Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Αλλαγές στον χώρο των αμυντικών προμηθειών

Του Δήμου Βερύκιου
Ευκαιρία για δημιουργία ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου Αμυντικών Βιομηχανικών Συνεργασιών αντί για δαιμονοποίηση των Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων μπορεί να αποτελέσει η εναρμόνιση της Ελλάδας στη νέα Ευρωπαϊκή Οδηγία για τις αμυντικές προμήθειες μέχρι τον Απρίλιο του 2011.
Η νέα οδηγία, όμως, περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα υποστήριξης της εγχώριας βιομηχανίας, με τις αντίστοιχες συνέπειες που αυτό θα έχει στις ελληνικές εταιρείες. Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η στόχευση από το υπουργείο Αμυνας αποκλειστικά και μόνο στην Εγχώρια Βιομηχανική Συμμετοχή (ΕΒΣ) σε σχέση με το προμηθευόμενο προϊόν δεν θα πρέπει να θεωρείται μονόδρομος καθώς μπορεί να περιορίσει τελικά το έργο που θα ανατίθεται στις ελληνικές εταιρείες. Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις προμηθειών στις οποίες η επίτευξη σημαντικής συμπαραγωγής δεν είναι δυνατή για διάφορους λόγους, όπως π.χ. μικρό ύψος προμήθειας ή μικρός αριθμός προμηθευόμενων συστημάτων, κυβερνητικοί περιορισμοί στη μεταφορά τεχνολογίας προς τις ελληνικές εταιρείες κ.ο.κ.
Αντιθέτως, θα πρέπει να εξεταστούν εναλλακτικές, όπως οι ευρύτερες βιομηχανικές συνεργασίες, οι οποίες, ανάλογα με την περίπτωση, μπορούν να έχουν πολύ μεγαλύτερα οικονομικά και αναπτυξιακά οφέλη.
Ετσι, σε περιπτώσεις που ο προμηθευτής δεν δύναται να καλύψει το σύνολο της υποχρέωσης σε ΕΒΣ, θα πρέπει να δίνεται η δυνατότητα αναπλήρωσης της ΕΒΣ που δεν υλοποιείται με προγράμματα ευρύτερης Βιομηχανικής Συνεργασίας (έμμεσα προγράμματα - μη σχετιζόμενα με το αντικείμενο της προμήθειας).

Συντελεστής
Στο πλαίσιο αυτής της δυνατότητας μπορεί να υπάρχει και ένας συντελεστής αναπλήρωσης της ΕΒΣ με άλλες βιομηχανικές συνεργασίες. Παραδείγματα προγραμμάτων βιομηχανικής συνεργασίας περιλαμβάνουν την ανάπτυξη νέων προϊόντων από την εγχώρια βιομηχανία με τη βοήθεια του ξένου οίκου. Επίσης πρέπει να εξεταστεί η παράδοση ήδη ανεπτυγμένων προϊόντων στις Ε.Δ. από την εγχώρια βιομηχανία.

Προγράμματα
Τέτοιου είδους προγράμματα μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη και παράδοση συστημάτων προσαρμοσμένων στις ειδικές απαιτήσεις των Ε.Δ. που θα παράγονται από ελληνικές εταιρείες. Με τον τρόπο αυτό αφενός οι Ε.Δ. έχουν την ευκαιρία να καλύψουν σημαντικές επιχειρησιακές ανάγκες και αφετέρου οι ελληνικές εταιρείες έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν νέα προϊόντα (δυνατότητα που δεν δίνεται μέσα από προγράμματα υποκατασκευαστικού έργου).

Εξαγωγή
Επιπλέον, δίνεται έτσι η δυνατότητα στις ελληνικές εταιρείες να προωθήσουν την εξαγωγή αυτών των προϊόντων, έχοντας και το σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ότι αυτά θα βρίσκονται ήδη σε χρήση από τις ελληνικές Ε.Δ. που ανήκουν στο ΝΑΤΟ.
Υπό αυτό το πρίσμα, θα πρέπει να εξεταστεί η συγκέντρωση όλων των υποχρεώσεων συμπαραγωγής ή βιομηχανικών συνεργασιών των ξένων προμηθευτών υπό τη σκέπη μίας σύμβασης.
Η νέα αυτή Σύμβαση Αμυντικών Βιομηχανικών Συνεργασιών θα καθορίζει όλες τις υποχρεώσεις των μερών (ΥΠΕΘΑ, Προμηθευτή), θα έχει σαφές πλαίσιο ποινικών ρητρών και πλέον η εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή θα απεμπλακεί από τα θέματα που αφορούν την προμήθεια αμυντικού υλικού της σύμβασης κύριας προμήθειας.

Καινοτομίες σε τέσσερις τομείς
Σ΄ ένα νέο θεσμικό πλαίσιο Αμυντικών Βιομηχανικών Συνεργασιών θα μπορούσαν να υπάρχουν καινοτομίες σε τέσσερις βασικούς τομείς:
1. Εγχώρια Βιομηχανική Συμμετοχή.
Το υφιστάμενο αντικείμενο της ΕΒΣ πρέπει να διευρυνθεί από αυτό που προβλέπεται στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο.
2. Συγχώνευση όλων των ποινικών ρητρών - Θέσπιση Ορίου Ποινικών Ρητρών.
3. Απλοποίηση της διαδικασίας πιστοποίησης της υλοποίησης των προγραμμάτων.
Σε αυτό περιλαμβάνονται η μείωση των απαιτούμενων εγγράφων, η μείωση υπογραφών από διάφορες υπηρεσίες-επιτροπές αλλά και η διαφάνεια σχετικά με τα εμπλεκόμενα μέρη σε όλη τη διαδικασία.
4. Απλοποίηση του τρόπου διαπίστωσης της Ελληνικής Προστιθέμενης Αξίας.
Ο τρόπος υπολογισμού της ΕΠΑ πρέπει να απλοποιηθεί σημαντικά. Αυτό σίγουρα πρέπει να περιλαμβάνει τη μείωση των συντελεστών που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό.
ΗΜΕΡΗΣΙΑ

