Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Sudan division: A dangerous precedent

Why are the police forces in southern Sudan, where there is to be a referendum on Independence in January, being trained by the United States of America? Could it be because there is more rain in the south? Or could it be that there is oil?

42780.jpegSince the Treaty of Westphalia, in 1648, the precept of territorial integrity has permeated through the laws and norms of international diplomacy, a precept which has gained the aura of strong legal precedence, present in the UN Charter, the CSCE and Helsinki Final Act, all of which cement the rule of inviolability of frontiers and the territorial integrity of States within their existing frontiers.
In the case of Sudan the situation is compounded by the British imperial rule, which perpetuated itself, first through a massacre of the defenders of the Mahdi State by General Kitchener (machine guns used against soldiers armed with swords) and secondly by a policy of divide and rule, using ethnic tensions and divisions between the Moslem North and Christian/Animist South, favouring tribal and ethnic groups which would not normally have gained power. The foundations were laid for an explosion of ethnic strife.
Independence came in 1956, the Anya Nya guerrilla group took up the cause of the south by 1964 and in 1983, the Sudanese People's Liberation Army was formed, starting a civil war between North and South.
The USA began to get actively involved in 1998, when President Clinton, acting on "convincing information", sent cruise missiles slamming into a pharmaceutical factory in the north, Khartoum, alleging that it was a chemical arms factory...just as Colin Powell had justified the illegal act of butchery against Iraq with "magnificent intelligence" which turned out to be a thesis copied and pasted from the Net, from a decade before. Once again, the oil reserves in the south came into play.
The international and historical background is that. On January 9, 2011 there will be a referendum in the South over the question of independence. All the conditions have been created for a break-up of the State of Sudan, firstly by the British imperial rule and then by a sequel of forces and interests involving Britain, France and the USA on a State level and their oil companies on an entrepreneurial one.
Now that the world's governance is becoming more and more synonymous with a plutarchy of corporate interests, it does not come as a surprise that the territorial integrity of Sudan is threatened not now by its past history but by the whims and caprices of those who want its resources.
This goes against the grain of international law and precedent and therefore is dangerous. What are we supposed to expect, an implosion of the states which form the international community of today, facilitated by the unelected forces which have gained control of governance?
Sudan is a State, a recognised State existing within recognised frontiers and as such, its territorial integrity, or lack of it, will have to set a precedent for the future.
Timothy Bancroft-Hinchey
Pravda.Ru

Europe stands on the brink of new crisis

Debt crisis of the European countries of Spain, Portugal and Greece will cause the EU to experience a new crisis, says Ethan Harris, principal analyst for the economies of developed countries BofA Merrill Lynch. The crisis will begin in the coming months if the EU does not find ways to solve sovereign debt problems. Yet, China is already rushing to help and ready to buy Spanish bonds.
Infox.ru is citing Harris who said that the EU continues to take steps which in reality do not solve the problems of the market and the economy, and raise serious concerns about the situation with the European banks. So far the EU has not comprehensively addressed the banking problem. This means that in a few months the crisis will reemerge.
This has a negative impact on the single currency, the expert believes. He said that in the short term the dollar would rise against the euro, because the crisis in Europe continued. But in the long run, the exchange rates would stabilize. Both the U.S. and Europe face serious problems, and the possible consequences of this are mitigated by developing countries. But in fact, neither the U.S. nor Europe can now have a strong currency.

At the end of the last year the Speaker of Slovak Parliament Richard Sulik said that the actions of the European Commission could not be considered responsible. "Financial infusions can save Greece and Ireland, perhaps - Portugal. The attempts to rescue Spain are a gamble with the euro," said Sulik. He added that Italy in general is out of the question since its debts are twice as high as those of Greece, Ireland, Portugal and Spain combined.
China is trying to take advantage of the European debt issues and enter Europe. Chinese vice Premier Li Keqiang said that China was willing to buy Spanish bonds, while Spain is in a difficult position because of rising interest rates on debts, and sign multibillion-dollar contracts with the Europeans.
Lee is now preparing for visits to Spain, Britain and Germany, and outside observers include Deputy Prime Minister in the list of possible successors of Wen Jiabao as the prime minister.
In late December, against the backdrop of another wave of panic over the fate of the euro zone and sovereign debt, another Chinese vice Premier Wang Qishan promised to support the EU by purchasing bonds.
Finance Minister of Portugal Fernando Teixeira dos Santos also spoke about willingness of China to take care of the country's debt and increase investment in trade and economy. According to unofficial information cited by RBC, China is willing to buy government bonds of Portugal for the amount of 5.4 billion euros.
As for Russia, the debt crisis in Europe should not create any particular problems for the country's domestic economy, Ethan Harris thinks. He predicts the economic growth in Russia in 2011-2012 to be at 4-4.5% per year.
The expert believes that, like many emerging markets, Russia is experiencing inflationary pressures that may be coupled with possible rate hikes by the Central Bank. However, the country's economy will be supported by a strong commodity market.
At the same time, bubbles are getting inflated in the emerging markets, the expert warns. He also believes that in the countries with developed economies many assets are overvalued. Nevertheless, the expert thinks that the U.S. and China will remain the leaders of developed and developing economies in the coming year, respectively.
Anastasia Romasheva
Pravda.Ru

Ποια είναι τα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο?

