Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Ο θεμέλιος λίθος της γεωπολιτικής υποχώρησης του ελληνισμού από την Ανατολική Μεσόγειο

Η αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο.

Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος

Δημοσιογράφος – Αμυντικός Αναλυτής

Δημοσιεύτηκε στο editorial του περιοδικό «Στρατιωτική Ιστορία»,
τεύχος 161, Ιανουάριος 2010, εκδ. Περισκόπιο, σελ. 4-5.

Μελετώντας τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, είναι πολύ εύκολο να «ανακαλύψουμε» προδοσίες, εθνικές μειοδοσίες και συνωμοσιολογικές θεωρίες και ν’ αποδώσουμε ευθύνες σε πρόσωπα, κράτη και λαούς ότι επιβουλεύθηκαν τον Ελληνισμό, έχοντας ως επίκεντρο και αφετηρία μαζί το πολύχρονο κυπριακό ζήτημα.
Ωστόσο θα ήταν μεγάλο λάθος να επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε τις ήττες μας στην Κύπρο εμφορούμενοι από συναισθήματα κατά κάποιων «προδοτών», ενώ την ίδια στιγμή αγνοούμε βασικές αρχές της γεωπολιτικής και ειδικότερα της αγγλοσαξονικής γεωπολιτικής. Η μεγαλόνησος κατέχει ιδιαίτερης σημασίας γεωπολιτική θέση, από την οποία απορρέουν συγκεκριμένες γεωστρατηγικές ιδιότητες. Αυτές κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου δεν μπορούσαν να αποσυνδεθούν από το τότε (και εν πολλοίς ισχύον σήμερα) αγγλοσαξονικό δόγμα άμυνα της Δύσης (παραπομπή στην θεωρία ου Ν. Σπάϊκμαν) έναντι της Σοβιετικής Ένωσης (ή της χερσαίας δύναμης που επιδιώκει να αποκτήσει διέξοδο προς τις θερμές θάλασσες). Η εγγύτητα με την τότε νασερική Αίγυπτο και την τεράστιας στρατηγικής αξίας διώρυγα του Σουέζ και, κυρίως, η δυνατότητα ελέγχου των θαλασσίων συγκοινωνιών από και προς τα κυριότερα κέντρα της ανατολικής. Απαιτούσε μια Κύπρο σταθερά προσανατολισμένη προς τη Δύση. Εάν αυτό δεν ήταν δυνατό, απαιτείτο η Κύπρος να ελέγχεται από μια δύναμη η οποία με τη σειρά της θα ήταν σταθερά φιλοδυτική και θα είχε τη στρατιωτική δυνατότητα να επιβάλει τη σύμπλευση ή εναλλακτικά, την ουδετερότητα της νήσου, όποτε αυτό απαιτείτο, σε περίπτωση κρίσης. Την αποστολή αυτή ήταν προφανές ότι καλούντο να υλοποιήσουν οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις (Ελλάδα, Βρετανία, Τουρκία), οι οποίες ήταν επίσης μέλη του ΝΑΤΟ.
     Τον Δεκέμβριο του 1967, μετά την ήττα της Αιγύπτου κατά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (Ιούνιος 1967), που οδήγησε τη χώρα ακόμη πιο σφιχτά στην αγκαλιά των Σοβιετικών, η κατάσταση στην ανατολική Μεσόγειο ήταν πολύ ανησυχητική. Ουάσιγκτον και Λονδίνο, (το κατεξοχήν διαχρονικό «think tank» της όποιας εφαρμοσμένης αγγλοσαξονικής γεωπολιτικής) είχαν να αντιμετωπίσουν τα εξής προβλήματα:
     α) Στην Ελλάδα η νόμιμη κυβέρνηση είχε ανατραπεί από στρατιωτικό πραξικόπημα, 18 χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, με συνέπεια η χώρα να θεωρείτε ασταθής.
     β) Η Κύπρος είχε καταστεί προ οκτώ ετών ανεξάρτητο κράτος και ο πρόεδρός της, αρχιεπίσκοπος Μακάριος, είχε δείξει τάσης υπέρ της ένταξης του στο κίνημα των λεγόμενων Αδέσμευτων χωρών, γεγονός που επέτεινε τις ανησυχίες της Δύσης για τις γεωπολιτικές επιλογές του.
     γ) Ελλάδα και Κύπρος δεν μπορούσαν, αν και υπήρχαν ισχυρότατες τάσεις στην κοινή γνώμη, να κηρύξουν την πολυπόθητη ένωση, λόγω των συμφωνιών στη Ζυρίχη.
     δ) Η Τουρκία είχε καταστεί, με βρετανική ευθύνη, μέρος της κυπριακής «εξίσωσης», ανέτελλε δε ταχύτατα το γεωπολιτικό της άστρο εντός του ΝΑΤΟ και είχε προσπαθήσει, ανεπιτυχώς, το 1964, μετά από αμερικανική παρέμβαση, να εισβάλει στρατιωτικά στη νήσο.
     ε) Το Ισραήλ είχε στραφεί αποκλειστικά προς τη Δύση για να μπορέσει να επιβιώσει και η επόμενη στρατιωτική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ήταν θέμα χρόνου.
     στ) Το ευρύτερο περιβάλλον που ορίζεται γεωγραφικά από τις περιοχές Αιγαίου, Δωδεκανήσου, Κρήτης, Κύπρου, Μέσης Ανατολής και Σουέζ εμφάνιζε πολλαπλά σημεία αστάθειας σε μια συγκυρία αυξανόμενης εξάρτησης των δυτικών κοινωνιών από το πετρέλαιο και εντεινόμενης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης ΗΠΑ –Σοβιετικής Ένωσης με έπαθλο τον έλεγχο των πετρελαϊκών πηγών και των οδών ναυσιπλοϊας και μεταφοράς του μαύρου χρυσού.
     Από τα προαναφερθέντα καθίσταται σαφές ότι οι Αγγλοσάξονες προωθούσαν στρατηγικές οι οποίες αφενός θα ενίσχυαν τις γεωστρατηγικές τους επιδιώξεις στην περιοχή και αφετέρου θα προωθούσαν τις χώρες που ήταν σταθερά (θα υποστηρίζαμε παρωπιδικά) προσηλωμένες στα δυτικά συμφέροντα. Όσον αφορά την τριάδα «Ελλάδα, Κύπρος, Τουρκία», οι σχεδιαστές της προαναφερθείσας πολιτικής είχαν διαπιστώσει ότι στην Αθήνα το καθεστώς, ακόμη κι αν σταθεροποιήτο πλήρως, δεν ήταν σε θέση να ασκήσει υψηλή στρατηγική στην ανατολική Μεσόγειο. Κάτι τέτοιο, εξάλλου, δεν ήταν πλέον επιθυμητό από το Λονδίνο και την Ουάσιγκτον, καθώς οι Έλληνες, ασχέτως πολιτικού ή στρατιωτικού καθεστώτος, με όσα είχαν πράξει πρόσφατα είχαν αποδείξει ότι δεν αποτελούσαν σύμμαχο υψηλής φερεγγυότητας. Μετά το 1922 η Ελλάδα είχε πάψει να συνιστά τον αξιόλογο σύμμαχο ή τη δύναμη που θα μπορούσε να προωθήσει τα αγγλοσαξονικά γεωπολιτικά συμφέροντα. Όμως ήταν αναγκασμένη να συνταχθεί (ακόμη και αντίθετα προς τα βραχυ-μεσοπρόθεσμα συμφέροντά της) με τις ναυτικές δυνάμεις οι οποίες, όπως αποδείχθηκε κατ΄ αυτόν Β’ΠΠ, κρατούσαν τα «κλειδιά»και την υψηλή γεωπολιτική κυριότητα της περιοχής.
     Η Τουρκία, αντίθετα με εμάς, ήταν το πολλά υποσχόμενο νέο μέλος της Συμμαχίας που αργά αλλά σταθερά οικοδομούσε την πολιτική του εκμεταλλευόμενο τη διαρκώς αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία του. Το 1962, κατά τη διάρκεια της κρίσης στην Κούβα, φάνηκε πόσο βοήθησε η Τουρκία τις ΗΠΑ να επιλύσουν το πρόβλημα, θυσιάζοντας τους βαλλιστικούς πυραύλους Jupiter που είχαν αναπτυχθεί στο έδαφός της. Ο νέος ρόλος της Άγκυρας αναγνωρίστηκε πρώτα απ’ όλα από τους Αγγλοσάξονες στη Ζυρίχη, οι οποίοι περίμεναν την ισχυροποίησή της αξιολογώντας την πορεία της και επιβραβεύοντας την κατά καιρούς στάση της (βλ. πόλεμος Κορέας).
     Η Σοβιετική Ένωση θεωρούσε ότι μπορούσε να προσεταιρισθεί την Άγκυρα επικαλούμενη την υποστήριξη που παρείχε στον Κεμάλ, ώστε να εξασφαλίσει άδεια διέλευσης ειδικευμένων κλάσεων πολεμικών πλοίων στη Μεσόγειο. Συνεπώς, δεν είχε λόγο να εμπλακεί σε ένα κατεξοχήν «οικογενειακό» θέμα της Δύσης, όπως αντιμετώπιζε το κυπριακό, ενώ η προπαγάνδα της είχε πολλά να κερδίσει από την ελληνο-τουρκική αντιπαράθεση (και όχι μόνο).
   Συμπερασματικά λοιπόν, καταλήγουμε στο ότι ο αγγλοσαξονικός γεωπολιτικός σχεδιασμός δεν προέβλεπε και δεν θα επέτρεπε τη συνέχιση της παραμονής της ελληνικής Μεραρχίας στην Κύπρο, διότι αυτή θα σήμαινε ενίσχυση της ελληνικής γεωπολιτικής παρουσίας, κάτι το οποίο η Αθήνα και η Λευκωσία δυστυχώς δεν μπορούσαν να αντιληφθούν. Έπρεπε μεσο-μακροπρόθεσμα να εξαλειφθεί κάθε δυνατότητα ισχυρής στρατιωτικής παρουσίας των Ελλήνων στην Κύπρο και να προωθηθούν οι Τούρκοι, ο νέος «περιούσιος λαός» της αγγλοσαξονικής γεωπολιτικής. Ο θεμέλιος λίθος γι’ αυτή την απαράδεκτη γεωπολιτική υποχώρηση του Ελληνισμού από τη ζωτική για τα συμφέροντά του περιοχή της ανατολικής Μεσογείου τέθηκε τον Δεκέμβριο του 1967, με την αποχώρηση της Μεραρχίας. Η εν λόγω υποχώρηση συνεχίζεται 43 χρόνια μετά και δυστυχώς φαίνεται ότι θα ολοκληρωθεί μέσω ενός νέου σχεδίου για μια «βιώσιμη» λύση του Κυπριακού…

