Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

" Διαβάζοντας" την τουρκική στρατηγική


Γράφει ο Αρματιστής

Το άρθρο με τίτλο [Η ελληνική αντίδραση στο σχέδιο «BALYOZ» («Βαριά»)], αποτελεί μία πολύ ενδιαφέρουσα διαφωτιστική και κατατοπιστική ανάλυση σχετικά με τις Τουρκικές δυνατότητες τον επιθετικό σχεδιασμό των Τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και τις διαχρονικές δικές μας αδυναμίες. Επίσης πολύ ενδιαφέρουσες είναι και οι προτεινόμενες «πολιτικές λύσεις», κατά την άποψη μου όμως ανεπαρκείς για να επιλύσουν το πρόβλημα των Ελληνικών στρατιωτικών δυσχερειών στον Έβρο.

Στην υπόψη ανάλυση θα ήθελα να προσθέσω και κάποιες δικές μου παρατηρήσεις και προτάσεις, όπως παρακάτω:

1. Η γενικότερη σύλληψη της επιχείρησης «Βαριά», η ιδέα ενεργείας της, καθώς και η σχεδίαση του ελιγμού της υπόψη επιχείρησης, αποδεικνύει ότι οι Τούρκοι σχεδιαστές διαθέτουν φαντασία, ρεαλισμό και τόλμη. Η υπόψη διαπίστωση αποτελεί το λογικό αποτέλεσμα μιας σχολής στρατιωτικής και τακτικής σκέψης, που στηρίζεται σε μια μακρά ιστορική παράδοση επεκτατικών και αμυντικών πολέμων. Στη σχεδίαση της επιχείρησης «Βαριά» μπορούμε ακόμη και σήμερα να διαβάσουμε τον ελιγμό της μάχης συντριβής της Ελληνικής Στρατιάς Μικράς Ασίας παρά τω Αφιόν Καραχισάρ την 13η Αυγούστου 1922. Δηλαδή ταχύτατη συγκέντρωση υπέρτερης ισχύος 12 Μεραρχιών Πεζικού απέναντι στις δύο Ελληνικές Μεραρχίες (Ιη και IVη) στη νότια πλευρά της εξέχουσας του Αφιόν, ισχυρή κρούση για διάρρηξη της Ελληνικής τοποθεσίας στο σημείο συνδέσμου των δύο Ελληνικών Μεραρχιών, με ταυτόχρονη υπερκέραση της τοποθεσίας από δυτικά από τρεις Μεραρχίες Ιππικού, στη συνέχεια διαχωρισμό των Ελληνικών δυνάμεων και διαδοχική καταστροφή αυτών.

Αν περιστρέψετε την εικόνα κατά 90 μοίρες αριστερά, θα εμφανιστεί η εικόνα του σχεδίου «Βαριά»

2. Υπόψη ότι στην αποφασιστική μάχη στο κρίσιμο σημείο, από τις 13 Μεραρχίες της Ελληνικής Στρατιάς, ενεπλάκησαν μόνο τρεις (3). Οι υπόλοιπες εννέα (9), απλώς παρακολουθούσαν την εξέλιξη της τραγωδίας αδυνατώντας να επέμβουν στη μάχη.Επίσης κατά τη μάχη συντριβής παρά το Αφιόν, η υπεροχή του Τουρκικού πυροβολικού σε αριθμό, ποιότητα υλικού και βεληνεκές, ήταν πολύ απλά, «ΑΠΟΛΥΤΑ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΗ». Κατά τον ίδιο τρόπο στην επιχείρηση «Βαριά», μπορούμε να διαβάσουμε τον Τουρκικό ελιγμό κατά την εισβολή στην Κύπρο την 20/7/1974, ή και τον ελιγμό του αντιπάλου κατά την νύκτα των Ιμίων (σε μικρογραφία βεβαίως, αλλά με αποτελέσματα απείρως σημαντικότερα).

3. Η οποιαδήποτε επιχείρηση της Τουρκίας στον Έβρο, ανεξάρτητα προς ποια περιοχή και κατεύθυνση θα εκδηλωθεί, θα πρέπει να αναμένουμε ότι θα συνοδεύεται με ενέργειες ισχυρών δυνάμεων καταδρομών και αλεξιπτωτιστών μεταφερομένων με Ε/Π στο πίσω όριο της Ελληνικής τοποθεσίας και ειδικότερα για την κατάληψη και τον έλεγχο των διαβάσεων της οροσειράς που διαχωρίζει την κοιλάδα του Έβρου από την πεδιάδα της Κομοτηνής.

4. Εκείνο επίσης που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, είναι η επιλογή από τους Τούρκους σχεδιαστές του κατάλληλου σημείου στο οποίο κάθε φορά επιδιώκουν την επίτευξη αποφασιστικού αποτελέσματος. Η επιλογή αυτή η οποία πάντα τους «βγαίνει», φανερώνει μια πολύ καλή και σε βάθος γνώση του εδάφους, ανάλυση της καταστάσεως και όλων των παραγόντων που την επηρεάζουν, καθώς και των ευπαθών σημείων και αδυναμιών της Ελληνικής αμυντικής διάταξης. Τον Αύγουστο του 1922 επέλεξαν το σημείο συνδέσμου των Ιης και IVης Ελληνικών Μεραρχιών, με τα τεράστια αφύλακτα κενά, τις αδυναμίες επάνδρωσης και κατοχής των εκατέρωθεν Κέντρων Αντιστάσεως, καθώς επίσης και τις αδυναμίες ενίσχυσης της προσβαλλόμενης περιοχής από τις στρατηγικές εφεδρείες της Στρατιάς. Η προσδοκώμενη επιτυχία στο σημείο της κρούσης θα είχε σαν αποτέλεσμα το διαχωρισμό των Ελληνικών δυνάμεων και την ώθηση όλων όσων θα βρίσκονταν ανατολικά του σημείου της διάρρηξης προς βορρά και βορειοδυτικά, όπως και τελικά έγινε. Για να επιτύχουν σε σύντομο χρόνο και με απόλυτη βεβαιότητα την διάρρηξη, διέθεσαν για την επίθεση στο σημείο συνδέσμου των δύο Ελληνικών Μεραρχιών, τέσσερις (4) δικές τους Μεραρχίες και το μέγιστο του διατιθέμενου πυροβολικού τους. Δηλαδή (12) Τουρκικά Συντάγματα Πεζικού εναντίον δύο (2) Ελληνικών. Κατ’ αντιστοιχία στο σχέδιο «Βαριά» επιλέγεται για την επίτευξη της διάρρηξης και τον διαχωρισμό των Ελληνικών δυνάμεων το Ποτιστικό ρέμα, το οποίο είναι όντως ένα πολύ ευαίσθητο τμήμα της Ελληνικής αμυντικής τοποθεσίας και όλοι το γνωρίζουν, όπως όλοι γνώριζαν ότι η νότια πλευρά της εξέχουσας του Αφιόν ήταν η αχίλλειος πτέρνα του Α΄ ΣΣ και της Στρατιάς, αλλά κανένας δεν έπραττε κάτι. Το Ποτιστικό ρέμα αποτελούσε κάποτε το όριο των ΧΙΙης και ΧVΙης Eλληνικών Μεραρχιών και δεν γνωρίζω αν συνεχίζει και σήμερα να αποτελεί όριο γειτονικών σχηματισμών. Οπωσδήποτε όμως δεν παύει να στοιχίζει ένα άξονα επιθέσεως από ανατολικά προς δυτικά, που οδηγεί ταχέως σε αποφασιστικό αποτέλεσμα. Επίσης στο σχέδιο «Βαριά», για την επιδιωκόμενη διάρρηξη στη περιοχή της Μάνδρας, διατίθενται τέσσερις (4) Μ/Κ και ΤΘ Ταξιαρχίες, με τις οποίες επιτυγχάνεται η απαραίτητη συγκέντρωση συντριπτικής ισχύος έναντι των εκεί Ελληνικών δυνάμεων.

5. Οι αδυναμίες που αναφέρονται παραπάνω αναφορικά με τις Ελληνικές στρατιωτικές επιλογές αποτελούν ίσως, το πλέον χαρακτηριστικό αποτέλεσμα της κατάστασης στην οποία περιέρχεται μια δύναμη, που παραμένει παθητικά αγκιστρωμένη σε μια τοποθεσία επί μακρύ χρονικό διάστημα, «περιμένοντας τους βαρβάρους». Η χρόνια ακινησία παγώνει τη σκέψη της και τις επιλογές της. Η οικειοθελής αφαίρεση από τις δυνατότητές μιας δύναμης του «Επιθετικού Πνεύματος», και η πρόσδεσή της σε ένα στείρο και αναποτελεσματικό αμυντικό δόγμα, έχει σαν αποτέλεσμα την σταδιακή μετατροπή της σε «τοπομαχική δύναμη». Οι προκλήσεις που τίθενται στις ηγεσίες για την αποτροπή μιας τέτοιας κατάστασης ή την ανατροπή της εφόσον έχει παγιωθεί, είναι τεράστιες. Η καλλιέργεια του επιθετικού πνεύματος μέσα από μια απαιτητική και άκρως ρεαλιστική εκπαίδευση, οι Τακτικές Ασκήσεις Μετά Στρατεύματος ή Άνευ (ΤΑΜΣ και ΤΑΑΣ), στις οποίες θα δίνεται έμφαση στις επιθετικές επιχειρήσεις ευρείας κλίμακας, καθώς και η εκπαίδευση των Σχηματισμών και Μονάδων σε μακρές τακτικές κινήσεις, αποτελούν μια πολύ καλή μέθοδο. Έτσι για την ιστορία, όταν ήμουν νεαρός διοικητής Ίλης Μέσων Αρμάτων, (έτος 1978) είχα λάβει μέρος με την Ίλη μου σε μια μεγάλης διάρκειας και πολύ απαιτητική ΤΑΜΣ διπλής ενεργείας, που προέβλεπε την επίθεση ενός Τακτικού Συγκροτήματος Μ/Κ Τάγματος Πεζικού από την περιοχή του τριγώνου προς νότο, προς την τοποθεσία του Ποτιστικού ρέματος.

6. Το εδαφικό ανάγλυφο του Ν. Έβρου, καθώς και η απουσία ικανών εισδυόντων και εγκαρσίων δρομολογίων, δεν επιτρέπει την ταχεία και έγκαιρη μετάγγιση δυνάμεων μεταξύ βορείου κεντρικού και νοτίου Έβρου. Η κρίσιμη αυτή αδυναμία επιβάλει όπως οι δυνάμεις οι αναγκαίες για την άμυνα των παραπάνω περιοχών, (ΜΕ ΒΑΣΗ ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΔΥΣΜΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΕΝΑΡΙΟ), να βρίσκονται από τώρα στις προβλεπόμενες θέσεις τους. Αυτό είχε γίνει απόλυτα αντιληπτό από το 1974 και οι τότε ηγεσίες έψαχναν λύσεις προκειμένου να παρεμβληθεί ένας ακόμη σχηματισμός μεταξύ των ΧΙΙης και ΧVIης Μεραρχιών Πεζικού. Δυστυχώς όμως οι Νατοϊκές υποχρεώσεις, τα τοπικά συμφέροντα που πάντα αποδεικνύονται πανίσχυρα και ο από βορά κίνδυνος που τελικά δεν επαληθεύτηκε, κρατούσαν τις δυνάμεις επτά (7) Μεραρχιών πεζικού, δύο Μ/Κ και δύο (2) ΤΘ Ταξιαρχιών, δυτικά του Νέστου, στη περιοχή της κεντρικής και δυτικής Μακεδονίας. Η κρίση του Μαρτίου του 1987 και τα εξ αυτής πικρά συμπεράσματα, τάραξαν τα λιμνάζοντα ύδατα. Αμέσως μετά την υπόψη κρίση, το 50ο Σύνταγμα Πεζικού που είχε προωθηθεί στον κεντρικό Έβρο, παρέμεινε στη θέση του και ένας εξαίρετος αξιωματικός του πεζικού, αλλά πάνω απ΄ όλα «ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ», ανέλαβε να το «μετατρέψει» σε ενισχυμένη Μ/Κ Ταξιαρχία. Στη περιοχή του Λαγού μεταφέρθηκε και το 37ο Σύνταγμα Πεζικού, το οποίο μετέπεσε στην 37 Μ/Κ Ταξιαρχία. Το στρατόπεδο του Λαγού κατασκευάστηκε για την ΧΧΙη ΤΘ Ταξιαρχία. Τελικά η μεν 37 Μ/Κ Ταξιαρχία διαλύθηκε, η δε ΧΧΙη ΤΘ Ταξιαρχία ουδέποτε εγκαταστάθηκε στον Λαγό. Σήμερα και πολύ ορθά, ο καθένας μας δικαιούται να αναρωτιέται αν οι δυνάμεις που βρίσκονται στο βόρειο και κεντρικό Έβρο είναι επαρκείς για να αντιμετωπίσουν μια Τουρκική επιθετική ενέργεια, ανάλογη με αυτή του «σχεδίου» «Βαριά» και αν η ΧΧΙη ΤΘ Ταξιαρχία θα μπορέσει να προωθηθεί έγκαιρα και με ασφάλεια στη περιοχή του βορείου Έβρου.