Του Γεωργιου Σαββαϊδη*
Οι γραμμές αυτές γράφονται σε μία προσπάθεια επεξήγησης και καλύτερης κατανόησης ορισμένων κανόνων του ισχύοντος Δικαίου της Θαλάσσης αφενός και της ανάγκης συνολικής προσέγγισης των ζητημάτων που αφορούν την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών της Ελλάδος αφετέρου. Η προσπέλαση των ζητημάτων αυτών δεν είναι ευχερής διότι εμπλέκονται νομικά, πολιτικά, ιστορικά, αμυντικά και οικονομικά ζητήματα διαφόρου προελεύσεως και σημασίας που απαιτούν μακρόχρονη γνώση, παρακολούθηση των εξελίξεων και συνολική εκτίμηση και προσέγγιση πριν από την ανάληψη δράσεων και πρωτοβουλιών.
ΠαρεμβάσειςΤο πολυσύνθετο και πολυδιάστατο των ζητημάτων αυτών επεξηγεί, σε σημαντικό βαθμό, αλλά όχι πλήρως την αποσπασματική προσέγγισή τους από πολιτικούς, ακαδημαϊκούς, διπλωματικούς και δημοσιογραφικούς ταγούς κατά τα τελευταία σαράντα χρόνια τουλάχιστον. Δυστυχώς όμως παρεμβαίνουν πέραν των γνωστικών ελλείψεων και των εγγενών δυσκολιών κατανόησης, και άλλοι σοβαρότεροι παράγοντες πολιτικού, ιδεολογικού, ιδεοληπτικού ή και συνωμοσιολογικού, ορισμένες φορές, χαρακτήρος που εκτρέπουν την ανάγκη ήρεμης, νηφάλιας και συνεκτικής προσέγγισης των πολύ σημαντικών αυτών ζητημάτων.
Οι παρεμβάσεις αυτές αποδίδουν προθέσεις ανεπίτρεπτων συμβιβασμών, αποκαλύπτουν δήθεν αναληφθείσες δεσμεύσεις προς γείτονες και τρίτους, εμπλέκουν τον χειρισμό ζητημάτων εσωτερικής φύσεως και επικαιρότητας με τον χειρισμό πρωτοβουλιών ή και διμερών διαπραγματεύσεων της χώρας, με προφανή ζημιογόνα αποτελέσματα στη διεξαγωγή των τελευταίων κ. τ. λ. Κοινή επωδός και σύνηθες αβασάνιστο συμπέρασμα των προαναφερθέντων είναι ότι η χώρα στερείται πολιτικής και διπλωματικής σοβαρότητος στην αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών, ότι οι έχοντες την ευθύνη των χειρισμών κινούνται συχνά μεταξύ ανεπάρκειας, ερασιτεχνισμού ή και εθνικής μειοδοσίας και ότι ενόψει όλων αυτών των (διαχρονικών) ανεπαρκειών, δυσλειτουργιών ή και ελλείψεων σταθερών πατριωτικών αντιβάρων, είναι προτιμότερο αν όχι αναγκαίο τα σχετικά ζητήματα να παραμένουν ανέγγιχτα ή αρρύθμιστα.
Οι αντιλήψεις αυτές, που κατά καιρούς εκφράζονται από διάφορες πλευρές, επιβάλλουν νομίζω μία συνοπτική, λόγω χώρου, αλλά επιχειρηματολογημένη ανασκευή:
Πρώτον. Η Ελλάς έχει θέσει κατά τα τελευταία χρόνια ως βασικό στρατηγικό στόχο την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών της με όλα τα γειτονικά της κράτη με βάση τα δικαιώματα που απορρέουν από το ισχύον Δίκαιο της Θαλάσσης. Εάν σκεφθεί κανείς πόσους αγώνες και θυσίες απήτησε για το Εθνος μας ο διαδοχικός καθορισμός των χερσαίων συνόρων της χώρας από το 1830 και εντεύθεν, μπορεί σχετικά εύκολα να αντιληφθεί τη σημασία και το εύρος του εγχειρήματος μέσω της διπλωματίας και της διαπραγμάτευσης.
Δεύτερον. Λέγοντας θαλάσσιες ζώνες εννοούμε, κατά το Διεθνές Δίκαιο, τέσσερις διαφορετικές θαλάσσιες περιοχές οι οποίες υφίστανται σήμερα γύρω από την εδαφική επικράτεια της χώρας ή δεν υφίστανται αλλά μπορούν να εγκαθιδρυθούν στο μέλλον υπό τις προϋποθέσεις και τα όρια που καθορίζει το ισχύον Δίκαιο της Θαλάσσης. Οι ζώνες αυτές είναι τα χωρικά ύδατα, η συνορεύουσα ζώνη, η υφαλοκρηπίδα και η αποκλειστική οικονομική ζώνη. Εντός των ζωνών αυτών ισχύουν διαφορετικά νομικά καθεστώτα εξικνούμενα από την πλήρη άσκηση κυριαρχίας μέχρι την άσκηση ορισμένων διοικητικών αρμοδιοτήτων.
Τρίτον. Το ισχύον Δίκαιο της Θαλάσσης παρέχει κατ’ αρχήν τουλάχιστον ισότητα νομικών δικαιωμάτων σε όλα τα τμήματα ενός κράτους είτε αυτά είναι ηπειρωτικά είτε νησιωτικά. Εισάγει όμως μία εξαίρεση στην αναγνώριση αυτών των δικαιωμάτων, καθόσον αφορά στην υφαλοκρηπίδα και την αποκλειστική οικονομική ζώνη, προκειμένου περί βράχων που είναι ακατοίκητοι ή δεν μπορούν να συντηρήσουν μορφή οικονομικής ζωής. Στις ειδικές αυτές περιπτώσεις τους αναγνωρίζει μόνο χωρικά ύδατα και συνορεύουσα ζώνη.
Τέταρτον. Το ισχύον Δίκαιο καθορίζει για κάθε μία από τις προαναφερθείσες ζώνες διαφορετικά μέγιστα όρια. Τα κράτη έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν το maximum του προβλεπόμενου ορίου ή και ολιγότερο. Προκειμένου περί χωρικών υδάτων και εφόσον ορίζεται το maximum σε περιοχές στενών διεθνούς ναυσιπλοΐας, το παράκτιο κράτος υποχρεούται στην εφαρμογή ορισμένων συγκεκριμένων διατάξεων του Δικαίου της Θαλάσσης, που σκοπόν έχουν την εξασφάλιση της ελευθερίας διεθνούς ναυσιπλοΐας και αεροπλοΐας.
Πέμπτον. Τα ισότιμα δικαιώματα που αναγνωρίζονται, όπως προαναφέρθηκε, στα κράτη αναφορικά με τα ηπειρωτικά και νησιωτικά εδάφη τους, υπόκεινται στη διαδικασία της οριοθέτησης εφόσον οι αντίστοιχες θαλάσσιες ζώνες τους επικαλύπτονται.
Πρόκειται περί της διαδικασίας εκείνης η οποία αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα της αναγνωρίσεως όλων των δικαιωμάτων των εδαφών όπως προεξετέθησαν. Η διαδικασία της οριοθέτησης συνιστά θεωρητικά νομική και τεχνική μεθοδολογία. Τέτοιος όμως περιοριστικός χαρακτηρισμός είναι απλώς απατηλός ή ψευδεπίγραφος. Και τούτο για δύο λόγους: Kατά πρώτον διότι το ισχύον Δίκαιο της Θαλάσσης διαφοροποιεί τη διαδικασία της οριοθέτησης εκάστης θαλασσίας ζώνης και κατά δεύτερον επειδή η φρασεολογία που χρησιμοποιείται είναι ηθελημένα αόριστη και παραπέμπει ρητά στη μέση γραμμή ίσης αποστάσεως μόνο στην περίπτωση της χωρικής θαλάσσης που οριοθετείται, ενώ στις πολύ σημαντικές περιπτώσεις της υφαλοκρηπίδος και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης, ηθελημένα και πάλι αόριστα και γενικόλογα, παραπέμπει στο Διεθνές Δίκαιο και στην ανάγκη επιτεύξεως ενός δίκαιου αποτελέσματος, ως προϊόντος της συγκεκριμένης οριοθέτησης.
Εκτον. Τις προαναφερθείσες και ηθελημένα αόριστες και γενικόλογες αυτές διατυπώσεις ήλθε να ερμηνεύσει με σειρά αποφάσεών του από το 1969 και εφεξής το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Οι αποφάσεις αυτές συνιστούν κυμαινόμενη διεθνή νομολογία, με εισαγωγή διαφόρων κριτηρίων, τα οποία υποτίθεται ότι αφορούν στην συγκεκριμένη υπόθεση που άγεται ενώπιον του ΔΔΧ. Παρά ταύτα δημιουργούν σπουδαία νομικά προηγούμενα, τα οποία οι διάδικοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να εκμεταλλευθούν, να ερμηνεύσουν ή και να παρερμηνεύσουν κατά τα συμφέροντά τους είτε στο στάδιο των διαπραγματεύσεων είτε στο στάδιο της δικαστικής παραπομπής εφόσον φθάσουν μέχρις εκεί.
Εβδομον. Τα προεκτεθέντα που αναφέρονται τόσο στην αναγνώριση δικαιωμάτων των παρακτίων κρατών επί των θαλασσίων ζωνών, όσο και στην οριοθέτηση των δικαιωμάτων αυτών, είναι ενδεικτικά ότι αυτοματισμοί στην αναγνώριση δικαιωμάτων ή ασφαλείς προβλέψεις για την έκβαση δικαστικών παραπομπών με βάση όχι μόνο το ηθελημένα ασαφές Δίκαιο της Θαλάσσης, αλλά και την εξελισσόμενη διεθνή νομολογία είναι αστάθμητοι εν πολλοίς παράγοντες και δεν θα πρέπει να θεωρούνται δεδομένοι.
Ογδοον. Η παραπομπή σε διεθνή δικαστική επίλυση, πέραν των αβεβαιοτήτων εκβάσεως που παρουσιάζει, απαιτεί και σύνταξη συνυποσχετικού (που αποτελεί ειδική διεθνή συμφωνία και χρειάζεται κύρωση από τα κοινοβούλια των ενδιαφερομένων). Επί πλέον, συνιστά χρονοβόρο και δαπανηρή διαδικασία, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο παρεμβάσεως τρίτων χωρών κατά το στάδιο της εκδικάσεως προς προστασία των πραγματικών ή εικαζομένων συμφερόντων τους και, τέλος, δεν αποκλείει εξ ορισμού διαφωνίες περί την εφαρμογήν της εκδοθησομένης αποφάσεως ιδίως εάν υπάρξει κακοπιστία των διαδίκων.
Τα δεδομένα αυτά οδηγούν ορισμένους διεθνολόγους να προτιμούν μία συμβιβαστική διμερή συμφωνία οριοθέτησης από μία ιδιαίτερα ευνοϊκή για τον ένα των διαδίκων δικαστική απόφαση, η οποία ενδεχομένως θα αμφισβητηθεί στην πράξη.
Ενατον. Ολοι οι ανωτέρω παράγοντες ομού λαμβανόμενοι και συνεκτιμώμενοι οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η χώρα μας ορθώς ανέλαβε προσπάθεια προ μερικών ετών να ορίσει, μέσω διαπραγματεύσεων με τις όμορες χώρες, τις θαλάσσιες ζώνες τις οποίες δικαιούται βάσει του Διεθνούς Δικαίου.
Οι χειριζόμενοι τα ζητήματα αυτά, εν ονόματι πάντοτε των Κυβερνήσεων της χώρας μας, δεν είναι ερασιτέχνες ή αιθεροβάμονες μη αντιλαμβανόμενοι τις δυσκολίες ή τους κινδύνους που κρύβουν πάντοτε οι διαπραγματεύσεις αυτές.
ΔιάλογοςΟμως θα πρέπει να υπογραμμισθεί κατά τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, ότι διαπραγμάτευση οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών κατά το Διεθνές Δίκαιο δεν σημαίνει αποδοχή ή παραδοχή διεκδικήσεων, διαστρεβλωμένων δικαιωμάτων, επιδιώξεων ή μεθοδεύσεων της οποιασδήποτε άλλης πλευράς. Διάλογος με απόντες, κωφούς ή υποστηρικτές, κατ’ όνομα μόνον της καλής γειτονίας δεν γίνεται να υπάρξει. Διαπραγμάτευση εξάλλου παρομοίων θεμάτων υπό το κράτος μεγαφώνων και προβολέων πουθενά στον κόσμο δεν διεξάγεται και αν τυχόν επιχειρηθεί θα είναι εξ ορισμού αδιέξοδος. Απαιτείται λοιπόν ενότητα σκοπού, σοβαρότητα, πρωτοβουλία, βαθιά γνώση του αντικειμένου σε όλες τις πολύπλευρες πτυχές του και, τέλος, και προ παντός ισχυρή πολιτική βούληση.
*Ο κ. Γεώργιος Σαββαΐδης είναι Πρέσβης, Συντονιστής Πολιτικοστρατιωτικών και Επιχειρησιακών Υποθέσεων ΥΠΕΞ, πρώην Γεν. Γραμματεύς του ΥΠΕΞ και Επικεφαλής της Διαπραγματευτικής Ομάδος της χώρας μας με τις όμορες χώρες για την οριοθέτηση των Θαλασσίων Ζωνών.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_100003_31/12/2010_427343