Θέματα υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης

Η Ελλάς δεν είναι «αναθεωρητική χώρα» και ρυθμίζει την εξωτερικήν της πολιτική βάσει των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου
Ιωάννης Θ. Μάζης*

Είναι σαφές ότι επί των ημερών μας αναπτύσσεται ένας διάλογος σχετικώς με τα θέματα Υφαλοκρηπίδος και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) της χώρας1. Και μάλιστα υπό το φως της πρόσφατης Συμφωνίας Καθορισμού Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ, η οποία μάλιστα προκάλεσε και την εντόνως εκφρασθείσα «δυσφορίαν» της Αγκύρας.
Εγράφησαν δε εξαιρετικά κείμενα από ειδικούς και διπλωμάτες εις τον καθημερινόν Τύπον των Αθηνών σχετικώς με αυτά. Επειδή όμως ορισμένα εξ αυτών δημιουργούν (ίσως εσφαλμένως και ίσως αποκλειστικώς εις τον γράφοντα), την εντύπωσιν ότι εμφυλοχωρούν κάποιες «δημιουργικές ασάφειες» εις το νομικόν πλαίσιον της Συμβάσεως για το Δίκαιον της Θαλάσσης του Montego Bay του 1982, οι οποίες να αναγκάζουν, πιθανώς την Ελλάδα, σε υποχωρήσεις από τα, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, θεωρούμενα κυριαρχικά της δικαιώματα, ας εστιάσουμε σε ορισμένα στοιχεία αυτού του νομικού πλαισίου και ας προσπαθήσομε να τα αναλύσομε. Θα εκκινήσουμε εκ της παραδοχής ότι η Ελλάς δεν είναι «αναθεωρητική χώρα» και ρυθμίζει την εξωτερικήν της πολιτική βάσει των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου. Εάν η Ελλάς παύσει να βασίζεται εις αυτούς και επιλέξει τον ολισθηρόν κατήφορον των «πολιτικών» καλουμένων λύσεων με την Τουρκία, τότε δύο τινά δύνανται να συμβούν: είτε η Ελλάς να αποδεχθεί τελικώς τον κανόνα της ισχύος και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικώς ενδεχόμενο κίνδυνο θερμών προκλήσεων από την Άγκυρα εις το Αιγαίο και την Ν/Α Μεσόγειο είτε να απωλέσει, ακόμη και άνευ αυτών των προκλήσεων, εθνικήν κυριαρχία εις το Ανατολικόν Αιγαίο, την Θράκη και την Ν/Α Μεσόγειο (Καστελλόριζο).

Α. Υφαλοκρηπίδα και Μέση Γραμμή

A1. Ορισμός ΑΟΖ
Πρίν αναφερθούμε σε αυτό το μέγεθος της ΑΟΖ και την γεωπολιτική του σημασία, θα πρέπει να δώσουμε τα πλέον σημαντικά στοιχεία του νομικού του ορισμού, ώστε να μην δημιουργούνται αμφιβολίες και παρερμηνείες. Κάνουμε χρήση της Νέας Συμβάσεως για το Δίκαιο της Θαλάσσης του Montego Bay του 19822:

1) «Άρθρο 55. Ως Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη ορίζεται η πέραν και παρακείμενη της Χωρικής Θαλάσσης περιοχή, η υπαγόμενη στο ειδικό νομικό καθεστώς που καθιερώνεται στο παρόν Μέρος [v], δυνάμει του οποίου τα δικαιώματα και οι δικαιοδοσίες του παρακτίου Κράτους και τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των άλλων Κρατών, διέπονται από τις σχετικές διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως [Μοντέγκο Μπαίυ, 1982]».

2) «Άρθρο 56. Στην ΑΟΖ το παράκτιο Κράτος έχει : α) Κυριαρχικά δικαιώματα που αποσκοπούν στην εξερεύνηση , εκμετάλλευση, διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πόρων, ζωντανών ή μη, των υπερκείμενων του βυθού της θαλάσσης υδάτων, του βυθού της θαλάσσης και του υπεδάφους αυτού, ως επίσης και με άλλες δραστηριότητες σχετικές με την οικονομική εκμετάλλευση και εξερεύνηση της Ζώνης, όπως η παραγωγή ενέργειας από τα ύδατα, τα ρεύματα και τους ανέμους. β) έχει δικαιοδοσία, όπως προβλέπεται στα σχετικά άρθρα της παρούσης Συμβάσεως σχετικώς με: ι) την εγκατάσταση και τη χρησιμοποίηση τεχνητών νήσων, εγκαταστάσεων και κατασκευών ιι) τη θαλάσσια επιστημονική έρευνα ιιι) την προστασία και διατήρηση του θαλασσίου περιβάλλοντος. γ) άλλα διακιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπονται από την παρούσα Σύμβαση.»

«Η νέα αυτή ζώνη δικαιωμάτων του παρακτίου κράτους, φθάνει μέχρι τα 200 ν.μ. από τις γραμμές βάσεως των εθνικών χωρικών υδάτων (ή αιγιαλίτιδος ζώνης, ή χωρικής θαλάσσης, είναι το ίδιο μέγεθος με διαφορετικές ονομασίες) και αρχίζει από το εξωτερικό της όριο»3.

Δηλαδή, για να δώσουμε ένα παράδειγμα στην ελληνική περίπτωση: Εύρος χωρικής Θαλάσσης+εύρος ΑΟΖ= 200νμ. Με την παρούσα κατάσταση δηλαδή των ελληνικών εθνικών χωρικών υδάτων στα 6νμ έχουμε: 6νμ + 194νμ=200νμ= ΑΟΖ!