7. Οπωσδήποτε αποτελεί αδήριτη ανάγκη, η οδός Νέα Σάντα - Μ. Δέρειο - Ορεστιάδα να εκσυγχρονιστεί και να αποκτήσει μεγάλη ικανότητα. Ανάλογες όμως ενέργειες είναι απαραίτητο να γίνουν και σε πολλά άλλα εισδύοντα και εγκάρσια δρομολόγια του κεντρικού και του νότιου Έβρου. Θυμάμαι τις οδυνηρές εμπειρίες που αποκόμισα κατά την κρίση του 1987, όταν μέσα από ένα σκυρόστρωτο δρόμο μονής κατεύθυνσης και με πολλά δύσκολα σημεία και παρακαμπτηρίους, προσπαθούσαν να προωθηθούν προς τις θέσεις τους, νύκτα, 2 Μ/Κ τάγματα, 3 Επιλαρχίες, 4 Μοίρες Πυροβολικού και ένας σημαντικός αριθμός μονάδων Διαβιβάσεων Μηχανικού και ΔΜ. Εννοείται ότι τα πάντα είχαν φρακάρει και τίποτε δεν προχωρούσε!

8. Από την άλλη πλευρά η Τουρκική 1η Στρατιά, απολαμβάνει απόλυτη ελευθερία κινήσεων. Το πεδινό έδαφος της Ανατολικής Θράκης, καθώς και τα πολλά εισδύοντα και εγκάρσια δρομολόγια, της επιτρέπουν να μετακινήσει ταχύτατα μεγάλο όγκο δυνάμεων προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, προκειμένου να συγκεντρώσει, στο χώρο που θα επιλέξει, την «κρίσιμη μάζα» για την επίτευξη του αποφασιστικού αποτελέσματος.

9. Οι στρατηγικές εφεδρείες της 1ης Ελληνικής Στρατιάς, αποτελούμενες από δύο Μ/Κ και μία ΤΘ Ταξιαρχίες, συνεχίζουν να παραμένουν εγκατεστημένες στη κοιλάδα του Αξιού, στις ίδιες θέσεις με αυτές του «από βορρά κινδύνου», 400 και πλέον χλμ μακριά από το πιθανό θέατρο επιχειρήσεων, «φυλάγοντας τα σύνορα με τα Σκόπια»! Και πάλι θα κάνω ανάλογες συγκρίσεις με την μάχη περί το Αφιόν το 1922, όταν η μεν Μεραρχία Ιππικού, η μόνη δηλαδή ταχυκίνητη εφεδρεία της Στρατιάς βρισκόταν 100 χλμ δυτικά του πεδίου της μάχης και δεν μετακινήθηκε από τη θέση της, οι δε Μεραρχίες του Β’ Σώματος Στρατού συνέχιζαν να παραμένουν ακίνητες 50 χλμ βόρεια του πεδίου της μάχης.

10. Ένα άλλο πολύ σημαντικό ζήτημα είναι η «Επάρκεια» των διατιθέμενων δυνάμεων. Πιστεύω ότι η Ελληνική ηγεσία οδηγήθηκε σε μειώσεις ή ακόμη και σε διάλυση Μ/Κ και ΤΘ σχηματισμών και μονάδων όχι λόγω επανεκτίμησης της κατάστασης και ασφαλούς διαπίστωσης ότι οι τότε διατιθέμενες δυνάμεις ήταν υπέρ-επαρκείς, αλλά εξ αιτίας της λειψανδρίας και της διάχυτης φοβίας προς τις πλήρως επιστρατευόμενες Μ/Κ και ΤΘ μονάδες. Έτσι φθάσαμε στο σημείο, το βόρειο τμήμα του Έβρου που αντιμετωπίζει και εγγενείς αδυναμίες ενίσχυσης, να στηρίζεται σε δύο Μ/Κ Ταξιαρχίες. Αν θυμάμαι καλά και το 1979 η κατάσταση ήταν περίπου ίδια με τη σημερινή από άποψη δυνάμεων, ίσως και πολύ καλύτερη, διότι τότε διαθέταμε μονάδες με πολύ καλή επάνδρωση. Δύο πλήρη Μ/Κ Τάγματα, τέσσερα απλά τάγματα, τρεις Επιλαρχίες με 140 άρματα και πέντε Μοίρες Πυροβολικού.Ακούω συχνά τη φράση ότι ο Έβρος δεν χωράει παραπάνω δυνάμεις!!! Στο σχέδιο «Βαριά» όμως, οι Τούρκοι χρησιμοποιούν στον άξονα του Ποτιστικού ρέματος που δεν διαθέτει και μεγάλη χωρητικότητα, τέσσερις Μ/Κ και ΤΘ Ταξιαρχίες με 18 Μονάδες ελιγμού και οκτώ (8) οργανικές Α/Κ Μοίρες Πυροβολικού με 182 Α/Κ πυροβόλα!!! Βασικά θεωρώ τις εκτιμήσεις του τύπου «δεν χωράει περισσότερα» αόριστες και «πονηρές». Για να μην επεκτείνω περισσότερο το υπόψη θέμα, θα αναφερθώ σε ένα άλλο στρατό, τον Ισραηλινό και για το πώς αντιλαμβάνεται τα ζητήματα «Επάρκειας των Δυνάμεων». Εξετάζοντας ειδικότερα τη Βόρεια Διοίκηση του Ισραήλ (αντίστοιχη Σώματος Στρατού), που έχει τομέα ευθύνης το μέτωπο του Λιβάνου και τα υψώματα του Γκολάν, με ένα μήκος μετώπου αντίστοιχο με αυτό του Έβρου, θα δούμε ότι διαθέτει τις ακόλουθες δυνάμεις:

 1 ΤΘ Μεραρχία ενεργή, 1 Μ/Κ Μεραρχία Πεζικού ενεργή και τρεις (3) ΤΘ Μεραρχίες reserve (επιστρατευόμενες δηλαδή), οι οποίες, περίπου, περιλαμβάνουν:

 9 Μ/Κ Ταξιαρχίες Πεζικού (οι 7 reserve) 9 ΤΘ Ταξιαρχίες (οι 7 reserve), 1 Ταξιαρχία Πεζικού (reserve). Δηλαδή:

 27 Μ/Κ ΤΠ (τα 21 reserve), 27 Επιλαρχίες Αρμάτων (οι 21 reserve), 4 Τάγματα Πεζικού (τα 3 reserve).
 Οι παραπάνω πράγματι εντυπωσιακές δυνάμεις, μπορούν να ενισχυθούν άμεσα από αντίστοιχες της Κεντρικής Διοίκησης, η οποία διαθέτει, 1 ενεργή ΤΘ Μεραρχία και 2 reserve, μία 1 Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών (με 1 ενεργή και 2 reserve ταξιαρχίες) και δύο εδαφικές Μεραρχίες.

11. Προσθέστε ακόμη στα όσα αναφέρονται παραπάνω και τα ακόλουθα:

α. Η βασική αρχή του πολέμου «Εκλογή του σκοπού και εμμονή σ' αυτόν», που περιγράφεται ως η επιδίωξη της καταστροφής των εχθρικών δυνάμεων και η επιβολή της θελήσεώς σου επί του αντιπάλου, διαπερνά κάθετα την Τουρκική στρατιωτική στρατηγική και σχεδίαση, όπως αποδεικνύει ο σχεδιασμός της επιχείρησης «Βαριά».

β. Η άλλη αρχή του πολέμου, «Επιθετικό Πνεύμα», που καθορίζει ότι μόνο με τη διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων είναι δυνατό να επιτευχθεί ο σκοπός του πολέμου, δηλαδή η καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων, χαρακτηρίζει όλες τις επιλογές των Τουρκικών Ε.Δ., όπως θαυμάσια αποτυπώνεται στο άρθρο. Η οργάνωση της 1ης Τουρκικής Στρατιάς με σημαντικό αριθμό Μ/Κ και ΤΘ Ταξιαρχιών, με πολλές και επαρκείς μονάδες ελιγμού, με πανίσχυρο πυροβολικό, με συντάγματα Μηχανικού που διαθέτουν δυνατότητες διάσπασης Ν/Π και ζεύξης όλων των ειδών των κωλυμάτων, με τη διάταξη των Ταξιαρχιών σε βάθος προκειμένου να προωθηθούν στο χώρο που θα επιλέξουν για την αποφασιστική κρούση, με πυραυλικά συστήματα, με UAVs και με μεγάλες δυνατότητες ενίσχυσης των παραπάνω δυνάμεων με Μ/Κ και ΤΘ Ταξιαρχίες από την Ανατολία, καθώς και με δυνάμεις Καταδρομών, φανερώνει ένα πανίσχυρο στρατηγικό σχηματισμό με μεγάλες επιθετικές δυνατότητες και αποστολή την καταστροφή των Δυνάμεων του Δ΄ Σώματος Στρατού.

γ. Επειδή η δική μας πλευρά έχει οχυρωθεί πίσω από ένα αμυντικό δόγμα «διεξαγωγής παθητικής Άμυνας περιοχής επί της γραμμής των συνόρων, χωρίς ιδέα υποχώρησης», το οποίο στη πραγματικότητα ισοδυναμεί με ένα δόγμα εθελούσιου ευνουχισμού, αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η πρωτοβουλία των ενεργειών να έχει παραχωρηθεί ολοκληρωτικά στην Τουρκία. Ως εκ τούτου η Τουρκική ηγεσία διατηρεί τη δυνατότητα να επιτύχει σε βάρος μας, τουλάχιστο στρατηγικό αιφνιδιασμό.

δ. Άμεσο αποτέλεσμα όλων όσων προαναφέρθηκαν αποτελεί η δυνατότητα των Τουρκικών δυνάμεων να εφαρμόσουν σχετικά εύκολα μια άλλη πολύ σημαντική αρχή του πολέμου, ίσως μάλιστα τη σημαντικότερη, αυτή της «Συγκέντρωσης», που ορίζεται ως η συγκέντρωση του μεγίστου επιτρεπομένου από την κατάσταση αριθμού μέσων και δυνάμεων στον αποφασιστικό τόπο και στο κατάλληλο χρόνο .. ώστε να μπορέσουμε με αριθμητικά κατώτερες δυνάμεις να επιτύχουμε αποφασιστική υπεροχή έναντι του αντιπάλου. Η αξία αυτής της αρχής επαυξάνεται ακόμη περισσότερο από τη χρησιμοποίηση ανωτέρων οπλικών συστημάτων και μέσων.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ:

Τα ερωτηματικά που υφίστανται αναφορικά με τη μεταφορά της ΧΧΙ ΤΘ Ταξιαρχίας στον βόρειο Έβρο, επιβάλουν είτε την μεταφορά της από τώρα στην υπόψη περιοχή, είτε τη συγκρότηση μιας ακόμα Μ/Κ Ταξιαρχίας στο βόρειο Έβρο.