Επιστολή για το άρθρο τού κ. Σαββαϊδη τής 31-12-10 , περί τής Υφαλοκρηπίδος στο Αιγαίο


Για την Στηλη γραμματα αναγνωστών

Αγαπητέ κε Διευθυντά,

Δημοσιεύθηκε στην ιστοδελίδα σας τής 31-12-2010 (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_100003_31/12/2010_427343 ) η έμμεση «απάντηση» τού κ. Γεωργίου Σαββαϊδη στην ανοικτή επιστολή τών κκ. Β. Μαρκεζίνη και Θ. Καρυώτη σχετικά με την ΑΟΖ και το Καστελόριζο.

Προφανώς, ως διπλωματικό στέλεχος, ο κ. Σαββαϊδης έχει την άδεια και έγκριση, αν όχι προτροπή, τής Πολιτκής Ηγεσίας τού ΥΠΕΞ για την δημοσιοποίηση τών θέσεών του. Οπότε απηχούν και τις απόψεις τής ηγεσίας.

Βεβαίως επί τής ταμπακιέρας δεν αναφέρει ούτε μία λέξη. Πολύ περισσότερο δεν απαντά ούτε σε ποιά βάση  δικών μας απαιτήσεων εφαρμογής διεθνούς Νόμου, διαπραγματεύεται με την Τουρκία, ούτε όμως γιατί δεν διαπραγματεύεται με την Κύπρο, που στο κάτω κάτω Ελληνες είναι κι’ αυτοί (μέχρι πρότινος τουλάχιστον). Και δεν θα τα χαλούσαμε (‘Η ίσως θα τα χαλούσαμε μια και η εξουσία στην Κύπρο ξέρει πολύ καλύτερα την γλώσσα προστασίας τών επιχειρηματικών της συμφερόντων από την Ελλάδα).

Το χειρότερο όμως είναι ότι φαίνεται να επιβεβαιώνει την ρήση τού πρώην συναδέλφου του, μακαρίτη Γεωργίου Σεφεριάδη, περί τού τετρομαγμένου Υπουργείου Εξωτερικών (‘τεμενάδων’, όπως εύστοχα προστέθηκε) με τις πρώτες παραγράφους του, όπου ουσιαστικά εισάγει καινοφανείς ‘εμπλοκές,,,,,, ιστορικών , πολιτικών’ και λοιπών ‘ζητημάτων’ σε ένα διεθνή νόμο ψηφισμένο κάτι χρόνια τώρα. Και αποκλείει ουσιαστικά  το δικαίωμα κριτικής από όποιον δεν έχει όλη αυτή την ...σφαιρική αντίληψή του. Φυσικά δεν μάς λέει πώς χώρες με ....’.ιστορικές, γεωγραφικές και λοιπές εμπλοκές’ (πχ Κύπρος, Ισραήλ κλπ), όρισαν έστω την ΑΟΖ.

Ούτε όμως εξηγεί για ποιό λόγο να εφησυχάζουμε για τις κινήσεις τού ΥΠΕΞ και τών στελεχών του. Μήπως δεν τα έκαναν μαντάρα με την Αλβανία και την Αίγυπτο. Κι ας μη μάς πεί ότι ‘αντέδρασε’ στην περίπτωση τής Αλβανίας το Ανώτατο Δικαστήριο τους. Γιατί τότε δεν βλέπει ολόκληρο καρφί τής Τουρκίας στην Αλβανία και σε άλλα μέρη. Που το ΥΠΕΞ τούς επέτρεψε να αλωνίζουν, ανενόχλητοι, παρ’ ότι είχε σημαντικά όπλα πίεσης. Τα ίδια κάνανε και με την ΠΓΔΜ και την Τουρκία και το σχέδιο ΑΝΑΝ και ένα σωρό άλλα. Δυστυχώς.

Με εκτίμηση

Γιώργος Κακαρελίδης

Πάτρα, 1-1-2011

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Πόλεμος στο κυβερνοχώρο

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ*Η επιστήμη και η τεχνολογία προχωρεί με ταχύτατους ρυθμούς και η χρήση της επικεντρώνεται σε όλα πλέον τα επίπεδα, όπως άλλωστε συνέβαινε πάντοτε και δη στον τομέα του κυβερνοχώρου. Τις προάλλες, εξ αφορμής των επεισοδίων μετά το τέλος καλαθοσφαιρικού αγώνα του ΑΠΟΕΛ με τουρκική ομάδα, ακολούθησε επίθεση Τούρκων χάκερ στον «κυπριακό κυβερνοχώρο». Το γεγονός αυτό θα έπρεπε λογικά να είχε σημάνει συναγερμό στην κυπριακή πολιτεία, ώστε να εξετάσει τους τρόπους αμύνης της στο πλαίσιο του νέου πολέμου στον κυβερνοχώρο (cyberwarfare).

Η προσέγγιση του Πενταγώνου
Ο Richard A. Clark, ειδικός επί των θεμάτων στον κυβερνοχώρο, καθόρισε σε σχετικό με το θέμα βιβλίο του, ως «Cyber War» (πόλεμο στον κυβερνοχώρο) «τις δράσεις ενός έθνους-κράτους να διεισδύσει στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή στα δίκτυα άλλου έθνους κράτους, με σκοπό να του προκαλέσει ζημιές και αναστάτωση». Επειδή, δε, οι ΗΠΑ θεωρούν ότι η τεχνολογία είναι πλέον το άπαν και βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την ασφάλεια και την άμυνα ενός έθνους - κράτους και του διεθνούς συστήματος, οικοδομούν συγκροτημένες πολιτικές προστασίας των συμφερόντων τους και ειδικώς σε σχέση πχ με την τρομοκρατία και την καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος, στην πρακτική του «πολέμου στον κυβερνοχώρο». Έχουν, ήδη, καθορίσει ότι ο κυβερνοχώρος αποτελεί την πέμπτη διάσταση της άμυνας. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα έχει επισημάνει ο Αναπληρωτής Υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ William J. Lynn. Ότι δηλαδή «το Πεντάγωνο» έχει επισήμως αναγνωρίσει τον κυβερνοχώρο ως μια νέα διάσταση της άμυνας, που είναι εξίσου σημαντική, όπως εκείνη της ξηράς, της θάλασσας, του αέρα και του διαστήματος». Επ' αυτής άλλωστε της λογικής στο νέο Δόγμα του ΝΑΤΟ σημαντική θέση κατέχει και ο τομέας των τρόπων δράσης για την επιτυχή αντιμετώπιση του πολέμου στον κυβερνοχώρο.

