναι προφανές ότι η στρατιωτική δύναμη της Γερμανίας υπολείπεται της οικονομικής της δύναμης στην παγκόσμια σκηνή. Τελευταίως η Γερμανία παρέχει στρατιωτική υποστήριξη σε χώρες μέλη του ΝΑΤΟ της ανατολικής Ευρώπης ενώ επίσης έχει περισσότερο σημαντικό ενεργό ρόλο διεθνώς στον στρατιωτικό τομέα. Η χώρα δαπανά 45 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως για την άμυνα. Διατηρεί μόνο 183.000 προσωπικό, με άλλες 145.000 προσωπικό εφεδρείας.
  • Τουρκία: Ο αμυντικές της δαπάνες που φθάνουν τα 18,2 δισεκατομμύρια δολάρια αναμένεται να αυξηθούν εντός 2014 κατά 9,4% έναντι του προϋπολογισμού του 2013. Η εν εξελίξει σύρραξη με την Συρία και ενδεχόμενες συγκρούσεις με τους Κούρδους του ΡΚΚ, αποτέλεσαν τους κύριους λόγους της αύξησης των δαπανών. The NATO member has contributed soldiers to various initiatives around the world.
  • Νότια Κορέα: Δύο κύριοι λόγοι έχουν επιβάλλει τελευατίως την αύξηση των αμυντικών της δαπανών: η αύξηση των εξοπλισμών των γειτόνων της Ιαπωνίας και Κίνας, και η μόνιμη απειλή εκ μέρους της Βόρειας Κορέας. Η Νότια Κορέα δαπανα 34 δισεκατομμύρια δολάρια για την άμυνα ετησίως. Η χώρα διατηρεί σχετικά μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις σε σχέση με το μικρό μέγεθός της. Το στρατιωτικό προσωπικό της ανέρχεται σε 640.000, το οποίο θεωρείται γενικά καλώς εκπαιδευμένο, με επιπλέον εφεδρεία που φθάνει τα 2.900.000. Από πλευρίς κύριων οπλικών συστημάτων, έχει 2.346 άρματα μάχης και 1.393 αεροσκάφη. Η αεροπορία της είναι η 6η μεγαλύτερης παγκοσμίως.
  • Ιαπωνία: Για πρώτη φορά στα τελευταία ένδεκα χρόνια η Ιαπωνία έχει προβεί σε αύξηση των αμυντικών δαπανών της ως αντίδραση στην αυξημένη αντιπαράθεση με την Κίνα. Επίσης, άρχισε την πρώτη της στρατιωτική επέκταση εδώ και 40 χρόνια, εγκαθιστώντας μια νέα στρατιωτική βάση σε μεμακρυσμένα νησιά της. Η χώρα δαπανά για την άμυνα 49,1 δισεκατομμύρια, έκτη σε παγκόσμια κλίμακα. Το στρατιωτικό της προσωπικό, που ανέρχεται σε 247.000, θεωρείται αρκώντας καλά εκπαιδευμένη.  Η αεροπορία της διαθέτει 1.595 αεροσκάφη (5η παγκοσμίως αεροπορική δύναμη), το δε ναυτικό της 131 σκάφη όλων των κατηγοριών. Είναι γνωστό ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Ιαπωνίας περιορίζονται από ρήτρα ειρήνης που περιλαμβάνεται στο Σύνταγμά της η οποία καθιστά παράνομο για τη χώρα να έχει επιθετικό στρατό.
  • Ισραήλ: Οι αμυντικές δαπάνες του είναι πολύ υψηλότερες εκείνων των γειτόνων του. Το 2009, το Ισραήλ δαπάνησε 18,7% του ΑΕΠ του για την άμυνα. Ο αμυντικός προϋπολογισμός της χώρας ανέρχεται σε 15 δισεκατομμύρια δολάρια. Μεγάλο ποσοστό του ποσού αυτού πηγαίνει στην αμυντική τεχνολογία. Ένα παράδειγμα αποτελεί το σύστημα IronDome, μια ασπίδα αντιπυραυλικής άμυνας η οποία μπορεί να αναχαιτίσει πυραύλους ή ρουκέτες που εκτοξεύονται κατά του ισραηλινού εδάφους από την πλευρά των παλαιστινιακών εδαφών. Το σύστημα πρόκειται να αντικατασταθεί από έναν πιο σύγχρονο το IronBeam, μια ασπίδα προστασίας με ακτινοβολία λέιζερ.
Συμπερασματικές σκέψεις
Η στρατιωτική ισχύς αποτελεί, ιστορικά, το μέτρο και τον δείκτη της εθνικής ισχύος. Η ήττα στον πόλεμο σηματοδοτεί την απώλεια, αν όχι το τέλος της ισχύος ενός κράτους, ενώ η στρατιωτική νίκη συνήθως αποτελεί τον προάγγελο της ανάδυσης νέων δυνάμεων. Όμως η στρατιωτική ισχύς είναι κάτι περισσότερο από απλή συγκέντρωση προσωπικού, υλικού και οπλικών συστημάτων. Η ηγεσία – σε συνδυασμό με τη στρατηγική – η πειθαρχία, το ηθικό και η κατάλληλη οργάνωση αποτελούν επίσης ζωτικά στοιχεία της.
Πολλές αναλύσεις αναφέρονται στις ένοπλες δυνάμεις ως παράγοντα ισχύος, και στη σημασία τους για την εκτίμηση της συνολικής ισχύος του κράτους. Συνήθως η στρατιωτική ισορροπία θεωρείται ως το κέντρο της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης. Οι περισσότερες αναλύσεις, ωστόσο, δεν είναι πλήρεις διότι, είτε είναι ακριβείς αλλά όχι ευρείες, είτε το αντίθετο. Μαθηματικά μοντέλα μάχης, για παράδειγμα, είναι ακριβή αλλά έχουν το χαρακτηριστικό ότι εστιάζουν μόνο στις δυνάμεις και το υλικό: πόσες μονάδες μάχης ή οπλικά συστήματα διαθέτει η κάθε πλευρά και πόσο καλά είναι τα υλικά μέσα της. Αντιθέτως, άλλες ευρύτερες εκτιμήσεις λαμβάνουν υπόψη θέματα όπως η στρατηγική, η τακτική, η εκπαίδευση, το φρόνημα, η στρατιωτική δραστηριότητα και η ηγεσία, καθώς φυσικά και το υλικό.
Μέσω της ισχύος τα κράτη, αφενός εξασφαλίζουν την ασφάλειά τους, απαραίτητη προϋπόθεση για την οικονομική ευημερία και ανάπτυξη, αφετέρου προωθούν τα συμφέροντά τους στο στρατηγικό περιβάλλον τους. Τούτο διότι οι διεθνείς σχέσεις δεν κρίνονται τόσο στο νομικό επίπεδο αλλά κυρίως στο επίπεδο του συσχετισμού δυνάμεων. Η εθνική ισχύς αποτελεί προϋπόθεση της συγκρότησης ουσιαστικής πολιτικής εθνικής άμυνας, η οποία, με τη σειρά της, οφείλει να αξιοποιεί και ταυτόχρονα να προστατεύει όλες τις παραμέτρους της εθνικής ισχύος.

*Υποστράτηγος ε.α., Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης / Διεθνών Σχέσεων
 (Άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΑΜΥΝΑ & ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ, τ. Μαΐου 2014) 

Θυμηθείτε τον Θουκυδίδη. Πολιτική αποτροπής και όχι κατευνασμού