Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η ισχυροποίηση του πολιτικού Ισλάμ, καθώς και η παγκοσμιοποίηση άνοιξαν νέους ορίζοντες για τον Παντουρανισμό.
Η Τουρκία στρέφει το βλέμμα της προς τις απέραντες στέπες της Κεντρικής Ασίας.
Ο Παντουρανισμός, το σχέδιο της προσέγγισης των τουρκικών λαών από την Αδριατική μέχρι το Σινικό Τείχος της Κίνας, ως οντότητα με κοινό πεπρωμένο και πολιτισμό ποτίζει το σύνολο του πολιτικού τόξου στη Τουρκία.
Αυτή η σκέψη μιας γεωγραφικής περιοχής σε ηπειρωτική κλίμακα αποτελεί την πηγή μιας ισχυρής αίσθησης ταυτότητας και υπερηφάνειας.
Το Ξίντζιανγκ (Xinjiang) ή Ανατολικό Τουρκεστάν καταλαμβάνει μια ειδική θέση στην εθνική φαντασία των Τούρκων.
Αρχικά, είναι η ιστορική γενέτειρα της πρώτης τουρκικής αυτοκρατορίας, μεταξύ της ερήμου του Γκόμπι και των Όρων Αλτάι.
Απόδειξη της σημασίας αυτής της διευρυμένης μνήμης, είναι ένα διάταγμα του 1993 που απαιτεί τη συμπερίληψη ενός χάρτη του τουρκικού κόσμου, στο τέλος του κάθε σχολικού βιβλίου.
Λίγο πριν από το θάνατό του, ο ιδρυτής της σύγχρονης Τουρκίας, Μουσταφά Κεμάλ προέβλεπε:
«Κάποια μέρα ο κόσμος, συγκλονισμένος, θα ζήσει το ξύπνημα και το ξεκίνημα της αόρατης αυτοκρατορίας που βρίσκεται ακόμη σε λήθαργο στα σπλάχνα της Ασίας».
Ο Κεμάλ ήταν πεπεισμένος ότι σε κάποια δεδομένη στιγμή, η οντότητα αυτή θα συνειδητοποιηθεί και θα βγει από την κηδεμονία των Ρώσων και των Κινέζων, όπως ξέφυγε η ρεπουμπλικανική Τουρκία από τα νύχια της Δύσης.
Αυτή την υπερτροφική αντίληψη της ταυτότητας υποστηρίζει η εξωτερική πολιτική της Άγκυρας.
Χωρίζεται σε τρεις βασικές σχολές σκέψης:
Η Ισλαμοεθνικιστική σύνθεση
Οι Κεμαλικοί Εθνικιστές
Η Νεοθωμανική σχολή
Η κατάταξη αυτή είναι αυθαίρετη, εφόσον τα όρια είναι συχνά δυσδιάκριτα.
Το ίδιο άτομο μπορεί να βρίσκεται στη συμβολή των διαφόρων τάσεων.
Αν και η επιρροή τους είναι άνιση, συμβάλουν, το καθένα σε διαφορετικό βαθμό, στο να γεννηθεί ένα ενδιαφέρον για τους ανθρώπους που ζουν έξω από την τουρκική Ανατολία.
Εάν η Ισλαμο-εθνικιστική σύνθεση επηρεάζει την κοινή γνώμη με τις πιο ορατές σπασμωδικές αντιδράσεις, οι πραγματικές επιπτώσεις της στην εξωτερική πολιτική της Άγκυρας είναι περιορισμένες.
Αντίθετα, οι υπέρμαχοι του νεοθωμανισμού, πλησίον του ισλαμικού κόμματος, ή οι Κεμαλικοί Εθνικιστές πλησίον του στρατού, είναι πιο ικανοί να επηρεάσουν τις αποφάσεις.
Φίλος, αντίπαλος, εταίρος, εχθρός το Πεκίνο περιλαμβάνεται σε ένα ευρύ φάσμα απόψεων.
Ωστόσο κάθε φορά, η ανάλυση των τουρκικών θέσεων αγγίζει το ζήτημα του Ξίντζιανγκ.
Ο τουρκικός κόσμος σύμφωνα με τον Παντουρανισμό
Η Ισλαμική-εθνικιστική σύνθεση
Η ισλαμοτουρκική σύνθεση αντιπροσωπεύει την παραδοσιακή θρησκεία και τον εθνικισμό.
Είναι από τη δεκαετία του 80 η ανεπίσημη ιδεολογία του τουρκικού κράτους.
Ιδρύθηκε με τη βοήθεια του στρατού που ανυπομονούσε να εξαλείψει το αριστερό ρεύμα εκμεταλλεύοντας την θρησκευτικότητα του πληθυσμού.
Διεκδικεί μια ιδιαίτερη οδό.
Οι Τούρκοι ήταν προορισμένοι για το Ισλάμ, η σαμανιστική πίστη τους προανήγγειλε την ιδέα του ενός Θεού.
Οι Τούρκοι, με τη υιοθέτηση της θρησκείας του Μωάμεθ έσωσαν το Ισλάμ από τους Σταυροφόρους, ενώ παράλληλα, χωρίς το Ισλάμ, η τουρκική ταυτότητα θα είχε μαραθεί.
Οι ισλαμοεθνικιστές υπενθυμίζουν συχνά το παράδειγμα των Βουλγάρων ή των Ούγγρων οι οποίοι έχασαν τη Τουρκικότητα τους επειδή αρνήθηκαν το Ισλάμ.
Ως εκ τούτου, η Τουρκία πρέπει να αναλάβει το ρόλο της ως προστάτης των μουσουλμάνων και Τούρκων σε όλο τον κόσμο.
Ο θεωρητικός της ισλαμοεθνικιστικής σύνθεσης και του καθαρά εθνικιστικού ρεύματος, ο Σουάτ Ιλχάν, ορίζει τον τουρκικό κόσμο με τον ακόλουθο τρόπο:
Ο τουρκικός κόσμος περιλαμβάνει:
«Τα τουρκικά ανεξάρτητα κράτη, τις αυτόνομες τουρκικές κοινότητες, τις τουρκικές μειονότητες, τις χώρες όπου υπάρχουν Τούρκοι υπήκοοι και ίχνη του τουρκικού πολιτισμού. Το Ταζ Μαχάλ στην Ινδία, οι γέφυρες πάνω από το ποτάμι Ντρίνα, το τζαμί του Τολούν (Tolun) στην Αίγυπτο είναι όλα μνήματα αυτού του μεγαλείου του παρελθόντος».
Από αυτή την άποψη, ένα σημαντικό τμήμα του εδάφους της Κίνας εμπίπτει στον τουρκικό κόσμο.
Το Σινικό Τείχος που προστάτευε την Κίνα για αιώνες από τις επιθέσεις των νομαδικών τουρκόφωνων λαών, απέχει μόλις 70 χιλιόμετρα από το Πεκίνο....
Η Κίνα αντιμετωπίζεται με βαθιά καχυποψία.
Λόγω του πολιτικού της συστήματος, θεωρείται μια άθεη δικτατορία που καταπιέζει τους μουσουλμάνους.
Ο Necemettin Özfatura στοχαστής με προέλευση από τους εθνικιστικούς κύκλους και τακτικός συνεργάτης της ημερήσιας εφημερίδας «Türkiye» υπογραμμίζει τη θρησκευτική διάσταση της καταστολής στο Πεκίνο: «Η γενοκτονία που διέπραξαν οι Κινέζοι στο Ανατολικό Τουρκεστάν, δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία που διαπράττεται κατά των μουσουλμάνων Τούρκων».
Σε μια τέτοια κοσμοθεώρηση, το Ξίντζιανγκ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινότητας των πιστών (Ούμα).
Στεγάζει τον τάφο του Σουφί πρώτου Τούρκου Σουλτάνου Bugra Khan.
Έχει εξισλαμισθεί από αιώνες.
Υπάρχει μια αμετάκλητη κοινή ταυτότητα μεταξύ της Τουρκίας και του Ανατολικού Τουρκεστάν.
«Το Ανατολικό Τουρκεστάν αποτελεί μέρος της ψυχής μας και του εαυτού μας. Για τα 11 χρόνια, 1877 - 1886, το Τουρκεστάν ήταν μια οθωμανική επαρχία» αναφωνεί ο Özfatura.
[Το Τουρκεστάν είχε αναγνωρίσει συμβολικά την εξουσία του Σουλτάνου-Χαλίφη]
Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι από τη στιγμή που η προσοχή της διεθνούς κοινής γνώμης στρέφεται σε ένα έδαφος που κάποτε άνηκε στη Υψηλή Πύλη, η ξαφνικά αφυπνισμένη τουρκική εθνική υπερηφάνεια, δεν μπορεί να δεχτεί ότι η εθνική κυριαρχία ασκείται εκεί μέσω τρίτης χώρας.
Είναι το σύμπλεγμα της ανατρεπόμενης κυριαρχίας.
Οι θεωρητικοί της ισλαμοεθνικιστικής συνθέσης θεωρούν τη Κίνα ως ένα γίγαντα με πήλινα πόδια που κατατρύχεται από εσωτερικές διαφωνίες, έτοιμη να καταρρεύσει από μόνο της με την πρώτη κρίση.
«Η Κίνα, όπως η Σοβιετική Ένωση θα διαλυθεί και το καθεστώς θα καταρρεύσει, θα το δούμε μια μέρα».
Εάν οι χώρες της Κεντρικής Ασίας απελευθερωθούν από τον κομμουνισμό, η ανεξαρτησία του Ανατολικού Τουρκεστάν θα είναι και αυτή αναπόφευκτη.
Οι πηγές της σε πρώτες ύλες (φυσικό αέριο, πετρέλαιο, ουράνιο) εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητά του σε μεγάλο βαθμό.
Έτσι, η Άγκυρα δεν έχει κανένα συμφέρον να καλοπιάσει το Πεκίνο, ούτε για οικονομικούς λόγους.
Οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών δίνουν το προβάδισμα στο Πεκίνο.
«Η Κίνα εξάγει 80% των προϊόντων της, έναντι του 20% για μας.
Μόλις καταπλεύσει ένα κινεζικό πλοίο σε λιμάνι μας, κλείνει ένα εργοστάσιο».
Σύμφωνα με τους ισλαμοεθνικιστικές, η Τουρκία θα έπρεπε να υιοθετήσει μια πολιτική προστατευτισμού και να επιβάλει κάποιο μποϊκοτάζ.
Αυτές οι προτάσεις υιοθετούνται ευρέως από τη κοινή γνώμη.
Είναι το ευαγγέλιο για μια ολόκληρη γενιά πολιτικών, ιστορικών, επιστημόνων και δημοσιογράφων.
Αποτελούν μια συναίνεση που σπάνια αμφισβητείται και είναι η πηγή των αντανακλαστικών ιδιαίτερα αισθητών σε περιπτώσεις εντάσεων ή κρίσεων.
Οι παρατηρήσεις του Ταγίπ Ερντογάν που αποκάλεσε την κινεζική καταστολή των ταραχών του Ιουλίου του 2009 ως «γενοκτονία» είναι ένα παράδειγμα μεταξύ πολλών.
Ωστόσο, εάν απομακρυνόμαστε από τη συναισθηματική σφαίρα των ενστικτωδών επιδερμικών αντιδράσεων, η επίδραση της τουρκοισλαμικής σχολής είναι περιορισμένη.
Δεν επηρεάζει πραγματικά τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές της πολιτικής.
Μπορούμε να κρίνουμε την επιρροή της όσον αφορά τις επιπτώσεις της στην κρίση της Γιουγκοσλαβίας.
Παρά την ισχυρή εκστρατεία στη κοινή γνώμη με θέμα: «Η Βοσνία δεν θα είναι μια νέα Ανδαλουσία», η Άγκυρα εφάρμοσε τη πολιτική της στα βαλκάνια με μεγάλη προσοχή.
Στην καλύτερη περίπτωση, η Τουρκία επέτρεψε την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας.
Η επιφύλαξη της Άγκυρας βρίσκει τη πηγή της στην άρνηση της να επικυρώσει ένα προηγούμενο που θα μπορούσε να υπονομεύσει το απαραβίαστο των συνόρων.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το Κοσσυφοπέδιο.
Οι σκέψεις αυτές αφορούν, φυσικά, το κουρδικό ζήτημα ...
Τα δίκτυα υποστήριξης προς τους Ουιγούρους, που έχουν σχέση με το ισλαμοεθνικιστικό ρεύμα βρίσκονται επίσης σε ορισμένα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς:
Στο Κόμμα της Μεγάλης Ένωσης (BBP), ισλαμική διάσπαση του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP).
Στο Ορθόδοξο Ισλαμικό Κόμμα (Saadet Partisi)
Στο Milli Görüs, μια ισλαμική οργάνωση απαγορευμένη στη Τουρκία, αλλά που επιτρέπεται στην Ευρώπη, αρχική μήτρα των περισσότερων ισλαμικών κομμάτων στην Τουρκία.
Στις δημοφιλείς εφημερίδες με μεγάλη κυκλοφορία: Türkiye, Vakit, Milli Gazete,
Στην Αδελφότητα των Nakshibendi
Οι Κεμαλικοί Εθνικιστές
Το εθνικιστικό κίνημα εμφανίστηκε στην Τουρκία στις αρχές του 2000.
Πέρα από την παραδοσιακή αριστερά-δεξιά διαίρεση, ενώνει εθνικιστές διαφόρων πεποιθήσεων, αλλά είναι όλοι προσηλωμένοι στη διατήρηση του κράτους και του έθνους, με τη μορφή που την άφησε ο Μουσταφά Κεμάλ μετά το θάνατό του το 1938.
Ενώνει κεμαλικούς που βρίσκονται κοντά στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα και εθνικιστικές υποστηρικτές του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης.
Το κίνημα αυτό συνδυάζει την απόρριψη της Δύσης, αφοσίωση στο ρόλο του κράτους, άρνηση της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εχθρικό προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, βλέπει με καχυποψία το κυβερνόν Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης κατηγορώντας το ότι εξυπηρετεί τις φιλοδοξίες της Ουάσιγκτον και ότι βρίσκεται στη πρώτη γραμμή του σχεδίου ενός μετριοπαθούς Ισλάμ σε αντίθεση με τις ιδρυτικές θεμελιακές αρχές της Δημοκρατίας.
Σύμφωνα με 'αυτό το κίνημα, η Άγκυρα πρέπει να διακόψει τις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ, και να προσανατολίσει την εξωτερική πολιτική προς μια ευρασιατική προοπτική.