«Αυτό σημαίνει ότι στην ΑΟΖ πλέον, έχουν συσσωρευθεί τόσο τα παραδοσιακά κυριαρχικά δικαιώματα που το παράκτιο Κράτος ασκούσε στην Υφαλοκρηπίδα, δηλαδή, στους φυσικούς πόρους του βυθού και του υπεδάφους των παρακείμενων θαλάσσιων περιοχών του, όσο και τα νέα κυριαρχικά δικαιώματα που αφορούν την έρευνα, εκμετάλλευση και διατήρηση των φυσικών πόρων των υπερκειμένων υδάτων, δηλαδή κυρίως, των αλιευμάτων.

Εξάλλου, χορηγήθηκαν καιν πρόσθετες διακιοδοσίες στο παράκτιο κράτος (δηλ. Αποκλειστικές αρμοδιότητες) που αφορούν την τοποθέτηση και χρήση τεχνητών νησιών και άλλων κατασκευών, τη διεξαγωγή επιστημονικής έρευνας και την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος από την ρύπανση. Δεν εθίγησαν όμως οι παραδοσιακές ελευθερίες της διεθνούς επικοινωνίας των άλλων Κρατών στα όρια της Ζώνης (ναυσιπλοϊας, υπέρπτησης και τοποθέτησης καλωδίων και σωληναγωγών). Ο νέος αυτός θεσμός, που ήδη και πριν την συμβατική του καθιέρωση είχε βρεί εκτεταμένη εφαρμογή στην πρακτική των Κρατών, αποτελεί ήδη μέρος του εθιμικού διεθνούς δικαίου»4.

Αναφορικώς, πάντως με την υφαλοκρηπίδα οι διατυπώσεις είναι απολύτως σαφείς και ενισχύονται μάλιστα από τη Συνθήκη του Montego Bay του 1982. Με τη σύμβαση αυτή5, επιλύθηκε ένα από τα πλέον ακανθώδη προβλήματα του Δικαίου της Θάλασσας: επήλθε συμφωνία για το πλάτος των Χωρικών Υδάτων (Χωρικής Θαλάσσης), η οποία δύναται πλέον να εγγίζει το εύρος των 12 ναυτικών μιλίων (ν.μ). Ο κανόνας αυτός μάλιστα, λόγω της ευρυτάτου εφαρμογής του, έχει-και αυτός- πλέον αποκτήσει εθιμικήν ισχύ. Δια την οριοθέτησιν δε, των αλληλεπικαλυπτωμένων, Χωρικών Υδάτων (χωρικών Θαλασσών) υιοθετήθη η αρχή της Μέσης Γραμμής με ελάχιστες μόνον εξαιρέσεις (άρθρο 15).

 Η περίπτωση αυτή δύναται να καλύψει απολύτως την περίπτωση Ελλάδος-Τουρκίας. Αναφορικώς τώρα με τα δικαιώματα που ασκεί το παράκτιον κράτος το οποίο διαθέτει την συγκεκριμένην υφαλοκρηπίδα, αυτά έχουν την έννοια των «κυριαρχικών δικαιωμάτων» δηλαδή το ότι ουδέν άλλο κράτος δύναται να τα διεκδικήσει, έστω και αν το παράκτιο αυτό κράτος δεν ασκεί τα εν λόγω δικαιώματα εις την πράξη. Επίσης, να τονισθεί ότι τα δικαιώματα αυτά, συμφώνως προς την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης εις την Υπόθεση της Υφαλοκρηπίδος της Βορείου Θαλάσσης6, υφίστανται υπέρ του παρακτίου Κράτους ipso jure et ab initio (αυτοδικαίως και εξυπαρχής) χωρίς το Κράτος αυτό να χρειάζεται να προβεί εις ουδεμία νομικήν ενέργεια7.

Β. Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και Μέση Γραμμή
Επίσης, η Υφαλοκρηπίδα, συμφώνως προς την Σύμβαση του 1982, διαθέτει ως ελάχιστον εύρος, την έκτασιν του βυθού της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) δηλαδή μέχρι 200 ν.μ. Δύναται όμως να υπερβεί και το όριον αυτό, όταν το Υφαλοπλαίσιον του παρακτίου κράτους εκτείνεται πέραν από τα 200 ν.μ., οπότε η Υφαλοκρηπίδα εξικνείται μέχρι και το τέλος του Υφαλοπλαισίου ή τα 350 ν.μ. ή ακόμα να εκτείνεται στα 100 ν.μ πέραν από την ισοβαθή καμπύλην των 2.500 μέτρων8.


Γ. Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, Μέση Γραμμή και Ευθιδικία
Τώρα, ας εξετάσομε και ένα σημείον, το οποίο κατά τινες, μπορεί να δημιουργήσει ασάφειες οι οποίες θα απαιτούσαν μάλλον «πολιτικού τύπου προσεγγίσεις» και όχι -κατά βάσιν- νομικού. Πρόκειται, δια το άρθρον 74, εις το οποίο η νέα Σύμβασις (1982) προβλέπει σύναψη Συμφωνίας «συμφώνως προς το διεθνές Δίκαιον, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου, προς τον σκοπόν καταλήξεως εις δικαίαν (επιεική) λύση». Η «δημιουργική ασάφεια» λοιπόν, την οποίαν φαίνεται να επικαλούνται ορισμένοι αναλυταί, προκύπτει ακριβώς εδώ. Εις το πλαίσιο αυτό όμως, εμπεριέχεται και η μέθοδος χαράξεως της Μέσης Γραμμής-Μέσης Αποστάσεως, η οποία ήδη έχει αποτελέσει απολύτως πρόσφατο νομικόν προηγούμενο εις τις περιπτώσεις χαράξεως ΑΟΖ μεταξύ της Κύπρου και των γειτονικών της παρακτίων χωρών. Δηλαδή, ας υπενθυμίσουμε ότι την 12η Δεκεμβρίου 1988, η Κύπρος επεκύρωσε την Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θαλάσσης. Τον Φεβρουάριο του 2003 και τον Ιανουάριο του 2007, η Κύπρος υπέγραψε συμφωνία για την οριοθέτηση της ΑΟΖ με την Αίγυπτο και το Λίβανο, αντιστοίχως. Η συμφωνία βασίζεται εις την διεθνώς αποδεκτή αρχή της μέσης γραμμής και τους όρους της Συμβάσεως του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θαλάσσης. Τον Δεκέμβριο του 2010 ακολούθησε η υπογραφή συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ για την οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών και πάλιν με τη μέθοδο της μέσης γραμμής. Παράλληλα, η Κύπρος εγκαινίασε στις 16 Φεβρουαρίου 2007 τον πρώτο γύρο υποβολής αιτήσεων αδειών ερεύνης και αδειών εκμεταλλεύσεως υδρογονανθράκων, ο οποίος έληξε στις 16 Ιουλίου 2007, ενώ ικανός αριθμός εταιρειών επέδειξε ενδιαφέρον εις τις οποίες και εδόθησαν σχετικές πληροφορίες9.