Η γεωστρατηγική θέση της Κύπρου επέβαλλε διαχρονικά τον έλεγχό της από τις κυρίαρχες δυνάμεις, που πάντοτε επεδίωκαν να την αποσπάσουν από τον Ελληνισμό.

Συμμαχίες συμφερόντων

 Η μελέτη της Ιστορίας των αρχαίων χρόνων αναδεικνύει θέματα και καταστάσεις τα οποία ο ορθολογικά σκεπτόμενος σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να επιβεβαιώσει τη σύναψη συμμαχιών με βάση το αμοιβαίο συμφέρον. Οι Έλληνες και οι Καρχηδόνιοι ήταν παραδοσιακά αντίπαλοι στη Μεσόγειο τόσο για εμπορικούς όσο  και για καθαρά γεωπολιτικούς λόγους. Ο ανταγωνισμός τους ήταν εντονότατος και είχε ως επίκεντρο τη Σικελία. Η ανάδειξη της Ρώμης σε αναδυόμενη περιφερειακή δύναμη, οδήγησε κάποιες από τις ελληνικές πόλεις και τα ελληνιστικά βασίλεια να επιδιώξουν συμμαχία με την Καρχηδόνα. Έτσι ο παραδοσιακός εχθρός μετατράπηκε σε «φίλο και σύμμαχο» και παραμερίστηκαν οι όποιες αντιρρήσεις λόγω ζωτικών κρατικών συμφερόντων. Παρ’ όλα αυτά οι ελληνικές πόλεις – κράτη  στη Σικελία και στην κυρίως Ελλάδα, οι συμπολιτείες, το Βασίλειο της Μακεδονίας, καθώς και τα ελληνιστικά βασίλεια της Ανατολής, δεν κατόρθωσαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν από κοινού τη Ρώμη. Αντίθετα, μερικά από αυτά προτίμησαν να συμμαχήσουν μαζί της ή να διατηρήσουν ουδετερότητα.
     Το 256/255 π.Χ., όταν οι Ρωμαίοι, κατά την διάρκεια του Α΄ Καρχηδονιακού  Πολέμου (264-241 π.Χ.), επιχείρησαν απόβαση στη βόρεια Αφρική με σκοπό να καταλάβουν την Καρχηδόνα, ο Σπαρτιάτης μισθοφόρος Ξάνθιππος όχι μόνο απέτρεψε την ήττα, έχοντας αναδιοργανώσει τον καρχηδονιακό στρατό, αλλά συνέτριψε τους Ρωμαίους εισβολείς κατά τη μάχη της Τύνιδας. Η μεγάλη στιγμή ήλθε κατά τη διάρκεια του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου (208-201π.Χ.), όταν η συμμαχία του Καρχηδόνιου ηγέτη Αννίβα με τον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Ε΄ δημιούργησε θεωρητικά μια ευκαιρία στρατηγικής  περικύκλωσης της Ρώμης και εξαναγκασμού της σε διμέτωπο αγώνα, που θα μπορούσε να επιφέρει την ήττα της. Παρά τις νίκες του Αννίβα στην Ιταλία, η έλλειψη στρατηγικού συντονισμού εξ αιτίας άλλων παραγόντων και απροθυμίας για ουσιαστική στρατιωτική συνεργασία, με εξαίρεση την αποστολή καρχηδονιακού στόλου στην Ελλάδα, δεν επέτρεψε στους δύο συμμάχους να πετύχουν ένα αποφασιστικό πλήγμα κατά της Ρώμης, η οποία νίκησε τελικά και τους δύο αντιπάλους της.
     Η ελληνο-καρχηδονιακή συμμαχία στη βάση των στρατηγικών συμφερόντων, βρήκε τον εκφραστή της στο πρόσωπο του Αννίβα, ο οποίος παρά την ήττα κατέφυγε στην Αυλή του Σελευκίδη Αντιόχου Γ΄ το 196 π.Χ. Από την Έφεσο ο δαιμόνιος Καρχηδόνιος κατέστρωσε νέα μεγαλεπήβολα σχέδια, τα οποία προέβλεπαν απόβαση στην Ιταλία με τη βοήθεια στόλου που ναυπηγήθηκε στη Φοινίκη (περιοχή των Σελευκιδών) και είχαν ως τελικό στόχο την ήττα της Ρώμης. Η διορατικότητα και η στρατηγική αντίληψη του Αννίβα δεν έτυχαν της ανάλογης υποστήριξης από τον Αντίοχο Γ’, με συνέπεια ο τελευταίος να μην ακολουθήσει το σχέδιο του συμμάχου του και να ηττηθεί από τους Ρωμαίους κατά τη Μάχη της Μαγνησίας το 190 π.Χ.
     Η συμμαχία των Ελλήνων και Καρχηδονίων, παρά την περιορισμένη μορφή της, μας δίνει ακόμα μια εικόνα του πως αντιμετώπιζαν οι αρχαίοι τις δυνάμεις της εποχής τους. Έτσι καθίσταται ευκολότερη η κατανόηση της πολιτικής που ασκούσαν οι πόλεις-κράτη, οι συμπολιτείες και τα ελληνιστικά βασίλεια στα οποία έχει διαιρεθεί ο ελληνικός κόσμος. Σήμερα μας φαίνεται παράξενη η ύπαρξη τέτοιων «αταίριαστων» συμμαχιών και απορούμε για την «εμφύλια» αντιπαράθεση των ελληνικών κρατικών οντοτήτων, διότι αδυνατούμε να κατανοήσουμε το τότε διεθνές περιβάλλον και κυρίως την αντίληψη που είχαν οι πρόγονοί μας περί «εθνικών» συμφερόντων. Το «εθνικό» ταυτιζόταν με την πόλη-κράτος, παρά τις διακηρύξεις περί πανελλήνιας ενότητας. Οι Έλληνες από την εποχή των Μηδικών επέλεγαν τους συμμάχους ή τους αντιπάλους τους με βάσει τα στενά τοπικά συμφέροντα. Δεν συνεργάζονταν παρά μόνο όταν αυτό επιβαλλόταν δια των όπλων (Μακεδονία) ή υπήρχε μεγάλη ανάγκη (Μηδικά) και ποτέ πλήρως (βλ. ουδετερότητα , «πλην Λακεδαιμονίων»). Η κατάσταση δεν μεταβλήθηκε μέχρις ότου τα ελληνικά κράτη κατελήφθησαν από τους Ρωμαίους, έχοντας κατασπαταλήσει τις δυνάμεις τους σε εμφύλιες συρράξεις.    

Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος
Δημοσιογράφος –Αμυντικός Αναλυτής
Από το editorial του περιοδικού Στρατιωτική Ιστορία, εκδόσεις Περισκόπιο, τεύχος 144, Αύγουστος 2008.

Υπεροχή μέσω ποιότητας

  Απόσπασμα μελέτης του ΕΛΕΣΜΕ  με τίτλο " Ο εξοπλισμός των ενόπλων δυνάμεων στο σύγχρονο και το μελλοντικό περιβάλλον ασφάλειας" που αναφέρεται στα μέσα υψηλής τεχνολογίας.

Η απόκτηση αξιόπιστων πληροφοριών και η ταχεία επεξεργασία- αξιοποίηση αυτών σε συνδυασμό με την ασφάλεια. Η αδιαμφισβήτητη τεράστια αξία και σημασία των πληροφοριών και της ασφάλειας για την επιτυχή διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων επιτάσσει και τον με άμεση προτεραιότητα εξοπλισμό των ΕΔ και των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών γενικά με σύγχρονα υψηλής τεχνολογίας τεχνικά μέσα κάθε κατηγορίας και παντός είδους (επίγεια, θαλάσσια, εναέρια, διαστημικά, ηλεκτρομαγνητικά, οπτικοηχητικά κλπ). Η στη σύγχρονη εποχή ανάγκη ετοιμότητας αντιμετώπισης και απειλών τρομοκρατίας η οποία μπορεί να ξεπεράσει τα όποια όρια τρομοκράτησης και να προκαλέσει ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές σε έκταση που να έχει άμεση δυσμενή επίπτωση στην αμυντική προσπάθεια προσδίδει στα μέσα συλλογής- επεξεργασίας πληροφοριών ιδιαίτερα σημαντική αξία.
Σε ότι αφορά την ασφάλεια, οι τεράστιες καταστροφικές δυνατότητες των αντιπάλων στο σύνολο του επιχειρησιακού περιβάλλοντος, πέραν από τα όποια ενεργητικά μέτρα (καταστροφή των εχθρικών μέσων, αντιαεροπορική- αντιπυραυλική κάλυψη, ετοιμότητα αντίδρασης σε επιδρομές και άλλα) απαιτούν την υλοποίηση ενός εκτεταμένου και πλήρους συστήματος ασφάλειας, προστασίας και παραπλάνησης. Η απόκτηση των μέσων για την εφαρμογή του σχεδίου αυτού πρέπει να αποτελέσει μέρος του γενικότερου εξοπλισμού των Ενόπλων Δυνάμεων.
-Οι άριστες πολλαπλές αξιόπιστες σύγχρονες επικοινωνίες. Οι επικοινωνίες που πάντα αποτελούσαν το νευρικό σύστημα της πολεμικής ισχύος έχουν αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη αξία και σπουδαιότητα στον ταχύτατα εξελισσόμενο σύγχρονο πόλεμο και καταστεί οι φορείς λειτουργίας των οπλικών συστημάτων. Τα δεδομένα αυτά είναι που καθιστούν απόλυτα αναγκαίο και οι ελληνικές ΕΔ να αποκτήσουν ένα ολοκληρωμένο και πλήρες σύστημα επικοινωνιών. Αυτό που αποκαλείται Σύστημα των Συστημάτων Διοίκησης, Ελέγχου, Επικοινωνιών, Υπολογιστών, Πληροφοριών, Κατόπτευσης και Αναγνώρισης (Command, Control, Communications, Computer, Intelligence, Surveillance and Reconnaissance (C4ISR) System of Systems), με το οποίο συνδυάζεται η ισχύς των επί μέρους στοιχείων των ΕΔ και ως σύνολο αυτή κατευθύνεται για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού.
Άμεσα συνδεδεμένος με τις άριστες επικοινωνίες είναι ο εξοπλισμός προστασίας κατά του Ηλεκτρονικού Πολέμου και του Κυβερνοπολέμου και διεξαγωγής με επιτυχία αυτών των ειδικών μορφών Πολέμων για την υποβάθμιση της ισχύος του αντιπάλου όπως και την παραπλάνηση αυτού. Η δυνατότητα διεξαγωγής των Πολέμων αυτών και σε περιόδους έντασης των διακρατικών σχέσεων και ακόμη ειρήνης καθιστά επιτακτική και από την Ελλάδα με άμεση προτεραιότητα και ανεξάρτητα από τους άλλους εξοπλισμούς απόκτηση των ανάλογων δυνατοτήτων σε μέσα και εξειδικευμένο προσωπικό.
Κανένα Οικονομικό Κόστος δεν Συγκρίνεται με τα Οφέλη.
Αυτοί είναι βασικά οι εξοπλισμοί που απαιτούνται για τις ελληνικές ΕΔ ώστε αυτές να καταστούν αξιόμαχες και να εκτελέσουν επιτυχώς την αποστολή τους, χωρίς να διαθέτουν ούτε να επιδοθούν στη δημιουργία ισορροπίας και ακόμη υπεροχής σε όγκο στρατευμάτων έναντι των αντιπάλων τους. Όχι ότι οι αντίπαλοι αγνοούν την αξία της ποιοτικής υπεροχής και δεν θα προσπαθούν συνεχώς να την έχουν, αλλά στη σύγχρονη εποχή της συνεχούς και αλματώδους πολύμορφης τεχνολογικής εξέλιξης των πολεμικών μέσων, η οποία και δημιουργεί τη διαφορά στην απόδοση αυτών, δίνει τη δυνατότητα και στην Ελλάδα να επιδιώξει την αύξηση και την υπεροχή της ισχύος της δια της ποιότητας αντί της ποσότητας.
Τη δυνατότητα αυτή είναι κατ' ανάγκην υποχρεωμένη να αξιοποιήσει η Ελλάδα καταβάλλουσα φυσικά και το ανάλογο οικονομικό κόστος το οποίο οπωσδήποτε είναι υψηλό και καλά θα ήταν να αποφύγει να το καταβάλλει, διαθέτουσα τους πόρους της για την οικονομική ανάπτυξη και τη βελτίωση των συνθηκών ζωής του λαού. Η επιλογή όμως δεν πρέπει να εξαρτάται από το τι είναι περισσότερο ή λιγότερο επιθυμητό ή όχι αλλά από το τι είναι περισσότερο ή λιγότερο αναγκαίο και επωφελές.
Με δεδομένο ότι η εθνική άμυνα και ασφάλεια αποτελεί προϋπόθεση για την όποια εν γένει ανάπτυξη της χώρας και την ευημερία του λαού και αυτή δεν μπορεί να αφήνεται στην τύχη αλλά να βασίζεται στην πολεμική ισχύ, δίλημμα για τη διάθεση των αναγκαίων πόρων για την αποτελεσματική θωράκιση της χώρας δεν μπορεί και δεν πρέπει να τίθεται. Ιδιαίτερα τέτοιο δίλημμα δεν μπορεί να υπάρχει όταν η Ελλάδα υποβάλλεται ήδη σε μεγάλες δαπάνες για την δημιουργία πολεμικής ισχύος. Ισχύος όμως η οποία υπολείπεται εκείνης που απαιτείται για την εξασφάλιση της εθνικής άμυνάς της, με συνέπεια η χώρα να τελεί υπό ομηρία και να αναγκάζεται όχι μόνο να υιοθετεί πολιτικές αδυναμίας αλλά και να προβαίνει σε ταπεινωτικές υποχωρήσεις._