Σύμφωνα με το δίκτυο πληροφοριών των ΗΠΑ, χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα, η Βόρειος Κορέα και το Ιράν άρχισαν ήδη να οργανώνονται στον πόλεμο του κυβερνοχώρου, ειδικώς στο στρατιωτικό τομέα, αλλά και επί των κρίσιμων κρατικών υποδομών τους, όπως πχ οι τηλεπικοινωνίες, οι ηλεκτροπαραγωγοί σταθμοί, τα αεροδρόμια, οι τράπεζες κλπ, που σχετίζονται με τη λειτουργία του κράτους σε καιρό ειρήνης, αλλά και πολέμου. Βεβαίως, θα είναι αφέλεια να εκτιμά κάποιος ότι κράτη όπως η Τουρκία ή το Ισραήλ, που έχουν αναδειχθεί ως περιφερειακές δυνάμεις, δεν έχουν προχωρήσει όχι μόνο σε αμυντικές, αλλά και σε επιθετικές μορφές δράσης στον κυβερνοχώρο.

Ο Βασιλιάς γυμνός
Εντός της Ε.Ε., ένα από τα κλασικά παραδείγματα κρατικής επίθεσης στον κυβερνοχώρο ήταν αυτός της Ρωσίας σε βάρος της Εσθονίας το 2007. Η ρωσική επίθεση στράφηκε εναντίον Υπουργείων, τραπεζών και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Η Εσθονία ζήτησε την προστασία της Ε.Ε., όμως οι υποδομές της δεν είναι της εμβέλειας εκείνων που διαθέτουν οι ΗΠΑ, οι οποίες, παρότι ισχυρές και σε αυτόν τον τομέα, δέχονται διαρκείς επιθέσεις, όπως εκείνη του νέου «Pearl Harbor». Όταν δηλαδή το 2007, οι Αμερικανοί δέχθηκαν μια αιφνιδιαστική επίθεση στον κυβερνοχώρο. Η επίσημη δήλωση των ΗΠΑ είχε ως εξής: «Μια άγνωστη δύναμη ξένη διείσδυσε στις υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας» και η επίθεση αυτή ονομάστηκε ως ένα νέο ηλεκτρονικό «Pearl Harbor»! Κλασικό τελευταίο παράδειγμα πολέμου στον κυβερνοχώρο είναι η δημοσίευση των απορρήτων εγγράφων του Υπουργείου των Εξωτερικών των ΗΠΑ από τον ιστόποπο του «WikiLeaks», που προκάλεσε παγκόσμιο σοκ λόγω των αποκαλύψεων του τρόπου δράσεως των Αμερικανών διεθνώς και ειδικότερα των υποτιμητικών, απαξιωτικών και ειρωνικών χαρακτηρισμών σε πολιτικές προσωπικότητες και δη ηγέτες ακόμη και στενούς συμμάχους της Ουάσιγκτον. Επρόκειτο για ένα καθοριστικό κτύπημα σε βάρος των ΗΠΑ, στο πλαίσιο του πολέμου στον κυβερνοχώρο, που τις άφησε εκτεθειμένες, καθότι έριξε φως στο σκοτεινό πόλεμο των διπλωματικών παρασκηνίων σε παγκόσμιο και περιφερειακό επίπεδο, αποδεικνύοντας ότι πίσω από την, κατά καιρούς άσκηση της «αποστολικής διπλωματίας» των ΗΠΑ, δηλαδή της διπλωματίας που οργανώνει ακόμη και πολέμους υπό το πρόσχημα της δημοκρατίας και της ηθικής, όπως πχ στο Ιράκ, αποκρύβεται η ψυχρή εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων. Συμφέροντα και πολιτικές, οι οποίες σε ουκ ολίγες περιπτώσεις έχουν πάρει προ πολλού διαζύγιο από την ηθική, τις δημοκρατικές αρχές και αξίες, αφήνοντας έτσι τον αμερικανικό βασιλιά γυμνό.

Η «εισβολή» στους θεσμούς της Ε.Ε.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ειδικώς εντός της Ε.Ε., γίνεται συζήτηση για τους τρόπους αντιμετώπισης της «εισβολής» στον κυβερνοχώρο και της προστασίας τόσο των ίδιων των θεσμών της ΕΕ όσο και των κρατών μελών. Αληθές είναι ότι τα ζητήματα αυτά σχετίζονται με το ΝΑΤΟ για τους ακόλουθους λόγους: 1. Οι υποδομές του «cyberwarfare» ανήκουν στις ΗΠΑ και κατ’ επέκταση στο ΝΑΤΟ. 2. Στα θέματα της άμυνας η Ε.Ε. είναι συνδεδεμένη με το ΝΑΤΟ και ειδικώς με τη χρήση των υποδομών. Μάλιστα, δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά πολιτική πρόθεση από τους Ευρωπαίους εταίρους να δαπανούν επιπρόσθετα χρήματα για δικές τους αυτόνομες ευρωπαϊκές υποδομές, όταν μπορούν χρησιμοποιηθούν εκείνες της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Το πρόβλημα με την Κύπρο είναι ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τις υποδομές αυτές, διότι δεν είναι κράτος - μέλος ούτε του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη στην Ευρώπη ούτε του ΝΑΤΟ. Εκ των πραγμάτων, βρίσκεται και θα βρίσκεται μελλοντικά σε δυσμενή θέση. Και οπωσδήποτε είναι ένα ζήτημα για το οποίο δεν μπορεί να κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια.

Το σενάριο επίθεσης…
ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ δεν είναι μόνο πώς θα ενεργήσει η Ε.Ε., αλλά και πώς η ίδια η Κυπριακή Δημοκρατία θα δράσει για να υπερασπιστεί εαυτήν από τις επιθέσεις στον κυβερνοχώρο. Και οι τρόποι αντίδρασης πρέπει να έχουν τη δική τους στρατηγική διάσταση για τα εξής θέματα ασφάλειας:
Πρώτο, σε εσωτερικό κρατικό επίπεδο θα πρέπει να προστατευθούν:
α) Οι στρατηγικής σημασίας εγκαταστάσεις και υπηρεσίες, που είναι πιθανοί στόχοι σε περίπτωση κρίσης με την Τουρκία ή ακόμη και εν καιρώ ειρήνης στην πρακτική της ηλεκτρονικής κατασκοπίας. Ποιος, άλλωστε, μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα συμβεί κάτι τέτοιο σε βάρος της Κύπρου, όταν συμβαίνει σε βάρος των ΗΠΑ; β) Στρατιωτικές εγκαταστάσεις. γ) Τραπεζικά και οικονομικά δίκτυα. Επειδή η Κύπρος είναι οικονομικό και εμπορικό περιφερειακό κέντρο, ποιος μπορεί να διαβεβαιώσει ότι το τραπεζικό μας σύστημα δεν θα δεχθεί επίθεση στα δίκτυά του, όπως και άλλοι θεσμοί και υπηρεσίες Υπουργείων από την Τουρκία ή από άλλους ανταγωνιστές για την πρόκληση κόστους, αναστάτωσης και ανασφάλειας. Δεύτερο, σε επίπεδο Ε.Ε. και, μάλιστα, στην ακόλουθη λογική: Ποιος μπορεί να αποκλείσει ότι η Κύπρος, όταν θα έχει την Προεδρία της Ε.Ε. κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2012, δεν θα δεχθεί επίθεση στον κυβερνοχώρο, κατά το πρότυπο του ηλεκτρονικού «Pearl Harbor», όπως συνέβη το 2007 εναντίον των ΗΠΑ. Να γίνει δηλαδή επίθεση από «άγνωστη δύναμη»… Όπου άγνωστη δύναμη, βλέπε Τουρκία, ή ακόμη και ισλαμικές τρομοκρατικές οργανώσεις. Το ζήτημα αυτό αφορά και στην Κύπρο και στην Ε.Ε. Επειδή, δε, το επί του θέματος έλλειμμα αντιμετώπισης μιας τέτοιας επίθεσης και διαχείρισης κρίσης είναι δεδομένο για την Κύπρο, από τώρα θα πρέπει να τεθεί ενώπιον της Ε.Ε. για την κοινή του αντιμετώπιση. Άλλωστε, το ζήτημα αυτό δεν θα πρέπει να απασχολεί μόνο την κυπριακή, αλλά και κάθε Προεδρία της Ε.Ε., ειδικώς όταν υπάρχει το προηγούμενο της ρωσικής επίθεσης σε βάρος της Λετονίας.