Η Τουρκία, δια τις δύο εκ των περιπτώσεων αυτών δεν αντέδρασε ούτε λεκτικώς! Αντέδρασε μόνον-και αποκλειστικώς-λεκτικώς, δια την περίπτωσιν Κύπρου-Ισραήλ. Και βεβαίως η αντίδρασίς της κατέπεσε εις το απόλυτον και αβυσαλέον... διπλωματικόν κενόν!

Συνεπώς, όταν η -κατά το ήμισυ- υπό τουρκικήν κατοχήν Κύπρος, με κατοχικά τουρκικά στρατεύματα της τάξεως των 40.000 ανδρών εις τα εδάφη του Βορείου τμήματός της, δύναται να εφαρμόσει την Μέσην Γραμμήν δια την χάραξιν της ΑΟΖ, την οποίαν προηγουμένως, μονομερώς είχεν ορίσει ο αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος, συνεπάγεται ασφαλώς ότι και η ισχυρά (;) αλλά και υπερήφανος (;) Ελλάς θα δύναται το τοιούτον πολλαπλασίως! Ή μήπως αυταπατώμαι;

Επίσης να προσθέσω ότι η πρόσφατη επίσκεψη της Καγκελαρίου της Γερμανίας κ. Α. Μέρκελ εις την Κύπρο, όπως και οι ευθύνες τις οποίες επέρριψε με τις δηλώσεις της εις την τουρκικήν και τουρκοκυπριακήν πλευρά για την αδυναμία εξευρέσεως λύσεως στο κυπριακό ζήτημα, μας πείθουν ότι το γερμανικό ενδιαφέρον εξήφθη και από τις πιθανότητες γερμανικών επενδύσεων στο ελληνο-κυπριακό φυσικό αέριο. Ας υπενθυμίσουμε ότι επίσκεψις γερμανού Καγκελλαρίου εις την Μεγαλόνησο έχει να σημειωθεί δια χρονικό διάστημα άνω των τριών δεκαετιών! Να υποθέσω ότι η γερμανίδα Καγκελλάριος -αίφνης- «μας ηράσθη σφόδρα»; Οι αντιδράσεις και οι αναλύσεις του τουρκικού τύπου επί της επισκέψεως της κ. Μέρκελ είναι εξαιρετικά εύγλωττες, αναφορικώς με την δυσφορία της τουρκικής πολιτικής ελίτ ως προς την υποστήριξη της γερμανίδας Καγκελλαρίου προς την σύμπηξη γενικότερης συμφωνίας Κύπρου-Ισραήλ και ευθυνών της τουρκικής πλευράς για την εξεύρεση λύσεως στο κυπριακό.10

1.1.) Εξετάζοντες τώρα ακόμη και την αρχήν της ευθιδικία/equity, η οποία εμπεριέχει και την αρχήν «των ειδικών περιπτώσεων» τις οποίες ασαφώς και αβασίμως από νομικής πλευράς, επικαλείται η Τουρκία, πρέπει να λάβουμε υπόψιν όλα τα ανωτέρω τα οποία και αποτελούν σαφώς ελληνικήν πολιτικήν επιλογή διαπραγματευτικής στρατηγικής, επί του προτάγματος (εκτιμώ) του raison d'État αλλά και της Ευρωπαϊκής στηρίξεως εις τις νόμιμες επιδιώξεις της. Και πάντως, και η περίπτωση της «δικαίας λύσεως/ευθιδικίας» οφείλει, κατά νόμον, να είναι απόρροια του Διεθνούς Δικαίου και σύμφωνη ως προς αυτό11.

Και δια την πλήρη διασαφήνιση του ζητήματος πρέπει να σημειωθούν τα εξής : ι) συμφώνως προς την Σύμβαση του 1982 (άρθρο 121) οι Νήσοι διαθέτουν πλήρη δικαιώματα Υφαλοκρηπίδος και ΑΟΖ. Εξαιρούνται μόνον οι βραχονησίδες οι οποίες «δεν δύνανται να κατοικηθούν» (προσοχή, δεν ομιλεί ο νόμος περί «μη κατοικουμένων», αλλά περί «μη δυναμένων να κατοικηθούν»!) «ή δεν έχουν ιδικήν των οικονομική ζωή, και οι οποίες δικαιούνται να έχουν μόνον χωρική θάλασσα και συνορεύουσα ζώνη». Κοντολογίς, οι βραχονησίδες αυτές δικαιούνται να έχουν μέχρι 12 ν.μ εύρος Χωρικής Θαλάσσης και ακόμη άλλα 12 ν.μ Συνορεύουσας Ζώνης! Να σημειωθεί εδώ, ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει ανάλογα δικαιώματα καν εις το Καστελόριζο! Δεν αναγνωρίζει λοιπόν η γείτων, «φίλη» και «σύμμαχος», δικαίωμα Χωρικών Υδάτων και φυσικά ούτε Συνορεύουσας Ζώνης στις βραχονησίδες αλλά ούτε καν εις τις Νήσους του παρακτίου Κράτους το οποίον και τις διαθέτει, και δεν δέχεται να ακολουθήσει τις επιταγές του Δικαίου της Θάλασσας το οποίο, όμως, όπως απαιτεί η οιαδήποτε λύσις, ακόμη και ευθιδικίας, οφείλει να συντελείται με σαφή τήρηση των υπ' αυτό προβλεπομένων κανόνων! Τί να συζητήσομε λοιπόν επ' αυτού και βάσει ποίας «ευθιδικίας», πέραν των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, με την Τουρκία; Αυτό πρέπει να το λάβει σοβαρά υπόψιν εις ο οιοσδήποτε αναλυτής εις οιανδήποτε ανάλυσίν του. Διπλωμάτης, ακαδημαϊκός ή απλώς σκεπτόμενος πολίτης12.