Source : ΕΛΕΣΜΕ
              συγγραφέας κ.  Δ. Καντερές

Το αβέβαιο μέλλον της Ευρω-άμυνας ( κείμενο στα αγγλικά)

NATO 2020: Assured Security; Dynamic Engagement is the name of the report which a group of experts chaired by former American Secretary of State Madeleine Albright submitted to Mr. Rasmussen, NATO secretary general, before the Lisbon Summit took place in November 2010. It clearly underlined that NATOs New Strategic Concept should focus more on Europe and Russia. Indeed cooperation with Europe has a central place, although calling on a stronger cooperation with the EU is inappropriate since the interactions take place between the Common Security and Defense Policy (CSDP) and NATO represented by the North Atlantic Council (NAC).

However, it is well known that these two institutions have been facing difficulties for a long time.

The Lisbon Summit was supposed to clarify the destiny of the NATO-CSDP cooperation, but right before the beginning of the talks, EU members still had unresolved issues, and were far from having a common position. Regarding nuclear dissuasion, Berlin and Paris proved to have two completely diverging points of view. Guido Westerwelle, the German Foreign Affairs Minister took literally the Obama speech about a world free from nuclear weapons, while Paris simply cannot imagine of giving up one of the few assets it still has.

While Germany suggested that the anti-missile shield should  be considered as a substitute for the nuclear deterrent, thus paving the way for a complete nuclear disarmament in Europe, France stated clearly that the shield had to be just a backup and not a replacement, and that the Alliance had to remain a nuclear one.
The two countries eventually reached a compromise though it looked more like a truce.

Apart from these little skirmishes between European capitals, analysts say the problem is Turkish. Indeed, the enmity between Cyprus and Turkey keeps blocking the EU and NATO from effectively cooperating. The asymmetry is caused by the fact that Turkey is a NATO but not an EU member, while Cyprus is in the EU but it is not part of the Alliance nor did it join NATOs Partnership for Peace, which is one of the conditions for non- NATO members for having access to classified information. As a result of their mutual blockade, a lot of security-related topics cannot be discussed on an official level. This dispute was also used as an excuse by France who did not want the US to sneak its way into European business. But after Sarkozys decision to rejoin NATOs integrated military command structure, France does not represent a problem anymore.

Therefore is the gridlock to be ascribed just to Turkey? What is really preventing the EU-NATO cooperation from effectively working?

The question we should be asking is whether the EU really wants its own European defense. The 27 head of states should at least agree on the meaning of the CSDP and in particular on the meaning of the D letter before pretending to speak with a single, or even a few voices. For instance, about security and defense matters, no one exactly knows who the right person to talk to is: Mr. Van Rompuy who represents member countries or Jos Manuel Barroso who leads the European Commission? Or one of the 27 national capitals which of course have their own say in this? Or, last but not least, the newly elected EU High Representative for Foreign Affairs and Security, Lady Ashton?

When it comes to taking decisions about foreign policy or defense and security, the so called Union dissolves in a matter of seconds.

Indeed, fragmentation of defense structures in Europe can be found at all levels.  First of all, in the treaties.

Since December 2009, the Treaty of Lisbon (art. 346) protects member States weapons production and trade from competition rules of the common European market. The article states:

The provisions of this Treaty shall not preclude the application of the following rules:
(b) any Member State may take such measures as it considers necessary for the protection of the essential interests of its security which are connected with the production of or trade in arms, munitions and war material; such measures shall not adversely affect the conditions of competition in the common market regarding products which are not intended for specifically military purposes.

It basically implies that the EU can say or do nothing about countries choices on defense and security policies.

Even if in 1958 an exhaustive list defining all the exceptional cases that had to limit the use of art. 346 was adopted, this list was never published and the member States kept extensively applying the article to protect defense markets from complying with the EU common market laws. 

As a result of this individualistic approach, the Commission says, EU states have created a fragmented market, a duplication of military programs and obviously a difficulty in coming up with funds.

As the New York Times pointed out, since each state has a sovereign right to equip its military in order to protect "the essential interests of its security, European countries prefer retaining 21 different naval shipyards, or having 89 different weapons programs, while the U.S. with a defense budget that is more than twice the size of the EUs, has only 27.

Of course the EU is not a military alliance and it is not meant to be one. But the Union already proved once to be unable to halt the progression of the conflict in the Balkan region and to maintain peace in its own backyard. That is why it is time for the Union to find its own defense autonomy and stop being considered the economic extension of NATO or for the CSDP to be just one of the pillars of the Alliance. Kosovo must be the exception, not the rule.

This does not mean that the two institutions should not cooperate, on the contrary their cooperation should be improved, but on three conditions:
NATO has to remain essentially a regional military alliance and has to stop considering the CSDP as its subordinate, and try to find the way for an equal partnership instead;

The European Union has to decide to what extent defense and security matters can be unified, and to what extent 27 members can actually think as ONE;
The two have to overcome the mutual distrust and the open competition in gaining the members funds.

I must admit, this is easier said than done.

Source : Journal of Turkish Weekly

                  by  Giulia Torresin

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Μεθοδολογία απαλλαγής της Κύπρου απο τον τουρκικό στρατό

Με τον Γιάννο Χαραλαμπίδη
Η ένταξη της Κύπρου στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη (PfP) δεν είναι ζήτημα νομικό. Είναι θέμα στρατηγικής σημασίας. Αλλά και ουσίας. Δηλαδή, ολοκλήρωσης της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ και τερματισμού της εξόδου από τις αίθουσες συνεδριάσεων των Κύπριων εκπροσώπων και εισόδου των Τούρκων, όταν συζητούνται διαβαθμισμένες πληροφορίες ΝΑΤΟ - ΕΕ.


Είναι ορθή η επισήμανση του ΑΚΕΛ και του Προέδρου Χριστόφια ότι ο PfP είναι οργανικά συνδεδεμένος με το ΝΑΤΟ. Κανείς όμως δεν μας υποχρεώνει να ενταχθούμε στη Συμμαχία, παρότι κακώς δεν έχουμε υποβάλει ακόμη αίτηση ένταξης. Επί τούτου, δεν υπάρχει ισχυρή δικαιολογία, αφού:

1. Το ΝΑΤΟ είναι συνδεδεμένο με τον αμυντικό βραχίονα της ΕΕ. Ο ίδιος ο Πρόεδρος Χριστόφιας, τόσο στο Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2008 όσο και πρόσφατα, το φθινόπωρο του 2010 έδωσε τη δική του σύμφωνη γνώμη: α) Στην εμβάθυνση των σχέσεων ΝΑΤΟ - ΕΕ. β) Στη Βαρόνη Άστον να εξεύρει τρόπους συνεργασίας μεταξύ ΝΑΤΟ - ΕΕ για τη διαχείριση κρίσεων.