Η Ρωσία, οι Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας και, σε κάποιο βαθμό η Κίνα προσφέρονται για εναλλακτικές οδούς.
Πλησίον του στρατιωτικού θεσμού, αυτό το κίνημα διαθέτει ισχυρά δίκτυα στις τάξεις των ανώτερων αξιωματικών.
Σε αντίθεση με την τουρκοισλαμική σύνθεση, οι εθνικιστές δεν κάνουν τη θρησκεία ένα μη διαπραγματεύσιμο ζήτημα του προσανατολισμού τους στην εξωτερική πολιτική.
Αντίθετα, συνδεδεμένοι με τις έννοιες της εκκοσμίκευσης, του Κράτους-έθνους, τη μη παρέμβαση στις εξωτερικές υποθέσεις, τείνουν να μην εμπιστεύονται τα θρησκευτικά ή πολιτικά ρεύματα με παγκόσμια εμβέλεια.
Είναι πιστοί σε αυτό στο κεμαλικό σύνθημα «Ειρήνη στον κόσμο, ειρήνη στη χώρα».
Συνεπώς οι σχέσεις με την Κίνα εκλαμβάνονται με την άποψη της ρεαλιστικής πολιτικής (realpolitik).
Οι εθνικιστές επισημάνουν δύο προβλήματα στις τουρκοκινεζικές σχέσεις:
Η Κύπρος
Το PKK
Το Πεκίνο συμφωνεί με τις θέσεις της Λευκωσίας υπερασπίζοντας το απαραβίαστο των συνόρων και της έννοιας της εδαφικής ακεραιότητας.
Υπερασπίζεται μια λύση στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών και της επανένωσης του νησιού υπό την αιγίδα μίας μοναδικής κυβέρνησης επίσημα αναγνωρισμένης από τη διεθνή κοινότητα.
Η Κίνα ουδέποτε υποστήριξε τα αποσχιστικά σχέδια ή συνομοσπονδιακού χαρακτήρα της Άγκυρας στο νησί της Αφροδίτης.
Το Ξίντζιανγκ (Ανατολικό Τουρκεστάν)
Οι Τούρκοι εθνικιστές κατηγορούν τους Κινέζους για την ανάμιξη στα τούρκικα εσωτερικά προβλήματα, ιδιαίτερα για το κουρδικό ζήτημα.
Κατονομάζουν τα βιβλία, τα περιοδικά και τις εφημερίδες που εκδίδονται από κρατικούς οργανισμούς υπέρ των αποσχιστικών σχεδίων.
Επιπλέον, τονίζουν τη ποσότητα των κινεζικών όπλων και του στρατιωτικού εξοπλισμού της κουρδικής πολιτοφυλακής στο Βόρειο Ιράκ.
Ωστόσο, οι εθνικιστές αναγνωρίζουν ότι ορισμένες κινέζικες κριτικές είναι δίκαιες.
«Δεν μπορούμε να καταστείλουμε το PKK στο όνομα της εθνικής ενότητας και, από την άλλη πλευρά, να είμαστε οι εκπρόσωποι μιας αποσχιστικής κίνησης στο Ξίντζιανγκ με το πρόσχημα ότι πρόκειται για τουρκόφωνο πληθυσμό».
Στην ουσία, ο καθένας δεν θα έπρεπε να αναμιγνύεται στις υποθέσεις των άλλων.
Η φιλία μεταξύ της Κίνας και της Τουρκίας πρέπει να αναζητηθεί για τρεις λόγους:
Η Κίνα είναι μια μεγάλη χώρα και είναι μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Το 2030 θα ξεπεράσει τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σχετικά με το θέμα της Κύπρου και του PKK, η Κίνα μπορεί να επηρεάσει τη διεθνή κοινότητα. Καλύτερα να μη τη προκαλέσουμε.
Η Τουρκία πρέπει να εργαστεί για να αναλάβει μερίδιο της αγοράς στην Κίνα.
Σύμφωνα με τον Δρ Hidayyet Nurani Ekrem, ερευνητή στο TÜRKSAM, εθνικιστή στρατοκράτη δεξαμενή σκέψεων, «η εξωτερική πολιτική μιας χώρας είναι η επέκταση της εσωτερικής πολιτικής της. Ταυτόχρονα, η εξωτερική πολιτική έχει καθήκον να υπηρετήσει το εθνικό συμφέρον».
Συνεπώς, όπως το Κουρδιστάν, το Ξίντζιανγκ αποτελεί εσωτερική υπόθεση της Κίνας.
Το Τουρκεστάν πρέπει να γίνει το σημείο επαφής ανάμεσα στην Τουρκία και την Κίνα. Υπό το πρίσμα αυτό, το στρατηγικό συμφέρον του Τουρκεστάν είναι να αναλάβει το ρόλο μιας γέφυρας μεταξύ των δύο χωρών».
Χωρίς να το ομολογούν πολύ ανοιχτά οι Τούρκοι εθνικιστές αναγνωρίζουν ότι οι Κινέζοι έχουν παραχωρήσει ένα καθεστώς αυτόνομης περιοχής στο Ξίντζιανγκ, με δικαιώματα σε πολιτιστικά, γλωσσικά και εκπαιδευτικά ζητήματα, κάτι που οι ίδιοι δεν θα έδιναν ποτέ στους Κούρδους.
Για αυτούς τους λόγους, δεν υπάρχουν οργανώσεις υποστήριξης των Ουιγούρων στο εθνικιστικό κίνημα.
Η προτεραιότητα παραμένει η προστασία και η διατήρηση του τουρκικού κράτους στα τρέχοντα σύνορα του.
Η Νεοθωμανική σχολή
Η νεοθωμανική σχολή αρχικά προσδιόριζε μια ομάδα ανθρώπων από τα θρησκευτικά και εθνικο-φιλελεύθερα κινήματα περί του Τουργκούτ Οζάλ, πρόεδρου της Δημοκρατίας κατά τα έτη 80-90 και πρόσκειται στη ισλαμοτουρκική σύνθεση. Τον Κεμαλισμό τον αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό.
Η Δημοκρατική Τουρκία μέσω της βιαιότητας που έγιναν οι μεταρρυθμίσεις, αποκόπηκε, κατά τους ίδιους, από το παραδοσιακό περιβάλλον της.
Από τότε, υποφέρει από μια αληθινή πολιτιστική λοβοτομή.
Η Τουρκία είναι η κατεξοχήν χώρα που είναι σε θέση να λάβει τη σκυτάλη από τον μουσουλμανικό κόσμο, όπως ήταν στο παρελθόν η Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Όμως, σε αντίθεση με τους ισλαμόεθνικιστικούς κύκλους, η νεοθωμανική σχολή δεν απορρίπτει το άνοιγμα προς τη Δύση.
Αντιθέτως, θρύπτεται από θαυμασμό για το αγγλοσαξονικό μοντέλο ικανό να συνδυάσει ταυτόχρονα τη πίστη, τη δημοκρατία και την οικονομία της αγοράς.
Μακριά από το να υποκύψουν στο πειρασμό μιας υποθετικής αυτοκρατορικής αποκατάστασης, οι νεοθωμανοί ευαγγελίζονται τη χρήση της ήπιας δύναμης (soft power).
Όπως και οι μεγάλες δυνάμεις με τα πρώην αποικιακά εδάφη τους, έτσι και η Τουρκία μπορεί νόμιμα να επιζητήσει τη δική της ζώνη επιρροής.
Ο Αχμέτ Νταβούτογλου, ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών και κύριος θεωρητικός του κινήματος αυτού θεωρεί ότι η Τουρκία ανήκει κατά φθίνουσα σειρά σε τρεις μεγάλες οντότητες:
Στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο
Στο τουρκιστικό κόσμο της Κεντρικής Ασίας
Στη Δύση με το Βαλκανικό χώρο
Η Άγκυρα πρέπει να απαλλαγεί από τα αυταρχικά δεσμά της κεμαλικής πολιτικής και να αναδειχθεί παγκόσμιος παίκτης στην παγκόσμια σκακιέρα.
Στο βασικό του έργο, το Strategik Derinlik (Το Στρατηγικό Βάθος), δίνει έμφαση στην έννοια της πολιτισμικής εξουσίας.
Οι Ισλαμικοί πολιτισμοί, ο ινδικός πολιτισμός, οι κομφουκιανικοί πολιτισμοί έχουν το ίδιο δικαίωμα να διεκδικούν τη μοναδικότητά τους όσο και ο δυτικός πολιτισμός.
Σύμφωνα με τον Νταβούτογλου «θα ήταν λάθος να κρίνουμε την κινεζική πολιτική με ανθρωπιστικά κριτήρια και όχι με τον πολιτισμό της.
Η Τουρκία είναι ασιατική από την ιστορία της και το «να παίζει το πολιτιστικό χαρτί μπορεί να της αποφέρει άμεσα οφέλη».
Με τον τρόπο αυτό, «η Τουρκία θα αντισταθμίσει την αριθμητική αδυναμία της με εκείνη της πολιτιστικής ένταξης».
Με αυτή τη διάσταση, πρέπει να θέσουμε τις τουρκοκινεζικές σχέσεις στο περιβάλλον τους.
Ο Νταβούτογλου επιθυμεί να δει την Άγκυρα να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην Κεντρική Ασία, να γίνει ο διαιτητής στη διασταύρωση των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και της Κίνας.
Η Τουρκία, παρατηρεί ο Νταβούτογλου, είναι «το μόνο μέλος του ΝΑΤΟ που διαθέτει στρατηγικό βάθος στην Ασία».
Ωστόσο, το γεγονός ότι ανήκει στο δυτικό στρατόπεδο δεν θα πρέπει να ωθεί την Άγκυρα να εγκαταλείψει τις δικές της συγκεκριμένες γεωστρατηγικές ιδιαιτερότητες.
Αντιθέτως, με την ισχυροποίηση της Τουρκίας, θα μπορέσει να εμβαθύνει το περιθώριο της για την εδραίωση των σχέσεων της με το Πεκίνο χωρίς να κατηγορηθεί αυτομάτως ως σηματωρός της Ουάσιγκτον.
Η Κεντρική Ασία και η ειδική σχέση μεταξύ της Δημοκρατίας της Ανατολίας με τους επιγόνους της των στεπών προσφέρουν στην Άγκυρα τη δυνατότητα να γίνει ένα μεσαίο κέντρο εξουσίας στη «διασταύρωση του τοπικού, του παγκόσμιου και του ηπειρωτικού».
Τέσσερις δυνάμεις επηρεάζουν άμεσα το μέλλον της Κεντρικής Ασίας κατά τον Νταβούτογλου: η Ρωσία, η Τουρκία, η Κίνα και η Ιαπωνία.
Η αντιπαλότητα της Άγκυρας με τη Μόσχα αντισταθμίζεται με την αντιπαράθεση στο άλλο άκρο μεταξύ Πεκίνου και Τόκιο.
«Υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ της Κίνας και της Ρωσίας στην Κεντρική Ασία, καθώς επίσης μεταξύ της Ιαπωνίας και της Ρωσίας για τις Κουρίλες νήσους.
Ως εκ τούτου κάθε εγκάρσια σχέση επηρεάζει το σύνολο της Κεντρικής Ασίας». Συνέπεια αυτού του μπιλιάρδου με πολλές μπάντες, η Άγκυρα πρέπει να προσαρμόζει συνεχώς τις σχέσεις της με την Κίνα, τη Ρωσία και την Ιαπωνία.
Αυτή η ισορροπία δυνάμεων είναι επισφαλής.
Μια ανεξέλεγκτη δημογραφία μπορεί να αλλάξει τα πάντα, εκτιμά ο Νταβούτογλου.
Το Καζακστάν είναι μεγαλύτερο από τη μεγαλύτερη χώρα της ΕΕ, αλλά ο πληθυσμός του είναι μόλις 17 εκατομμύρια.
Σε σύγκριση με το εμβαδόν του, προσθέτει ο Νταβούτογλου, «το Ανατολικό Τουρκεστάν που αντιπροσωπεύει το 25% της κινεζικής επικράτειας είναι αραιοκατοικημένο. Αναλογικά είναι σαν η Αφρική να είχε την πυκνότητα κατοίκησης της Σιβηρίας».
Είναι επομένως προφανές ότι το χάσμα μεταξύ των πυκνοκατοικημένων περιοχών της παραθαλάσσιας Κίνας και των αραιοκατοικημένων της Κεντρικής Ασίας προκαλεί μια ανισορροπία και μελλοντικές κρίσεις, διότι η «Κεντρική Ασία είναι ο χώρος προβολής της κινεζικής έκρηξης του πληθυσμού».
Μακροπρόθεσμα, η Κίνα αυξάνει την πληθυσμιακή και οικονομική επιρροή της στην Ανατολική Ασία και γι’ αυτό χρειάζεται τους ενεργειακούς πόρους σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο από την Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή.
Ο Νταβούτογλου σημειώνει ότι με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, είναι πολύ πιο δύσκολο να περιοριστεί η κινεζική διείσδυση στην Κεντρική Ασία.
Αντίθετα, με την χειραφέτηση των τουρκόφωνων δημοκρατιών γεννήθηκε ταυτόχρονα στο Ξίντζιανγκ η επιθυμία για αυτοδιάθεση».
Ο Νταβούτογλου φοβάται την κινεζική εξάπλωση στην Κεντρική Ασία.
Δημογραφικά και οικονομικά η Ρωσία και οι τουρκόφωνες Δημοκρατίες δεν είναι σε θέση να την εμποδίσουν.
Συνεπώς, ο σχηματισμός εμποδίων που θα επιβραδύνουν την πορεία προς τις ενεργειακές πηγές, δεν ήταν απαραίτητα άχρηστος.
Η κρίση στο Ξίντζιανγκ μπορεί να εξοικονομήσει χρόνο.
Επιπλέον, ο Νταβούτογλου, σε αντίθεση με το εθνικιστικό ρεύμα, δεν αμφισβητεί ουσιαστικά τον ατλαντιστικό τροπισμό της Τουρκίας.
Ως εκ τούτου, η Τουρκία μπορεί να αναλάβει την τοπική διακομιστική εργολαβία της πολιτικής των ΗΠΑ στην Κεντρική Ασία, δεδομένου ότι η παρουσία της Ουάσιγκτον στο Αφγανιστάν εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από την επιθυμία της να μπλοκάρει τους ενεργειακούς δρόμους της Κασπίας προς το Πεκίνο.