Δ. Περίκλειστη ή Ημιπερίκλειστη Θάλασσα και τουρκικές διεκδικήσεις
3) Υπάρχει ένα ακόμη σημείον το οποίον πρέπει να εκθέσουμε για να αποφύγουμε παρεξηγήσεις, οι οποίες δύνανται να οδηγήσουν σε παρερμηνείες συνεπαγώμενες ολεθρίους χειρισμούς αναφορικώς με τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος στο Ανατολικό Αιγαίο. Πρόκειται για τα άρθρα 122 και 123 της Συνθήκης του 1982, τα οποία προτείνουν κάποιες εξαιρέσεις από τις παραδεδεγμένες και κοινώς αποδεκτές λύσεις του Δικαίου της Θαλάσσης αφορώσες τις περιπτώσεις των λεγομένων «κλειστών ή ημικλείστων Θαλασσών». Πρέπει να τονίσουμε ότι η ρύθμισις αυτή έχει χαρακτήρα συστάσεως και όχι δεσμευτικό, και προβλέπει απλώς συνεργασία στους τομείς της ι) εξερευνήσεως, διατηρήσεως και εκμεταλλεύσεως των «ζώντων φυσικών πόρων» (δηλαδή: αλιεία), των Θαλασσών αυτών όπως και εις τους τομείς ιι) της θαλασσίας επιστημονικής ερεύνης και της προστασίας του Θαλασσίου περιβάλλοντος (Περιβαλλοντική προστασία).

Συνεπώς, τα οποιαδήποτε επιχειρήματα της Τουρκίας περί της Ημικλείστου Θαλάσσης του Αιγαίου δεν δύνανται, ακόμη και εάν εγίνοντο, παρ' ελπίδα, αποδεκτά από την Αθήνα, να επεκταθούν σε τομείς συνεκμεταλλεύσεως υποθαλασσίου πλούτου (υδρογονανθράκων), ούτε βέβαια εκχωρήσεως εθνικής κυριαρχίας στους τομείς της Υφαλοκρηπίδος, διότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται κατ' ουδένα τρόπο από την Σύμβαση του 1982! Πρέπει όμως να σημειώσουμε ακόμη μία ανακόλουθη στάση της Τουρκίας η οποία αποδεικνύει την γνωστή εις τους Τούρκους μέθοδον των «καλών και συμφερόντων» και μάλιστα δια της μεθόδου «των δύο μέτρων και δύο σταθμών»:

ι) Η Τουρκία ούτε υπέγραψε αλλά και ούτε επικύρωσε τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θαλάσσης. Ωστόσο, υιοθέτησε, περί το τέλος του 1986, ΑΟΖ στη Μαύρη Θάλασσα και ήρθε σε συμφωνία με την τότε Σοβιετική Ένωση για τις επικαλυπτόμενες περιοχές χρησιμοποιώντας τη... μέθοδο της μέσης γραμμής (!).

 ιι) Αργότερα η Τουρκία άρχισε συνομιλίες με την Βουλγαρία και την Ρουμανία για το ίδιο θέμα και ήρθε σε αναλόγου μορφής και περιεχομένου συμφωνία με αυτήν την οποίαν είχε συνάψει με τους Σοβιετικούς.

Έτσι, ενώ η Τουρκία έχει προχωρήσει, σε συνεργασία με παρευξείνια κράτη στην οριοθέτηση της ΑΟΖ στη Μαύρη Θάλασσα – μιας "περίκλειστης ή ημίπερίκλειστης θαλάσσης", όπως ισχυρίζεται ότι είναι και η Μεσόγειος – αρνείται να πράξει το ίδιο και εις την... Μεσόγειο, έχοντας όμως η ίδια δημιουργήσει προηγούμενο εις την Μαύρη Θάλασσα! Αυτά αποτελούν ισχυρά όπλα στα χέρια της ελληνικής Διπλωματίας, αρκεί να της δοθεί η εντολή να τα χρησιμοποιήσει...

Ε. Τουρκία και οι Ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις ως προς την υπογραφή της Νέας Συνθήκης για το Δίκαιο της Θαλάσσης

Αναφορικώς τώρα με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της Τουρκίας ως προς την εφαρμογή της Συμβάσεως για το Δίκαιο της Θαλάσσης του 1982, πρει να υπογραμμίσουμε ότι:

 ι) η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας έχει κυρωθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση ( 10 Δεκεμβρίου 1998 ) και κατ΄ επέκταση αποτελεί μέρος του κοινοτικού κεκτημένου. Όλες οι υπό ένταξη χώρες – συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας - οφείλουν κατά το χρόνο της ένταξής τους να εφαρμόσουν το κοινοτικό κεκτημένο.