Τι μπορεί να είναι άλλο από μιας τέτοιας μορφής συνεργασία η ένταξη της Κύπρου στον PfP; Ο ισχυρισμός του Προέδρου είναι ότι «είπε ναι» στο ΝΑΤΟ και στις εν λόγω αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου επειδή σε αυτές τονίζεται ότι η δράση της ΕΕ σε σχέση με το ΝΑΤΟ θα γίνεται επί τη βάσει του διεθνούς δικαίου. Η θέση αυτή δεν χρειαζόταν να επισημανθεί από τον Κύπριο Πρόεδρο, καθότι είναι αυτονόητη και, ήδη, θεσμικώς κατοχυρωμένη! Άλλωστε, εάν κάποιος διαβάσει το νέο στρατηγικό δόγμα του ΝΑΤΟ, όπως αυτό αποφασίστηκε το Νοέμβριο του 2010, θα διαπιστώσει ότι η δράση της Συμμαχίας πρέπει να είναι σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο και τις αρχές του ΟΗΕ για τη διαφύλαξη της ειρήνης.

2. Το κυπριακό πρόβλημα είναι εισβολής - κατοχής. Συνεπώς, στόχος είναι η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων. Επειδή αυτό δεν μπορεί να συμβεί με νικηφόρο πόλεμο, η άλλη επιλογή είναι η εξής: Η δημιουργία κοινωνίας συμφερόντων και ασφάλειας μέσω του ΝΑΤΟ, που θα σημαίνει την αντικατάσταση του τουρκικού στρατού με ειρηνευτική δύναμη της Συμμαχίας και της ΕΕ υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Υπό αυτές τις συνθήκες ποιο επιχείρημα θα έχουν οι Τούρκοι; Ότι το ΝΑΤΟ, η ΕΕ και ο ΟΗΕ θα απειλούν τους Τουρκοκύπριους και την Τουρκία;

Εάν το ΑΚΕΛ και ο Πρόεδρος ξεπεράσουν τα ιδεολογικά συμπλέγματα του παρελθόντος, και εάν σκεφτούν ρεαλιστικά, εάν μάθουν να σέβονται την πλειοψηφία, τότε θα κατανοήσουν ότι όχι μόνο η ένταξη στον PfP, αλλά και η αίτηση ενσωμάτωσης στο ΝΑΤΟ αποτελεί βασική μεθοδολογία απαλλαγής από τον τουρκικό στρατό και τις ξένες εγγυήσεις. Συνιστά ενίσχυση της κρατικής κυριαρχίας και δημιουργία κοινωνίας συμφερόντων, καθώς και πυλώνα ασφάλειας και προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα της τελικής λύσης.
http://www.sigmalive.com