Οι νέοι ουλαμοί υψηλής τεχνολογίας και άμυνας της Κύπρου
Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ των διεθνών σχέσεων εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Ακόμη και αν δεν αλλάζουν οι κλασικοί τους κανόνες, αλλάζει η τεχνολογία και οι τρόποι δράσης. Ο πόλεμος στον κυβερνοχώρο συνιστά μια πραγματικότητα. Χώρες όπως η Κύπρος, η οποία έχει σημαντική γεωπολιτική και γεωστρατηγική θέση, και είναι γέφυρα της Ευρώπης προς την Αφρική και τη Μέση Ανατολή, τόσο από οικονομικής όσο και εμπορικής άποψης, λογικό είναι για χίλιους δυο λόγους, όπως είναι η κατοχή και το ανοικτό κυπριακό πρόβλημα, να αποτελέσουν, ανά πάσα στιγμή, αντικείμενο και στόχο του πολέμου στον κυβερνοχώρο. Επιβάλλεται, λοιπόν, η οικοδόμηση στρατηγικής για την αποτροπή και τη διαχείριση επιθέσεων μέσω του κυβερνοχώρου και ειδικότερα των ηλεκτρονικών οικονομικών και εμπορικών δικτύων, τα οποία, εάν πληγούν, πλήττεται η αξιοπιστία της Κύπρου ως κέντρου παροχής υπηρεσιών. Πέραν τούτων, εγείρεται ζήτημα ασφάλειας της στρατιωτικής και αμυντικής λειτουργίας της Εθνικής Φρουράς και του Υπουργείου Άμυνας, καθώς και των λοιπών Υπουργείων. Συνεπώς, η κυπριακή κυβέρνηση θα πρέπει να περάσει άμεσα σε σχεδιασμό αντιμετώπισης του πολέμου στον κυβερνοχώρο. Αυτό σημαίνει στην πράξη τη δημιουργία ενός κεντρικού συστήματος καταπολέμησης τέτοιων καταστάσεων, με δυο κυρίως κεφαλές. Η μια θα είναι η πολιτική, που θα υπάγεται πιθανό στην ΚΥΠ και η άλλη η στρατιωτική, που θα υπάγεται στις δικές της υπηρεσίες ασφαλείας. Μεταξύ των δυο θα πρέπει να υπάρχει συνεργασία και η δημιουργία διαφόρων ουλαμών ελέγχου των ηλεκτρονικών συστημάτων των εγκαταστάσεων και θεσμών στρατηγικής σημασίας, όπως η ΑΗΚ, η ΑΤΗΚ, τα συστήματα του Υπουργείου Εσωτερικών και Εξωτερικών, καθώς και των άλλων Υπουργείων, των τραπεζών και λοιπών οργανισμών ζωτικής σημασίας, με κρίσιμες υποδομές (critical infrastructures), η Κύπρος να μη γίνει θύμα υποκλοπής σημαντικών πληροφοριών, είτε της εσωτερικής διοικητικής κρατικής λειτουργίας είτε της οικονομικής είτε της διπλωματικής και στρατιωτικής, σε περίπτωση επίθεσης στον κυβερνοχώρο. Ή ακόμη και να παραλύσει. Ο κυπριακός σχεδιασμός για τον τρόπο αντίδρασης θα έπρεπε να είχε αρχίσει και θα πρέπει να τεθεί σύντομα η διαδικασία μιας τέτοιας στρατηγικής, που είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ασφάλεια των πολιτικών και του κράτους, καθώς και με την εύρυθμη λειτουργία του σε ένα σύγχρονο κόσμο με σύγχρονες απειλές, που συμβαδίζουν με την τεχνολογία και αναγκάζουν τις σοβαρές κυβερνήσεις να λαμβάνουν μέτρα, έτσι ώστε να αποτραπεί ο αιφνιδιασμός, που θα μπορούσαν να τις εξευτελίσουν ή ακόμη και να επιφέρει «black out».

*Δρ Διεθνών Σχέσεων
http://www.sigmalive.com/simerini/politics/reportaz/343134

Το γεωπολιτικό σκηνικό στην Ανατολική Μεσόγειο

ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΙΑΚΩΒΙΔΗ
Ο Ιωάννης Θ. Μάζης, καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας-Γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αναλύει τις γεωπολιτικές, ενεργειακές και πολιτικο-διπλωματικές εξελίξεις στην περιοχή της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής, μετά την ανακάλυψη κολοσσιαίων κοιτασμάτων φυσικού αερίου.Η Τουρκία δεν έχει τη γεωλογική-γεωφυσική και διεθνοδικαιική δυνατότητα να διεκδικήσει κοιτάσματα υδρογονανθράκων στη Λεκάνη της Λεβαντίνης.
Ο Ιωάννης Θ. Μάζης, καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας-Γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, είναι σαφής και κατηγορηματικός στην ανάλυσή του: Η Τουρκία, υπό τις επιταγές Νταβούτογλου, στην προσπάθειά της να αποκτήσει την εμπιστοσύνη των Αράβων, έχασε το Ισραήλ και δεν έπεισε τους Άραβες για τις προθέσεις της. Εξάλλου, η οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) από την Κύπρο σε συνάρτηση προς το Λίβανο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο επιβαρύνει την κατάσταση σε βάρος μιας Τουρκίας, που δεν υπέγραψε τη Συνθήκη για το Δίκαιο της Θάλασσας, αλλ’ υποχρεούται να το πράξει, αφού επιδιώκει να ενταχθεί στην ΕΕ. Από την άλλη, η Ελλάδα όφειλε να είχε ήδη οριοθετήσει τη δική της ΑΟΖ προς την Κύπρο. Ο καθηγητής Μάζης υποστηρίζει έντονα ότι η υπογραφή συμφωνίας με το Ισραήλ για την ΑΟΖ θωρακίζει τα συμφέροντα της Κύπρου και διανοίγει ευρύτατες προοπτικές, με προεκτάσεις προς την ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία.

Ο καθηγητής Μάζης λέγει:
Η ανακάλυψη κολοσσιαίων κοιτασμάτων φυσικού αερίου στη λεκάνη της Λεβαντίνης και ειδικά στα «οικόπεδα» του Ισραήλ και μάλλον και της Κύπρου, τι σημαίνει για τις δύο χώρες και τι είδους συνεργασία μπορεί ή πρέπει να επιχειρήσουν; Τι είδους αντίδραση αναμένετε από την Τουρκία και γιατί ακυρώνονται τα ηγεμονικά σχέδιά της στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή;