 ιι) το Συμβούλιο της ΕΕ στις 2 Ιουνίου 2005 κατέστησε σαφές ότι «Η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας αποτελεί μικτή συμφωνία, δηλαδή έχει συναφθεί και από την Κοινότητα και από τα κράτη μέλη. Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6 της πράξεως της αφορούσης τους όρους προσχωρήσεως των νέων κρατών μελών, τα κράτη αυτά δεσμεύονται να προσχωρήσουν στις συμβάσεις και συμφωνίες που έχουν συνάψει τα παλιά κράτη μέλη και, μαζί με αυτά, η Κοινότητα»

ιιι) στις 2 Απριλίου 2007 ο Όλι Ρεν δήλωσε σαφώς ότι «Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θαλάσσης αποτελεί όντως κοινοτικό κεκτημένο, το οποίο η Τουρκία αναμένεται να υιοθετήσει και να εφαρμόσει μετά την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Επιτροπή θα συνεχίσει να ελέγχει την εφαρμογή του κεκτημένου στην Τουρκία»

ιιιι) αναλόγου περιεχομένου ήταν επίσης η απάντηση του κ. Ρεν σε ερώτηση του Κυπρίου Ευρωβουλευτή κ. Ι. Κασουλίδη αναφορικώς με τις παραβιάσεις της ΑΟΖ της Κύπρου από τουρκικό σκάφος. Συγκεκριμένα, ο κ. Ρεν στην απάντησή του την 5η Μαρτίου 2009 προβαίνει σε ιδιαίτερη μνεία των συμπερασμάτων της 8ης Δεκεμβρίου 2008, όπου αναφέρεται ότι «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποθαρρύνει τυχόν απειλές, προστριβές, ή πράξεις οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τις σχέσεις καλής γειτνίασης και την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών»13.


Στ. Η ελληνο-τουρκική Συμφωνία της Μαδρίτης του 1997
Η Συμφωνία της Μαδρίτης του Ιουλίου του 1997, επί Κυβερνήσεως Κ. Σημίτη, είναι ακόμη ένα σημείο το οποίο η Αθήνα οφείλει να συνεκτιμήσει και να χειρισθεί αναλόγως στην κρίσιμη συγκυρία των ελληνο-τουρκικών συνομιλιών αλλά και για το θέμα της χαράξεως της ελληνικής ΑΟΖ. Στη συμφωνία αναφέρεται ότι: «Και οι δύο χώρες θα αναλάβουν προσπάθεια να προωθήσουν διμερείς σχέσεις, που θα βασίζονται μεταξύ άλλων και σε:

[...]
ΙV ) Σεβασμό στα νόμιμα ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία τους.

V ) Δέσμευση αποφυγής μονομερών ενεργειών στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και της επιθυμίας, ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις οφειλόμενες σε παρεξήγηση

[...]
Οι δύο αυτές παράγραφοι είναι οι επίμαχες και εκείνες οι οποίες χρησιμοποιούνται ή/και υπονοούνται από την ισλαμική κυβέρνηση της Άγκυρας ως βάση νομιμοποιήσεως των διεκδικήσεών της εις το Ανατολικό Αιγαίο και βεβαίως εις το Καστελόριζο. Ένα λαμπρό δείγμα αυτής της τουρκικής αναλύσεως, μας έδωσε, ήδη από τον Ιούνιο του 2007 Τούρκος Πρόεδρος κ. Γκιούλ, όταν εις το περιθώριο της Συνόδου του ΟΣΕΠ δήλωσε στην εφημερίδα Καθημερινή ότι: «Η Τουρκία και η Ελλάδα έχουν νομικά και ζωτικά συμφέροντα και ανησυχίες στο Αιγαίο με μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία τους. Εχουν δεσμευθεί με τη Συμφωνία της Μαδρίτης του 1997 να σέβονται τις αρχές αυτές και να διευθετούν τις μεταξύ τους διενέξεις με ειρηνικά μέσα και με αμοιβαία συναίνεση».

Ακόμα όμως και αυτό το επιχείρημα της ισλαμικής Κυβερνήσεως της Άγκυρας δεν είναι επαρκές για να «γκριζάρει» το Αιγαίο και τη Ν/Α Μεσόγειο. Και αυτό διότι: ι) η Τετάρτη Παράγραφος ομιλεί περί «νομίμων ζωτικών συμφερόντων και ενδιαφερόντων» των δύο χωρών. Δηλαδή συμφερόντων και ενδιαφερόντων των οποίων η διεκδίκηση ορίζεται από το Διεθνές Δίκαιο και στην περίπτωση αυτή, από το Διεθνές Δίκαιον της Θαλάσσης του 1982! και ιι) η Πέμπτη Παράγραφος έχει ήδη πολλαπλώς καταρρακωθεί και εξευτελισθεί πλήρως από την τουρκική συμπεριφορά των διαρκών παραβιάσεων και υπερπτήσεων στο Αιγαίο, όπως και από μόνην την ύπαρξη του casus belli! Συνεπώς, η καταγγελία από ελληνικής πλευράς της Συμφωνίας αυτής είναι και εύκολη και επιβεβλημένη, ακριβώς λόγω των δύο ανωτέρω στοιχείων.

Και πάντως, ακριβώς λόγω της προκλητικής -και κάθε άλλο παρά ειρηνικής- συμπεριφοράς της Τουρκίας στο Αιγαίο η Συμφωνία αυτή έπρεπε ως ελάχιστο διπλωματικό μέτρο ή έστω διπλωματική ποινή, να καταγγελθεί από ελληνικής πλευράς στο σύνολό της. Επίσης η ύπαρξη και μόνη του εισέτι ισχύοντος casus belli ακυρώνει πλήρως το ουσιαστικό περιεχόμενο των Παραγράφων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ οι οποίες προβλέπουν αντιστοίχως: ι) Αμοιβαία δέσμευση για την ειρήνη, την ασφάλεια και τη συνεχή ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας, ιι) Σεβασμό της κυριαρχίας της κάθε χώρας και ιιι) Σεβασμό των Αρχών του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Συνθηκών αλλά-και κυρίως-το γράμμα και το πνεύμα της Παραγράφου VI η οποία (τί ειρωνία...) προβλέπει «δέσμευση διευθέτησης των διαφορών τους με ειρηνικά μέσα, στη βάση αμοιβαίας συναίνεσης και χωρίς τη χρήση βίας ή την απειλή βίας». Ερωτώ λοιπόν, εάν το casus belli δεν αποτελεί «απειλή χρήσεως βίας» τότε τί αποτελεί; Ειρηνικό μέσο;

Στ. Γεωπολιτικό συμπέρασμα:
1) Για όλους, λοιπόν, τους ανωτέρω λόγους, από όποια πλευρά και αν ιδωθεί η Συμφωνία αυτή, παρά τις καλές προθέσεις της χώρας μας, δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει έστω και ως κείμενο... Οφείλει η Ελλάδα να δείξει ότι δεν ανέχεται επιτέλους την κοροϊδία και τον ευτελισμό και να δώσει ένα μήνυμα σοβαρότητος και εις το υπόλοιπο διεθνές της περιβάλλον...