Λεπτές ισοροπίες

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Μια καινούρια «μεγάλη ιδέα» εξαπλώνεται σε διάφορους κύκλους στην Αθήνα και τη Λευκωσία. ‘Ότι μπορούμε να λύσουμε βασικά προβλήματα «συμμαχώντας» με το Ισραήλ. Μια σκόπιμη, ιδιοτελής σύγχυση εγκαθίσταται μεταξύ «συνεργασίας», «συμμαχίας» και «δορυφοροποίησης».
Ουδείς των οπαδών μιας ελληνοισραηλινής συμμαχίας δεν αντιμετωπίζει αναλυτικά και τους κινδύνους που εγκυμονεί, πέραν των πιθανών ωφελημάτων. Το Ισραήλ είναι κράτος σε «διαρκή πόλεμο» με όλο το περιβάλλον του. Η Ελλάδα (και η Κύπρος) έχει στηρίξει όλη την εξωτερική πολιτική της στο διεθνές δίκαιο και την παγκόσμια εικόνα της στις αρχές της ελευθερίας και δημοκρατίας, των οποίων απετέλεσε κοιτίδα. Οι ‘Ελληνες, εκ θέσεως και μεγέθους, οφείλουν να «ισορροπούν» έξυπνα ανάμεσα στους μεγάλους «κόσμους» της Δύσης, του Ισλάμ και των Σλάβων.
Οσάκις η Ελλάδα ταυτίσθηκε άκριτα με έναν από αυτούς τους κόσμους, υπέστη συντριπτική ήττα. Ως ένα σημείο, η Ελλάδα κέρδισε από τη συμμαχία με τη Βρετανία στις αρχές του 20ού αιώνα, η πλήρης όμως ταύτιση συνέβαλε στην Μικρασιατική Καταστροφή. Στο τέλος, οι ναύτες των «συμμάχων» έκοβαν τα χέρια των Ελλήνων που προσπαθούσαν να ανέβουν στα καράβια τους έξω από τη φλεγόμενη Σμύρνη.
Ο Ρήγας ήταν ο πρώτος στοχαστής στα νεώτερα χρόνια που δίδαξε την ανάγκη στήριξης προπάντων στις δικές μας δυνάμεις, βασιζόμενος στην εμπειρία των Ορλωφικών. Η Ελλάδα της Αντίστασης καταστράφηκε ακολουθώντας τυφλά το Κρεμλίνο του Στάλιν. Οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου υπεγράφησαν όταν στην Ελλάδα η αμερικανική Πρεσβεία αποφάσιζε ποιός θα γίνει Πρωθυπουργός. Η κυπριακή τραγωδία συνέβη όταν στην Ελλάδα κυβερνούσαν οι πράκτορες της CIA και στην Ουάσιγκτον ήταν παντοδύναμο το ισραηλινό λόμπυ. Η πλήρης ταύτιση με τις επιδιώξεις της αμερικανικής και ισραηλινής πολιτικής οδήγησε, το 2002, στην εμφάνιση του σχεδίου Ανάν. Η πλήρης ταύτιση του «εκσυγχρονισμού» με την Ευρώπη είναι στη ρίζα των σημερινών οικονομικών μας προβλημάτων. Και ήταν ο κατεξοχήν διεθνής σύμβουλός μας, η τράπεζα Goldman Sachs, που πρωταγωνίστησε στην οικονομική επίθεση εναντίον μας! Η Ελλάδα πάσχει διαχρονικά από ανάπηρη ανεξαρτησία και αδυναμία αυτοτελούς επεξεργασίας στρατηγικής.
‘Όταν το 1996 Αμερικανοί, Εβραίοι, Γερμανοί μας είπαν να τα φτιάξουμε με την Τουρκία, η ιδέα ίσως δεν στερείτο ορθολογικού πυρήνα. Από στενά εθνική άποψη, η Αθήνα θα μπορούσε να δοκιμάσει να ανταλλάξει τη συμφωνία στην τουρκική ένταξη (έστω κι αν μια τέτοια ιδέα είναι προβληματική γιατί διαλύει την ‘Ενωση στην οποία τόσα επενδύσαμε) με την δίκαιη επίλυση του κυπριακού και την άρση της απειλής στο Αιγαίο. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Αντίθετα, έγινε μια σειρά μονομερών, ακατανόητων υποχωρήσεων στην ‘Αγκυρα και παρολίγον να διαλυθεί το κυπριακό κράτος. Η βασική δικαιολογία ήταν το επιχείρημα ότι, με Κύπρο και Τουρκία στην ΕΕ, περίπου δεν υπάρχει λόγος υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων! Η έμπνευση ήταν του Χόλμπρουκ, η αποδοχή της δείγμα βαθιάς εξάρτησης και ιδιοτέλειας της ελληνικής πολιτικής ελίτ. Τώρα, κινδυνεύουμε να αυξήσουμε τις πιθανότητες έντασης με την Τουρκία, γιατί δεν φροντίσαμε και δεν φροντίζουμε να ξεκαθαρίσουμε με τρόπο διαχρονικό, σαφή και αξιόπιστο ποιοι είναι οι όροι της Ελλάδας για την ειρήνη και για τον πόλεμο.
Ενώ η Αθήνα συνεχίζει να εφαρμόζει πολιτική προσέγγισης με την ‘Αγκυρα που απέδωσε κέρδη μόνον στην Τουρκία και να στηρίζει την ενταξιακή της προοπτική, τώρα της προτείνεται από μια πτέρυγα του αμερικανικού και ισραηλινού κατεστημένου να ασκήσει και μιαν άλλη πολιτική: την πολιτική στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ εναντίον της Τουρκίας. Και η δέυτερη αυτή πολιτική δεν στερείται ορθολογικού πυρήνα. Η Αθήνα έχει κάθε λόγο να εκμεταλλευθεί διπλωματικά τη σύγκρουση Ισραήλ και Τουρκίας. (Αν υποθέσουμε ότι έχει κάτι να την κάνει, γιατί το πρόβλημα της ελληνικής διπλωματίας είναι ότι χρειάζεται να βρει στόχους προτού αναζητήσει συμμάχους, αλλοιώς θα διολισθήσει στην υιοθέτηση αλλότριων επιδιώξεων!). Αν η Αθήνα έχει λόγο να χρησιμοποιήσει τη διαμάχη Τουρκίας-Ισραήλ δεν έχει κανένα λόγο να χρησιμοποιηθεί από τους Ισραηλινούς για να λύσουν δικά τους προβλήματα. Εκεί έγκειται η ουσία της υπόθεσης. (Δεν σχολιάζουμε τις ανοησίες περί επικείμενου «διαμελισμού» και «καταστροφής» της Τουρκίας)
Αξίζει επίσης το «δέντρο» να μην αποκρύψει τελείως το «δάσος». Η σύγκρουση Ισραήλ-Τουρκίας είναι επίσης αντανάκλαση της πίεσης των ισλαμικών λαών για δικαιότερες διεθνείς διευθετήσεις, πίεση που συνέβαλε στις επαναστάσεις τους. Κι αν το «ορατό» πρόβλημα ασφαλείας είναι η Τουρκία, η Ελλάδα έχει γίνει εμμέσως αντικείμενο ελέγχου από ξένες δυνάμεις καθ’ όλη την περίοδο της ανεξαρτησίας της.Τώρα επιδιώκουν προφανώς να την αγοράσουν, με τα 50 δις κι αυτός δεν είναι κίνδυνος μικρότερος από την Τουρκία.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να συνεργασθεί με το Ισραήλ στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τη γεωργίας, τον τουρισμό, τη ναυτιλία, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Στον αμυντικό τομέα είναι πιο συζητήσιμο. Η Αθήνα δεν έχει λόγο εμπλοκής στο μεσανατολικό, ούτε πώλησης πολεμικών βιομηχανιών. Οφείλει να διατηρεί απόρρητες τις κρισιμότερες αμυντικές πτυχές. Η μεταφορά ισραηλινού αερίου μέσω αγωγού στην Ευρώπη μπορεί να αποδειχθεί σπουδαίο σχέδιο, εφόσον έχει την πλήρη κάλυψη Γαλλίας και Γερμανίας. Η κάλυψη ασφαλείας δεν πρέπει να αφεθεί μόνο στο Ισραήλ. Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να αποφύγουν εμπλοκή με Λίβανο/Παλαιστινίους για κυριότητα αποθεμάτων.
.Αντίθετα, πιο συζητήσιμες είναι οι ιδέες υγροποίησης ισραηλινού φυσικού αερίου σε Κύπρο ή Κρήτη. Οι εγκαταστάσεις αυτές είναι στόχος. Λογικά το Ισραήλ δεν τις θέλει στο έδαφός του. Αντικειμενικά, τα σχέδια αυτά κινδυνεύουν να καταστήσουν τον ελληνικό χώρο «προέκταση» του ισραηλινού, κάτι πολύ διαφορετικό από το γίνει κόμβος σύνδεσης με την Ευρώπη.
Ούτε αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα σε τι χρησιμεύει η πανηγυρική ατμόσφαιρα κοινών Υπουργικών Συμβουλίων με μια από τις πλέον απομονωμένες, ακόμα και μεταξύ του διεθνούς εβραϊσμού, κυβερνήσεις στην ιστορία του Ισραήλ (όπως και τα ελληνοτουρκικά υπουργικά συμβούλια!). Πρόκειται να συστήσουμε ομοσπονδία μετο Ισραήλ ή την Τουρκία. Δεν περνάει ούτε βδομάδα που κάποιος ‘Ελληνας αξιωματούχος να μην επισκέπτεται το Ισραήλ. Δεν είναι κακό, εκπλήσσει όμως η ανισορροπία. Γιατί δεν πατάνε το πόδι τους στη Μόσχα, γιατί οι ελληνορωσικές σχέσεις «έπιασαν πάτο»; Γιατί οι σχέσεις μας με Γαλλία, Γερμανία, την «ομοιοπαθούσα» ευρωπαϊκή περιφέρεια, με την Ευρώπη εν γένει είναι στο χειρότερο σημείο που βρέθηκαν μετά τη δικτατορία! Και τι να πούμε για την Κίνα ή για τον αραβομουσουλμανικό κόσμο, στον οποίο διαθέταμε τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο και το διασπαθίσαμε.
Σήμερα, ζούμε την επαναστατική αφύπνιση των αραβικών μαζών και είναι αυτές οι μάζες που συγκροτούν κυρίως τη Μέση Ανατολή, με αυτές συνυπάρξαμε αιώνες και θέλουμε να συνεχίσουμε να συνυπάρχουμε εδώ που είμαστε. Δεν είμαστε Σταυροφόροι. Είναι σκόπιμο η ελληνοισραηλινή συνεργασία να μην προσλάβει μορφές θα μας κάνουν τμήμα της «εικόνας του εχθρού» αυτών των λαών, αλλά θα διατηρήσουν την μεγάλη ελληνική πολιτιστική υπεροχή και ακτινοβολία, δεν θα συσπειρώσουν όλο το Ισλάμ πίσω από την Τουρκία και, φυσικά, δεν θα μας καταστήσουν τμήμα του μεσανατολικού, θέτοντας σχεδόν ανυπέρβλητα προβλήματα ασφαλείας. Στην πραγματικότητα, η διατήρηση και ανάπτυξη του ελληνικού πολιτικού κεφαλαίου και του κύρους της Αθήνας και της Λευκωσίας στον ισλαμικό κόσμο μπορεί να αποβεί και πολύ χρήσιμη στους Ισραηλινούς, όταν έρθει η ώρα της αναπόφευκτης σοβαρής διαπραγμάτευσης με τους ‘Αραβες.
Μερικοί φίλοι προσάπτουν στον γράφοντα κάποια καχυποψία απέναντι στην ανάπτυξη των ελληνοισραηλινών σχέσεων. Δεν το αρνούμαι. Η καχυποψία έχει να κάνει περισσότερο με την Ελλάδα, παρά με το Ισραήλ, το οποίο άλλωστε είναι μια γνωστή οντότητα, με τα καλά και τα κακά της. Αυτοί που ασκούν σήμερα την πολιτική της προσέγγισης είναι οι ίδιοι που «διαπραγματεύτηκαν» το σχέδιο Ανάν και το Μνημόνιο. Δεν έχω λόγους να πιστεύω ότι θα τα καταφέρουν καλύτερα με έναν τόσο ισχυρό και ικανό παίκτη όπως το Ισραήλ και, παρόλο που εδώ και χρόνια αρθρογραφώ υπέρ της ανακήρυξης ΑΟΖ, δεν εκτιμώ επίσης ότι συνιστά λυδία λίθο για όλα τα ελληνικά προβλήματα. Παραξενεύομαι μάλιστα για το τόσο όψιμο της ανακαλύψεώς της από τόσο πολλούς.
Μερικοί υποστηρίζουν ότι πρέπει να αποφεύγονται «ιδεολογικές» προσεγγίσεις στην εξωτερική πολιτική όπου δεν υπάρχουν δίκαια αλλά μόνο συμφέροντα. Ας μου επιτραπεί να θεωρώ αυτή την άποψη μεγάλη βλακεία. Αυτό δηλαδή, όλο κι όλο, που κατάλαβαν από τον Θουκυδίδη, είναι ότι τους επιτρέπει να κάνουν κάθε ανηθικότητα, υποτίθεται λόγω εθνικού συμφέροντος; Στο «Λαμογιστάν» που κατάντησε η πατρίδα του Θουκυδίδη, ίσως βέβαια είναι εν τέλει λογικό να τον διαβάζουμε έτσι.
Γιατί έχασε η Αθήνα τον Πελοποννησιακό Πόλεμο; Γιατί έφαγαν τα μούτρα τους Αμερικανοί και Ισραηλινοί στο Ιράκ και στον Λίβανο; Γιατί ανατρέπονται το ένα μετά το άλλο τα αραβικά καθεστώτα; Ο Βενιζέλος έλεγε ότι η Ελλάδα είναι πολύ μικρή για να είναι ανέντιμος και δύσκολα διακρίνει κανείς όποιο εθνικό συμφέρον πίσω από την παράδοση του αρχηγού της κουρδικής επανάστασης στην Τουρκία, με το σύνθημα μάλιστα «Πρώτα η Ελλάδα». Γιατί ο Ερντογάν, παίζοντας στη Μέση Ανατολή το παιχνίδι που κάποτε έπαιξε ο Ανδρέας Παπανδρέου, κατέληξε σήμερα να γίνει, αν και μη ‘Αραβας, ο δημοφιλέστερος πολιτικός μεταξύ των Αράβων, μαζί με τους Αχμαντινετζάντ και Νασράλα. Τα όπλα συνιστούν πηγή ισχύος, όχι όμως τη μόνη, εξίσου συνιστούν οι ιδέες και η πολιτική. Κατά τον Κλαούζεβιτς μάλιστα ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, όχι η πολιτική του πολέμου. Οι «ιδεολογίες» δεν είναι μόνο στενός, δογματικός «κορσές», αλλά συνόψιση κοσμοαντίληψης, «χάρτη» για να πορεύονται άτομα και λαοί στον αβέβαιο και επικίνδυνο κόσμο. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά άσκηση ηθικής, αλλά και αγνόηση της ηθικής συνεπάγεται τεράστιο τίμημα. Χρειαζόμαστε προπάντων κυβέρνηση και κράτος με ικανότητα στάθμισης αυτών των παραγόντων, επεξεργασίας στρατηγικής και ελιγμών. Πολύ περισσότερο όταν η κατάσταση της χώρας έχει ανοίξει την όρεξη πολλών και διάφορων να την αγοράσουν και να την ελέγξουν.
To τουρκικό ενδιαφέρον για την Ευρώπη υπήρξε ίσως μεγάλη ευκαιρία για την ελληνική διπλωματία. Κατάφερε να τη χρησιμοποιήσει εις βάρος της! Η διένεξη Τουρκίας-Ισραήλ και τα ενεργειακά κοιτάσματα μπορεί να είναι επίσης μεγάλη ευκαιρία. Κινδυνεύει δυστυχώς και αυτή να εξελιχθεί εις βάρος μας!
 Source :Konstantakopoulos.blogspot.com