Φιλο-Ουιγουρικά Δίκτυα και εμπλοκή της CIA;
Οι Ουιγούροι μπορούν να υπολογίζουν την διακριτική βοήθεια των κύκλων κοντά στην τουρκική κυβέρνηση και στο κυβερνόν κόμμα, ΑΚΡ.
Η Αδελφότητα «Νουρσί» (του Κούρδου διανοούμενου Σαίντ Νουρσί ) του Φετουλάχ Γκιουλέν, που περιέχει ένα σημαντικό αριθμό στελεχών του ΑΚΡ, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Η Αδελφότητα αυτή έχει εισχωρήσει στο τομέα της εκπαίδευσης των τοπικών ελίτ της Κεντρικής Ασίας εδώ και πολλά χρόνια .
Εκτός από τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, οι «Fethullacis» διαθέτουν πολλές εφημερίδες, καθώς επίσης αλυσίδες ραδιοφώνου και τηλεόρασης.
Εξάλλου συνδέονται στενά και με τη CIA.
Η δραστηριότητα της αδελφότητας αντιμετωπίζεται με καχυποψία από τη Μόσχα, και την έχει απαγορεύσει στο έδαφός της.
Οι Marc Grosseman και Morton Abramowitz, πρώην πρέσβεις των ΗΠΑ στην Άγκυρα, εποπτεύουν το έργο της αδελφότητας.
Εργάζονται μαζί με τον Graham Fuller, πρώην αντιπρόεδρο της CIA και κύριο υποστηριχτή του σχεδίου του μετριοπαθούς Ισλάμ.
Ο Fuller είναι και συγγραφέας μιας έκθεσης σχετικά με το Ξίντζιανγκ, το 1998, που αναθεωρήθηκε το 2003 για την Rand Corporation.
Οι Abramowitz και Fuller βοήθησαν τον σχηματισμό «μιας εξόριστης κυβέρνησης του Τουρκεστάν» το Σεπτέμβριο του 2004 στην Ουάσιγκτον.
Ο Ενβέρ Yusuf Turani, επικεφαλής αυτής της σκιώδους κυβέρνησης, είναι στενός συνεργάτης του Γκιουλέν.
του Tancrède JOSSERAN στη «Egalité et Réconciliation»
Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)
Παρασκευή 29 Απριλίου 2011
Serbia, Russia and NATO
Serbia may become one of the largest buyers of Russian arms. This can become possible after Vladimir Putin's recent visit to the country. Belgrade may receive a ten-billion-dollar loan soon. Three billion dollars of the amount will be spent to modernize outdated Soviet arms and purchase state-of-the-art Russian arms.
What exactly do the Serbs want to buy from Russia? No official statement on the matter has been made during Putin's visit. However, both Russian and Serbian experts discuss the subject very actively.
The Blic, a Serbian newspaper, wrote that the security of the country was in danger because of the deplorable situation in the Air Force of the country. Prior to the war of 1999, up to 80 percent of the Serbian Air Force consisted of outdated aircraft, such as MiG-21 fighters. Most of MiG-29 planes were either downed or could not be used because of the shortage of spare parts.
In the beginning of 2010, the Serbian Defense Ministry supposedly sent inquiries to world's leading manufacturers of fourth-generation fighter jets. Pursuant to that information, the Serbs were going to conduct a tender to replace outdated aircraft.
They were presumably interested in American F-16 and F-18 fighter jets, Swedish Gripens, French Rafales and Eurofighters, as well as Russian MiG-29M and Su-30. Apparently, the Russian fighters are the priority from the point of view of price-quality ratio.
0
SharePrint version Font Size Send to friend The Serbian missile defense system was practically destroyed during the war in 1999. Moreover, the results of the war showed that it was impossible to repulse the aggression of such an enemy as NATO with the use of missile complexes developed during the 1960s and the 1970s. Serbia may purchase two divisions of Russia's renowned S-300 systems or an export variant of S-400.
Practically all radar stations in the country were also destroyed during the war. The country was deprived of the opportunity to control its own air space. This gives every reason to believe that Belgrade may purchase Russian radar stations as well.
However, thee billion dollars is not enough to modernize the air force, to rebuild the missile defense system and reequip radar troops. Two divisions of S-300 systems will not improve the situation. What can these two divisions do if the alliance can use hundreds of its fighter jets?
Will NATO let Serbia rearm the army at all? The administration of the alliance previously announced the intention to cut the Serbian armed forces to 21,000 men.
Viktor Litovkin, an observer with Independent Military Survey newspaper said in an interview with Pravda.Ru that NATO would not impede Serbia's initiative to rearm its armed forces with the use of Russian arms. Belgrade wants to join the alliance, but the possession of Russian hardware did not become an obstacle for other countries of Europe in obtaining NATO membership. Take a look at Greece, for example. This country is a member of NATO, but it still buys S-300 systems from Russia," the experts said.
Elena Guskova, an expert for Balkans, does not share the same point of view.
"It is quite doubtful that the EU and the USA would welcome such a deal. They do not conceal their plans to separate Serbia from Russia as much as possible. Many Serbs believe that their problems have not been solved. Many conflict areas remained in Serbia after the collapse of Yugoslavia. There's every reason to believe that NATO will not be able to defend Serbia in case a serious conflict occurs in the north or in the south of the country. It happened so in FYROM in 2001. The alliance simply took the side of the Albanians as it happened two years earlier with Kosovo," the expert said.
Sergei Balmasov
Source : Pravda.Ru
What exactly do the Serbs want to buy from Russia? No official statement on the matter has been made during Putin's visit. However, both Russian and Serbian experts discuss the subject very actively.
The Blic, a Serbian newspaper, wrote that the security of the country was in danger because of the deplorable situation in the Air Force of the country. Prior to the war of 1999, up to 80 percent of the Serbian Air Force consisted of outdated aircraft, such as MiG-21 fighters. Most of MiG-29 planes were either downed or could not be used because of the shortage of spare parts.
In the beginning of 2010, the Serbian Defense Ministry supposedly sent inquiries to world's leading manufacturers of fourth-generation fighter jets. Pursuant to that information, the Serbs were going to conduct a tender to replace outdated aircraft.
They were presumably interested in American F-16 and F-18 fighter jets, Swedish Gripens, French Rafales and Eurofighters, as well as Russian MiG-29M and Su-30. Apparently, the Russian fighters are the priority from the point of view of price-quality ratio.
0
SharePrint version Font Size Send to friend The Serbian missile defense system was practically destroyed during the war in 1999. Moreover, the results of the war showed that it was impossible to repulse the aggression of such an enemy as NATO with the use of missile complexes developed during the 1960s and the 1970s. Serbia may purchase two divisions of Russia's renowned S-300 systems or an export variant of S-400.
Practically all radar stations in the country were also destroyed during the war. The country was deprived of the opportunity to control its own air space. This gives every reason to believe that Belgrade may purchase Russian radar stations as well.
However, thee billion dollars is not enough to modernize the air force, to rebuild the missile defense system and reequip radar troops. Two divisions of S-300 systems will not improve the situation. What can these two divisions do if the alliance can use hundreds of its fighter jets?
Will NATO let Serbia rearm the army at all? The administration of the alliance previously announced the intention to cut the Serbian armed forces to 21,000 men.
Viktor Litovkin, an observer with Independent Military Survey newspaper said in an interview with Pravda.Ru that NATO would not impede Serbia's initiative to rearm its armed forces with the use of Russian arms. Belgrade wants to join the alliance, but the possession of Russian hardware did not become an obstacle for other countries of Europe in obtaining NATO membership. Take a look at Greece, for example. This country is a member of NATO, but it still buys S-300 systems from Russia," the experts said.
Elena Guskova, an expert for Balkans, does not share the same point of view.
"It is quite doubtful that the EU and the USA would welcome such a deal. They do not conceal their plans to separate Serbia from Russia as much as possible. Many Serbs believe that their problems have not been solved. Many conflict areas remained in Serbia after the collapse of Yugoslavia. There's every reason to believe that NATO will not be able to defend Serbia in case a serious conflict occurs in the north or in the south of the country. It happened so in FYROM in 2001. The alliance simply took the side of the Albanians as it happened two years earlier with Kosovo," the expert said.
Sergei Balmasov
Source : Pravda.Ru
Αναρτήθηκε από
Ελληνιστικά κράτη
στις
4/29/2011 07:31:00 μ.μ.
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Πέμπτη 28 Απριλίου 2011
Η διώρυγα της Κωνσταντινούπολης : μεγαλεπήβολο όραμα ή προοίμιο γεωπολιτικών αλλαγών ;
Turkish Prime Minister Recep Tayyip Erdoğan announced Wednesday that he plans to build a major new water channel connecting the Black Sea and Marmara Sea to reduce traffic on the heavily congested Bosphorus.
The “Istanbul Canal” would cut through the city’s European side, measuring 40 to 50 kilometers long, about 150 meters wide and 25 meters deep, Erdoğan told a packed and raucous crowd that had assembled at the Istanbul Congress Center to hear the prime minister announce his long-secret “crazy project” for Istanbul.
More than 1,000 people – most of them members of Erdoğan’s ruling Justice and Development Party, or AKP – attended the speech, often interrupting the prime minister to shout out his praises and chant slogans like “Turkey is proud of you.”
In his speech, Erdoğan talked about his “dreams” for Istanbul, making comparisons with the dreams of people such as Fatih Sultan Mehmet, the conqueror of the city, and prominent 16th-century Ottoman architect Sinan before unveiling his plan for the second strait.
“There have been always big dreams behind the big steps and big victories in history. And now we have a dream for our nation and Istanbul. We are rolling up our sleeves for ‘Kanal Istanbul,’ one of the greatest projects of the century that will outshine the Panama and Suez canals,” Erdoğan told the audience.
The project, he said, will transform Istanbul’s geography into “two peninsulas and one island.”
Erdoğan said the preliminary studies and the drawing up of the project are expected to take two years, starting after the general election in June. The expected completion date is 2023.
The prime minister declined to disclose either the exact location for the waterway or its estimated cost. “This is a secret; I won’t give this information in order to avoid speculations,” he said, adding that “financing will not be a problem.”
Residential and business areas, complete with an airport that would be Istanbul’s third, will be built on the banks of the new waterway, he said.
“There will be income coming from the housing and residential areas as well as the highways around the canal,” Erdoğan said.
140 million tons of oil
The prime minister said the project aims to minimize the threat posed to the city by the transportation of hazardous materials on tankers through the narrow, 30-kilometer-long Bosphorus Strait.
“One of the main objectives is to reduce traffic through the Bosphorus and minimize the environmental threat,” he said.
According to Erdoğan, ships carry 140 million tons of oil, 4 million tons of liquefied petroleum gas and 3 million tons of chemicals through the Bosphorus annually, threatening the nearly 2 million people living and working on the banks of the waterway.
The Bosphorus, which bisects Istanbul, is the world’s fourth busiest waterway, and together with the Dardanelles Strait, connects the Black Sea to the Mediterranean. It is difficult to navigate because of its sinuous geography and treacherous currents.
Erdoğan said the new channel would afford the daily passage of up to 160 vessels, including the largest ships, and would have bridges to allow car traffic.
Critics cautious on project
“I wouldn’t say it is a ‘crazy’ project [as the prime minister calls it]. This is a century-old idea,” Korhan Gümüş, an architect and chairman of the Human Settlement Association, told the Hürriyet Daily News & Economic Review on Wednesday, adding that he did not expect such a project to relieve Istanbul’s traffic problems.
“I still do not understand the purpose of the project. Do we want to change the geography?” asked Gümüş, emphasizing that the prime minister has not shared enough details on the plan and its economic and other costs to call it a “project.”
“Rather than a project, just a will [to do something] has been expressed,” Gümüş said. “The ‘project’ might even be thought of as a plan to increase the value of land in the area where the waterway is planned to be built.”
Gümüş also expressed his reservations on the identity of the project team being kept secret. “This is a large and serious urban project and the public has the right to know the team that prepared it,” he said. “Such a project may not come to life just because the prime minister says so. It must be debated and developed in a more systematic way.”
“It is crucial to see the reason why such a project would be realized,” Orhan Demir, a member of the Istanbul City Planners Chamber, told the Daily News on Wednesday. He added that if the main aim is to decrease the number of tankers passing through the Bosphorus, this would not be a good justification.
“There are already alternative projects aiming to decrease traffic in the strait, such as oil pipeline projects,” said Demir.
Mehmet Gürkan, a city planner and deputy secretary general of the Istanbul 2010 European Capital of Culture agency disagreed with the critics, calling Erdoğan’s plan a very important project for the region.
“I believe it will relieve the excessive sea traffic through the Bosphorus Strait,” Mehmet Gürkan told the Daily News on Wednesday.
The project is crucial regarding protection of the settled areas surrounding the Bosphorus strait, according to Gürkan, who added, however, that further details of the project have to be revealed in order to assess its positive and negative points.
Source : Hurriyet Daily News
The “Istanbul Canal” would cut through the city’s European side, measuring 40 to 50 kilometers long, about 150 meters wide and 25 meters deep, Erdoğan told a packed and raucous crowd that had assembled at the Istanbul Congress Center to hear the prime minister announce his long-secret “crazy project” for Istanbul.
More than 1,000 people – most of them members of Erdoğan’s ruling Justice and Development Party, or AKP – attended the speech, often interrupting the prime minister to shout out his praises and chant slogans like “Turkey is proud of you.”
In his speech, Erdoğan talked about his “dreams” for Istanbul, making comparisons with the dreams of people such as Fatih Sultan Mehmet, the conqueror of the city, and prominent 16th-century Ottoman architect Sinan before unveiling his plan for the second strait.
“There have been always big dreams behind the big steps and big victories in history. And now we have a dream for our nation and Istanbul. We are rolling up our sleeves for ‘Kanal Istanbul,’ one of the greatest projects of the century that will outshine the Panama and Suez canals,” Erdoğan told the audience.
The project, he said, will transform Istanbul’s geography into “two peninsulas and one island.”
Erdoğan said the preliminary studies and the drawing up of the project are expected to take two years, starting after the general election in June. The expected completion date is 2023.
The prime minister declined to disclose either the exact location for the waterway or its estimated cost. “This is a secret; I won’t give this information in order to avoid speculations,” he said, adding that “financing will not be a problem.”
Residential and business areas, complete with an airport that would be Istanbul’s third, will be built on the banks of the new waterway, he said.
“There will be income coming from the housing and residential areas as well as the highways around the canal,” Erdoğan said.
140 million tons of oil
The prime minister said the project aims to minimize the threat posed to the city by the transportation of hazardous materials on tankers through the narrow, 30-kilometer-long Bosphorus Strait.
“One of the main objectives is to reduce traffic through the Bosphorus and minimize the environmental threat,” he said.