2) Άλλωστε να γίνει πλέον κατανοητόν, ότι η ευρωπαϊκή -αλλά και κυρίως- η αγγλοσαξωνική γεωστρατηγική κατεύθυνση άλλαξε. Οι δύο αυτοί Διεθνείς πόλοι ισχύος, (ι)ΕΕ και (ιι) ΗΠΑ-Ηνωμένον Βασίλειον 9Ειδική Σχέσις) επιδιώκουν την αποδέσμευση από τα ρωσικά, ιρανικά και Αραβο-ισλαμικά ενεργειακά αποθέματα. Επίσης, υπό το φως αυτής της ερμηνείας, οι Αγγλοσάξωνες της Ειδικής Σχέσεως δεν βλέπουν με ιδιαίτερα θετικόν όμμα, την επερχομένη πρόσδεση της ΕΕ από το Ρωσικό φυσικό αέριο, μεταπράτης και διανομεύς του οποίου θα είναι η Γερμανία στην ΕΕ. Να λοιπόν η κατάλληλη ευκαιρία για να το αποφύγουν οριστικά: τα ισραηλινά και τα κυπριακά αποθέματα μαζί με τα ελληνικά αποθέματα φυσικού αερίου (Νοτίως της Κρήτης και στο Ιόνιο μέχρι την Αδριατική) αποτελούν την ιδανική λύση.

Συνεπώς, ο οιοσδήποτε θέσει εαυτόν ως εμπόδιο σε αυτήν την γεωστρατηγική εξέλιξη, και στην περίπτωσή μας αυτή φαίνεται να είναι μόνον η Τουρκία, θα αντιμετωπίσει τις σκληρότατες αντιδράσεις της -ούτω καλουμένης- «Δύσεως» δηλαδή των: ΕΕ και Ειδικής Σχέσεως Λονδίνου-Ουάσιγκτον. Φυσικά ο ισραηλινός παράγων ο οποίος δύναται να επηρεάζει την Ειδική Σχέση θα συμβάλλει σαφώς προς την ιδίαν κατεύθυνσιν! Είναι μάλλον σαφές...

Άρα, φοβικά σύνδρομα εκ μέρους των Αθηνών για αποφασιστικές και στοχευμένες ενέργειες στη Ν/Α Μεσόγειο, δεν είναι δικαιολογημένα, ούτε και από τους πλέον «σώφρωνες» εγκεφάλους του ΥΠΕΞ και του Μεγάρου Μαξίμου. Πάντως αν κρίνουμε από τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού στο Ερζερούμ αλλά και του κ. Μπεγλίτη αναφορικά με το Αιγαίο και την στάση της Τουρκίας, το μήνυμα έχει ληφθεί και εκεί.

* Ι. Θ. Μάζης, Καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας-Γεωπολιτικής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 14-01-2011
http://www.skai.gr/news/opinions/article/160599/geopolitiki-proseggisi-peri-ellino-kupriakis-aoz-ufalokripidos-kai-loipon-dimiourgikon-asafeion/?cid=12