Η μορφή του αμυντικού αγώνα στον Έβρο θα πρέπει να αλλάξει. Οι Μ/Κ και ΤΘ Ταξιαρχίες που βρίσκονται ήδη στην περιοχή του Έβρου θα πρέπει να διαφυλαχθούν και να μην εμπλακούν αμέσως στον αμυντικό αγώνα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την διεξαγωγή επιχειρήσεων που θα έχουν αποφασιστικά αποτελέσματα, είτε μέσω της καταστροφής σημαντικών εχθρικών δυνάμεων που θα δημιουργήσουν προγεφυρώματα δυτικά του Έβρου, είτε για τη μεταφορά των επιχειρήσεων στην Αν. Θράκη. Αυτό επιβάλει την συγκρότηση κάποιων Συνταγμάτων Πεζικού τα οποία θα αναλάβουν την διεξαγωγή άμυνας περιοχής στις ήδη υπάρχουσες οχυρωμένες αμυντικές τοποθεσίες. Η οργάνωση και η αποστολή των υπόψη Συνταγμάτων θα πρέπει να είναι τελείως διαφορετική από αυτή των παλαιών «τοπομαχικών». Θα πρέπει να διαθέτουν αυξημένη κινητικότητα και να κατέχουν από τώρα με περιορισμένες δυνάμεις τακτικά εδάφη ιδιαίτερης σημασίας, να τηρούν δε το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής τους σε ετοιμότητα για αμυντική εγκατάσταση στις τοποθεσίες όπου θα εκδηλωθεί η κύρια εχθρική προσπάθεια, προκειμένου να απορροφήσουν την αρχική κρούση, να διατηρήσουν σταθερά το έδαφος και τις θέσεις τους και στη περίπτωση που παρακαμφθούν να υποβοηθήσουν τις αντεπιθέσεις των Μ/Κ και ΤΘ Ταξιαρχιών.

Η ισχύουσα τριαδική σύνθεση των Μ/Κ και ΤΘ Ταξιαρχιών θα πρέπει να θεωρηθεί ανεπαρκής σε μαχητική ισχύ και πρέπει να ενισχυθεί άμεσα είτε με τέταρτη μονάδα ελιγμού, είτε με αύξηση του αριθμού των Υπομονάδων. Ανάλογη μέριμνα πρέπει να ληφθεί και για τις Α/Κ Μοίρες πυροβολικού. Η σχέση Α/Κ πυροβόλων στη Θράκη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας σε 168 προς 700 (+) είναι κάτι πολύ χειρότερο από δυσμενής αν ληφθεί υπόψη και η ποιότητα του υλικού.

Για τη διατήρηση ανοικτών των διαβάσεων της οροσειράς Σάπκα - Κελεμπέκ – Μπουκατέ – Τσοπάν, δηλαδή των διαβάσεων της Ατάρνης, της Κίρκης - Συκοράχης, της Κυριακής, του Μεγάλου και Μικρού Δερείου και άλλων δευτερευουσών, επιβάλλεται η ανάληψη της ευθύνης του υπόψη ορεινού όγκου από τώρα, από δύναμη τουλάχιστο Ταξιαρχίας Πεζικού (+), ενισχυμένης με Μοίρα ή Μοίρες Καταδρομών.

Τουλάχιστο η ΤΘ Ταξιαρχία και η μία Μ/Κ που βρίσκονται στη περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας, «φυλάγοντας τα σύνορα με τα Σκόπια», θα πρέπει να προωθηθούν ανατολικότερα (Σέρρες, Δράμα, Καβάλα, Ξάνθη, Κομοτηνή). Και οπωσδήποτε ήταν μεγάλο λάθος η διάλυση της ΧΧΙΙας ΤΘ Ταξιαρχίας και επιβάλλεται να επανεξεταστεί η επανασυγκρότηση της.

Η πρόθεση για την προμήθεια ΤΟΜΑ έναντι 2 δις ΕΥΡΩ θα πρέπει να μπει στο ντουλάπι πάραυτα. Είναι αδιανόητο να θέλεις να αγοράσεις ΤΟΜΑ όταν το μόνο σύγχρονο πυροβολικό σου είναι τα 24 Pz2000. Με δύο δις ΕΥΡΩ θα καταστεί δυνατό, όλες οι Α/Κ ΜΜΠ να διαθέτουν από 24 Α/Κ πυροβόλα Pz2000 και θα περισσέψουν χρήματα για την προμήθεια κάποιου πυραυλικού συστήματος μεγάλου βεληνεκούς καθώς και μεταχειρισμένων ΤΟΜΑ.

Θα είναι πολύ χρήσιμο όλοι οι αξιωματικοί, μα πάνω απ' όλα οι πολιτικοί, να ξαναδιαβάσουν τις Ελληνοτουρκικές συγκρούσεις, ιδιαίτερα την τελευταία μάχη της Μικρασιατικής εκστρατείας, δηλαδή τη μάχη στην εξέχουσα του Αφιόν την 13η Αυγούστου 1922. Ίσως εκεί να αναγνωρίσουν πολλές ομοιότητες στις παραλείψεις στις αδυναμίες και στις διαχρονικές μας ανεπάρκειες, με τα όσα παρατηρούνται σήμερα στον Έβρο.

Επιθεώρησις Αρxιστρατήγου Χατζηανέστη εν Μικρά Ασία...


ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Γνωρίζω ότι οι παραπάνω προτάσεις γράφονται από δική μου προσωπική επιθυμία και ανάγκη και καμιά απολύτως σημασία δεν πρόκειται να δείξει κάποιος υπεύθυνος για ότι γράφω. Άλλωστε οι υπόψη προτάσεις δεν μπορούν να υλοποιηθούν κάτω από ένα αντιστρατιωτικό πνεύμα που καλλιεργείται συστηματικά και πολύ «πονηρά» τα τελευταία χρόνια, από κατευθυνόμενους παπαγάλους διαφόρων χρωμάτων, ή κάτω από καθεστώς απαξίωσης της θητείας και τραγικής λειψανδρίας, θητείας εννέα μηνών, αφθονίας αναβολών Ι3 Ι4 και Ι5, ανυπότακτων, φυγόστρατων, βολεμένων, «ρουσφετιών», άνισης μεταχείρισης των κληρωτών και διαχωρισμού τους σε «καλόπαιδα και κωλόπαιδα», χαλαρής εκπαίδευσης, και πολλών άλλων φρούτων.

Βεβαίως όλες οι στρατιωτικές ηγεσίες γνωρίζουν τα προβλήματα, ξέρουν ποιες είναι οι ενδεδειγμένες λύσεις και αγωνίζονται μέσα σε ασφυκτικά πλαίσια, για να διατηρήσουν ψηλά το επίπεδο της ετοιμότητας των μονάδων. Οι λύσεις όμως απαιτούν πολιτική απόφαση, σταθερή βούληση και πολιτικό θάρρος. Την ώρα της κρίσης όμως, το ανάθεμα θα πέσει πάνω στις στρατιωτικές ηγεσίες και οι πολιτικοί θα απεκδυθούν των ευθυνών τους, ως συνήθως.

Όταν ο Χατζανέστης ανέλαβε αρχιστράτηγος και επισκέφτηκε την εξέχουσα του Αφιόν, ρώτησε τους επιτόπου στρατηγούς. «Πως κοιμάστε ήσυχοι;». Δυστυχώς όμως και αυτός στη συνέχεια κοιμήθηκε ήσυχος και τα αποτελέσματα τα γνωρίζουμε. Επίσης συνεχίζοντας την αναφορά μου σε κείνη την εποχή, όταν κάποιος μικρός αξιωματικός είπε στο σωματάρχη του Α΄ Σώματος Στρατού υποστράτηγο Τρικούπη, ότι από το ορεινό και αφύλακτο πέρασμα του Τσάι Χισάρ, οι Τούρκοι μπορούν να περάσουν κάποιες δυνάμεις και να βρεθούν στα νώτα της Ελληνικής παράταξης, ο στρατηγός κεραυνοβόλησε το «θρασύ» με το βαθυστόχαστο … «ο κυκλών κυκλούται»! Βεβαίως ο θρασύς μικρός είχε δίκιο, διότι οι Τούρκοι στις 13/8/1922, πέρασαν από το «αδιάβατο» και αφύλακτο πέρασμα, το V Σώμα Ιππικού με τρεις Μεραρχίες Ιππικού... Στις 20/8/1922 ο Τρικούπης ήταν αιχμάλωτος του Κεμάλ. Η κυβέρνηση για να τον «ανταμείψει», στις 21/8/1922, τον έχρισε αρχιστράτηγο!!


Source :http://www.enkripto.com/2010/09/balyoz_08.html

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Απόκτηση πυρηνικών όπλων από Τουρκία, Αίγυπτο, Σαουδική Αραβία λόγω Ιράν

Την πεποίθησή του ότι η ανάπτυξη πυρηνικών όπλων από το Ιράν θα οδηγήσει σε εξάπλωση των πυρηνικών στη Μέση Ανατολή επανέλαβε ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ Εhud Barak σε συνέντευξη στη βρετανική Daily Telegraph, θέση που έχει υποστηρίξει επίσημα στο παρελθόν και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu. Όπως σημειώνει ο Εhud Βarak, η κατασκευή πυρηνικών όπλων από το Ιράν θα οδηγήσει σε κούρσα εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή με αποτέλεσμα την πυρηνικοποίηση της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και της Αιγύπτου.  Η πυρηνική επιλογή (nuclear option) της Άγκυρας δεν εδράζεται σε κάποιες υπερεκτιμημένες αναφορές υπηρεσιών πληροφοριών ή σε απαισιόδοξες προβλέψεις διεθνών αναλυτών, αλλά στο κλασσικό δίλημμα ασφαλείας που θα αντιμετωπίσει η γειτονική χώρα την επομένη μιας ιρανικής πυρηνικής δοκιμής. Τα κυριότερα κίνητρα που οδηγούν ένα κράτος στην απόφαση απόκτησης πυρηνικού οπλοστασίου είναι:
1. Ο πυρηνικός κίνδυνος από αντίπαλο κράτος. Σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική, αν μία μη πυρηνική χώρα αντιμετωπίζει κάποια σοβαρή απειλή ή διακυβεύονται ζωτικά της συμφέροντα (όπως η εδαφική ακεραιότητα), η απόκτηση πυρηνικών όπλων αποτελεί μία από τις βασικές επιλογές για την ενίσχυση της αμυντικής της ικανότητας.
2. Ο εκκολαπτόμενος πυρηνικός κίνδυνος. Η Τουρκία αισθάνεται απειλή για την ασφάλειά της από το πυρηνικό πρόγραμμα που φαίνεται πως αναπτύσσει η Τεχεράνη, ακόμα και αν η ίδια δεν θεωρεί προς το παρόν ότι αποτελεί στόχο.
3. Η συντριπτική συμβατική υπεροχή αντίπαλης χώρας. Η Τουρκία με την εφαρμογή μεγαλεπήβολων εξοπλιστικών προγραμμάτων έχει σαφέστατη συμβατική στρατιωτική υπεροχή έναντι όλων των πιθανών αντιπάλων της.
4. Η φιλοδοξία για ανάδειξη σε υπερδύναμη περιφερειακής ή παγκόσμιας εμβέλειας. Η φιλοδοξία της Τουρκίας για μεγιστοποίηση της ισχύος της και ανάδειξή της σε περιφερειακή υπερδύναμη αποτελεί πάγιο εθνικό στόχο των εκάστοτε τουρκικών ηγεσιών.
Είναι σαφές ότι η Τουρκία εκπληρώνει ήδη δύο από τα τέσσερα κριτήρια για την απόκτηση πυρηνικών όπλων, ενέργεια που βρίσκει σύμφωνη την τουρκική κοινή γνώμη σύμφωνα με δημοσκόπηση του περασμένου Μαρτίου για λογαριασμό του Κέντρου Οικονομικών Μελετών και Διεθνούς Πολιτικής (Edam) σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.500 ατόμων. Ειδικότερα, στο ερώτημα αν η Τουρκία πρέπει να προχωρήσει στην ανάπτυξη πυρηνικών όπλων ή να υπολογίζει στην προστασία του ΝΑΤΟ, σε περίπτωση που το Ιράν αποκτήσει αυτήν την τεχνολογία, το 54% των ερωτηθέντων απάντησε ότι η Τουρκία πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Μόνον το 8,2% των ερωτηθέντων θεωρεί επαρκή την πυρηνική αποτροπή του ΝΑΤΟ και τάσσεται κατά της απόκτησης πυρηνικών όπλων ενώ το 34,8% των ερωτηθέντων αντιτίθεται κατηγορηματικά στην απόκτηση από τη χώρα τους πυρηνικής τεχνολογίας για στρατιωτικούς σκοπούς.
Σημειώνεται ότι ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Tayyip Erdoğan ζήτησε πρόσφατα την επίσπευση της κατασκευής των Πυρηνικών Σταθμών για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ενώ ανακοίνωσε επίσημα ότι έχει εξουσιοδοτήσει το Τουρκικό Συμβούλιο Επιστημονικών και Τεχνολογικών Ερευνών (ΤÜBITAK) να προχωρήσει στην επέκταση του βεληνεκούς των εγχώριων βαλλιστικών βλημάτων. Με δηλώσεις του στις 13 Ιανουαρίου 2012, ο επικεφαλής του ΤÜBITAK, Yücel Altınbaşak γνωστοποίησε ότι έχει εκτελεσθεί ήδη δοκιμαστική βολή πυραυλικού συστήματος βεληνεκούς 500 km, το οποίο επέδειξε πιθανό κυκλικό σφάλμα (CEP) 5m.
Source : http://strategyreports.wordpress.com

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Στρατηγική αναδιάταξη για τη στρατιωτική θητεία και την Εφεδρεία


Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε προσέγγιση σε μία πλευρά του οικονομικού ζητήματος της λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων, προτείνοντας μία σημαντική περικοπή δαπανών αλλά ταυτοχρόνως και εξάλειψη του χρονίου προβλήματος υποεπανδρώσεως των μονάδων, που έχει άμεσο αντίκτυπο στην αδυναμία εκτελέσεως της αποστολής τους.