According to Erdoğan, ships carry 140 million tons of oil, 4 million tons of liquefied petroleum gas and 3 million tons of chemicals through the Bosphorus annually, threatening the nearly 2 million people living and working on the banks of the waterway.
The Bosphorus, which bisects Istanbul, is the world’s fourth busiest waterway, and together with the Dardanelles Strait, connects the Black Sea to the Mediterranean. It is difficult to navigate because of its sinuous geography and treacherous currents.
Erdoğan said the new channel would afford the daily passage of up to 160 vessels, including the largest ships, and would have bridges to allow car traffic.
Critics cautious on project
“I wouldn’t say it is a ‘crazy’ project [as the prime minister calls it]. This is a century-old idea,” Korhan Gümüş, an architect and chairman of the Human Settlement Association, told the Hürriyet Daily News & Economic Review on Wednesday, adding that he did not expect such a project to relieve Istanbul’s traffic problems.
“I still do not understand the purpose of the project. Do we want to change the geography?” asked Gümüş, emphasizing that the prime minister has not shared enough details on the plan and its economic and other costs to call it a “project.”
“Rather than a project, just a will [to do something] has been expressed,” Gümüş said. “The ‘project’ might even be thought of as a plan to increase the value of land in the area where the waterway is planned to be built.”
Gümüş also expressed his reservations on the identity of the project team being kept secret. “This is a large and serious urban project and the public has the right to know the team that prepared it,” he said. “Such a project may not come to life just because the prime minister says so. It must be debated and developed in a more systematic way.”
“It is crucial to see the reason why such a project would be realized,” Orhan Demir, a member of the Istanbul City Planners Chamber, told the Daily News on Wednesday. He added that if the main aim is to decrease the number of tankers passing through the Bosphorus, this would not be a good justification.
“There are already alternative projects aiming to decrease traffic in the strait, such as oil pipeline projects,” said Demir.
Mehmet Gürkan, a city planner and deputy secretary general of the Istanbul 2010 European Capital of Culture agency disagreed with the critics, calling Erdoğan’s plan a very important project for the region.
“I believe it will relieve the excessive sea traffic through the Bosphorus Strait,” Mehmet Gürkan told the Daily News on Wednesday.
The project is crucial regarding protection of the settled areas surrounding the Bosphorus strait, according to Gürkan, who added, however, that further details of the project have to be revealed in order to assess its positive and negative points.
Source : Hurriyet Daily News
Αναρτήθηκε από
Ελληνιστικά κράτη
στις
4/28/2011 10:36:00 μ.μ.
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Οι γεωγραφικές αντιφάσεις και οι γεωπολιτικές παρερμηνείες Νταβούτογλου για Δωδεκάνησα
Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΑΝ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ Καθηγητού Πανεπιστημίου
Οι αποδείξεις στη διατριβή «Το στρατηγικό βάθος. Η διεθνής θέση της Τουρκίας»
Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας στο βιβλίο του (ενότητα «Το Αιγαίο και η Κύπρος», σελ. 266-267) γράφει ότι όλο το Αιγαίο κείται, όπως και η Κύπρος, στην Ανατολική Μεσόγειο, όταν αναφέρεται σε «ζητήματα όπως του Αιγαίου και της Κύπρου, που περιλαμβάνονται στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου…».
Στις πρόσφατες όμως δηλώσεις του στην «Καθημερινή» κάνει άλλες γεωγραφικές προσεγγίσεις, ότι ειδικά το Καστελλόριζο, κατʼ αυτόν, είναι εκτός Αιγαίου, αλλά εντός της Ανατολικής Μεσογείου. Τώρα το Αιγαίο έπαψε να «περιλαμβάνεται στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου».
Διερωτώμεθα: Πώς είναι δυνατόν όλο το Αιγαίο να είναι Ανατολική Μεσόγειος, αφενός, και ένα επιμέρους νησί του Νοτίου Αιγαίου, το Καστελλόριζο, να είναι εκτός Αιγαίου, αλλά εντός της Ανατολικής Μεσογείου, αφετέρου; Εν τω μεταξύ, ο ίδιος πάλι στο Αιγαίο ταξινομεί και «την ομάδα των Δωδεκανήσων και του Νοτίου Αιγαίου». Γράφει: «Τα νησιά του Αιγαίου ταξινομούνται σε έξι βασικές ομάδες-νησιά: του Βορείου Αιγαίου, των Βορείων Σποράδων, των Κυκλάδων, του Ανατολικού Αιγαίου, των Δωδεκανήσων και του Νοτίου Αιγαίου…» (σελ. 268 της ενότητος «Ο θαλάσσιος ζωτικός χώρος και το Αιγαίο», σελ. 267-274, όπου πολλά ενδιαφέροντα).
Προφανώς, όταν διατύπωνε τα παραπάνω ο κ. καθηγητής-ΥΠΕΞ δεν είχε προβλέψει, παρόλη τη διορατικότητα και την προβλεπτική ικανότητά του, τη γεωπολιτική σκοπιμότητα της σήμερον στην περιοχή, σε σχέση με τις ΑΟΖ, ώστε από τότε να εξαιρέσει το Καστελλόριζο από το όλο δωδεκανησιακό αιγαιακό σύμπλεγμα, εμφανίζοντάς το ως Αν. Μεσόγειο, αλλά και να θέσει το Αιγαίο όλο σαφώς εκτός Αν. Μεσογείου. Για να μπορεί να ξεμυτίζει εκεί η Τουρκία, με διεκδικητική ΑΟΖ, διασπαστική της ενιαίας ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδος, Κύπρου και Ισραήλ.
Πάντως, ουδείς αξιόπιστος γεωπολιτικός χάρτης, σε ανύποπτο χρόνο, θέτει το Καστελλόριζο εκτός Δωδεκανήσων και Νοτίου Αιγαίου, αλλά εντός Αν. Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των χαρτών που το 1932 συνόδευαν τα πρωτόκολλα που υπογράφηκαν μεταξύ Τουρκίας και Ιταλίας, αλλά και των ομοίων κατά την εκχώρηση του όλου συμπλέγματος των Δωδεκανήσων από την Ιταλία στην Ελλάδα το 1947. Με βάση τους επισήμους αυτούς χάρτες, στο πρώτο άρθρο του νόμου της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής «Περί προσαρτήσεως της Δωδεκανήσου εις την Ελλάδα» γράφονται τα εξής: «Αι Νήσοι της Δωδεκανήσου, Ρόδος, Κάλυμνος, Αστυπάλαια, Νίσυρος, Πάτμος, Χάλκη, Κάσος, Σύμη, Κως, Λέρος, Καστελλόριζο, ως και αι παρακείμεναι νησίδες, είναι προσηρτημέναι εις το Ελληνικόν Κράτος από της 28ης Οκτωβρίου 1947».
Όχι δε μόνο οι γεωπολιτικοί, αλλά κατʼ εξοχήν και οι γεωεκκλησιαστικοί χάρτες του ίδιου συμπλέγματος νησιών, υπό τον όρο «Δωδεκάνησα» περιλαμβάνουν, στηριζόμενοι σε γεωιστορικά, γεωπολιτικά και πολιτισμικά σαφή δεδομένα, ανυπερθέτως, κατά τα κανονικά θέσμια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το Καστελλόριζο είτε στη Μητρόπολη Ρόδου είτε σήμερα στη Μητρόπολη Σύμης, με τα νησιά Σύμη, Τήλο, Χάλκη και Μεγίστη (Καστελλόριζο). Ο δε Μητροπολίτης Σύμης σήμερα τιτλοφορείται «υπέρτιμος και έξαρχος Νοτίου Αιγαίου Πελάγους».
5. Μας καθησυχάζει πάντως ο κ. ΥΠΕΞ ότι, εντούτοις, το Καστελλόριζο είναι ελληνική επικράτεια. Στο βάθος όμως το στρατηγικό του με το διορατικό και διεισδυτικό βλέμμα του, εποφθαλμιά –και οσφραίνεται όπως η γάτα το ψάρι– όλα τα Δωδεκάνησα όταν γράφει επί λέξει ότι «θα πρέπει να αυξηθεί η εξάρτηση των Δωδεκανήσων από τη μικρασιατική ηπειρωτική πλάκα» (σελ. 235). Πώς όμως; Με σεισμική δόνηση; Με τσουνάμι; Με γέφυρες; Με το εμπόριο; Με τον τουρισμό κ.λπ.;
6. Πολύ δε περισσότερο θα επιθυμούσε όλο το Αιγαίο υπό τον άμεσο εναγκαλισμό-ζώνη επιρροής της πατρίδος του, ως οιονεί περιφερειακής δυνάμεως, όταν γράφει ωσαύτως τα εξής επί λέξει: «Αυτή η θάλασσα-πέρασμα… παρουσιάζει μια πολύπλοκη δομή στο εσωτερικό της, αποτελούμενη από χιλιάδες νησιά, νησίδες και βραχονήσια… Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των νησιών του Αιγαίου βρίσκεται υπό ελληνική κυριαρχία αποτελεί το σημαντικότερο αδιέξοδο της πολιτικής της εγγύς θαλάσσιας περιοχής της Τουρκίας. Η βασική πηγή προβλήματος στο Αιγαίο είναι η αγεφύρωτη αντίφαση μεταξύ της γεωλογικής και γεωπολιτικής πραγματικότητας και του ισχύοντος καθεστώτος. Το γεγονός ότι τα νησιά του Αιγαίου είναι φυσική προέκταση της γεωλογικής δομής της Χερσονήσου της Μικράς Ασίας και το ότι ο πολιτικός διαχωρισμός που έχει προκύψει, σε αντίθεση με τις γεωπολιτικές αναγκαιότητες, με τις διεθνείς συνθήκες έχει προσκυρωθεί υπέρ της Ελλάδας παρέχουν το κατάλληλο έδαφος για να αναφύονται διάφορα ζητήματα, όπως η υφαλοκρηπίδα, τα χωρικά ύδατα, ο εναέριος χώρος, η ζώνη FIR, τα πεδία διοικήσεως και ελέγχου και ο εξοπλισμός των νησιών. Η εγγύτητα ενός σημαντικού μέρους των ελληνικών νησιών στη μικρασιατική ακτή σε τέτοιο βαθμό… αξιολογείται από την Τουρκία ως ένα πολύ σοβαρό κενό ασφαλείας» (σελ. 268).
Τα ανωτέρω προς ενημέρωση και προβληματισμό των αρμοδίων του ΥΠΕΞ και της ευαίσθητης κοινής γνώμης. Ευχαριστούμε δε τον καθηγητή-συγγραφέα γιατί μας εξομολογείται το ντέρτι του και μας ανοίγει τα μάτια.
Source : TO ΠΑΡΟΝ
Οι αποδείξεις στη διατριβή «Το στρατηγικό βάθος. Η διεθνής θέση της Τουρκίας»
Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας στο βιβλίο του (ενότητα «Το Αιγαίο και η Κύπρος», σελ. 266-267) γράφει ότι όλο το Αιγαίο κείται, όπως και η Κύπρος, στην Ανατολική Μεσόγειο, όταν αναφέρεται σε «ζητήματα όπως του Αιγαίου και της Κύπρου, που περιλαμβάνονται στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου…».
Στις πρόσφατες όμως δηλώσεις του στην «Καθημερινή» κάνει άλλες γεωγραφικές προσεγγίσεις, ότι ειδικά το Καστελλόριζο, κατʼ αυτόν, είναι εκτός Αιγαίου, αλλά εντός της Ανατολικής Μεσογείου. Τώρα το Αιγαίο έπαψε να «περιλαμβάνεται στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου».
Διερωτώμεθα: Πώς είναι δυνατόν όλο το Αιγαίο να είναι Ανατολική Μεσόγειος, αφενός, και ένα επιμέρους νησί του Νοτίου Αιγαίου, το Καστελλόριζο, να είναι εκτός Αιγαίου, αλλά εντός της Ανατολικής Μεσογείου, αφετέρου; Εν τω μεταξύ, ο ίδιος πάλι στο Αιγαίο ταξινομεί και «την ομάδα των Δωδεκανήσων και του Νοτίου Αιγαίου». Γράφει: «Τα νησιά του Αιγαίου ταξινομούνται σε έξι βασικές ομάδες-νησιά: του Βορείου Αιγαίου, των Βορείων Σποράδων, των Κυκλάδων, του Ανατολικού Αιγαίου, των Δωδεκανήσων και του Νοτίου Αιγαίου…» (σελ. 268 της ενότητος «Ο θαλάσσιος ζωτικός χώρος και το Αιγαίο», σελ. 267-274, όπου πολλά ενδιαφέροντα).
Προφανώς, όταν διατύπωνε τα παραπάνω ο κ. καθηγητής-ΥΠΕΞ δεν είχε προβλέψει, παρόλη τη διορατικότητα και την προβλεπτική ικανότητά του, τη γεωπολιτική σκοπιμότητα της σήμερον στην περιοχή, σε σχέση με τις ΑΟΖ, ώστε από τότε να εξαιρέσει το Καστελλόριζο από το όλο δωδεκανησιακό αιγαιακό σύμπλεγμα, εμφανίζοντάς το ως Αν. Μεσόγειο, αλλά και να θέσει το Αιγαίο όλο σαφώς εκτός Αν. Μεσογείου. Για να μπορεί να ξεμυτίζει εκεί η Τουρκία, με διεκδικητική ΑΟΖ, διασπαστική της ενιαίας ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδος, Κύπρου και Ισραήλ.
Πάντως, ουδείς αξιόπιστος γεωπολιτικός χάρτης, σε ανύποπτο χρόνο, θέτει το Καστελλόριζο εκτός Δωδεκανήσων και Νοτίου Αιγαίου, αλλά εντός Αν. Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των χαρτών που το 1932 συνόδευαν τα πρωτόκολλα που υπογράφηκαν μεταξύ Τουρκίας και Ιταλίας, αλλά και των ομοίων κατά την εκχώρηση του όλου συμπλέγματος των Δωδεκανήσων από την Ιταλία στην Ελλάδα το 1947. Με βάση τους επισήμους αυτούς χάρτες, στο πρώτο άρθρο του νόμου της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής «Περί προσαρτήσεως της Δωδεκανήσου εις την Ελλάδα» γράφονται τα εξής: «Αι Νήσοι της Δωδεκανήσου, Ρόδος, Κάλυμνος, Αστυπάλαια, Νίσυρος, Πάτμος, Χάλκη, Κάσος, Σύμη, Κως, Λέρος, Καστελλόριζο, ως και αι παρακείμεναι νησίδες, είναι προσηρτημέναι εις το Ελληνικόν Κράτος από της 28ης Οκτωβρίου 1947».