Εις το πλαίσιο αυτό, εμπεριέχεται και η μέθοδος χαράξεως της Μέσης Γραμμής-Μέσης Αποστάσεως, η οποία ήδη κατοχυρώνει και για την Ελλάδα, ένα απολύτως πρόσφατο νομικόν προηγούμενο. Αυτό που υλοποιήθη εις τις περιπτώσεις χαράξεως ΑΟΖ μεταξύ Κύπρου και των γειτονικών της παρακτίων χωρών. Δηλαδή, στις 12 Δεκεμβρίου 1988, η Κύπρος επεκύρωσε τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θαλάσσης. Τον Φεβρουάριο του 2003 και τον Ιανουάριο του 2007, η Κύπρος υπέγραψε συμφωνία για την οριοθέτηση της ΑΟΖ με την Αίγυπτο και τον Λίβανο, αντιστοίχως. Η συμφωνία βασίζεται στη διεθνώς αποδεκτή αρχή της μέσης γραμμής και τους όρους της Συμβάσεως του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θαλάσσης. Τον Δεκέμβριο του 2010 ακολούθησε η υπογραφή συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ, για την οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών. Παράλληλα, η Κύπρος εγκαινίασε στις 16 Φεβρουαρίου 2007 τον πρώτο γύρο υποβολής αιτήσεων αδειών ερεύνης και αδειών εκμεταλλεύσεως υδρογονανθράκων, ο οποίος έληξε στις 16 Ιουλίου 2007. Αριθμός εταιρειών επέδειξε ενδιαφέρον και δόθηκαν σε αυτές σχετικές πληροφορίες.
Η Τουρκία, διά τις δύο εκ των περιπτώσεων αυτών δεν αντέδρασε ούτε λεκτικώς! Αντέδρασε μόνον -και αποκλειστικώς- λεκτικώς, διά την περίπτωσιν Κύπρου-Ισραήλ. Και βεβαίως η αντίδρασίς της κατέπεσε εις το απόλυτο και αβυσσαλέο... διπλωματικό κενό! Συνεπώς, όταν η -κατά το ήμισυ- υπό τουρκική κατοχή Κύπρος, με κατοχικά τουρκικά στρατεύματα της τάξεως των 40.000 ανδρών εις τα εδάφη του βορείου τμήματός της, δύναται να εφαρμόσει την Μέσην Γραμμήν διά την χάραξιν της ΑΟΖ, την οποίαν προηγουμένως μονομερώς είχεν ορίσει ο αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος, συνεπάγεται ασφαλώς ότι και η ισχυρά (;) αλλά και υπερήφανος (;) Ελλάς θα δύναται το τοιούτον πολλαπλασίως! Ή μήπως αυταπατώμαι;

Ακυρώνονται τα τουρκικά σχέδια
Τα τουρκικά σχέδια ακυρώνονται εις την Λεκάνη της Λεβαντίνης και γενικότερα στη Ν/Α Μεσόγειο και από νομικής πλευράς, λόγω ακριβώς των νομικών υποχρεώσεων της Τουρκίας να αναγνωρίσει τη νέα Συνθήκη για το Δίκαιο της Θαλάσσης του 1982, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών της υποχρεώσεων, εάν φυσικά αντιλαμβάνεται ότι έχει τέτοιες υποχρεώσεις.

Δηλαδή:
ι) η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θαλάσσης έχει κυρωθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση (10 Δεκεμβρίου 1998 ) και κατ΄ επέκτασιν αποτελεί μέρος του κοινοτικού κεκτημένου. Όλες οι υπό ένταξιν χώρες - περιλαμβανομένης της Τουρκίας - οφείλουν κατά το χρόνο της ένταξής τους να εφαρμόσουν το κοινοτικό κεκτημένο.

ιι) το Συμβούλιο της ΕΕ στις 2 Ιουνίου 2005 κατέστησε σαφές ότι «Η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θαλάσσης αποτελεί μικτή συμφωνία, δηλαδή έχει συναφθεί και από την Κοινότητα και από τα κράτη μέλη. Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6 της πράξεως της αφορούσης τους όρους προσχωρήσεως των νέων κρατών μελών, τα κράτη αυτά δεσμεύονται να προσχωρήσουν στις συμβάσεις και συμφωνίες που έχουν συνάψει τα παλιά κράτη μέλη και, μαζί με αυτά, η Κοινότητα».
ιιι) στις 2 Απριλίου 2007 ο Όλι Ρεν δήλωσε σαφώς ότι «Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θαλάσσης αποτελεί όντως κοινοτικό κεκτημένο, το οποίο η Τουρκία αναμένεται να υιοθετήσει και να εφαρμόσει μετά την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Επιτροπή θα συνεχίσει να ελέγχει την εφαρμογή του κεκτημένου στην Τουρκία».

ιιιι) αναλόγου περιεχομένου, και πολύ γνωστή στην Κύπρο, ήταν επίσης η απάντηση του κ. Ρεν σε ερώτηση του Ελληνοκυπρίου Ευρωβουλευτή κ. Ι. Κασουλίδη, αναφορικώς με τις παραβιάσεις της ΑΟΖ της Κύπρου από τουρκικό σκάφος. Συγκεκριμένα, ο κ. Ρεν στην απάντησή του την 5η Μαρτίου 2009 προβαίνει σε ιδιαίτερη μνεία των συμπερασμάτων της 8ης Δεκεμβρίου 2008, όπου αναφέρεται ότι «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποθαρρύνει τυχόν απειλές, προστριβές, ή πράξεις οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τις σχέσεις καλής γειτνίασης και την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών».

Η… εμπιστοσύνη των Αράβων και το αγκάθι του Κουρδικού
Πώς αναλύετε την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, λαμβάνοντας υπόψη και τους άλλους δρώντες, το Ιράν, τη Συρία και την Αίγυπτο, σε συνάρτηση πάντα προς το ενεργειακό;

Η νεο-οσμανική πολιτική της Άγκυρας υπό τις επιταγές Νταβούτογου («επικίνδυνου», κατά τις αποκαλύψεις των απορρήτων εγγράφων του US Dept of State, από τα Wikileaks) χρειάζετο την εχθρότητα και την όξυνση με το Ισραήλ για να αποκτήσει την -και ιστορικώς- μηδέποτε υπάρξασα εμπιστοσύνη μεταξύ Αράβων και Τούρκων. Και την χρειάζετο διότι επίστευε -και πιστεύει- ότι έτσι θα επιλύσει το υπαρξιακό της πρόβλημα: το Κουρδικό. Η ισραηλο-παλαιστινιακή σύγκρουση τής προσέφερε μια λαμπρή ευκαιρία για να το επιτύχει. Η Τουρκία όμως παγιδεύθηκε σε αυτήν της την πολιτική, κατέστρεψε τις σχέσεις της με το Ισραήλ για μεγάλο βάθος χρόνου και ετέθη απέναντι στο Τελ Αβίβ με τρόπο ενός εξίσου υπαρξιακού εχθρού του Ισραήλ, εφόσον η Τεχεράνη και η Χαμάς αποτελούν υπαρξιακούς εχθρούς αυτού του νέου κράτους. Εάν το Ισραήλ και οι κ.κ. Αμπάς και Φαγιάντ καταφέρουν να έλθουν σε μιαν αξιοπρεπή για την παλαιστινιακή και ισραηλινή πλευρά συμφωνία ειρήνης υπό την αιγίδα της διοικήσεως Ομπάμα, η γεωπολιτική πραγματικότητα στην περιοχή θα αλλάξει άρδην, για τους κατωτέρω λόγους:


1ον: η τυχοδιωκτική γεωστρατηγική σπέκουλα της νταβουτογλιανής Τουρκίας με τον παλαιστινιακό πόνο θα παύσει να τροφοδοτείται.


2ον: η Τουρκία θα παραμείνει μόνη με το Ιράν, υπαρξιακό εχθρό όχι μόνον του Ισραήλ, αλλά και της κατόχου των Ιερών Τόπων ολοκλήρου του Ισλάμ (Μέκκας και Μεδίνας), δηλ. της Σαουδικής Αραβίας.


3ον) η Συρία δεν θα ανεχθεί επί πολύ την επιρροή της Τεχεράνης επί του πολιτικού βίου του Λιβάνου, τον οποίον θεωρεί ολοκλήρωμα της Μεγάλης Συρίας και προβολή ισχύος της Δαμασκού στη Ν/Α Μεσόγειο. Επίσης, δεν θα δεχθεί την απώλεια των υποθαλασσίων κοιτασμάτων του Λιβάνου προς όφελος της Τεχεράνης, μέσω της επιρροής της τελευταίας επί της Χεζμπολάχ.