Το 2005 ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εφέδρων Ενόπλων Δυνάμεων είχε καταρτίσει μία μελέτη για την Μεγάλη Στρατηγική Αναδιάταξη, εξετάζοντας τον επιχειρησιακό ρόλο των εφέδρων σε περίοδο ειρήνης και πολέμου (συντακτική ομάδα ο Δημ. Δήμου Αντιστράτηγος ε.α, ο έφεδρος Ταγματάρχης και Πρόεδρος του Συνδέσμου Αλ. Κόντος και ο εφέδρος Ανθυπολοχαγός Εμ. Μαστοράκος). Ένα από τα κύρια θέματα της μελέτης ήταν το κατά πόσον είναι λειτουργικός ο θεσμός των ΕΠΟΠ στην σχέση κόστους/αποτελέσματος.

Είναι γεγονός, ότι ο θεσμός αυτός όπως και των ΕΜΘ, των ΕΦΥΕΣ, των ΟΒΑ κλπ., δεν ήταν παρά απεγνωσμένες, βεβιασμένες και εν τέλει αναποτελεσματικές απόπειρες να διατηρηθεί το αξιόμαχον του στρατεύματος, ύστερα από τις ακατανόητες μειώσεις της στρατιωτικής θητείας. Επίσης, και εδώ προφανώς υπάρχει και η μερική ευθύνη των στελεχών, έγινε προσπάθεια αντιγραφής του αμερικανικού υποδείγματος, που έχει καθιερώσει εδώ και δεκαετίες τον πλήρως επαγγελματικό στρατό. Η σχετική ευθύνη εντοπίζεται στο γεγονός ότι έγινε κατάχρηση της ανάγκης όντως υπάρξεως επαγγελματιών για χειρισμό διαφόρων περιπλόκων οπλικών συστημάτων, με πρόσληψη ΕΠΟΠ για καθήκοντα ακόμα και τυφεκιοφόρων, πολυβολητών, ολμιστών, οδηγών κ.ο.κ., ενθαρρύνοντας έτσι την εκάστοτε πολιτική ηγεσία στο να αντιμετωπίζει το πρόβλημα της επανδρώσεως των μονάδων με νέες προσλήψεις και πρόβλεψη οροφής 40.000 ΕΠΟΠ. Βεβαίως, ούτε η λειτουργία του τυφεκίου, του πολυβόλου ή του όλμου έχουν διαφοροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό από τα χρησιμοποιούμενα όπλα τουλάχιστον του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για να μιλά κανείς για κάποιο τεχνολογικό χάσμα που απαιτεί επαγγελματία οπλίτη. Τότε, ο απλός στρατεύσιμος είτε ήταν ορεσίβιος, είτε αγρότης στα πεδινά, είτε υπάλληλος στην πόλη, ανταποκρίθηκε πλήρως στα καθήκοντά του για να περιορισθούμε μόνο στον Ελληνικό Στρατό. Το ίδιο επιβάλλεται να γίνει και σήμερα εάν υπάρξουν δύο βασικοί παράγοντες: επαρκής χρόνος εκπαιδεύσεως και επαρκές προσωπικό.

Η απαράδεκτη μικροκομματική αντίληψη ώθησε χρόνια τώρα σε αλλεπάλληλες μειώσεις της θητείας, θεωρώντας αυτό το μέτρο ως δήθεν κοινωνική παροχή και ευελπιστώντας στην προσπόριση ψήφων
. Όποιος, ωστόσο, έχει στοιχειωδώς εκπληρώσει την στρατιωτική θητεία του, γνωρίζει άριστα ότι κανένας στρατιώτης δεν άλλαξε την πρόθεση ψήφου του από μία προγραμματιζομένη μείωση της θητείας. Η πρόθεση ψήφου βασίζεται σε οικογενειακή παράδοση για τους περισσοτέρους ή σε ατομική πολιτική -φιλοσοφική θέση για κάποιους άλλους κι’ όχι στην περικοπή κάποιων μηνών της θητείας.

Η παρουσίαση της μειώσεως της θητείας ως κοινωνικού μέτρου έχει τελικά εμπεδώσει στην κοινή γνώμη αλλά και ειδικότερα στους νέους, ότι η εκτέλεση της θητείας αποτελεί μία επαχθή κατάσταση, την οποία η ίδια η Πολιτεία προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει. Έτσι, ο καθένας αποβλέπει στην εξασφάλιση μίας αναβολής εν αναμονή μίας εισέτι μικροτέρας θητείας στο μέλλον.

Το παράδοξο σε αυτήν την κατάσταση είναι, ότι πέρα από την προσωρινή «ανακούφιση» για την μείωση της θητείας, αυτή η ίδια κοινή γνώμη αισθάνεται ανησυχία από την διαπιστουμένη υποσυνείδητα ουσιαστική έλλειψη ισχύος των Ενόπλων Δυνάμεων, την οποία μεταφέρουν στα σπίτια τους οι ίδιοι «ευεργετούμενοι» στρατεύσιμοι καθώς αντιλαμβάνονται την πενιχρή εκπαίδευσή τους και βλέπουν τα στρατόπεδά τους άδεια από προσωπικό.

Αυτό είναι ένα ακόμη τυπικό δείγμα της νεοελληνικής παρανοίας που μαστίζει την κοινωνία μας αφού καλοδέχεται ένα μέτρο και την ίδια στιγμή διαπιστώνει έντρομη τις συνέπειές του. Την ευθύνη όμως φέρει ακεραία η εκάστοτε πολιτική ηγεσία της χώρας, η οποία εν γνώσει της αποδυναμώνει το στράτευμα αλλά σε περιπτώσεις κρίσεων όπως π.χ. στα Ίμια, βλέποντας την αδυναμία αντιδράσεως για την οποία η ίδια και η προηγουμένη κυβέρνηση ευθύνονται, προφασίζεται την ανετοιμότητα του στρατεύματος, λες κι’ αυτό ενεργεί αυτοβούλως κι’ όχι αυστηρά βάσει των κυβερνητικών οδηγιών.

Τελικά, αυτοί που αναλαμβάνουν την κρίσιμη θέση του υπουργού Εθνικής Αμύνης έχουν καμμία σχέση με το αντικείμενο ή απλώς θεωρούν ότι αυτή αποτελεί κυβερνητικό αξίωμα χωρίς πολιτική φθορά, προσποριζόμενοι παράλληλα για την προσωπική τους ματαιοδοξία όλες εκείνες τις τιμές που προβλέπει το στρατιωτικό πρωτόκολλο; Τουλάχιστον, γιατί δεν προσπαθούν να αντιληφθούν όχι τεχνολογικές λεπτομέρειες αλλά τις βασικές αρχές και απαιτήσεις του χώρου αυτού, που είναι θεμελιώδες εργαλείο ασκήσεως της εξωτερικής πολιτικής;


Η μη στράτευση στα 18, όπως ακριβώς συμβαίνει στο άλλο Ελληνικό κράτος, στην Κύπρο, δημιουργεί αυτό το ρεύμα των αναβολών ούτως ώστε να μην εισέρχεται στο στράτευμα παρά ένα μονάχα κλάσμα της ετησίας κλάσεως. Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία προ δεκαετίας για την κλάση του 1999, όπως δημοσιεύθηκαν στην Λευκή Βίβλο του ΥΠΕΘΑ το έτος 2000:

Από 77.459 κληθέντες προς κατάταξη κατετάγησαν μονάχα 26.981 (!) ήτοι το 34,84%.

Οι διαρροές ήσαν οι εξής:

Αναβολές λόγω σπουδών: 20.146, ποσοστό 26%.

Αναβολές λόγω υγείας και υπηρετούντος αδελφού: 3.017, ποσοστό 3,9%.

Μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού: 2.915, ποσοστό 3,76%.

Συμμετοχή σε Πανελλήνιες Εξετάσεις: 6.320, ποσοστό 8,16%.

Μέσες Τεχν. Σχολές -ΙΕΚ κ.λπ.: 12.421, ποσοστό 16,03%.

Ακατάλληλοι Ι5: 1.182, ποσοστό 1,53%.

Αναζητούμενοι-Ανυπότακτοι: 2.107, ποσοστό 2,72%.

Άλλες κατηγορίες: 2.370, ποσοστό 3,06%.

Από την παραπάνω στατιστική διαπιστώνουμε ότι οι πραγματικά δικαιολογούμενες διαρροές ανέρχονται, στρογγυλοποιημένα, σε 10% περίπου από αναβολές λόγω υγείας (3,9%), ακαταλληλότητος (1,53%) και άλλων κατηγοριών (3,06%). Όσον αφορά στους μονίμους κατοίκους εξωτερικού, ας γνωρίζουν ότι η απόκτηση ελληνικής υπηκοότητος δεν δίνει μόνον δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις. Τούτο γιατί σαφώς δίδεται η δυνατότητα εγγραφής άνευ εξετάσεων σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ, καθώς και η απόκτηση ενός διαβατηρίου της ΕΕ γι’ αυτούς τουλάχιστον που κατοικούν στις ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία και αλλαχού, συν τα όποια άλλα ευεργετήματα αλλά δεν πρέπει να λησμονείται η υποχρέωση της στρατεύσεως για την υπεράσπιση της χώρας. Συνεπώς, σε μία ευνομούμενη Δημοκρατία, η απόκτηση της ιθαγενείας και των όποιων ευεργετημάτων της θα υπέχει και την υποχρέωση στρατεύσεως την προβλεπομένη χρονική περίοδο, διαφορετικά θα πρέπει να οδηγεί στην απώλεια της ιθαγενείας.


Οι υπόλοιπες κατηγορίες (αναβολές λόγω σπουδών, ανυπότακτοι κ.λπ.) εξαλείφονται στην περίπτωση που θεσμοθετηθεί στράτευση στα 18.

Στράτευση στα 18

Εδώ και πάλι είναι ακεραία η ευθύνη των πολιτικών κομμάτων, των οποίων οι νεολαίες, ανύπαρκτες επί της ουσίας αλλά καλολαδωμένες για διεκδίκηση κλαδικών πια δικαιωμάτων, αρθρώνουν μία μονολιθική άρνηση στο μέτρο στρατεύσεως στα 18. Αγνοούν χάριν πολιτικών δοξασιών, που υποκρύπτουν μόνο την διάθεση για 4ετή τεμπελιά και καλοπέραση, όπως έχουν ταυτιστεί οι σπουδές στο μυαλό των υποψηφίων φοιτητών, τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η χώρα για την ακεραιότητά της. Μέσα στην παραζάλη του φοιτητικού ξεσαλώματος, ει δυνατόν μακριά από το σπίτι (!), αδυνατούν να αντιληφθούν πρώτα απ’ όλα για τους ίδιους τους εαυτούς τους, ότι ο νέος εκπληρώνοντας πρώτα την θητεία του κι’ ολοκληρώνοντας κατόπιν τις σπουδές του, στα 22-23 χρόνια του, είναι έτοιμος να αποκατασταθεί επαγγελματικά και όχι όπως σήμερα μετά τις σπουδές, στην ίδια ηλικία βαριεστημένος και νωχελικός, να έχει επιπλέον το βάρος της θητείας αναβάλλοντας για το μέλλον την επαγγελματική του τακτοποίηση.