Όχι δε μόνο οι γεωπολιτικοί, αλλά κατʼ εξοχήν και οι γεωεκκλησιαστικοί χάρτες του ίδιου συμπλέγματος νησιών, υπό τον όρο «Δωδεκάνησα» περιλαμβάνουν, στηριζόμενοι σε γεωιστορικά, γεωπολιτικά και πολιτισμικά σαφή δεδομένα, ανυπερθέτως, κατά τα κανονικά θέσμια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το Καστελλόριζο είτε στη Μητρόπολη Ρόδου είτε σήμερα στη Μητρόπολη Σύμης, με τα νησιά Σύμη, Τήλο, Χάλκη και Μεγίστη (Καστελλόριζο). Ο δε Μητροπολίτης Σύμης σήμερα τιτλοφορείται «υπέρτιμος και έξαρχος Νοτίου Αιγαίου Πελάγους».
5. Μας καθησυχάζει πάντως ο κ. ΥΠΕΞ ότι, εντούτοις, το Καστελλόριζο είναι ελληνική επικράτεια. Στο βάθος όμως το στρατηγικό του με το διορατικό και διεισδυτικό βλέμμα του, εποφθαλμιά –και οσφραίνεται όπως η γάτα το ψάρι– όλα τα Δωδεκάνησα όταν γράφει επί λέξει ότι «θα πρέπει να αυξηθεί η εξάρτηση των Δωδεκανήσων από τη μικρασιατική ηπειρωτική πλάκα» (σελ. 235). Πώς όμως; Με σεισμική δόνηση; Με τσουνάμι; Με γέφυρες; Με το εμπόριο; Με τον τουρισμό κ.λπ.;
6. Πολύ δε περισσότερο θα επιθυμούσε όλο το Αιγαίο υπό τον άμεσο εναγκαλισμό-ζώνη επιρροής της πατρίδος του, ως οιονεί περιφερειακής δυνάμεως, όταν γράφει ωσαύτως τα εξής επί λέξει: «Αυτή η θάλασσα-πέρασμα… παρουσιάζει μια πολύπλοκη δομή στο εσωτερικό της, αποτελούμενη από χιλιάδες νησιά, νησίδες και βραχονήσια… Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των νησιών του Αιγαίου βρίσκεται υπό ελληνική κυριαρχία αποτελεί το σημαντικότερο αδιέξοδο της πολιτικής της εγγύς θαλάσσιας περιοχής της Τουρκίας. Η βασική πηγή προβλήματος στο Αιγαίο είναι η αγεφύρωτη αντίφαση μεταξύ της γεωλογικής και γεωπολιτικής πραγματικότητας και του ισχύοντος καθεστώτος. Το γεγονός ότι τα νησιά του Αιγαίου είναι φυσική προέκταση της γεωλογικής δομής της Χερσονήσου της Μικράς Ασίας και το ότι ο πολιτικός διαχωρισμός που έχει προκύψει, σε αντίθεση με τις γεωπολιτικές αναγκαιότητες, με τις διεθνείς συνθήκες έχει προσκυρωθεί υπέρ της Ελλάδας παρέχουν το κατάλληλο έδαφος για να αναφύονται διάφορα ζητήματα, όπως η υφαλοκρηπίδα, τα χωρικά ύδατα, ο εναέριος χώρος, η ζώνη FIR, τα πεδία διοικήσεως και ελέγχου και ο εξοπλισμός των νησιών. Η εγγύτητα ενός σημαντικού μέρους των ελληνικών νησιών στη μικρασιατική ακτή σε τέτοιο βαθμό… αξιολογείται από την Τουρκία ως ένα πολύ σοβαρό κενό ασφαλείας» (σελ. 268).
Τα ανωτέρω προς ενημέρωση και προβληματισμό των αρμοδίων του ΥΠΕΞ και της ευαίσθητης κοινής γνώμης. Ευχαριστούμε δε τον καθηγητή-συγγραφέα γιατί μας εξομολογείται το ντέρτι του και μας ανοίγει τα μάτια.
Source : TO ΠΑΡΟΝ
Αναρτήθηκε από
Ελληνιστικά κράτη
στις
4/28/2011 09:40:00 π.μ.
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Τετάρτη 27 Απριλίου 2011
Η επιστροφή της Γαλλίας στην Αφρική ( κείμενο στα αγγλικά)
How difficult is it to erase one’s past as a colonial power? Tunisia has been independent for 55 years, and Côte d’Ivoire for 51 years, yet France is once more playing a decisive role in these countries. Naturally, many Africans are unconvinced that France is acting only to defend the lives of a few thousand of its citizens, rather than its economic and strategic interests, which are negligible for the former and null for the latter.
The damage that slavery and colonialism inflicted in these countries has left a powerful legacy. And, though they have been handling their own business for decades, France still has a duty of friendship that forbids it to forget and requires it to adopt a certain mode of conduct.
Côte d’Ivoire enjoys large agricultural wealth (along with gold, diamonds, and iron); Tunisia possesses large phosphate deposits; Libya has oil; and all three have a relatively moderate climate. But none experienced economic takeoff at independence. Why?
The French historian and sociologist Emmanuel Todd has argued that, everywhere in the world, economic takeoff usually occurs 60-70 years after 50% of the population achieves literacy. Moreover, the higher the average age of marriage for women, the faster literacy spreads. The more time a woman has had to live alone and acquire knowledge, the stronger her desire and capacity to pass it on to her children.
Northern Germany and southern Scandinavia were the first regions to experience mass literacy, which was followed by faster economic development a few decades later. These are places where women’s average age at marriage has been around 23 for some time. In the Arab world and most of Africa, women marry, on average, at around 15.
Tunisia, Egypt, and Libya are three clear cases of massive popular anger against economic underdevelopment and the dictatorships that were justifiably blamed for it. The major difference between the three is that in Tunisia and Egypt, economic development had gone far enough to give rise to a small trading and salaried middle class, which initiated the rebellions and whose members were sufficient in number to succeed – at least in deposing the dictators.
Libya is entirely different. The anger there, fueled by misery and insufficient food, is popular, not bourgeois. The forces of resistance are too limited, while the military – a key tool of social advancement for the poor – remains in the hands of the dictatorship. The rebellion could not succeed by itself; from the start, terrible and bloody repression was to be expected.
Côte d’Ivoire looks nothing like North Africa: its troubles are purely local, ethnic, and religious. The Republic’s first president, Félix Houphouet-Boigny, was elected at independence in 1960 and remained in office until he died in 1993 – always careful to construct governments with representatives from all the tribes, and with a balance between southern Catholics and northern Muslims.
Houphouet-Boigny’s successor, Henri Konan Bédié, had neither his talent nor his courage. Bédié founded his power on the country’s Catholics and his government on tribal membership. And he invented a legitimizing concept of Ivorian identity (Ivoirité), which was largely meant to disqualify northern Muslims as foreigners, because their tribes extended into Mali and Burkina Faso.
This policy ignited a latent conflict, with a military coup in 1999 putting General Robert Gueï in power. But Gueï lasted only three years, with his assassination in 2002 setting the country’s conflicting sides on a path to civil war.
In this tense climate, the northern candidate, Alassane Ouattara, a Muslim and former senior official at the International Monetary Fund, was denied the right to run in the 2005 presidential election. The winner, the southerner Laurent Gbagbo, then refused to concede his defeat by Ouattara in 2010, leading to violent conflict and fear of a long and potentially genocidal civil war.
In both Libya and Côte d’Ivoire, massacres of civilians were foreseeable. In both cases, the question in Paris and other capitals was whether to intervene. And in both cases, France had an obvious interest in not intervening, in order to erase its colonial past (more so in Côte d’Ivoire than in Libya, where Italy had been the European colonizer). But tens of thousands of French citizens live in Côte d’Ivoire. France had to protect them.
In Libya, Col. Muammar el-Qaddafi’s wanton violence brought the situation firmly under the purview of the United Nations Security Council and the UN’s recently proclaimed “responsibility to protect” civilians threatened by their own governments. Libyan civilians are now under the protection of international law. Only an international decision could have accomplished this. Indeed, Lebanon’s vote for military intervention in Libya not only enhances its legitimacy, but also raises the suspicion that even Iran condemns Qaddafi’s brutality.
Once the decision to intervene was taken, France, with the largest armed forces in the Mediterranean, alas became the most visible of the intervening countries – with few others capable of joining it, the United Kingdom, and the United States. Unfortunately, international solidarity for the armed protection of endangered populations does not yet really exist.
The danger is that in much of Africa, former imperialists are suspected of being imperialists still, which could make the development of international law appear to be a mere power play. This is even clearer in Côte d’Ivoire: it is the UN that explicitly demanded that France, the only foreign presence, implement the resolution that ratified Ouattara as the elected president and Gbagbo as the usurper. France did the job rather well, leaving, for example, the arrest of Gbagbo to Quattara’s forces. Civil war was averted.
It is, in fact, pure stupidity to believe that France is trying to restore its defunct empire. Defunct imperialisms no longer make sense. Today’s real problems are vastly different from when colonial empires held sway, and they need to be dealt with in a non-imperialist fashion. So what is really needed nowadays is for the world public to become convinced of the need for an effective international watchdog for peace and human rights.
Michel Rocard is a former Prime Minister of France and a former leader of the Socialist Party.
Source : novinite
The damage that slavery and colonialism inflicted in these countries has left a powerful legacy. And, though they have been handling their own business for decades, France still has a duty of friendship that forbids it to forget and requires it to adopt a certain mode of conduct.
Côte d’Ivoire enjoys large agricultural wealth (along with gold, diamonds, and iron); Tunisia possesses large phosphate deposits; Libya has oil; and all three have a relatively moderate climate. But none experienced economic takeoff at independence. Why?
The French historian and sociologist Emmanuel Todd has argued that, everywhere in the world, economic takeoff usually occurs 60-70 years after 50% of the population achieves literacy. Moreover, the higher the average age of marriage for women, the faster literacy spreads. The more time a woman has had to live alone and acquire knowledge, the stronger her desire and capacity to pass it on to her children.
Northern Germany and southern Scandinavia were the first regions to experience mass literacy, which was followed by faster economic development a few decades later. These are places where women’s average age at marriage has been around 23 for some time. In the Arab world and most of Africa, women marry, on average, at around 15.
Tunisia, Egypt, and Libya are three clear cases of massive popular anger against economic underdevelopment and the dictatorships that were justifiably blamed for it. The major difference between the three is that in Tunisia and Egypt, economic development had gone far enough to give rise to a small trading and salaried middle class, which initiated the rebellions and whose members were sufficient in number to succeed – at least in deposing the dictators.
Libya is entirely different. The anger there, fueled by misery and insufficient food, is popular, not bourgeois. The forces of resistance are too limited, while the military – a key tool of social advancement for the poor – remains in the hands of the dictatorship. The rebellion could not succeed by itself; from the start, terrible and bloody repression was to be expected.
Côte d’Ivoire looks nothing like North Africa: its troubles are purely local, ethnic, and religious. The Republic’s first president, Félix Houphouet-Boigny, was elected at independence in 1960 and remained in office until he died in 1993 – always careful to construct governments with representatives from all the tribes, and with a balance between southern Catholics and northern Muslims.
Houphouet-Boigny’s successor, Henri Konan Bédié, had neither his talent nor his courage. Bédié founded his power on the country’s Catholics and his government on tribal membership. And he invented a legitimizing concept of Ivorian identity (Ivoirité), which was largely meant to disqualify northern Muslims as foreigners, because their tribes extended into Mali and Burkina Faso.
This policy ignited a latent conflict, with a military coup in 1999 putting General Robert Gueï in power. But Gueï lasted only three years, with his assassination in 2002 setting the country’s conflicting sides on a path to civil war.
In this tense climate, the northern candidate, Alassane Ouattara, a Muslim and former senior official at the International Monetary Fund, was denied the right to run in the 2005 presidential election. The winner, the southerner Laurent Gbagbo, then refused to concede his defeat by Ouattara in 2010, leading to violent conflict and fear of a long and potentially genocidal civil war.
In both Libya and Côte d’Ivoire, massacres of civilians were foreseeable. In both cases, the question in Paris and other capitals was whether to intervene. And in both cases, France had an obvious interest in not intervening, in order to erase its colonial past (more so in Côte d’Ivoire than in Libya, where Italy had been the European colonizer). But tens of thousands of French citizens live in Côte d’Ivoire. France had to protect them.
In Libya, Col. Muammar el-Qaddafi’s wanton violence brought the situation firmly under the purview of the United Nations Security Council and the UN’s recently proclaimed “responsibility to protect” civilians threatened by their own governments. Libyan civilians are now under the protection of international law. Only an international decision could have accomplished this. Indeed, Lebanon’s vote for military intervention in Libya not only enhances its legitimacy, but also raises the suspicion that even Iran condemns Qaddafi’s brutality.
Once the decision to intervene was taken, France, with the largest armed forces in the Mediterranean, alas became the most visible of the intervening countries – with few others capable of joining it, the United Kingdom, and the United States. Unfortunately, international solidarity for the armed protection of endangered populations does not yet really exist.
The danger is that in much of Africa, former imperialists are suspected of being imperialists still, which could make the development of international law appear to be a mere power play. This is even clearer in Côte d’Ivoire: it is the UN that explicitly demanded that France, the only foreign presence, implement the resolution that ratified Ouattara as the elected president and Gbagbo as the usurper. France did the job rather well, leaving, for example, the arrest of Gbagbo to Quattara’s forces. Civil war was averted.
It is, in fact, pure stupidity to believe that France is trying to restore its defunct empire. Defunct imperialisms no longer make sense. Today’s real problems are vastly different from when colonial empires held sway, and they need to be dealt with in a non-imperialist fashion. So what is really needed nowadays is for the world public to become convinced of the need for an effective international watchdog for peace and human rights.
Michel Rocard is a former Prime Minister of France and a former leader of the Socialist Party.
Source : novinite
Αναρτήθηκε από
Ελληνιστικά κράτη
στις
4/27/2011 09:38:00 π.μ.