4ον) εάν, όμως, η Συρία διαφοροποιήσει τη στρατηγική της συνεργασία στο προαναφερθέν τρίγωνο, το Ιράν απομονώνεται πλήρως και η μόνη σύμμαχός του παραμένει η Τουρκία. Πρόκειται, όμως, για μια συμμαχία η οποία δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίσει το υπαρξιακό πρόβλημα της Τουρκίας, το Κουρδικό, και συνεπώς ωφελεί, ουσιαστικά, μόνον την Τεχεράνη. Στην περίπτωση αυτή, η Τουρκία παγιδεύεται ακόμη χειρότερα στις νταβουτογλιανές επιλογές της, χωρίς να δύναται να περιμαζέψει το ολοένα και περισσότερο διογκούμενο κουρδικό της πρόβλημα, αλλά και χωρίς να δύναται να απολαύσει μερίδιο από το απόθεμα των υδρογονανθράκων της Λεκάνης της Λεβαντίνης. Και αυτό διότι, ήδη επέβαλλε με τη στάση της στο Τελ Αβίβ να προχωρήσει σε εξαιρετικά αναβαθμισμένες σχέσεις με τη νόμιμη Κυπριακή Δημοκρατία, αναφορικώς με το θέμα εκμετάλλευσης των κολοσσιαίων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων της περιοχής.


5ον) Το Ισραήλ μόνο κέρδη θα έχει από την επίλυση του παλαιστινιακού προβλήματος, εφόσον αφενός θα δυνηθεί να αποδυναμώσει τη Χεζμπολάχ, για όλους τους προναφερθέντες λόγους και θα δύναται να επαναδιαμορφώσει σε νέο πλαίσιο τις σχέσεις του με τη Συρία, με επίκεντρο τις διαπραγματεύσεις για το Γκολάν, υπό νέα όμως γεωστρατηγικά δεδομένα, ευνοϊκά και για τις δύο πλευρές.


6ον) η Τουρκία, εκ των πραγμάτων, δεν έχει τη γεωλογική-γεωφυσική και διεθνοδικαιική δυνατότητα να διεκδικήσει κοιτάσματα υδρογονανθράκων στη Λεκάνη της Λεβαντίνης, και με την παρούσα πολιτική της έναντι του Ισραήλ, δεν μπορεί να αναμειχθεί ούτε σε επιχειρηματικό επίπεδο. Οπότε είναι βέβαιον ότι θα προσπαθήσει, μέσω της Χεζμπολάχ αλλά και της «δοκιμασμένης πολιτικής» των προκλήσεων κατά του Ισραήλ στη Γάζα, να παρεμποδίσει την εξέλιξη των κυπρο-ισραηλινών συνεργασιών εις βάρος των συμφερόντων και των δύο αυτών πλευρών.


7ον) Τέτοια στρατηγική είναι βέβαιον, ότι εάν επιλεγεί από την Άγκυρα, θα έχει απαντήσεις αναλόγου ή και μεγαλυτέρου αντκτύπου στο εσωτερικό της. Και βεβαίως, οι διαδικασίες αυτές δεν θα αργήσουν να υλοποιήσουν τους τουρκικούς υπαρξιακούς εφιάλτες. Άλλωστε, οι σχετικές πληροφορίες από τα έγγραφα Wikileaks, ήσαν ιδιαιτέρως κατατοπιστικές σχετικά με την ανάμειξη των ΗΠΑ στην υπόθεση του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος. Συνεπώς η Τουρκία αυτοπαγιδεύεται και πάλιν!

Η συμφωνία με το Ισραήλ, μέγιστη θωράκιση των συμφερόντων της Κύπρου
Γιατί είναι σημαντική η συμφωνία Κύπρου-Ισραήλ για την ΑΟΖ και τι σημαίνει από γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής σκοπιάς και ανάλυσης; Πώς και σε ποιο βαθμό το Κυπριακό και το Παλαιστινιακό μπορεί να επηρεαστούν από το νέο ενεργειακό Ελντοράντο στην Αν. Μεσόγειο;

Η συνεργασία μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ, στον ενεργειακό τομέα, είναι απόρροια λειτουργίας της διεθνούς νομιμότητος μεταξύ δύο ανεξαρτήτων και κυριάρχων κρατών. Θα αποτελέσει μεγίστη θωράκιση των εθνικών συμφερόντων της Κύπρου η συνεργασία της με το Ισραήλ σε αυτό το πεδίο, διότι εξυπηρετεί και τα συμφέροντα της ενεργειακής ανεξαρτητοποιήσεως της Ε.Ε. από τα ισλαμικά πετρέλαια και φυσικά αέρια, αλλά και από τα αντίσοιχα ρωσικά. Αυτό όμως είναι στοιχείο το οποίο εξυπηρετεί και τη νέα γεωστρατηγική αντίληψη των ΗΠΑ, διότι εντάσσεται στους στόχους της για απομάκρυνση των εξαρτήσεων των δυτικών συμμάχων της από «υποχρεώσεις» έναντι κρατών όπως το Ιράν, αλλά και η Ρωσία, με τις οποίες υπάρχει αντιστοίχως από εχθρότης έως καχυποψία. Άρα, όλοι οι παράγοντες συνηγορούν για την προώθηση αυτής της συνεργασίας Κύπρου-Ισραήλ και της συνεπαγομένης εθνικής θωρακίσεως του κυπριακού Ελληνισμού, αρκεί να το αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο και η κυπριακή αλλά και η ελλαδική κυβέρνησις. Εάν το αντιληφθούν, θέμα Καστελορίζου δεν υφίσταται.

Το Ισραήλ είναι έτοιμο να προβεί σε σημαντικά και θαρραλέα βήματα αναφορικά με τη «λύση των δύο κρατών». Η Πρόταση αυτή, η οποία αποτελούσε -και συνεχίζει να αποτελεί- εμβληματική υπόθεση και κεντρικό αίτημα της ισραηλινής Αριστεράς, υιοθετήθηκε πλέον από την κυβέρνηση του Λικούντ, του Μπένζαμιν Νετανιάχου, όχι χωρίς την αμηχανία της Αριστεράς. Η επιστροφή της Κοιλάδας του Ιορδάνη στο υπό ίδρυσιν Παλαιστινιακό Κράτος και το λαό του, η αποδοχή εγκαταλείψεως τριάντα περίπου ισραηλινών εποικισμών στη Δυτική Όχθη, η απόδοση τμήματος της Νεγκέβ στους Παλαιστινίους (της τάξεως περίπου του 2-2,5%) ως αντάλλαγμα για τους ισραηλινούς οικισμούς που θα παραμείνουν στη Δυτική Όχθη, η παραχώρηση της επιφανείας του εδάφους του αραβικού τμήματος της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, αποτελούν σημαντικά κεντρικά σημεία του ισραηλο-παλαιστινιακού διαλόγου, υπό διαπραγμάτευσιν. Αλλά μια διαπραγμάτευση η οποία φαίνεται να προχωρά καλά και να έχει υιοθετήσει τη δυναμική της ιστορικής ανάγκης.

Κοντά σε όλα αυτά, έρχονται να διευκολύνουν την όλη ειρηνευτική συζήτηση και τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων, τα οποία φαίνεται να υπάρχουν στην ΑΟΖ και την Υφαλοκρηπίδα της Γάζας. Το παλαιστινιακό κράτος θα έχει πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Θα έχει πόρους. Αυτό είναι ένα ακόμη σημαντικό κίνητρο για την ειρήνη. Ανάλογο κίνητρο για ειρήνευση έχει, όπως πολύ καλά πλέον γνωρίζουμε, και η ισραηλινή πλευρά! Πόση, αλήθεια, ανοησία χρειάζεται να επιδειχθεί από όλους, ώστε να μη ληφθεί υπόψη τίποτε από τα ανωτέρω;

Σε όλη αυτήν τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική διαδικασία αναμορφώσεως, η Τουρκία πρέπει να απαλλαγεί από τις νεο-οσμανικές ονειρώξεις της και να προσγειωθεί στην πραγματικότητα. Μόνον τότε θα έχει οφέλη από τις προφανείς ανακατατάξεις. Πάντως οι πρόωρες εκλογές της 12ης Ιουνίου, στην Τουρκία, θα δείξουν και πάλι νικητή τον κ. Ερντογάν, αν οι ποσοτικο-ποιοτικές παράμετροι για τη δημοκρατική εκπροσώπιση του κουρδικού στοιχείου παραμείνουν ως έχουν. Αλλά αυτό είναι μια πολύ, μα πολύ, επικίνδυνη νίκη! Για ευνοήτους λόγους, οι οποίοι προκύπτουν από την ανωτέρω ανάλυση.