Ο γράφων, κατά την διάρκεια των σπουδών του, είχε φίλους φοιτητές Ελληνοκυπρίους, οι οποίοι είχαν τελειώσει 24μηνη στρατιωτική θητεία αφού προηγουμένως είχαν κατοχυρώσει, με εξετάσεις όπως και στην Ελλάδα, τις θέσεις τους στα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Όταν δε ο γράφων και όλοι οι υπόλοιποι Ελλαδίτες, ως πτυχιούχοι πλέον πήραμε την οδό για τα Κέντρα Εκπαιδεύσεως για μία θητεία επίσης 24 ή 28 μηνών για τους Δοκίμους, αυτοί επέστρεφαν στην Μεγαλόνησο, βρίσκοντας σύντομα απασχόληση ενώ εξίσου σύντομα κάποιοι από αυτούς παντρεύθηκαν, τακτοποιώντας συνολικά την ζωή τους. Τότε, πολλοί κατάλαβαν την αξία του ευεργετικού αυτού μέτρου που ισχύει στην Κύπρο.

Όταν είναι κάποιος σε ηλικία 18 ετών είναι ακόμη γεμάτος ενέργεια και ζωτικότητα από την περίοδο της εφηβείας. Διψάει, ακόμη για ιδεαλισμό, για να δώσει περιεχόμενο και προοπτική στην ζωή του, επομένως με μία σωστή διάπλαση από τα στελέχη, θα αποδώσει με ανάλογη διάθεση κι’ ενδιαφέρον
. Στα 23 ή 24 χρόνια του, όταν έχει μεσολαβήσει σειρά ετών σωματικής μαλθακότητος και λοιπών παρακμιακών συνηθειών, με τον ιδεαλισμό του σκοτωμένο από τις κομματικές μυλόπετρες του εθνομηδενισμού και της απαξίας που κυριαρχούν στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας, του είναι πολύ δύσκολο να μεταπέσει σε ένα κλίμα εγρηγόρσεως κι’ εντατικών ρυθμών. Αυτός είναι και ο βασικότερος λόγος που όλοι βλέπουν την θητεία σαν αγγαρεία. Αυτός επίσης είναι και ο βασικός λόγος που οι γνωστοί κύκλοι θέλουν την στράτευση μετά τις σπουδές, προκειμένου να απαξιώνεται στα μάτια των νέων εσαεί η θητεία, μέχρι την επιθυμητή οριστική κατάργησή της.

Βεβαίως, σε μία υγιή Πολιτεία σημασία δεν έχει τι λένε οι πολιτικές νεολαίες. Αν δεν κάνουμε λάθος, ο λαός ψηφίζει πολιτικούς ηγέτες με μία άλφα ηλικία κι’ όχι μειράκια που έχουν μάθει απέξω κι’ επαναλαμβάνουν σαν κασσέτα πολιτικά τσιτάτα. Από την αρχαία εποχή έως σήμερα, τις τύχες ενός έθνους καθορίζουν οι μεγαλύτεροι ηλικιακά, που διαθέτουν την πείρα της ζωής αλλά και την γνώση για να χαράξουν τις συντεταγμένες. Στην Δημοκρατία μας όμως, τα παιδάκια, που οργανώνουν όλον τον χρόνο πάρτι σε κλαμπ κι’ εξορμήσεις στην Μύκονο, πετάγονται σαν υστερικά κάθε φορά που έρχεται εκ των πραγμάτων δειλά το θέμα της στρατεύσεως στα 18. Εκεί η εκάστοτε πολιτική ηγεσία αμέσως οπισθοχωρεί για να μην διαταραχθεί δήθεν η ηρεμία στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, σε αυτούς τους ναούς του ελληνικού πνεύματος. Εδώ υπάρχει τάχα η ευαισθησία και η ανησυχία; Σε ποιά χώρα του κόσμου αν όχι εδώ, διαφυλάσσεται ως κόρην οφθαλμού η παγκόσμια πρωτοτυπία του πανεπιστημιακού ασύλου με την οποία καλύπτονται οι συμμορίες των καταστροφέων που ρημάζουν τις Σχολές συστηματικά χρόνια τώρα; Σε ποιά χώρα του κόσμου καθιερώθηκε η επιλογή καθηγητών και πρυτάνεων και από τους φοιτητές, διαβρώνοντας έτσι κάθε έννοια αξιοκρατίας και μετατρέποντας τον πανεπιστημιακό χώρο σε χώρο υπόγειων ανταποδοτικών συναλλαγών μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων; Για να μην επεκταθούμε άλλο, όλα λειτουργούν θαυμάσια στα τριτοκοσμικά εκπαιδευτικά μας ιδρύματα και η στράτευση στα 18 θα προκαλούσε αναστάτωση;

Το άλλο θέμα που μπορεί να προκύψει, είναι μήπως μία στράτευση στα 18 στερήσει την δυνατότητα σπουδών από έναν νέο
. Κατ’ αρχήν, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω και όπως ισχύει στην Κύπρο, κάποιος μπορεί να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις και αφού εξασφαλίσει την θέση του σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ, να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και να αρχίσει τις σπουδές του κατόπιν. Το εάν θα μπορέσει να εισαχθεί κάπου με την πρώτη φορά ή θα χρειασθεί να δώσει και τον επόμενο χρόνο δεν ευσταθεί ως επιχείρημα διότι με 11.000 μόρια που απαιτούνται από κάποιες Σχολές ακόμη και οι εντελώς μέτριοι μαθητές, αυτοί που κάποτε ούτε που θα διενοούντο την είσοδό τους σε κάποιο εκπαιδευτικό Ίδρυμα, έχουν πολλές πιθανότητες να τα καταφέρουν. Σήμερα πια, με την ελαστικότητα που υπάρχει, μονάχα κάποιος που δεν θέλει δεν μπαίνει σε μια Σχολή.

Τέλος, το πολυσυζητημένο θέμα της υπογεννητικότητος είναι προφάσεις εν αμαρτίαις γιατί είναι απαράδεκτο για έναν λαό σχεδόν 11.000.000 να μην μπορεί να διατηρεί ένα επαρκές σε μέγεθος κι’ αξιόμαχο στράτευμα. Το Ισραήλ π.χ. με το 1/3 του πληθυσμού της Ελλάδος συντηρεί μία πανίσχυρη πολεμική μηχανή. Ξέχωρα βεβαίως από τις ιδιαιτερότητες αυτού του κράτους καθώς και τις οικονομικές δυνάμεις που το στηρίζουν, η θητεία είναι 36 μήνες για τους άνδρες και 12 μήνες για τις γυναίκες και φυσικά δεν τίθεται προς συζήτηση με τις πολιτικές νεολαίες ούτε κι’ αμφισβητείται η αναγκαιότητά της, διότι υπάρχει η εθνική ανάγκη της επιβιώσεως λόγω υπαρκτών κινδύνων. Ανάλογοι κίνδυνοι υπάρχουν και για την Ελλάδα μόνο που η πολιτική τύφλωση και ο μικροκομματισμός ροκανίζουν τα θεμέλια της χώρας.

Κατάσταση με το ισχύον σύστημα

Ας δούμε λοιπόν με τα διατιθέμενα, κατά προσέγγιση, στοιχεία και με την αριθμητική διάστασή του την θεώρηση και αντιμετώπιση του προβλήματος. Η ισχύουσα σήμερα οροφή του στρατεύματος στον Στρατό Ξηράς έχει ορισθεί στις 93.500 άνδρες. Αυτήν την στιγμή σύμφωνα με τα δημοσιοποιούμενα στοιχεία και την αναλυτική κατάσταση για τα μόνιμα στελέχη, τουλάχιστον από την Λευκή Βίβλο του 2000, υποτίθεται ότι διατίθενται:

Αξιωματικοί 11.000.

Ανθυπ.-Υπαξ. 6.700.


ΕΠΟΠ 17.500.

ΕΜΘ 5.000 (εκτίμηση)

Σπουδαστές Στρατιωτικών Σχολών 3.200

Στρατεύσιμοι 40.000

Σύνολον 83.400

Αμέσως λοιπόν, διαπιστώνεται μία έλλειψη 10.000 ανδρών εάν υπολογίσουμε μία θητεία 12 μηνών. Η περικοπή της θητείας στους 9 μήνες διογκώνει ακόμη περισσότερο αυτήν την έλλειψη, η οποία μεγενθύνεται επιπλέον εάν υπολογισθεί η δικαιολογημένη απαίτηση των επιτελών για αύξηση του Στρατού Ξηράς σε 103.500 άνδρες. Ωστόσο, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσον και αυτά τα στοιχεία είναι ακριβή. Ο αριθμός εν προκειμένω των στρατευσίμων μάλλον είναι παραφουσκωμένος, όταν είναι διαπιστωμένο ότι μόνο το 35% από κάθε κλάση κατατάσσεται. Επομένως, το 2010 από 57.000 προς κατάταξη μονάχα περί οι 20.000 λογικά θα καταταγούν. Αν υποθέσουμε ότι κατατάσσονται και οι εξ αναβολής που έχουν περατώσει τις σπουδές τους, και πάλι ο αριθμός των 40.000 είναι αισιόδοξος γιατί η προσέλευση των στρατευσίμων αυτής της κατηγορίας είναι ακανόνιστη, ανάλογα με τον χρόνο αποφοιτήσεως αλλά και γιατί αρκετοί ή συνεχίζουν με μεταπτυχιακά στο εξωτερικό ή με διάφορα τεχνάσματα μεταπίπτουν στην κατηγορία των ανυποτάκτων, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας. Επομένως τα στοιχεία που δίδονται στην δημοσιότητα από το ΥΠΕΘΑ ελέγχονται ως αναληθή και η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη από πλευράς προσωπικού.

Η λύση και το κόστος των ΕΠΟΠ

Έχουμε λοιπόν δύο αντίρροπες τάσεις, την μία με την περαιτέρω μείωση της θητείας άρα και των στρατευσίμων και την άλλη με την απαίτηση για αύξηση της δυνάμεως. Πώς θα γεφυρωθεί το χάσμα; Η εύκολη απάντηση είναι, βεβαίως, πρόσληψη και άλλων ΕΠΟΠ. Αυτό ωστόσο μέχρι χθες, διότι οι νέες κυβερνητικές εξαγγελίες επιβάλλουν πάγωμα των προσλήψεων στον Δημόσιο τομέα, επομένως και στις Ένοπλες Δυνάμεις. Οπότε το πρόβλημα εξακολουθεί να παραμένει. Πριν προταθεί η αντιμετώπισή του ας δούμε και το κόστος αυτών των ΕΠΟΠ.

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, στον Στρατό Ξηράς υπηρετούν 17.500 με πρόβλεψη προσλήψεως αυτό το διάστημα άλλων 2.000, στο Πολεμικό Ναυτικό 2.400 και στην Πολεμική Αεροπορία 2.900, ήτοι συνολικά 24.800 άνδρες και γυναίκες
. Στους ΕΠΟΠ θα προσθέσουμε και τους ΕΜΘ, οι οποίοι μονίμως παραβλέπονται στις σχετικές αναλύσεις αν και υφίστανται ως δύναμη. Στην σχετική ανάλυση της Λευκής Βίβλου, το 1999 αριθμούσαν 4.981 στον Στρατό Ξηράς, 1.790 στο Πολεμικό Ναυτικό και 1.213 στην Πολεμική Αεροπορία, συνολικά δηλαδή 7.984 άνδρες. Σήμερα 10 χρόνια μετά, επειδή δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία, ας υποθέσουμε ότι εξακολουθούν να παραμένουν και στους τρεις Κλάδους περί τους 5.000, προφανώς ύστερα από φυσιολογικές απομακρύνσεις. Επομένως, το σύνολο των επαγγελματιών στρατιωτικών, που δεν προέρχεται από τις Παραγωγικές Σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων, ανέρχεται σε περίπου 30.000 άνδρες και γυναίκες.