Η Ανατολή και η βραδεία δύση των Ηνωμένων Πολιτειών

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ 
Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν θέλησε να αντλήσει κανένα δίδαγμα από τα αυτοκρατορικά μοντέλα της Ρώμης, του Βυζαντίου ή της Βρετανίας.Στα μαθήματά μου Ιστορίας του Δικαίου στις ΗΠΑ, πάντοτε λέω στους φοιτητές μου ότι η εξέλιξη του Δικαίου ακολούθησε την πορεία του Hλιου -από την Ανατολή προς τη Δύση-, ιχνηλατώντας τη διαδρομή των πολιτισμών: Βαβυλώνιοι, Αιγύπτιοι, Φοίνικες, Ελληνες, Ρωμαίοι, Δυτικοευρωπαίοι, Αγγλοι - μέχρι τη στιγμή που οι Αμερικανοί κατέστησαν τη χώρα τους επίκεντρο της παγκόσμιας επιχειρηματικής και χρηματοοικονομικής δραστηριότητας.



Το Δίκαιο, λοιπόν, ακολουθεί το χρήμα, το χρήμα ενθαρρύνει την εφευρετικότητα, η τεχνολογική πρόοδος ενισχύει τη δύναμη, και η τελευταία, με τη σειρά της, στηρίζει την καλλιτεχνική δημιουργία. Εντούτοις, είναι γεγονός ότι η μεσημβρία σηματοδοτεί επίσης την απαρχή της δύσης- και η δύση της Αμερικής επισπεύδεται σήμερα τόσο από το διαρκώς διογκούμενο δημόσιο χρέος της (για το οποίο δεν λαμβάνει ακόμη τα δέοντα μέτρα) όσο και από τις πολλαπλές προκλήσεις που αντιμετωπίζει από την Ανατολή. Με άλλα λόγια, και για να επεκτείνω τη μεταφορά μου, μια νέα ημέρα έχει αρχίσει να χαράζει, και, όπως είναι εύλογο, αυτό συμβαίνει στην Ανατολή. Οι μεσανατολικές και απωανατολικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Αμερική πολλαπλασιάζονται ταχύτατα. Η διάλυση του δικτύου των αυταρχικών συμμάχων στη Βόρειο Αφρική και τη Μέση Ανατολή προκλήθηκε από διάφορους παράγοντες, για πολλούς από τους οποίους ευθύνεται άμεσα η Αμερική. Και εξηγούμαι.

Πρώτον: Η φαρισαϊκή στάση της Αμερικής απέναντι στα ανθρώπινα δικαιώματα την έκανε να παραβλέπει τις κατάφωρες παραβιάσεις που διέπρατταν κάποιοι από τους «δορυφόρους» και τους συμμάχους της, αλλά την ενοχλούσαν εντονότατα όταν διαπράττονταν από αντιπάλους της.

Δεύτερον: Είναι πλέον διαβόητες οι αποτυχίες των πολλαπλών και εσωτερικά διχασμένων μυστικών υπηρεσιών της. Ειδικότερα, καμία από αυτές τις υπηρεσίες δεν μπόρεσε να προβλέψει την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, την εισβολή στο Κουβέιτ, την 11η Σεπτεμβρίου και, πολύ πρόσφατα, την πτώση του αιγυπτιακού καθεστώτος, έναν μόλις μήνα έπειτα από μία ακόμη απρόβλεπτη κατάρρευση του καθεστώτος της Τυνησίας.

Τρίτον: Οταν η Αμερική αποφάσισε εντέλει να αντιδράσει στην πρόσφατη κρίση, την είδαμε απλώς να υιοθετεί τη στάση της, μια στάση διγλωσσίας και αμφισημίας. Ας το σκεφτούμε: η Αμερική πήρε άραγε το μέρος του λαού ή το μέρος των αυταρχικών ηγετών; Σε γενικές γραμμές, έχω την αίσθηση ότι η Αμερική επαναλαμβάνει αναφορικά με την Αίγυπτο τα λάθη που είχε κάνει παλαιότερα με τον Σάχη: την εποχή εκείνη, υιοθετώντας αμφίσημη στάση απέναντι σε όλους, το μόνο που κατάφερε ήταν να δει το κύρος της να μειώνεται στα μάτια όλων: φίλων και εχθρών.