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Τρίτη 26 Απριλίου 2011
Η κρίση στην Συρία και οι Ελληνο-Συριακές σχέσεις
Του Ζαχαρία Β. Μίχα*
(Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας – ISDA)
Το ερώτημα εάν η παρούσα κρίση στη Συρία είναι προς το συμφέρον της ελληνικής πλευράς δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα. Αν και αυτό που μπορεί να γίνει είναι η καταγραφή συγκεκριμένων συμπεριφορών από την πλευρά του καθεστώτος του Μπασάρ Αλ Άσαντ, οι οποίες μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως φιλικές ή μη φιλικές απέναντι στην Ελλάδα, ο κομβικός ρόλος της Συρίας στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και οι δυνητικές επιπλοκές από ενδεχόμενη κατάρρευση του καθεστώτος, καθιστούν μια κατηγορηματική απάντηση ιδιαιτέρως παρακινδυνευμένη.
Τα δεδομένα του προβλήματος στον τομέα που φορούν πράξεις του καθεστώτος Άσαντ που έχουν αντίκτυπο στα ελληνικά εθνικά συμφέροντα έχουν ως εξής:
Μετά την υπόθεση Οτζαλάν, τον στρατιωτικό εκβιασμό της Τουρκίας απέναντι στη Συρία, την εκδίωξη του Κούρδου ηγέτη το 1999 από τη Δαμασκό της Συρίας όπου διέμενε, η οποία κατέληξε στη σύλληψή του από τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες (με τη συνδρομή δυτικών μυστικών υπηρεσιών), τη δίκη και καταδίκη του, οι σχέσεις Τουρκίας-Συρίας σταδιακά πήραν μια τελείως διαφορετική τροπή. Πλέον μπορεί να θεωρηθεί ότι οι σχέσεις των δυο χωρών ανάγονται στο στρατηγικό επίπεδο, με τη διμερή συνεργασία διαρκώς να εμβαθύνεται σε όλους τους τομείς.
Αυτή η προσέγγιση, από μόνη της, συνιστά αρνητική εξέλιξη για την ελληνική εξωτερική πολιτική, αφού το καθεστώς του Μπασάρ Αλ Άσαντ, πλέον, έχει επενδύσει στις σχέσεις με την Άγκυρα με ότι αυτό σημαίνει για τις σχέσεις Αθήνας-Δαμασκού. Ένα βασικό πρόβλημα που έχει ανακύψει είναι η πίεση της Τουρκίας στη Συρία κατά τρόπον που να εξυπηρετείται το τουρκικό εθνικό συμφέρον, με τα παρακάτω αποτελέσματα:
Συρία και Τουρκία συμφώνησαν για την ακτοπλοϊκή σύνδεση της πρώτης με τα κατεχόμενα στην Κύπρο, μια εντελώς αδιανόητη εξέλιξη επί καθεστώτος Χάφεζ Αλ Άσαντ, ιστορικού ηγέτη της Συρίας, πατέρα του Μπασάρ, ο οποίος βέβαια θεωρούσε την Τουρκία ως αντίπαλο, δεδομένης της εδαφικής διαφοράς των δυο πλευρών για την περιοχή του Χατάι (Αλεξανδρέττα). Η περσινή επίσκεψη του Μπασάρ Αλ Άσαντ στην Κυπριακή Δημοκρατία, μάλλον έφερε πενιχρά αποτελέσματα, κάτι αναμενόμενο, δεδομένων των συμφερόντων και της αλλαγής προσανατολισμού της Δαμασκού.
Το συριακό καθεστώς προχώρησε στην αναγνώριση της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) με το συνταγματικό της όνομα («Δημοκρατία της Μακεδονίας»), καθιστάμενη 129η χώρα που το πράττει, σε μια ακόμη μη φιλική ενέργεια απέναντι στην Ελλάδα.
Ωστόσο, θα πρέπει να συνυπολογιστεί το κοινό πρόβλημα Τουρκίας, Συρίας, Ιράκ και Ιράν, που συνιστούν οι κουρδικοί πληθυσμοί στις χώρες αυτές και μάλιστα σε γεωγραφική συνέχεια, με αποτέλεσμα η προοπτική ανεξαρτητοποίησής τους να σηματοδοτεί την ίδρυση κουρδικού κράτους. Η κοινή αυτή απειλή αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες που οδηγεί σε προσέγγιση, τακτικής έστω φύσεως, την Τουρκία με τη Συρία, ενώ προσφάτως καταγράφηκαν στρατιωτικές ενέργειες της Τεχεράνης στις δικές της κουρδικές περιοχές, ακόμα και σε αυτές του Ιράκ. Η αναστάτωση που επικρατεί στις κουρδικές περιοχές της Συρίας προκαλούν φόβο στην Άγκυρα ενδεχόμενης διάχυσής τους και σε τουρκικό έδαφος.
Κατά συνέπεια, υπολογίζοντας μόνο τους ως άνω αναφερθέντες παράγοντες (καθότι το υπό εξέταση πρόβλημα έχει πολλές ακόμη παραμέτρους, οι οποίες αφορούν γενικότερα στη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής και την αυξομείωση της πιθανότητας στρατιωτικών συγκρούσεων οι οποίες θα επηρεάσουν τα συμφέροντα της Ελλάδας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο), η ελληνική πλευρά για να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα του τι συμφέρει και τι όχι τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, θα πρέπει να διαθέτει ξεκάθαρη άποψη περί του τι συνεπάγεται γι’ αυτά ενδεχόμενη ίδρυση κουρδικού κράτους.
Εάν πρόκειται η Τουρκία να προσανατολιστεί στα ανατολικά και να επικρατήσει ηρεμία στο δυτικό της μέτωπο με την Ελλάδα, τότε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η αναταραχή στην περιοχή σε τακτικό επίπεδο μας εξυπηρετεί, έστω σε τακτικό επίπεδο, καθώς «αγοράζουμε» χρόνο αποκατάστασης των όποιων προβλημάτων στη στρατιωτική ισορροπία στο Αιγαίο.
Η ελληνική στάση βέβαια δε παραπέμπει σε κράτος το οποίο αναζητά χρόνο για τη στρατιωτική του ενίσχυση σε μεταγενέστερο χρόνο όταν και αν η οικονομική κατάσταση το επιτρέψει. Μάλλον, η Αθήνα δείχνει διατεθειμένη να βυθιστεί περισσότερο στον «ύπνο» πείθοντας εαυτόν ότι όλα βαίνουν καλώς και ξεχνώντας ότι οι προθέσεις αλλάζουν σε μια στιγμή, ενώ οι στρατιωτικές δυνατότητες απαιτούν χρόνο, χρήμα, μέσα και εκπαίδευση.
Οι εξελίξεις δείχνουν ότι παραπλανητική στοχοποίηση των αμυντικών δαπανών ως αίτιο του οικονομικού αδιεξόδου της χώρας, με στόχο την απόκρυψη ή υποβάθμιση άλλων θυλάκων της δημόσιας διοίκησης όπου η κακοδιαχείριση, η σπατάλη και η διαφθορά βασίλευαν, θα συνεχίσει να υφίσταται, μέχρις ότου η χώρα αντιμετωπίσει «νέα Ίμια» κάποιας μορφής, τεθεί προ νέων τετελεσμένων, και αποφασίσει εκ των υστέρων τη στρατιωτική της ενίσχυση, αφού έχει προηγηθεί η μετατροπή της στρατιωτικής ηγεσία σε εξιλαστήριο θύμα. Εάν δε, κληθεί να υπερασπίσει στρατιωτικά τα συμφέροντά της, με ότι καλύτερο και πιο σύγχρονο οπλικό σύστημα διαθέτει, αυτό θα το πράξει στηριζόμενη σε όσα αποκτήθηκαν την εποχή η οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή – και καλώς βρίσκεται – στο στόχαστρο της εισαγγελικής έρευνας.
Αυτά αναφέρθηκαν για να επιστρέψουμε στο κεντρικό ερώτημα της ανάλυσης, ώστε να προβούμε στον δέοντα σχολιασμό: Μια χώρα – επιτομή του παραλόγου, με χαρακτηριστικό έλλειμμα πολιτικής ηγεσίας, οράματος και με ελλιπή συναίσθηση της διεθνούς πραγματικότητας, στο κατώφλι της χρεοκοπίας. Με «προσωποπαγή» ως συνήθως εξωτερική πολιτική, χωρίς θεσμούς παραγωγής και δημόσια συζήτηση του τι συνιστά και τι όχι εθνικό συμφέρον, μάλλον μετατρέπει σε χιούμορ τα συζήτηση περί του ποιες εξελίξεις συμφέρουν και ποιες όχι τη χώρα.
Τα πάντα στις διεθνείς σχέσεις έχουν σχετικό χαρακτήρα. Τίποτε δεν είναι απόλυτα καλό ή απόλυτα κακό. Οι χώρες, με άξονα την εξωτερική τους πολιτική, απλώς οφείλουν να εργάζονται ώστε να καθοδηγήσουν τις εξελίξεις κατά τρόπον συμβατό με τα εθνικά τους συμφέροντα. Αυτή είναι μια εργώδης και διαρκής προσπάθεια και σίγουρα δεν χαρακτηρίζει κράτη των οποίων η εξωτερική πολιτική απλώς περιορίζεται στο να αντιδρά σε εξωτερικά ερεθίσματα, σε μια προσπάθεια να αποτραπούν συνήθως τα χειρότερα. Κράτη τα οποία συνηθίζουν να «κουκουλώνουν» το όποιο πρόβλημα, προσποιούμενα ότι δε συμβαίνει τίποτα, αρκεί η «καυτή πατάτα» να βρίσκεται στα χέρια της επόμενης κυβέρνησης, όταν ένα πρόβλημα μετεξελιχθεί σε κρίση.
Είναι πλέον στο χέρι του καθενός να σκεφτεί σε ποια κατηγορία χωρών κατατάσσει την Ελλάδα. Αν και όσα περιγράφηκαν παραπάνω, ως μεθοδολογία σκέψης και πράξης, θυμίζουν υπερβολικά όσα οδήγησαν τη χώρα στο κατώφλι της χρεοκοπίας. Όσο πλησίαζαν οι εκλογές, τόσο τα δανεικά όδευαν στην κατανάλωση και σε όσους πίεζαν. Στη συνέχεια, αναλάμβανε ο επόμενος να εξηγήσει, αρχικά, ότι παρέλαβε και αυτός «καμένη γη», να πάρει κάποια αποσπασματικά μέτρα, να συγκρουστεί για λίγο με τα συνδικάτα και τους απεργούς, μέχρι να πλησιάσει η επόμενη εκλογική αναμέτρηση και να ακολουθήσει τη «συνταγή» του προκατόχου, σε μια προσπάθεια αύξησης των πιθανοτήτων επανεκλογής. Για να διαπιστώσουμε στο τέλος τραυματικά, ότι κεκτημένα απλώς δεν υφίστανται σε χρεοκοπημένες χώρες.
Τα ίδια ισχύουν και στις διεθνείς σχέσεις, όπου η συνέπεια και η συνέχεια ανταμείβονται, ενώ η φυγομαχία, ο ωχαδερφισμός και οι «παντογνώστες» πολιτικοί που ενίοτε «ευνουχίζουν» το διπλωματικό σώμα (αντί να αποτελεί άξονα απόδειξης της συνέπειας και της συνέχειας του κράτους, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων) και περιθωριοποιούν τους «απείθαρχους», αποτελούν συνταγή καταστροφής. Και δυστυχώς, οι Έλληνες που επαίρονται για την πολιτιστική τους κληρονομιά, περιφρονούν τον Θουκυδίδη, ο οποίος είπε κάτι εξαιρετικά απλό, το οποίο φαίνεται πως εξακολουθεί να ισχύει από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Περιφραστικά, προσαρμοσμένα και εκλαϊκευμένα: Ο ισχυρός απολαμβάνει όσα του επιτρέπει η ισχύς του και ο αδύναμος υφίσταται όσα επιβάλλει η αδυναμία του…
http://www.onalert.gr/
(Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας – ISDA)
Το ερώτημα εάν η παρούσα κρίση στη Συρία είναι προς το συμφέρον της ελληνικής πλευράς δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα. Αν και αυτό που μπορεί να γίνει είναι η καταγραφή συγκεκριμένων συμπεριφορών από την πλευρά του καθεστώτος του Μπασάρ Αλ Άσαντ, οι οποίες μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως φιλικές ή μη φιλικές απέναντι στην Ελλάδα, ο κομβικός ρόλος της Συρίας στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και οι δυνητικές επιπλοκές από ενδεχόμενη κατάρρευση του καθεστώτος, καθιστούν μια κατηγορηματική απάντηση ιδιαιτέρως παρακινδυνευμένη.
Τα δεδομένα του προβλήματος στον τομέα που φορούν πράξεις του καθεστώτος Άσαντ που έχουν αντίκτυπο στα ελληνικά εθνικά συμφέροντα έχουν ως εξής:
Μετά την υπόθεση Οτζαλάν, τον στρατιωτικό εκβιασμό της Τουρκίας απέναντι στη Συρία, την εκδίωξη του Κούρδου ηγέτη το 1999 από τη Δαμασκό της Συρίας όπου διέμενε, η οποία κατέληξε στη σύλληψή του από τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες (με τη συνδρομή δυτικών μυστικών υπηρεσιών), τη δίκη και καταδίκη του, οι σχέσεις Τουρκίας-Συρίας σταδιακά πήραν μια τελείως διαφορετική τροπή. Πλέον μπορεί να θεωρηθεί ότι οι σχέσεις των δυο χωρών ανάγονται στο στρατηγικό επίπεδο, με τη διμερή συνεργασία διαρκώς να εμβαθύνεται σε όλους τους τομείς.
Αυτή η προσέγγιση, από μόνη της, συνιστά αρνητική εξέλιξη για την ελληνική εξωτερική πολιτική, αφού το καθεστώς του Μπασάρ Αλ Άσαντ, πλέον, έχει επενδύσει στις σχέσεις με την Άγκυρα με ότι αυτό σημαίνει για τις σχέσεις Αθήνας-Δαμασκού. Ένα βασικό πρόβλημα που έχει ανακύψει είναι η πίεση της Τουρκίας στη Συρία κατά τρόπον που να εξυπηρετείται το τουρκικό εθνικό συμφέρον, με τα παρακάτω αποτελέσματα:
Συρία και Τουρκία συμφώνησαν για την ακτοπλοϊκή σύνδεση της πρώτης με τα κατεχόμενα στην Κύπρο, μια εντελώς αδιανόητη εξέλιξη επί καθεστώτος Χάφεζ Αλ Άσαντ, ιστορικού ηγέτη της Συρίας, πατέρα του Μπασάρ, ο οποίος βέβαια θεωρούσε την Τουρκία ως αντίπαλο, δεδομένης της εδαφικής διαφοράς των δυο πλευρών για την περιοχή του Χατάι (Αλεξανδρέττα). Η περσινή επίσκεψη του Μπασάρ Αλ Άσαντ στην Κυπριακή Δημοκρατία, μάλλον έφερε πενιχρά αποτελέσματα, κάτι αναμενόμενο, δεδομένων των συμφερόντων και της αλλαγής προσανατολισμού της Δαμασκού.