Τί κοστίζει σε γενικές γραμμές το προσωπικό αυτό; Ο μηνιαίος μισθός ενός πρωτοπροσλαμβανομένου ανέρχεται στα 1.000 €, που με τα επιδόματα υπολογίζεται περίπου στα 1.300 €. Αυτό σημαίνει 30.000 επαγγελματίες x 1.300 € μηνιαίως x 14 μισθούς ετησίως = 546.000.000 € ετησίως, τουλάχιστον, διότι δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο υπολογισμός έχει βασισθεί στον αρχικό μισθό ενώ η πληθώρα των ΕΠΟΠ και ΕΜΘ έχει προσληφθεί αρκετά χρόνια πριν οπότε και οι αποδοχές των περισσοτέρων είναι αυξημένες. Για τον Στρατό Ξηράς ειδικότερα, υπολογίζοντας 24.000 ΕΠΟΠ και ΕΜΘ, η δαπάνη χονδρικά ανέρχεται σε 24.000 x 1.300 x 14= 436.000.000€ ετησίως.

Το κόστος των στρατεύσιμων 18 μήνων

Η υπολογιζομένη κλάση του έτους 2010 αποδίδει περί τους 57.000 στρατευσίμους. Από αυτούς εάν αφαιρεθεί το ποσοστό 10% περίπου (5.700 άνδρες) που αφορά στις παραπάνω δικαιολογημένες διαρροές, απομένουν 51.300 στρατεύσιμοι με 12μηνη θητεία. Είναι εμφανές όμως ότι ούτε αυτός ο αριθμός επαρκεί. Χρειάζεται λοιπόν αύξηση της θητείας στους 18 μήνες, που γενικά κρίνεται ως επαρκές διάστημα για την εκπαίδευση του στρατευσίμου αλλά και δεν οδηγεί ακόμη στην ανία και αδιαφορία. Το εύρος αυτής της θητείας με τους ίδιους υπολογισμούς θα αποδώσει συνολικά περίπου 77.000 στρατευσίμους (51.300 για 12μηνο+25.60­0 επιπλέον 6μήνου) και για τους τρεις Κλάδους. Όλοι αυτοί, αμειβόμενοι με 8,5 € μηνιαίως, κοστίζουν συνολικά 77.000 x 8,5 € x 12 μήνες = 7.854.000 € ανά έτος
. Ειδικότερα για τον Στρατό Ξηράς θα υπολογίσουμε 63.000 στρατευσίμους, αφού από τον αριθμό των αρχικών 77.000 θα αφαιρεθούν περί τις 14.000 συνολικά για να αποδοθούν στο Πολεμικό Ναυτικό και Πολεμική Αεροπορία, σύμφωνα με τις ανάγκες των δύο αυτών Κλάδων, όπως φαίνονται στην αναλυτική κατάσταση του 1999. Δεν θα ασχοληθούμε περαιτέρω με τους δύο αυτούς Κλάδους αλλά είναι εντελώς ατυχής η απόφαση για κατάργηση της θητείας σε αυτόύς και φυσικά εντελώς αντιοικονομική η αναπλήρωσή τους με ΕΠΟΠ.

Αυτοί οι 63.000 στρατεύσιμοι του Στρατού Ξηράς κοστίζουν συνολικά ετησίως περί τα 6.426.000 €, αποκλειστικά όσον αφορά στην οπωσδήποτε χαμηλότατη αμοιβή τους. Για τα έξοδα διατροφής, αν και υπάρχει ένα ενδεικτικό κόστος 3,5 € ανά στρατεύσιμο σε ημερησία βάση, δεν μπορεί να γίνει ακριβής υπολογισμός. Ένας λόγος είναι ότι δεν παραμένουν όλοι οι άνδρες κάθε ημέρα στην μονάδα αλλά κατά μεγάλο μέρος εξέρχονται ως εξοδούχοι, οπότε μειώνεται σημαντικά και το κόστος διατροφής. Ένας δεύτερος λόγος είναι ότι και οι ΕΠΟΠ διατρέφονται εν μέρει στην μονάδα τους, κατά συνέπεια το κόστος για την περίπτωσή τους επίσης ανεβαίνει απροσδιόριστα. Το ίδιο ισχύει και για την ένδυση αφού και οι δύο κατηγορίες, στρατεύσιμοι και ΕΠΟΠ, λαμβάνουν τον ιματισμό και εξάρτυσή τους από την Υπηρεσία, άρα δεν υπάρχει διαφοροποίηση. Ο κυριότερος όμως λόγος είναι ότι το ελληνικό κράτος πριν την καθιέρωση του θεσμού των ΕΠΟΠ καθώς και των λοιπών παρεμφερών κατηγοριών (ΕΜΘ, ΟΒΑ, ΕΦΥΕΣ), συντηρούσε ένα μεγαλύτερο σε αριθμό στράτευμα, αποτελούμενο από απλούς στρατευσίμους, με τις όποιες δαπάνες σε διατροφή και ιματισμό, χωρίς το κόστος να έχει εκτιναχθεί στο σημερινό ύψος λόγω των ανελαστικών δαπανών σε μισθοδοσία, που έχει επιφέρει η εισαγωγή στο στράτευμα των ΕΠΟΠ.

Κάλυψη της οροφής

Θα εξετάσουμε τώρα εάν, με την στράτευση στα 18 και με 18μηνη θητεία, είναι δυνατή η κάλυψη της οροφής του Στρατού Ξηράς των 93.500 ανδρών, υπολογίζοντας και την απαίτηση Του ΓΕΣ για 103.500 άνδρες. Έχοντας πάντα υπόψη την αναλυτική κατάσταση του 1999 και με δεδομένο ότι ο αριθμός των μονίμων στελεχών παραμένει πάντα ο ίδιος, έχουμε:


Αξιωματικοί 11.000

Ανθυπ.-Υπαξ. 6.700

Σπουδ. Στρ. Σχ. 3.200

Στρατεύσιμοι 63.000

Σύνολον 83.900

Όπως διαπιστώνουμε, ο αριθμός αν και έχει οπωσδήποτε ανέβει σημαντικότατα, χωρίς τους ΕΠΟΠ, υπολείπεται και πάλι της επιδιωκομένης οροφής κατά περίπου 10.000 άνδρες. Το κενό αυτό μπορεί να καλυφθεί με την μονιμοποίηση του 1/3 περίπου των υπηρετούντων ΕΠΟΠ. Δεν ομιλούμε για γυναίκες ΕΠΟΠ διότι εκτός από κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις, η συγκεκριμένη κατηγορία πέρα από μία ερωτική αύρα που έφερε στα στρατόπεδα, δεν προσφέρει κάποια αξιόλογη ένοπλη υπηρεσία. Δεν είναι τυχαίο ότι για να εμποδισθεί η αθρώα είσοδος των γυναικών στο στράτευμα, καθιερώθηκαν και αυξημένες απαιτήσεις στα αθλητικά αγωνίσματα. Αυτήν την στιγμή στον Στρατό Ξηράς ο αριθμός των γυναικών ΕΠΟΠ ανέρχεται στο 1/3 του συνόλου, δηλαδή περίπου στις 6.000!

Με πρόταση των διοικητών των μονάδων, θα επιλεγούν εκείνοι οι ΕΠΟΠ που έχουν αποδείξει με την έως τώρα απόδοσή τους, την διάθεση προσφοράς στο στράτευμα καθώς και τις διοικητικές τους ικανότητες. Οι άνδρες αυτοί, ήδη φέρουν βαθμούς υπαξιωματικών, επομένως με την μονιμοποίησή τους θα ενταχθούν σε αυτήν την κατηγορία για την περαιτέρω εξέλιξή τους. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να οργανωθεί γι’ αυτούς ένα πολύ συνεπτυγμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα στα πρότυπα της ΣΜΥ. Είναι δεδομένο ότι αυτοί οι άνδρες έχουν την εμπειρία από την ζωή των μονάδων, έχουν την εμπειρία ασκήσεων, διοικήσεως κ.λπ., επομένως δεν χρειάζονται όλον εκείνο τον εκπαιδευτικό κύκλο που απαιτείται για έναν νέο υποψήφιο υπαξιωματικό, που κατατάσσεται στην ΣΜΥ αμέσως μετά τα μαθητικά θρανία. Όπως ακριβώς κατά την διάρκεια πολεμικής περιόδου, άνδρες από την πρώτη γραμμή που έχουν διακριθεί, έχουν την δυνατότητα ιεραρχικής ανόδου μέσα από συνεπτυγμένα εκπαιδευτικά προγράμματα Παραγωγικών Σχολών, το ίδιο ακριβώς θα προβλεφθεί και για τους υπό μονιμοποίηση ΕΠΟΠ. Ανάγκες για χειρισμό πολυπλόκων οπλικών συστημάτων υπάρχουν καθώς και για ορισμένες άλλες ειδικότητες και ασφαλώς δεν πρέπει να χαθεί ένας σεβαστός αριθμός εμπείρων και αξίων ανδρών. Όσον αφορά στο μέλλον, ο θεσμός αυτός πρέπει να διακοπεί γιατί όπως έχει πλέον αποδειχθεί είναι εξαιρετικά αντιοικονομικός για τα δεδομένα της Ελλάδος. Αυτό σημαίνει καμμία απολύτως περαιτέρω πρόσληψη, καμμία ανανέωση συμβάσεων μετά την οριστική επιλογή εκείνων των ανδρών προς μονιμοποίηση. Υποθέτουμε δε ότι μελλοντικά η ΣΜΥ προφανώς θα πρέπει να επαυξήσει τον αριθμό των εισακτέων της.


Η δαπάνη αυτών των 10.000 περίπου ΕΠΟΠ προσδιορίζεται στο 1/3 της σημερινής συνολικής δαπάνης για την κατηγορία αυτήν, ήτοι σε 182.000.000 €,οπότε προκύπτει εξοικονόμηση 364.000.000 € ετησίως από μισθούς. Με μέρος αυτού του εξοικονομουμένου ποσού θα ήταν δυνατή η μερική βελτίωση των αποδοχών των μονίμων στελεχών.

Με την προσθήκη και αυτού του αριθμού (83.900 + 10.000 = 93.900 περίπου) η υφισταμένη οροφή του Στρατού Ξηράς καλύπτεται. Απομένει βεβαίως η πολλάκις αναφερθείσα απαίτηση για επαύξηση της οροφής στους 103.500 άνδρες. Εδώ, χωρίς επιπλέον αύξηση της θητείας, μάλλον δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο χωρίς την χρησιμοποίηση της εφεδρείας.

Συστηματική επανεκπαίδευση της Εφεδρείας

Για να κατανοηθεί η αξία της τακτικής επανεκπαιδεύσεως της εφεδρείας θα εξετασθούν εν τάχει τα παραδείγματα δύο ξένων στρατών, που αποτελούν, με τις ιδιαιτερότητές τους διεθνή πρότυπα.