Τέταρτον: Η σταδιακή υποβάθμιση του ρόλου της Αμερικής δεν επήλθε μόνον ως αποτέλεσμα της ανοχής που αυτή επέδειξε σε σειρά διεφθαρμένων καθεστώτων- συνδέεται επίσης άμεσα με την απροθυμία της να ασκήσει πιέσεις στο Ισραήλ προκειμένου να επιλύσει, προς κοινό συμφέρον, το παλαιστινιακό ζήτημα. Ποιος όμως θα τολμούσε έστω και να προειδοποιήσει τις δύο αυτές χώρες ότι, χωρίς άμεσο συμβιβασμό, θα πληγούν και οι δύο από έναν αναπόφευκτο σεισμό; Κατά κανόνα, οι άνθρωποι που προειδοποιούν είναι προφήτες. Ολοι όμως γνωρίζουμε ότι οι προφήτες ποτέ δεν εισακούονται. Και εξυπακούεται, ασφαλώς, ότι το μένος των επιθέσεων εναντίον των ανθρώπων που προειδοποιητικά συνιστούσαν την επίτευξη ενός συμβιβασμού προτού να είναι πάρα πολύ αργά για όλους αποκορυφώθηκε στα κείμενα και στις ομιλίες των διανοουμένων λακέδων της Αμερικής!

Πέμπτον: Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν θέλησε να αντλήσει κανένα δίδαγμα από τα αυτοκρατορικά μοντέλα της Ρώμης, του Βυζαντίου ή της Βρετανίας. Πράγματι, οι αυτοκρατορίες αυτές σπανίως παρενέβαιναν στρατιωτικά για να διατηρήσουν τον έλεγχό τους στις επαρχίες τους, αλλά τις εξουσίαζαν μέσω μιας σειράς από τοπικούς διακανονισμούς χάρις στους οποίους τα κράτη (ή οι περιφέρειες) κρατούσαν την ισορροπία. Τα τελευταία χρόνια, τρεις πυλώνες τέτοιας αμερικανικής εξισορρόπησης -Ισραήλ/Αραβες- Ιράκ/Ιράν- Πακιστάν/Ινδία- διαλύθηκαν εν πολλοίς λόγω του απροσχεδίαστου και παρορμητικού μιλιταρισμού της Αμερικής, ο οποίος, με διάφορους τρόπους, οδήγησε στη μείωση της κατά τόπους επιρροής και του γοήτρου της.

Εκτον: Ακόμη και στο ελληνοτουρκικό πλαίσιο, κάποιοι εφήμεροι -και, όπως πλέον αποδεικνύεται, «ημαρτημένοι»- υπολογισμοί ώθησαν την Αμερική να ρίξει όλο της το βάρος στην Τουρκία, υποσκάπτοντας έτσι τις σχέσεις της με την Ελλάδα και αντιμετωπίζοντας τώρα και έναν νέο εφιάλτη: την εύλογη αντιπαλότητα και καχυποψία μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.

Τέλος, η πιο σοβαρή αστοχία της Αμερικής αφορά τη ραγδαία άνοδο της Κίνας και της τεράστιας οικονομικής δύναμης της Νοτιοανατολικής Ασίας. Στο εξελισσόμενο αυτό πλαίσιο, η Αμερική επέδειξε τη συνήθη αλαζονεία της, συνδυάζοντάς τη με την προθυμία της να αρχίσει διενέξεις για μάχες που είχαν οριστικά χαθεί, όπως στην περίπτωση του Θιβέτ, ή να πιέσει τον αναδυόμενο γίγαντα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προκειμένου να ικανοποιήσει μικρή ομάδα φιλελεύθερων ακτιβιστών της. Στην πραγματικότητα, όμως, αδυνατούσε πλήρως να πείσει την Κίνα να ανατιμήσει το νόμισμά της, να επιβραδύνει την τεχνολογική πρόοδό της, γενικά να τη φέρει σε δύσκολη θέση μια και η χώρα αυτή είναι πλέον η βασική δανείστριά της αλλά και είναι και απαραίτητη για να κρατήσει τη Βόρειο Κορέα έστω και υπό υποτυπώδη «έλεγχο».

Καθένα από αυτά τα θέματα θα απαιτούσε μια ξεχωριστή, διεξοδική ανάλυση. Στην παραμικρή απόπειρα, όμως, να πείσει κανείς τους Ελληνες ότι εσφαλμένα εμπιστεύονται μόνο τις ΗΠΑ, η Αμερικανική Πρεσβεία και οι εν Ελλάδι «φίλοι» θα σπεύσουν αμέσως να κατακλύσουν τα ΜΜΕ με την πλέον παρωχημένη προπαγάνδα. Το 1977, ο Ανδρέας Παπανδρέου ορθότατα ισχυρίστηκε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει να ασκείται μόνον από τους Ελληνες, υπέρ των Ελλήνων, και χάρη ελληνικών συμφερόντων. Και αν ο Καραμανλής ο πρεσβύτερος επέμενε το 1977 ότι η χώρα μας ανήκει στη Δύση το επιχείρημά του, εκείνη την εποχή, ήταν αρκετά πειστικό, έστω και αν έδειχνε έλλειψη διορατικότητας ως προς την αναφαινόμενη παγκόσμια σκηνή. Εντούτοις, διαβάζοντας τους σημερινούς «ατλαντιστές» να νεκρανασταίνουν αυτό το επιχείρημα μέσα από άρθρα στην αγαπημένη εφημερίδα τους, δεν μπορεί κανείς παρά να διαπιστώσει πόσο παρωχημένη και εξωπραγματική είναι σήμερα αυτή η σχολή σκέψης.

Διότι πώς μπορεί, σήμερα, ο οποιοσδήποτε σκεπτόμενος άνθρωπος να προβάλλει παρόμοιες απόψεις, τη στιγμή που από τη Μέση Ανατολή λαμβάνουμε αδιάσειστες αποδείξεις ότι η Αμερική ούτε να σώσει μπορεί ούτε να προστατεύσει τους «συμμάχους» της και ότι, αντιθέτως, θα τους εγκαταλείψει όταν δει ότι οι πολίτες των κρατών τους τούς έχουν απορρίψει και έχουν μάλιστα εξεγερθεί εναντίον τους οπλισμένοι μόνο... με κινητά τηλέφωνα; Πόσο σημαντική, λοιπόν, είναι η αξία της περίφημης αμερικανικής στρατιωτικής τεχνολογίας, η οποία, ενώ κοστίζει πανάκριβα στον Αμερικανό φορολογούμενο, αδυνατεί να προστατεύσει τους εκδιωκόμενους αυταρχικούς πρίγκιπες;

Η Ελλάδα πρέπει να αναλογιστεί πολύ σοβαρά τα όσα συμβαίνουν γύρω της, να σταματήσει επιτέλους να στρουθοκαμηλίζει διατεινόμενη ότι οι αναταραχές αυτές δεν την αγγίζουν -αμέσως ή εμμέσως-, να αναζητήσει τη βοήθεια πολλαπλών συμμαχιών έναντι του πλέον απαιτητικού γείτονα και να αναπροσανατολίσει την πολιτική της στην Ανατολική Μεσόγειο, αξιοποιώντας τη στήριξη των νεοαποκτηθέντων συμμάχων, που η ιστορία τους -την οποία, αντίθετα με εμάς, οι ίδιοι ουδέποτε απαρνήθηκαν- τους έχει διδάξει ότι ο μόνος τρόπος για να επιβιώνουν είναι, στην κρίσιμη στιγμή, να είναι διατεθειμένοι να πεθάνουν.
Source : ΕΘΝΟΣ