Το συριακό καθεστώς προχώρησε στην αναγνώριση της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) με το συνταγματικό της όνομα («Δημοκρατία της Μακεδονίας»), καθιστάμενη 129η χώρα που το πράττει, σε μια ακόμη μη φιλική ενέργεια απέναντι στην Ελλάδα.
Ωστόσο, θα πρέπει να συνυπολογιστεί το κοινό πρόβλημα Τουρκίας, Συρίας, Ιράκ και Ιράν, που συνιστούν οι κουρδικοί πληθυσμοί στις χώρες αυτές και μάλιστα σε γεωγραφική συνέχεια, με αποτέλεσμα η προοπτική ανεξαρτητοποίησής τους να σηματοδοτεί την ίδρυση κουρδικού κράτους. Η κοινή αυτή απειλή αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες που οδηγεί σε προσέγγιση, τακτικής έστω φύσεως, την Τουρκία με τη Συρία, ενώ προσφάτως καταγράφηκαν στρατιωτικές ενέργειες της Τεχεράνης στις δικές της κουρδικές περιοχές, ακόμα και σε αυτές του Ιράκ. Η αναστάτωση που επικρατεί στις κουρδικές περιοχές της Συρίας προκαλούν φόβο στην Άγκυρα ενδεχόμενης διάχυσής τους και σε τουρκικό έδαφος.
Κατά συνέπεια, υπολογίζοντας μόνο τους ως άνω αναφερθέντες παράγοντες (καθότι το υπό εξέταση πρόβλημα έχει πολλές ακόμη παραμέτρους, οι οποίες αφορούν γενικότερα στη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής και την αυξομείωση της πιθανότητας στρατιωτικών συγκρούσεων οι οποίες θα επηρεάσουν τα συμφέροντα της Ελλάδας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο), η ελληνική πλευρά για να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα του τι συμφέρει και τι όχι τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, θα πρέπει να διαθέτει ξεκάθαρη άποψη περί του τι συνεπάγεται γι’ αυτά ενδεχόμενη ίδρυση κουρδικού κράτους.
Εάν πρόκειται η Τουρκία να προσανατολιστεί στα ανατολικά και να επικρατήσει ηρεμία στο δυτικό της μέτωπο με την Ελλάδα, τότε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η αναταραχή στην περιοχή σε τακτικό επίπεδο μας εξυπηρετεί, έστω σε τακτικό επίπεδο, καθώς «αγοράζουμε» χρόνο αποκατάστασης των όποιων προβλημάτων στη στρατιωτική ισορροπία στο Αιγαίο.
Η ελληνική στάση βέβαια δε παραπέμπει σε κράτος το οποίο αναζητά χρόνο για τη στρατιωτική του ενίσχυση σε μεταγενέστερο χρόνο όταν και αν η οικονομική κατάσταση το επιτρέψει. Μάλλον, η Αθήνα δείχνει διατεθειμένη να βυθιστεί περισσότερο στον «ύπνο» πείθοντας εαυτόν ότι όλα βαίνουν καλώς και ξεχνώντας ότι οι προθέσεις αλλάζουν σε μια στιγμή, ενώ οι στρατιωτικές δυνατότητες απαιτούν χρόνο, χρήμα, μέσα και εκπαίδευση.
Οι εξελίξεις δείχνουν ότι παραπλανητική στοχοποίηση των αμυντικών δαπανών ως αίτιο του οικονομικού αδιεξόδου της χώρας, με στόχο την απόκρυψη ή υποβάθμιση άλλων θυλάκων της δημόσιας διοίκησης όπου η κακοδιαχείριση, η σπατάλη και η διαφθορά βασίλευαν, θα συνεχίσει να υφίσταται, μέχρις ότου η χώρα αντιμετωπίσει «νέα Ίμια» κάποιας μορφής, τεθεί προ νέων τετελεσμένων, και αποφασίσει εκ των υστέρων τη στρατιωτική της ενίσχυση, αφού έχει προηγηθεί η μετατροπή της στρατιωτικής ηγεσία σε εξιλαστήριο θύμα. Εάν δε, κληθεί να υπερασπίσει στρατιωτικά τα συμφέροντά της, με ότι καλύτερο και πιο σύγχρονο οπλικό σύστημα διαθέτει, αυτό θα το πράξει στηριζόμενη σε όσα αποκτήθηκαν την εποχή η οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή – και καλώς βρίσκεται – στο στόχαστρο της εισαγγελικής έρευνας.
Αυτά αναφέρθηκαν για να επιστρέψουμε στο κεντρικό ερώτημα της ανάλυσης, ώστε να προβούμε στον δέοντα σχολιασμό: Μια χώρα – επιτομή του παραλόγου, με χαρακτηριστικό έλλειμμα πολιτικής ηγεσίας, οράματος και με ελλιπή συναίσθηση της διεθνούς πραγματικότητας, στο κατώφλι της χρεοκοπίας. Με «προσωποπαγή» ως συνήθως εξωτερική πολιτική, χωρίς θεσμούς παραγωγής και δημόσια συζήτηση του τι συνιστά και τι όχι εθνικό συμφέρον, μάλλον μετατρέπει σε χιούμορ τα συζήτηση περί του ποιες εξελίξεις συμφέρουν και ποιες όχι τη χώρα.
Τα πάντα στις διεθνείς σχέσεις έχουν σχετικό χαρακτήρα. Τίποτε δεν είναι απόλυτα καλό ή απόλυτα κακό. Οι χώρες, με άξονα την εξωτερική τους πολιτική, απλώς οφείλουν να εργάζονται ώστε να καθοδηγήσουν τις εξελίξεις κατά τρόπον συμβατό με τα εθνικά τους συμφέροντα. Αυτή είναι μια εργώδης και διαρκής προσπάθεια και σίγουρα δεν χαρακτηρίζει κράτη των οποίων η εξωτερική πολιτική απλώς περιορίζεται στο να αντιδρά σε εξωτερικά ερεθίσματα, σε μια προσπάθεια να αποτραπούν συνήθως τα χειρότερα. Κράτη τα οποία συνηθίζουν να «κουκουλώνουν» το όποιο πρόβλημα, προσποιούμενα ότι δε συμβαίνει τίποτα, αρκεί η «καυτή πατάτα» να βρίσκεται στα χέρια της επόμενης κυβέρνησης, όταν ένα πρόβλημα μετεξελιχθεί σε κρίση.
Είναι πλέον στο χέρι του καθενός να σκεφτεί σε ποια κατηγορία χωρών κατατάσσει την Ελλάδα. Αν και όσα περιγράφηκαν παραπάνω, ως μεθοδολογία σκέψης και πράξης, θυμίζουν υπερβολικά όσα οδήγησαν τη χώρα στο κατώφλι της χρεοκοπίας. Όσο πλησίαζαν οι εκλογές, τόσο τα δανεικά όδευαν στην κατανάλωση και σε όσους πίεζαν. Στη συνέχεια, αναλάμβανε ο επόμενος να εξηγήσει, αρχικά, ότι παρέλαβε και αυτός «καμένη γη», να πάρει κάποια αποσπασματικά μέτρα, να συγκρουστεί για λίγο με τα συνδικάτα και τους απεργούς, μέχρι να πλησιάσει η επόμενη εκλογική αναμέτρηση και να ακολουθήσει τη «συνταγή» του προκατόχου, σε μια προσπάθεια αύξησης των πιθανοτήτων επανεκλογής. Για να διαπιστώσουμε στο τέλος τραυματικά, ότι κεκτημένα απλώς δεν υφίστανται σε χρεοκοπημένες χώρες.
Τα ίδια ισχύουν και στις διεθνείς σχέσεις, όπου η συνέπεια και η συνέχεια ανταμείβονται, ενώ η φυγομαχία, ο ωχαδερφισμός και οι «παντογνώστες» πολιτικοί που ενίοτε «ευνουχίζουν» το διπλωματικό σώμα (αντί να αποτελεί άξονα απόδειξης της συνέπειας και της συνέχειας του κράτους, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων) και περιθωριοποιούν τους «απείθαρχους», αποτελούν συνταγή καταστροφής. Και δυστυχώς, οι Έλληνες που επαίρονται για την πολιτιστική τους κληρονομιά, περιφρονούν τον Θουκυδίδη, ο οποίος είπε κάτι εξαιρετικά απλό, το οποίο φαίνεται πως εξακολουθεί να ισχύει από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Περιφραστικά, προσαρμοσμένα και εκλαϊκευμένα: Ο ισχυρός απολαμβάνει όσα του επιτρέπει η ισχύς του και ο αδύναμος υφίσταται όσα επιβάλλει η αδυναμία του…
http://www.onalert.gr/
Αναρτήθηκε από
Ελληνιστικά κράτη
στις
4/26/2011 04:22:00 μ.μ.
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Σενάρια αναδιάρθρωσης χρέους
Του Neil Unmack
Η Ελλάδα χρειάζεται να αντλήσει 27 δις ευρώ από τις χρηματαγορές το 2012, αλλά με το χρέος της να φτάνει στο 153% του ΑΕΠ μάλλον θα δυσκολευτεί να το καταφέρει. Οι φορολογούμενοι πολίτες της ΕΕ ίσως αντισταθούν σε μία ακόμα διάσωση ή να απαιτήσουν συμμετοχή και των ιδιωτών ομολογιούχων σε αυτή. Οι πολιτικοί στην ευρωζώνη δεν έχουν και πολλές επιλογές.
Σενάριο 1: Εμμονή στο μνημόνιο
Η Ελλάδα εμμένει στο πρόγραμμα λιτότητας και το σχέδιο ιδιωτικοποιήσεων ύψους 50 δις ευρώ κινείται εντός στόχου. Η ανάπτυξη εξελίσσεται σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ και η οικονομία της ευρωζώνης στο σύνολό της πάει καλά. Η Ελλάδα καταφέρνει να αντλήσει τα 27 δις ευρώ που χρειάζεται από τις αγορές, αυξάνοντας ενδεχομένως το ποσοστό του βραχυπρόθεσμου χρέους της. Εάν δεν το καταφέρει από μόνη της, η ευρωζώνη και το ΔΝΤ χορηγούν στην Ελλάδα και νέα κεφάλαια για να καλύψουν τη διαφορά, θεωρώντας ότι το χρέος της Ελλάδας είναι βιώσιμο. Στην ανάγκη μπορεί να αγοράσει ελληνικά ομόλογα και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF).
Με τη στρατηγική της πιστής τήρησης της σημερινής πολιτικής, η Ελλάδα αποφεύγει τις επιπτώσεις μιας αναδιάρθρωσης και δίνει στις ευρωπαϊκές τράπεζες χρόνο να σχηματίσουν κεφάλαια για να καλύψουν την έκθεσή τους απέναντι στο χρέος της. Ταυτόχρονα, όμως, φορτώνει με περισσότερο ρίσκο τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης και το ΔΝΤ και καθιστά οδυνηρότερη και πιο επιζήμια ενδεχόμενη αναδιάρθρωση στο μέλλον. Όσο περνάει ο χρόνος μειώνεται το στοκ ιδιωτικού χρέους που θα απορροφούσε τις ζημίες μιας αναδιάρθρωσης -- το ένα τρίτο του ελληνικού χρέους λήγει το 2013.
Επίδραση στη βιωσιμότητα του χρέους: μηδενική
Πιθανότητα σε χρονικό ορίζοντα 12 μηνών: 10%
Σενάριο 2: "Εθελοντική" μετακύλιση χρέους
Η Ελλάδα κινείται σε γενικές γραμμές εντός των στόχων του μνημονίου, αλλά το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων κινείται με αργούς ρυθμούς. Παρόλ' αυτά, η τρόικα επιμένει ότι το χρέος είναι βιώσιμο και ότι δεν χρειάζεται αναδιάρθρωση. Η Ελλάδα αποτυγχάνει όμως να αντλήσει κεφάλαια από τις αγορές ομολόγων σε λογικές τιμές και οι φορολογούμενοι στις χώρες της ΕΕ αντιστέκονται ολοένα και περισσότερο σε διασώσεις.
Οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης πιέζουν τις τράπεζές τους να μετακυλίσουν όσα ελληνικά χρέη λήγουν το 2012, ενδεχομένως με τη σιωπηρή διαβεβαίωση ότι δεν πρόκειται να γίνει αναδιάρθρωση πριν λήξει το νέο χρέος που έχουν αναλάβει. Η ΕΚΤ συνεχίζει να διοχετεύει κεφάλαια προς τις ελληνικές τράπεζες.
Μια και δεν έχει γίνει αναδιάρθρωση, οι τράπεζες (ειδικά οι ελληνικές που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους πάνω από 50 δις σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου) δεν χρειάζεται να αποτιμήσουν τα ελληνικά ομόλογα που κατέχουν με βάση τις χαμηλότερες αξίες της αγοράς.
Επίδραση στη βιωσιμότητα του χρέους: προσωρινή. Η Ελλάδα αγοράζει χρόνο, αλλά συνεχίζει να βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα υπέρογκο χρέος σε επίπεδα άνω του 159% του ΑΕΠ στο τέλτος του 2012, σύμφωνα με το βασικό σενάριο του ΔΝΤ.
Πιθανότητα σε χρονικό ορίζοντα 12 μηνών: 30%
Σενάριο 3: Aναδιάρθρωση 'λάιτ'
Το πρόγραμμα λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων προσκρούει σε ολοένα και μεγαλύτερες αντιδράσεις και επικρατεί αναβρασμός στην κοινωνία. Οι προβλέψεις του ΔΝΤ για πρωτογενή πλεονάσματα το 2012 φαίνονται υπεραισιόδοξες. Οι αγορές ομολόγων αρνούνται να χρηματοδοτήσουν την Ελλάδα, εκτός από έντοκα γραμμάτια τρίμηνης ή χαμηλότερης διάρκειας. Αυξάνονται οι πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας για αναπροσαρμογή των πληρωμών προς τους δανειστές. Μια αναδιάρθρωση στο σύνολο του ελληνικού χρέους πέφτει όμως ακόμα βαριά στους πολιτικούς της ευρωζώνης. Δεν θέλουν να κλονίσουν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ούτε και να πανικοβάλλουν τις αγορές, επιβάλλοντάς τους μια σκληρή, αναγκαστική αναδιάρθρωση. Παρόλ' αυτά, μια κάποια περικοπή του χρέους θα κατεύναζε την ελληνική κοινή γνώμη και θα προετοίμαζε και ψυχολογικά τους φορολογούμενους στις άλλες χώρες της ευρωζώνης να αποδεχθούν ευκολότερα την παροχή και νέων κεφαλαίων προς την Ελλάδα από το προσωρινό ταμείο διάσωσης της ευρωζώνης, το EFSF.
Τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης συμφωνούν να επιμηκύνουν για άλλη μια φορά τη διάρκεια των δανείων διάσωσης που έχει ήδη αντλήσει η Ελλάδα (που θα ανέλθουν σχεδόν στα 60 δις ευρώ έως τα τέλη του 2011), μειώνοντας παράλληλα το επιτόκιό τους.
Επίδραση στη βιωσιμότητα του χρέους: σημαντική, αλλά ίσως όχι και επαρκής για να διασφαλιστεί η φερεγγυότητα της Ελλάδας στα μάτια των αγορών. Μια εθελοντική ανταλλαγή στις τρέχουσες τιμές αγοράς συνεπάγεται περικοπή χρέους ('haircut') της τάξης του 30% στην ονομαστική αξία του ελληνικού χρέους. Η Ελλάδα χρειάζεται όμως μάλλον περικοπή της τάξης του 50%. Μερικοί επενδυτές ίσως να μην συμμετάσχουν και οι ελληνικές τράπεζες ίσως θα πρέπει να εξαιρεθούν.
Πιθανότητα σε χρονικό ορίζοντα 12 μηνών: 50%
Σενάριο 4: Σκληρή αναδιάρθρωση
Η δημοσιονομική προσαρμογή εκτροχιάζεται και το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων βαλτώνει. Οι φορολογούμενοι σε Ελλάδα και ευρωζώνη επαναστατούν. Η ελληνική κυβέρνηση πέφτει. Οι τιμές των ελληνικών ομολόγων καταρρέουν και το χρέος της χώρας δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί βιώσιμο, ακόμα και με τις πιο αισιόδοξες παραδοχές και οικονομικές προβλέψεις. Η ευρωζώνη αναγκάζεται να προβεί σε πλήρη αναδιάρθρωση του χρέους για να καθησυχάσει τους πολίτες της και να το καταστήσει βιώσιμο.
Αυτό σημαίνει περικοπή χρέους κατά τουλάχιστον 50% για τους ιδιώτες ομολογιούχους. Παρέχονται και νέα δάνεια διάσωσης με χαμηλότερο επιτόκιο. Στην αναδιάρθρωση συμμετάσχουν και οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι ιδιώτες ομολογιούχοι. Στην ανάγκη, αυτό μπορεί να γίνει μέσω νομοθετικής ρύθμισης που θα επιβάλει σε μειοψηφία των επενδυτών να αποδεχτεί αλλαγές στους όρους αποπληρωμής στις οποίες θα συναινεί η πλειοψηφία. Το EFSF παρέχει κεφάλαια στην ελληνική κυβέρνηση για να μπορέσουν να απορροφήσουν τις ζημίες τους οι τράπεζες της χώρας. Παράλληλα, η ΕΚΤ αυξάνει τις αγορές πορτογαλικών και ιρλανδικών ομολόγων για να αποτρέψει μετάδοση της κρίσης και να στείλει μήνυμα στις αγορές ότι το πρόβλημα σταματάει εδώ.
Παρά τις προσπάθειες που καταβάλει όμως η ευρωζώνη για να περιοριστεί η έκταση της κρίσης, το σενάριο 4 εξακολουθεί να κρύβει κινδύνους. Οι τιμές των ιρλανδικών και πορτογαλικών ομολόγων μπορεί να καταρρεύσουν και να αποσταθεροποιηθεί και πάλι η Ισπανία. Υπάρχει η απειλή της φυγής κεφαλαίων, καθώς σε μία νομισματική ένωση είναι δύσκολο να επιβληθούν έλεγχοι στη ροή κεφαλαίων. Η ευρωζώνη θα επιλέξει το σενάριο 4 μόνο αν δεν έχει άλλη επιλογή και μόνο εάν η κατάσταση σε Ιρλανδία, Ισπανία και Πορτογαλία είναι εμφανώς καλύτερη από αυτήν στην Ελλάδα.
Επίδραση στη βιωσιμότητα του χρέους: υψηλή
Πιθανότητα σε χρονικό ορίζοντα 12 μηνών: 10%
Source : REUTERS BREAKING VIEWS
Η Ελλάδα χρειάζεται να αντλήσει 27 δις ευρώ από τις χρηματαγορές το 2012, αλλά με το χρέος της να φτάνει στο 153% του ΑΕΠ μάλλον θα δυσκολευτεί να το καταφέρει. Οι φορολογούμενοι πολίτες της ΕΕ ίσως αντισταθούν σε μία ακόμα διάσωση ή να απαιτήσουν συμμετοχή και των ιδιωτών ομολογιούχων σε αυτή. Οι πολιτικοί στην ευρωζώνη δεν έχουν και πολλές επιλογές.
Σενάριο 1: Εμμονή στο μνημόνιο
Η Ελλάδα εμμένει στο πρόγραμμα λιτότητας και το σχέδιο ιδιωτικοποιήσεων ύψους 50 δις ευρώ κινείται εντός στόχου. Η ανάπτυξη εξελίσσεται σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ και η οικονομία της ευρωζώνης στο σύνολό της πάει καλά. Η Ελλάδα καταφέρνει να αντλήσει τα 27 δις ευρώ που χρειάζεται από τις αγορές, αυξάνοντας ενδεχομένως το ποσοστό του βραχυπρόθεσμου χρέους της. Εάν δεν το καταφέρει από μόνη της, η ευρωζώνη και το ΔΝΤ χορηγούν στην Ελλάδα και νέα κεφάλαια για να καλύψουν τη διαφορά, θεωρώντας ότι το χρέος της Ελλάδας είναι βιώσιμο. Στην ανάγκη μπορεί να αγοράσει ελληνικά ομόλογα και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF).
Με τη στρατηγική της πιστής τήρησης της σημερινής πολιτικής, η Ελλάδα αποφεύγει τις επιπτώσεις μιας αναδιάρθρωσης και δίνει στις ευρωπαϊκές τράπεζες χρόνο να σχηματίσουν κεφάλαια για να καλύψουν την έκθεσή τους απέναντι στο χρέος της. Ταυτόχρονα, όμως, φορτώνει με περισσότερο ρίσκο τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης και το ΔΝΤ και καθιστά οδυνηρότερη και πιο επιζήμια ενδεχόμενη αναδιάρθρωση στο μέλλον. Όσο περνάει ο χρόνος μειώνεται το στοκ ιδιωτικού χρέους που θα απορροφούσε τις ζημίες μιας αναδιάρθρωσης -- το ένα τρίτο του ελληνικού χρέους λήγει το 2013.
Επίδραση στη βιωσιμότητα του χρέους: μηδενική
Πιθανότητα σε χρονικό ορίζοντα 12 μηνών: 10%
Σενάριο 2: "Εθελοντική" μετακύλιση χρέους
Η Ελλάδα κινείται σε γενικές γραμμές εντός των στόχων του μνημονίου, αλλά το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων κινείται με αργούς ρυθμούς. Παρόλ' αυτά, η τρόικα επιμένει ότι το χρέος είναι βιώσιμο και ότι δεν χρειάζεται αναδιάρθρωση. Η Ελλάδα αποτυγχάνει όμως να αντλήσει κεφάλαια από τις αγορές ομολόγων σε λογικές τιμές και οι φορολογούμενοι στις χώρες της ΕΕ αντιστέκονται ολοένα και περισσότερο σε διασώσεις.
Οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης πιέζουν τις τράπεζές τους να μετακυλίσουν όσα ελληνικά χρέη λήγουν το 2012, ενδεχομένως με τη σιωπηρή διαβεβαίωση ότι δεν πρόκειται να γίνει αναδιάρθρωση πριν λήξει το νέο χρέος που έχουν αναλάβει. Η ΕΚΤ συνεχίζει να διοχετεύει κεφάλαια προς τις ελληνικές τράπεζες.
Μια και δεν έχει γίνει αναδιάρθρωση, οι τράπεζες (ειδικά οι ελληνικές που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους πάνω από 50 δις σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου) δεν χρειάζεται να αποτιμήσουν τα ελληνικά ομόλογα που κατέχουν με βάση τις χαμηλότερες αξίες της αγοράς.
Επίδραση στη βιωσιμότητα του χρέους: προσωρινή. Η Ελλάδα αγοράζει χρόνο, αλλά συνεχίζει να βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα υπέρογκο χρέος σε επίπεδα άνω του 159% του ΑΕΠ στο τέλτος του 2012, σύμφωνα με το βασικό σενάριο του ΔΝΤ.
Πιθανότητα σε χρονικό ορίζοντα 12 μηνών: 30%
Σενάριο 3: Aναδιάρθρωση 'λάιτ'
Το πρόγραμμα λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων προσκρούει σε ολοένα και μεγαλύτερες αντιδράσεις και επικρατεί αναβρασμός στην κοινωνία. Οι προβλέψεις του ΔΝΤ για πρωτογενή πλεονάσματα το 2012 φαίνονται υπεραισιόδοξες. Οι αγορές ομολόγων αρνούνται να χρηματοδοτήσουν την Ελλάδα, εκτός από έντοκα γραμμάτια τρίμηνης ή χαμηλότερης διάρκειας. Αυξάνονται οι πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας για αναπροσαρμογή των πληρωμών προς τους δανειστές. Μια αναδιάρθρωση στο σύνολο του ελληνικού χρέους πέφτει όμως ακόμα βαριά στους πολιτικούς της ευρωζώνης. Δεν θέλουν να κλονίσουν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ούτε και να πανικοβάλλουν τις αγορές, επιβάλλοντάς τους μια σκληρή, αναγκαστική αναδιάρθρωση. Παρόλ' αυτά, μια κάποια περικοπή του χρέους θα κατεύναζε την ελληνική κοινή γνώμη και θα προετοίμαζε και ψυχολογικά τους φορολογούμενους στις άλλες χώρες της ευρωζώνης να αποδεχθούν ευκολότερα την παροχή και νέων κεφαλαίων προς την Ελλάδα από το προσωρινό ταμείο διάσωσης της ευρωζώνης, το EFSF.
Τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης συμφωνούν να επιμηκύνουν για άλλη μια φορά τη διάρκεια των δανείων διάσωσης που έχει ήδη αντλήσει η Ελλάδα (που θα ανέλθουν σχεδόν στα 60 δις ευρώ έως τα τέλη του 2011), μειώνοντας παράλληλα το επιτόκιό τους.
Επίδραση στη βιωσιμότητα του χρέους: σημαντική, αλλά ίσως όχι και επαρκής για να διασφαλιστεί η φερεγγυότητα της Ελλάδας στα μάτια των αγορών. Μια εθελοντική ανταλλαγή στις τρέχουσες τιμές αγοράς συνεπάγεται περικοπή χρέους ('haircut') της τάξης του 30% στην ονομαστική αξία του ελληνικού χρέους. Η Ελλάδα χρειάζεται όμως μάλλον περικοπή της τάξης του 50%. Μερικοί επενδυτές ίσως να μην συμμετάσχουν και οι ελληνικές τράπεζες ίσως θα πρέπει να εξαιρεθούν.
Πιθανότητα σε χρονικό ορίζοντα 12 μηνών: 50%
Σενάριο 4: Σκληρή αναδιάρθρωση
Η δημοσιονομική προσαρμογή εκτροχιάζεται και το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων βαλτώνει. Οι φορολογούμενοι σε Ελλάδα και ευρωζώνη επαναστατούν. Η ελληνική κυβέρνηση πέφτει. Οι τιμές των ελληνικών ομολόγων καταρρέουν και το χρέος της χώρας δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί βιώσιμο, ακόμα και με τις πιο αισιόδοξες παραδοχές και οικονομικές προβλέψεις. Η ευρωζώνη αναγκάζεται να προβεί σε πλήρη αναδιάρθρωση του χρέους για να καθησυχάσει τους πολίτες της και να το καταστήσει βιώσιμο.
Αυτό σημαίνει περικοπή χρέους κατά τουλάχιστον 50% για τους ιδιώτες ομολογιούχους. Παρέχονται και νέα δάνεια διάσωσης με χαμηλότερο επιτόκιο. Στην αναδιάρθρωση συμμετάσχουν και οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι ιδιώτες ομολογιούχοι. Στην ανάγκη, αυτό μπορεί να γίνει μέσω νομοθετικής ρύθμισης που θα επιβάλει σε μειοψηφία των επενδυτών να αποδεχτεί αλλαγές στους όρους αποπληρωμής στις οποίες θα συναινεί η πλειοψηφία. Το EFSF παρέχει κεφάλαια στην ελληνική κυβέρνηση για να μπορέσουν να απορροφήσουν τις ζημίες τους οι τράπεζες της χώρας. Παράλληλα, η ΕΚΤ αυξάνει τις αγορές πορτογαλικών και ιρλανδικών ομολόγων για να αποτρέψει μετάδοση της κρίσης και να στείλει μήνυμα στις αγορές ότι το πρόβλημα σταματάει εδώ.
Παρά τις προσπάθειες που καταβάλει όμως η ευρωζώνη για να περιοριστεί η έκταση της κρίσης, το σενάριο 4 εξακολουθεί να κρύβει κινδύνους. Οι τιμές των ιρλανδικών και πορτογαλικών ομολόγων μπορεί να καταρρεύσουν και να αποσταθεροποιηθεί και πάλι η Ισπανία. Υπάρχει η απειλή της φυγής κεφαλαίων, καθώς σε μία νομισματική ένωση είναι δύσκολο να επιβληθούν έλεγχοι στη ροή κεφαλαίων. Η ευρωζώνη θα επιλέξει το σενάριο 4 μόνο αν δεν έχει άλλη επιλογή και μόνο εάν η κατάσταση σε Ιρλανδία, Ισπανία και Πορτογαλία είναι εμφανώς καλύτερη από αυτήν στην Ελλάδα.
Επίδραση στη βιωσιμότητα του χρέους: υψηλή
Πιθανότητα σε χρονικό ορίζοντα 12 μηνών: 10%
Source : REUTERS BREAKING VIEWS
Αναρτήθηκε από
Ελληνιστικά κράτη
στις
4/26/2011 04:13:00 μ.μ.
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)