Ο πρώτος εξ αυτών είναι ο Ισραηλινός, ο οποίος ως γνωστόν εδώ και περίπου 50 χρόνια έχει παραμείνει αήττητος, συντρίβοντας στο πεδίο της μάχης τους Άραβες αντιπάλους του. Ο στρατός αυτός εξακολουθεί να αποτελείται από κληρωτούς, χωρίς ποτέ να αντιμετωπισθεί η προοπτική επαγγελματοποιήσεως του, ακριβώς διότι όπως είναι οργανωμένος και εκπαιδευμένος είναι άκρως αποτελεσματικός. Τελευταίο παράδειγμα η πρόσφατη εισβολή στον Λίβανο κατά της Χεζμπολά, που πραγματοποιήθηκε από ανακληθέντες εφέδρους και μάλιστα σε κυλιόμενη βάση. Ο Ελληνικός Στρατός ούτε θα διενοείτο κάτι ανάλογο. Εδώ ακόμη και σε ειρηνευτικές αποστολές στο εξωτερικό, οι μικρές μονάδες που συμμετέχουν αποτελούνται από μόνιμα στελέχη ή ΕΠΟΠ ακριβώς από την επίγνωση της αδυναμίας των στρατευσίμων να ανταποκριθούν σε βασικά καθήκοντα. Κάποτε όμως, όπως το 1919, ένα ολόκληρο Σώμα Στρατού αποτελούμενο από εφέδρους κι’ όχι κάποιο μικροσκοπικό τάγμα επαγγελματιών, εξεστράτευσε στην Ουκρανία και είχε θαυμάσια πολεμική απόδοση
. Κάποτε Παραδείγματα σαν τα παραπάνω δείχνουν ότι εάν ο κληρωτός εκπαιδευθεί σωστά και καθοδηγηθεί ηθικά, θα αποδώσει στο πεδίο της μάχης, κοστίζοντας ασυγκρίτως λιγότερα από έναν βαριεστημένο και με δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία επαγγελματία. Ο Ισραηλινός στρατός λοιπόν, έχοντας λόγω του μικρού πληθυσμού της χώρας, 36 μηνών θητεία, καλεί τους εφέδρους του 2 εβδομάδες ετησίως για επανεκπαίδευση.

Ο άλλος στρατός που αποτελεί πόλο ενδιαφέροντος είναι ο Ελβετικός. Παρά το γεγονός ότι η Ελβετία είναι παραδοσιακά ουδέτερη χώρα και η ουδετερότητά της αυτή έχει γίνει σεβαστή από όλους τους εμπολέμους κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων Παγκοσμίων Πολέμων, για να μείνουμε στα πρόσφατα γεγονότα τουλάχιστον, εν τούτοις διατηρεί ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, έτοιμες να προασπίσουν αποτελεσματικά την ακεραιότητα της χώρας. Η ιδιομορφία των Ελβετών εφέδρων είναι ότι διατηρούν στην οικία τους τον οπλισμό τους εκτός του στρατιωτικού ιματισμού και λοιπών υλικών. Ο Ελβετός πολίτης - οπλίτης, μετά την στρατιωτική μεταρρύθμιση του 1995, καλείται μέχρις την ηλικία των 42 ετών, κάθε δύο χρόνια, για επανεκπαίδευση και για χρονικό διάστημα 20 ημερών κάθε φορά.

Το γεγονός αυτό και μόνο αποδεικνύει την αναγκαία συχνότητα επανεκπαιδεύσεως στην χώρα μας, που σαφώς δεν αποτελεί Ελβετία σε μία εύφλεκτη και ασταθή Χερσόνησο του Αίμου και με τον τουρκικό κίνδυνο διαρκώς να επικρέμαται. Κρίνοντας από τα δύο αυτά παραδείγματα, διαπιστώνουμε ότι είναι άκρως απαραίτητη η συνεχής επανεκπαίδευση του προσωπικού εάν όχι σε ετησία βάση τουλάχιστον σε χρονικό διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη. Η ελληνική πραγματικότητα φυσικά είναι θλιβερή και μόνο απογοήτευση για το ποιόν του στρατεύματος σε περίοδο κρίσεως μπορεί να προκαλέσει αφού η κλήση των εφέδρων για επανεκπαίδευση είναι αποσπασματική και λειψή ως μηδαμινή. Το τελευταίο μάλιστα διάστημα ο νυν υπουργός Εθνικής Αμύνης ανεκοίνωσε την περικοπή κατά 30% της επανεκπαιδεύσεως των εφέδρων λόγω βεβαίως της οικονομικής κρίσεως που μαστίζει την χώρα. Επειδή και σε αυτόν τον τομέα το βαρέλι μοιάζει να μην έχει πάτο κι’ επειδή τέτοιου είδους προσωρινά μέτρα τείνουν να γίνουν μόνιμα, γι’ αυτό προτείνουμε ένα υπόδειγμα στρατού πολύ πιο οικονομικού άρα μέσα στο κυρίαρχο πνεύμα των ημερών αλλά και πιο ισχυρού από πλευράς αριθμών και εκπαιδεύσεως.


Η οροφή της ενεργού εφεδρείας δεν είναι γνωστή καθώς άλλες πηγές μιλούν για 340.000 κι’ άλλες για 253.000 άνδρες. Ως εκ τούτου θα προτείνουμε ένα γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα έπρεπε να οργανωθεί η επανεκπαίδευση των εφέδρων.

Δυνάμεις Καταδρομών

Λόγω των αυξημένων απαιτήσεων εν καιρώ κρίσεων - πολέμου από αυτές τις μονάδες, επιβάλλεται η ετησία επανεκπαίδευση των εφέδρων Καταδρομέων, Αλεξιπτωτιστών, Πεζοναυτών, για συνεχές χρονικό διάστημα 10 εργασίμων ημερών, δηλαδή 2 εβδομάδες συνολικά, ως την ηλικία των 36 ετών για τους οπλίτες και ως τα προβλεπόμενα ηλικιακά όρια για τους εφέδρους αξιωματικούς αναλόγως του βαθμού τους. Οι υπολειπόμενοι στην επανεκπαίδευση θα διαγράφονται και θα αποδίδονται σε άλλα Όπλα και Σώματα. Οι ικανοί μετά το 36ο έτος της ηλικίας τους δεν θα αποδίδονται στις κοινές μονάδες πεζικού αλλά θα συγκροτούνται σε εφεδρικές μονάδες αμιγώς Καταδρομέων, Αλεξιπτωτιστών ή Πεζοναυτών, με δεδομένο ότι το προσωπικό αυτό έχει ήδη αναπτύξει από την διάρκεια της θητείας του ένα ιδιαίτερο πνεύμα μονάδος και ανάλογη μαχητικότητα και πειθαρχία. Οι μονάδες αυτές θα παρέχουν υποστήριξη στις ομοειδείς μονάδες και θα αναλαμβάνουν παρεμφερείς αποστολές ασφαλείας στο εσωτερικό της χώρας στα πλαίσια της Εθνοφυλακής.

Τεθωρακισμένα

Επειδή και το Όπλο αυτό στους συγχρόνους πολέμους αποτελεί πρωταρχικό μέσο για την διεξαγωγή του αγώνος, επιβάλλεται επίσης η ετησία επανεκπαίδευση του προσωπικού του για συνεχές χρονικό διάστημα 10 εργασίμων ημερών (2 εβδομάδες) ως την ηλικία των 42 ετών.

Λοιπά Όπλα και Σώματα

Επανεκπαίδευση του προσωπικού για συνεχές διάστημα 10 εργασίμων ημερών (2 εβδομάδες) κάθε 2 χρόνια ως την ηλικία των 42 ετών.

Έφεδροι Αξιωματικοί

Εκτός της τακτικής επανεκπαιδεύσεως πρέπει να υπάρξει σταδιακή επαναξιολόγηση και υποχρεωτική παρακολούθηση εκπαιδευτικών Σχολείων για τους επαρκώς αξιολογηθέντες από κοινού με τους μονίμους αξιωματικούς.

Κατανομή περιόδων επανεκπαιδεύσεως

Κατ’ αρχάς, από τις 52 εβδομάδες του έτους θα αφαιρεθούν οι 3 εβδομάδες των εορτών των Χριστουγέννων και του νέου έτους, κατά τις οποίες και τα στελέχη παίρνουν εκ περιτροπής άδειες αλλά και είναι διάστημα αναψυχής και για το κοινωνικό σύνολο. Το ίδιο μία εβδομάδα την περίοδο του Πάσχα όπως και το δίμηνο Ιουλίου - Αυγούστου επειδή είναι περίοδος διακοπών και μεγάλο τμήμα του πληθυσμού απασχολείται με τα τουριστικά επαγγέλματα. Απομένουν λοιπόν 40 εβδομάδες, οι οποίες με βάση την επανεκπαίδευση διαρκείας 2 εβδομάδων, θα χωρισθούν σε 20 εκπαιδευτικές περιόδους στην διάρκεια του έτους.

Η επανεκπαίδευση των εφέδρων θα έχει την μορφή μίας μικρής αλλά πλήρους επανεισαγωγής στο στράτευμα. Υπ’ αυτήν την έννοια, η υπηρεσία τους θα περιλαμβάνει εκπαίδευση και ανανέωση των γνώσεων στα όπλα και τις τακτικές αλλά και την κανονική συμμετοχή στην ζωή της μονάδος με ισότιμη ανάληψη διαφόρων υπηρεσιών, καθηκόντων φρουράς κλπ., όπως ακριβώς και οι νεότεροι υπηρετούντες την θητεία τους συνάδελφοί τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα εξαλειφθεί η μέχρι σήμερα παρατηρουμένη αδιαφορία και νωθρότητα των εφέδρων αφού, κατά κανόνα, μετά το μεσημέρι εγκαταλείπουν τα στρατόπεδα όπως το μόνιμο προσωπικό. Έτσι, θα επιτευχθεί η συντήρηση του στρατιωτικού πνεύματος στους εφέδρους και η συντήρηση της πνευματικής και ηθικής συνοχής των μονάδων, που αποτελούν πρωταρχικό στοιχείο με την άρτια εκπαίδευση για την αποτελεσματικότητα εν ώρα ανάγκης.

Λόγω της συνεχούς ροής εφέδρων στις μονάδες, θα πρέπει να καθιερωθεί το γερμανικό πρότυπο των Λόχων ή Ταγμάτων Εκπαιδεύσεως και Αναπληρώσεων σε Ταξιαρχίες και Μεραρχίες αντιστοίχως. Προφανώς, αυτές οι ίδιες υπομονάδες θα είναι υπεύθυνες για την εκπαίδευση και των νεοσυλλέκτων γιατί σε μικρότερους αριθμούς πραγματοποιείται ευλόγως πολύ καλύτερη εκπαίδευση παρά στα μεγάλα Κέντρα Εκπαιδεύσεως, τα οποία είναι εντελώς ξεπερασμένα.

Λόγω τώρα αυτής της συνεχούς ροής εφέδρων προς επανεκπαίδευση κατά την διάρκεια του έτους αλλά και της πλήρους όπως προαναφέρθηκε ενσωματώσεώς τους στις μονάδες, θα είναι δυνατή η κάλυψη της απαιτήσεως για αύξηση της οροφής του στρατεύματος σε 103.500 άνδρες.

Επίλογος

Η πρόταση αυτή για στράτευση στα 18 με 18 μηνών θητεία, είναι καταφανές ότι δεν αποτελεί ούτε «στρογγυλοποίηση» καταστάσεων ούτε άσκηση στην Προκρούστεια κλίνη για προσαρμογή σε κατεστημένες αντιλήψεις και ιδεοληψίες. Τώρα, που η πολιτική ηγεσία αναγκάζεται από την οικονομική κρίση αυτήν την περίοδο να λάβει ριζικές και επώδυνες αποφάσεις και η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της κατανοεί και υποχρεώνεται να αλλάξει εφεξής τον τρόπο ζωής της, τώρα είναι η ώρα να αντιμετωπισθούν και τα στρατιωτικά προβλήματα με μία εκ βάθρων αναπροσαρμογή. Κάποτε, ήμασταν πρωτοπόροι στην ανάπτυξη της τέχνης του πολέμου. Σήμερα, ας παραδειγματισθούμε τουλάχιστον από κάποιους άλλους, που παρουσιάζουν και υγιή και άκρως αποτελεσματικά πρότυπα στην σχέση κόστους/αποδόσεως.

*Δημοσιεύτηκε στο στο 2ο τεύχος του περιοδικού ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ. Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τις εκδόσεις για την παραχώρηση της άδειας αναδημοσίευσης.

Source : ellas-afipnisi.blogspot.gr

Πρόταση του Πανεπιστημίου Κύπρου για διέξοδο από τη κρίση


Πανεπιστήμιο και Οικονομία


Του Αντώνη Κ. Κάκα, Καθηγητή Πληροφορικής (Υπολογιστικής Λογικής),
Αντιπρύτανη Διεθνών Σχέσεων, Οικονομικών και Διοίκησης

Σε περιόδους οικονομικών προκλήσεων είναι ιδιαίτερα σημαντικό μια χώρα να επιλέγει προσεκτικά τις επενδύσεις της και να αναζητά αυτές που θα αποφέρουν πολλαπλά και πολλαπλασιαστικά μακροχρόνια οφέλη στο κράτος. Ιδιαίτερα για την Κύπρο, μια μικρή χώρα που απέκτησε την ανεξαρτησία της πριν από μόλις 50 χρόνια, η τρέχουσα οικονομική κρίση δύναται να αποτελέσει «χρυσή» ευκαιρία για να διαμορφώσει σωστά το μέλλον της και να πρωτοπορήσει μέσα από σωστές στρατηγικές επιλογές που θα επικεντρώνονται στην υγιή επανεκκίνηση της Κυπριακής Οικονομίας.