Για ένα διάλογο Ισραήλ-Αιγύπτου
Προς την κατεύθυνση του κατευνασμού και την προώθηση του καλού κλίματος στις ισραηλοπαλαιστινιακές ειρηνευτικές συνομιλίες θα ήθελα να καταθέσω ένα ερώτημα-πρόταση: Γιατί το Ισραήλ δεν ξεκινά παράλληλα και ένα διάλογο με την Αίγυπτο, η οποία είχε καταλάβει την περιοχή από το 1949 και την απώλεσε μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, για την άρση του Ναυτικού Αποκλεισμού της Γάζας. Οι αιγυπτιακές ένοπλες δυνάμεις και η αιγυπτιακή κυβέρνηση μαζί με ναυτικές δυνάμεις Κυανοκράνων του ΟΗΕ και χρηματοδότηση από την Αραβική Λίγκα και τον Οργανισμό Ισλαμικής Διάσκεψης, υπό τη λογιστική επιτήρηση του Κουαρτέτου (ΗΠΑ-ΕΕ-Ρωσία-ΟΗΕ), θα μπορούσαν να αναλάβουν και να εγγυηθούν το θαλάσσιο έλεγχο των εισερχομένων σκαφών στη Λωρίδα της Γάζας, με σκοπό την ελεύθερη διακίνηση αγαθών, μέχρι να ολοκληρωθούν οι ευκταίες συμφωνίες για τη δημιουργία του παλαιστινιακού κράτους; Η Αίγυπτος, σημαντική και σεβαστή δύναμη του αραβικού κόσμου, διά του κύρους της και της εθνοτικής της συνάφειας με τον παλαιστινιακό λαό, θα ήταν μάλλον αποδεκτός συνεργάτης από τις πολιτικές Αρχές της Γάζας. Η διεθνής πολιτική και ηθική εκτόνωση, η οποία θα προεκαλείτο από μια τέτοια ρύθμιση, θα ωφελούσε τα μέγιστα στην πρόοδο των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων στην περιοχή, αλλά και θα ανασκεύαζε διεθνώς την εικόνα του Ισραήλ προς το καλύτερο. Από την άλλη πλευρά, το Ισραήλ θα απαιτούσε με λεπτομερείς ρήτρες, τη διασφάλιση της πλήρους καταπαύσεως των επιθέσεων με ρουκέτες Κάσαμ εναντίον των εδαφών του. Κάτι το οποίο θα μπορούσαν να εγγυηθούν οι μηχανισμοί του ΟΗΕ και του Κουαρτέτου, οι οποίοι θα εγκαθίσταντο και ως παρατηρητές στο έδαφος της Λωρίδας της Γάζας. Το Παράδειγμα της Unifil II, στον Νότιο Λίβανο, αλλά και των Κυανοκράνων του ΟΗΕ στην Κύπρο, νομίζω πως είναι ιδιαιτέρως χρήσιμο για την περίπτωσή μας. Και, εν πάση περιπτώσει, εάν κάτι τέτοιο δεν γινόταν σεβαστό από την πλευρά της Χαμάς, τουλάχιστον θα υπήρχαν αντικειμενικοί διεθνείς παρατηρητές για να το βεβαιώσουν.

Το Ισραήλ, όπως και οι Παλαιστίνιοι, δεν είναι δυνατόν να γίνονται έρμαιο των τουρκο-ιρανικών τυχοδιωκτισμών στην περιοχή. Τυχοδιωκτισμών οι οποίοι θέτουν σε κίνδυνο όχι μόνον τη μεσανατολική και συνεπώς διεθνή ασφάλεια, αλλά και τη διεθνή οικονομική ανάπτυξη, αν σκεφθούμε το λαμπρό οικονομικό μέλλον που προδιαγράφεται για όλες της χώρες της Ν/Α Μεσογείου και της Ε.Ε., λαμβανομένης υπόψη της δυνατότητος εκμεταλλεύσεως των πολλών τρισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου της Λεκάνης της Λεβαντίνης και της νότιας υποθαλασσίας περιοχής της Κρήτης από το Ισραήλ, την Κύπρο, την Ελλάδα (Καστελλόριζο, Κρήτη), το Λίβανο, την Αίγυπτο και τη Λιβύη.

Εταιρείες έρευνας και εξόρυξης κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο

Η αμερικανική εταιρεία Noble Energy είναι μια από τις 10 μεγαλύτερες παγκοσμίως στον τομέα της έρευνας και εξόρυξης και μέσω κοινοπραξίας με την ισραηλινή εταιρεία Delek διεξάγει τις έρευνες στην ανακηρυγμένη από το Ισραήλ ΑΟΖ του. Η αμερικανική εταιρεία, με έδρα στο Τέξας, έχει εξασφαλίσει ποσοστό 39,6% των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης του «Λεβιάθαν», 36% στο πεδίο Ταμάρ και διαθέτει επίσης ποσοστό 47% στο μοναδικό υφιστάμενο παραγωγικό κοίτασμα του Ισραήλ, στο πεδίο Mari-B. Το όνομα της ισραηλινής Delek, είχε ακουστεί ως ενδιαφερόμενης για την Shell Hellas.
H Shell (όπως και η γαλλική TOTAL) είναι μια από τις πολυεθνικές με τις οποίες η ελληνική κυβέρνηση - σύμφωνα με δικές της διαρροές - έχει ήδη έρθει σε επαφή για το ενδεχόμενο συγκρότησης μιας κοινοπραξίας, με τη συμμετοχή όπως όλα δείχνουν και τουρκικών κεφαλαίων, με στόχο την εκμετάλλευση του πετρελαίου στο Αιγαίο.

Η Ισραηλινή Delek εξαγόρασε πρόσφατα ποσοστό 1% της Noble έναντι 140 εκατ. δολαρίων, αυξάνοντας το ποσοστό που κατέχει στο 3%. Η Noble Energy διεξάγει επίσης τις έρευνες στη ζώνη που έχει οριοθετήσει η Κύπρος και ειδικότερα στο «οικόπεδο 12», από τον Ιούνη του 2009, οπότε της παραχωρήθηκαν τα δικαιώματα από το υπουργείο εμπορίου της Κύπρου.

Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος του «παιχνιδιού» που παίζεται στην περιοχή, αρκεί να αναφερθεί το εξής: Σύμφωνα με πληροφορίες των ισραηλινών μέσων ενημέρωσης, η Noble Energy ζήτησε την παρέμβαση της αμερικανικής πρεσβείας στο Ισραήλ, στο «υψηλότερο επίπεδο», για να επιτύχει τη διασφάλιση των συμφερόντων της. Είναι, επίσης, αποκαλυπτικό το γεγονός ότι το Ισραήλ προσπαθούσε εδώ και δεκαετίες να προσελκύσει επενδυτικό ενδιαφέρον στον τομέα της ενέργειας, προσφέροντας προς εκμετάλλευση τα ενεργειακά του φιλέτα, με χαμηλούς φόρους και δικαιώματα εκμετάλλευσης.

Οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες, όμως, απέφευγαν μια τέτοια επένδυση, φοβούμενες πιθανή ρήξη με τους Αραβες και Ιρανούς συνεργάτες τους, αλλά και λόγω του πολεμικού κλίματος στην περιοχή. Ανάμεσα στις μικρές ισραηλινές εταιρείες που ερευνούσαν την περιοχή ήταν και η Ratio Oil Exploration LP, η οποία το 2007 αγόρασε τα δικαιώματα εκμετάλλευσης του θαλάσσιου οικοπέδου, στο οποίο τελικά εντοπίστηκε το «Λεβιάθαν». Η Ratio πούλησε το 85% του μεριδίου της στην ισραηλινή Delek και στην αμερικανική Noble Energy, οι οποίες τελικά ανέλαβαν από κοινού την έρευνα.http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=6029478&publDate=9/1/2011

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

UN: We will not intervene in maritime gas drilling dispute

Lebanese FM Shami sends letter to Ban Ki-Moon, urging him to "prevent Israel from exploiting Lebanon's oil and maritime wealth."