Ποιες είναι λοιπόν οι στρατηγικές επιλογές που έχει σήμερα η Κύπρος;  Για να απαντήσουμε την ερώτηση αυτή, χρειάζεται να ρωτήσουμε πρώτα, ποια θα πρέπει να είναι τα βασικά κριτήρια των στρατηγικών επιλογών για την ανάπτυξη της οικονομίας ενός κράτους;  Επιλογές που ικανοποιούν τα κριτήρια αυτά, θα πρέπει τότε να εξεταστούν σοβαρά.  Πιστεύουμε ότι τα τρία βασικά κριτήρια στρατηγικών επιλογών για την ανάπτυξη της οικονομίας ενός κράτους, είναι τα ακόλουθα: 

Κριτήριο 1: Οι επιλογές πρέπει να είναι βιώσιμες σε βάθος χρόνου, δηλαδή να λύνουν το πρόβλημα μακροπρόθεσμα.

Κριτήριο 2:  Οι επιλογές πρέπει να βασίζονται στα πλεονεκτήματα που έχει η κάθε χώρα, αξιοποιώντας τα στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

Κριτήριο 3: Οι επιλογές πρέπει να έχουν πολλαπλασιαστικά οφέλη, για να δίνουν ένα βαθμό σταθερότητας στη λύση που προτείνουν.
Οι τομείς του Τουρισμού και των Υπηρεσιών δεν αποτελούν πλέον από μόνοι τους επιλογές που εμπίπτουν πλήρως μέσα σε αυτά τα ζητούμενα.  Η οικονομία χρειάζεται να εξελίσσεται και να μετασχηματίζεται μέσα από την πάροδο του χρόνου για να ανταποκρίνεται στο νέο τοπικό και διεθνές περιβάλλον. Μια νέα στρατηγική επιλογή για την Κύπρο, που ικανοποιεί αυτά τα κριτήρια, είναι η επένδυση και αξιοποίηση της Πανεπιστημιακής Παιδείας με έμφαση στο στοιχείο της Έρευνας και Καινοτομίας και την ενθάρρυνση της Επιχειρηματικότητας των Νέων, ειδικά σε νέους βιώσιμους τομείς της οικονομίας μας.  Επιλογή που ήδη αποφάσισε να υιοθετήσει η Γαλλία με μια επένδυση στην Πανεπιστημιακή Παιδεία που ξεπερνά τα 35 δισεκατομμύρια ευρώ.  Η επένδυση αυτή αποτελεί αύξηση κατά 50% στην πενταετία του νέου Γάλλου Προέδρου, ο οποίος δηλώνει:  «Ο στόχος μας είναι απλός:  Θέλουμε τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο… και αυτό το μεγάλο δημόσιο και επενδυτικό σχέδιο δεν αποτελεί ένα νέο πακέτο στήριξης… πρόκειται για επενδύσεις με αντίκτυπο για τα επόμενα είκοσι ή τριάντα χρόνια».

Πώς ανταποκρίνεται αυτή η επιλογή της στρατηγικής επένδυσης στην Πανεπιστημιακή Παιδεία στα τρία κριτήρια που έχουμε θέσει πιο πάνω;

Κριτήριο 1:
Η Πανεπιστημιακή Παιδεία, έχει διπλή αποστολή: να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να προλαμβάνει και να διαμορφώνει το μέλλον.  Η βιομηχανική εποχή έδωσε τη θέση της σήμερα στην εποχή της "Οικονομίας της Γνώσης". Η νέα ανταγωνιστική οικονομία βασίζεται όλο και περισσότερο στη γνώση και τη διάχυσή της και έτσι κάθε επιλογή ανάπτυξης που είναι στενά συνδεδεμένη με αυτή τη νέα «τάξη πραγμάτων», έχει τη δυνατότητα να είναι μακροχρόνια βιώσιμη.  Σε αυτήν την Οικονομία της Γνώσης, η Πανεπιστημιακή Παιδεία βρίσκεται στην καρδιά του παραγωγικού συστήματος, καθώς αποτελεί την κατ’ εξοχήν δραστηριότητα παραγωγής γνώσης. Ακόμη και τα μικρά κράτη διαθέτουν αυτή την βασική πρώτη ύλη: τη γνώση. Οι επενδύσεις στην Πανεπιστημιακή Παιδεία και την έρευνα, δημιουργούν ουσιαστική υποδομή για μακροχρόνια αξιοποίηση και συνεχή παραγωγή νέας γνώσης και συνεπώς νέας οικονομικής δραστηριότητας.

Υπάρχουν όμως και άμεσα οικονομικά οφέλη αν επενδύσουμε σήμερα στην Πανεπιστημιακή Παιδεία; Η αναβάθμιση και η ενδυνάμωση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών και η επένδυση στην προσέλκυση χρηματοδότησης έρευνας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα συμβάλει στην δημιουργία νέων θέσεων εργασίας από την

περαιτέρω αύξηση του αριθμού των νέων ερευνητών που θα απασχολούνται σε ερευνητικά προγράμματα, επιλύοντας εν μέρει και το ανεργιακό πρόβλημα που επιδεινώνεται λόγω της οικονομικής κρίσης. Ταυτόχρονα οι άμεσες επενδύσεις στην εκπαίδευση, ενδυναμώνουν την έρευνα στον τόπο μας και προετοιμάζουν την αναγκαία ανθρώπινη υποδομή για νέες οικονομικές δραστηριότητες.

Κριτήριο 2:
Το ζητούμενο είναι η Πανεπιστημιακή Παιδεία να βασίζεται και στην πολιτιστική και πνευματική μας παράδοση. Το αυξημένο ποσοστό μόρφωσης των Κυπρίων, που κατατάσσει την Κύπρο ανάμεσα στις χώρες με υψηλά ποσοστά πτυχίων και μεταπτυχιακών στη νέα γενιά, αποτελεί ένα συγκριτικό πλεονέκτημα για το παρόν και το μέλλον, πάνω στο οποίο θα πρέπει να βασιστούν οι επιλογές μας.  Από την Ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας η κυπριακή κοινωνία προχώρησε συλλογικά σε μια μεγάλη επένδυση: να μορφώσει τους νέους πολίτες της. Η μόρφωση δεν εκλαμβάνεται πλέον μόνο ως ατομικό δικαίωμα αλλά ως επένδυση, ως συστατικό στοιχείο της ανταγωνιστικότητας. Δυστυχώς, αυτή η τεράστια επένδυση μας, παραμένει χωρίς μια συγκροτημένη και στοχευόμενη προσπάθεια αξιοποίησής της.  Αν δεν επενδύσουμε στην Πανεπιστημιακή Παιδεία, την έρευνα και την καινοτομία για να αξιοποιήσουμε την μεγάλη αυτή επένδυση που έχουμε κάνει και συνεχίσουμε με τον ίδιο τρόπο να δαπανούμε ενθουσιωδώς στην μόρφωση, πιθανό να χρεοκοπήσουμε, αφού κανένα οικονομικό σύστημα δεν μπορεί να συνεχίσει να επενδύει σε κάτι χωρίς να ζητά μέρισμα πίσω από αυτήν την επένδυση.

Κριτήριο 3:
Η επένδυση στην έρευνα και την καινοτομία αποτελεί αναπτυξιακό μονόδρομο με πολλαπλά και πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομική και κοινωνική μας ανάπτυξη, καθιστώντας ταυτόχρονα μακροπρόθεσμα βιώσιμη την επιλογή των επενδύσεων στο χώρο της Πανεπιστημιακής Παιδείας.  Ως παράδειγμα, το Πανεπιστήμιο Κύπρου αποτελεί πλέον ένα σημαντικό εργοδότη νέων, αφού σήμερα προσφέρει ποιοτική εργοδότηση σε 300 νέους ερευνητές, αριθμός ο οποίος αναμένεται να αυξηθεί σε 500 το 2014 και να ξεπεράσει τους 1000 μέχρι το 2020, ενθαρρύνοντας έτσι τους Κύπριους επιστήμονες να παραμείνουν στην Κύπρο και να παράγουν και να αξιοποιήσουν νέα γνώση. Οι καινοτόμες ιδέες των ερευνητών πολλές φορές θα μετασχηματισθούν σε σύγχρονες και βιώσιμες επιχειρήσεις,  με στόχο την ανάπτυξη και εμπορική αξιοποίηση των καινοτομικών προϊόντων που απορρέουν από την  επιστημονική έρευνα, όπως πχ. οι εφευρέσεις, οι νέες υπηρεσίες και νέα προϊόντα. Οι νέες αυτές εταιρείες θα δημιουργήσουν με τη σειρά τους νέους βιώσιμους τομείς στην οικονομία. Επενδύοντας στην Πανεπιστημιακή Παιδεία, επενδύουμε έτσι ταυτόχρονα στην ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας των νέων και την ανάδειξη καινοτόμων δράσεων από αυτούς που δημιουργούν νέους οικονομικούς τομείς.  Η παράλληλη διοργάνωση από το Πανεπιστήμιο Κύπρου πληθώρας διεθνών συνεδρίων στη χώρα μας, με τη συμμετοχή χιλιάδων ξένων συνέδρων, αποφέρει επίσης πολλαπλασιαστικά οφέλη για τον τουρισμό και κατ' επέκταση την οικονομία μας και αποτελεί ένα άλλο παράδειγμα του οφέλους από την Πανεπιστημιακή Παιδεία.

Και ενώ τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η Κύπρος παραμένει ουραγός και απροβίβαστη στην Ε.Ε. σε επενδύσεις στους τομείς της έρευνας και της καινοτομίας (το ποσοστό του ΑΕΠ που επενδύει η Κύπρος στην Έρευνα και Τεχνολογία βρίσκεται κάτω από το 0.5% σε σύγκριση με το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι 1.84%), είναι δυστυχώς δύσκολο να πείσουμε ότι η επένδυση στην Πανεπιστημιακή Παιδεία είναι από τις στρατηγικά καλύτερες επιλογές που έχουμε σήμερα.  Γιατί άραγε υπάρχει αυτή η δυσκολία παρόλο που οι σημερινές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της Κύπρου είναι τόσο στενά συνδεδεμένες με την εκπαίδευση και μόρφωση;  Η απάντηση πιστεύουμε οφείλεται εν μέρει στο νεαρό της ηλικίας του ανεξάρτητου Κυπριακού Κράτους, το οποίο δεν έχει ακόμα εξελιχθεί όπως τα άλλα σύγχρονα κράτη ώστε να απορρίπτει την αδράνεια και τη συντηρητικότητα.  Το κράτος και η κοινωνία μας συχνά εμμένει σε πεπαλαιωμένες ιδέες και αντιλήψεις και δεν «επιτρέπει»  στους νέους την εφαρμογή και εξέλιξη των ιδεών τους.  Όπως έχει δηλώσει γενικότερα για την Ευρωπαϊκή Ένωση η νέα Επίτροπος Παιδείας, «Χρειάζεται να βρούμε τρόπους να αξιοποιήσουμε καλύτερα τους νέους, δίνοντάς τους περισσότερη ευθύνη και ευκαιρίες».  Το «πρόσταγμα» αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Κύπρο.

Συνοψίζοντας, στη σημερινή συγκυρία αποτελεί ιδανική στρατηγική επιλογή μας να επενδύσουμε στην Πανεπιστημιακή Παιδεία: να επενδύσουμε στην γνώση, στην εφευρετικότητα και επιχειρηματικότητα των νέων μας, ως φυσική εξέλιξη της κοινωνίας μας, η οποία έχει ήδη αναπτυχθεί, χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, σε μια κοινωνία μορφωμένων.
ΠΗΓΗ