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

«Κύκλος Του Στρετένσκυ» Η Νέα Ρωσική Ιδεολογία

Στην Ρωσία έχει δημιουργηθεί, μια ομάδα με την επωνυμία ο «Κύκλος του Στρετένσκυ», με έδρα την ομώνυμη Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Στρετένσκυ της Μόσχας, της οποίας Ηγούμενος είναι ο Αρχιμανδρίτης, Τύχων Σεβκούνωβ. Ο Αρχ. Τύχωνας είναι ο πνευματικός του Πρωθυπουργού της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν, και εσχάτως και του Προέδρου της Ρωσίας, Ντιμίτρι Μεντβέντεβ. Ο «Κύκλος του Στρετένσκυ», δημιουργήθηκε από πρώην υψηλούς αξιωματούχους της KGB, με επικεφαλής τον αντιστράτηγο Λεονίτ Ιβασώβ. Ο Λεονίτ Ιβασώβ είναι Αντιπρόεδρος της «Ακαδημίας Γεωπολιτικών Μελετών»(www.oag.ru), της Μόσχας, η οποία θεωρείται η «θεωρητική δεξαμενή σκέψης» της « Νέας Ρωσίας» την οποία πρεσβεύει, ο «Κύκλος του Στρετένσκυ» και ξεκίνησε με την ανάληψη της Προεδρίας της Ρωσίας υπό τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο Λ. Ιβασώβ διατηρεί στενή φιλιά από το παρελθόν του στην KGB με τον Β. Πούτιν.
Στενός συνεργάτης του Λ. Ιβασώβ είναι ο Α. Κ. Neklessa, επίσης σημαντικό στέλεχος της Γεωπολιτικής Ακαδημίας της Μόσχας, Καθηγητής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών.
Ο Λ. Ιβασώβ, πρό της ιδρύσεως του «Κύκλου του Στρετένσκυ» είχε εκπονήσει μια ογκωδέστατη μελέτη, όπου έθετε τις θεωρητικές βάσεις της «νέας ιδεολογίας» η οποία πρέπει να δοθεί στον Ρωσικό Λαό, ως αντικατάστατο του κομμουνισμού, για τον έλεγχο των τεράστιων μαζών της Χώρας του.
Την «Νέα Ιδεολογία» όρισε εντός των πλαισίων μιας νέα θεωρίας  την οποία και ονόμασε «Θρησκευτικοπολιτική Θεωρία» για να συνεχίσει στην διαμόρφωσή της, την οποία και ονόμασε «Θρησκευτικοπολιτικό-Γεωπολιτικό Δόγμα της Νέας Ρωσίας».
Στην θεωρία του ο Λ. Ιβασώβ, εισηγείται την ενσωμάτωση της ιστορίας της Τσαρικής Ρωσίας και της Ορθοδοξίας, με τον Ρωσικό εθνικισμό ο οποίος και θα περιλαμβάνει τμήματα της Σοβιετικής Ιστορίας και του κομμουνισμού. Δηλαδή, μια «θεωρητική ομογενοποίηση» της Ρωσικής ιστορίας, με έντονα θρησκευτικά-ορθόδοξα δογματικά στοιχεία της πάλαι ποτέ «Τσαρικής Αγίας Ρωσίας» και του Ρωσικού εθνικισμού-πατριωτισμού της νεώτερης Ρωσικής ιστορίας, μέσα από την Σοβιετική ΄Ενωση και ειδικά τον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο» δηλαδή, την ιστορική περίοδο  του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, κάτι που είναι εμφανέστατο τα τελευταία χρόνια.
Η νέα αυτή θεωρία, έτυχε μεγάλης επεξεργασίας και αναλύσεων και τελικά έγινε αποδεκτή ως το «Νέο Ρωσικό Δόγμα» ή το «Νέο Ρωσικό ΄Οραμα», όπως συνηθίζουν να το αποκαλούν οι συμμετέχοντες του «Κύκλου του Στρετένσκυ».
250567_66
Ο Ρώσος Στρατηγός Λ. Ιβασώβ, συνδέθηκε στενά με τον Ρώσο Αρχιμανδρίτη και Ηγούμενο της Μονής Στρετένσκυ, και η Μονή έγινε το Κέντρο του «Νέου Ρωσικού Δόγματος», το οποίο είναι η νέα «Ρωσική Ιδεολογία» που εξαπλώνεται στην Ρωσία, με την βοήθεια και την πλήρη συμμετοχή της Ρωσικής Εκκλησίας. Στην Μονή δημιουργήθηκε μια μεικτή ομάδα, αποτελούμενη από Εκκλησιαστικούς αξιωματούχους υπό τον Αρχιμανδρίτη Τύχωνα Σεβκούνωβ και λαϊκούς υπό τον Λ. Ιβασώβ, κυρίως τέως στελέχη της KGB (οι γνωστοί επονομαζόμενοι «Σιλοβίκι») και του Σοβιετικού Στρατού, αλλά και επιφανείς Ρώσοι, όπως ο γνωστός Ρώσος μεγιστάνας Αμπράμοβιτς.
  • Άλλα σημαντικά στελέχη του «Κύκλου του Στρετένσκυ» είναι ο Κίριλ Καμπάνοφ, επικεφαλής της «Ρωσικής Επιτροπής κατά της Διαφθοράς», ο  Στανισλάβ Μπελκόφσκι, του «Ινστιτούτου Εθνικής Στρατηγικής στη Μόσχα»,ο Γενικός Εισαγγελέας της Ρωσίας Γιούρι Τσάικα, ο οποίος πολύ συχνά επισκέπτεται το ΄Αγιον ΄Ορος, και άλλοι Ρώσοι αξιωματούχοι.
[Η δικεκριμένη Ρωσίδα κοινωνιολόγος Όλγα Κριστανόβσκαγια έχει διαπιστώσει ότι το 25% των θέσεων πολιτικής διοίκησης κατέχονται από αξιωματούχους που προήλθαν από τις γραμμές των «σιλοβίκι».
«Όσο πιο υψηλό το επίπεδο διοίκησης, τόσο μεγαλύτερη και η συγκέντρωση των σιλοβίκι».
Πριν από την άνοδο του Γκορμπατσόφ στην εξουσία, ο αριθμός των σιλοβίκι στην πολιτική διοίκηση δεν ξεπερνούσε το 3% (Financial Times 5/3)].
Ως βάση της νέας Γεωπολιτικής της η Ρωσία, υιοθέτησε τις θέσεις του «Κύκλου του Στρετένσκυ», που κατά βάση κινούνται κυρίως, γύρω από την γεωπολιτική φιλοσοφία, του μεγάλου Ρώσου Ιστορικού του παρελθόντος Σεργκέϊ Σολόβιεβ και την πολιτική σκέψη των Πούσκιν, Ντοστογιέφσκι και Λομονόσοβ. Των οποίων τα συγγράμματα αναπαράγει και επανεκδίδει σε πολυτελείς τόμους η Μονή Στρετένσκυ και διακινούνται μέσω της Ρωσικής Εκκλησίας σε όλη την Ρωσική επικράτεια.
Ο Σεργκέϊ Σολόβιεβ, είχε διατυπώσει πολύ πριν το αμερικανό θεωρητικό Σάμιουελ Χάντιγκτον την θεωρία της «Σύγκρουσης των Πολιτισμών».
Ο Σεργκέϊ Σολόβιεβ, κάνει λόγο για «την πάλη μεταξύ του ασιατικού και του ευρωπαϊκού πνεύματος», τοποθετώντας την «Μεγάλη Ευρασιατική Ρωσική Αυτοκρατορία» στο επίκεντρο της «μάχης» το οποίο προσδιορίζει στον λεγόμενο «Ελληνικό-βαλκανικό χώρο». Περιγράφει την «Μεγάλη Ευρασιατική Ρωσική Αυτοκρατορία» περικυκλωμένη από «εχθρούς» όπως η Οθωμανική Αυτοκρατορία, και ο  Λατινικός Ιμπεριαλισμός της μη Ορθόδοξης Δύσης.
«Ήταν οι ορδές του Ξέρξη που εισέβαλαν στην Ελλάδα, ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος με την φάλαγγά του και την Ιλιάδα του Ομήρου στις ακτές του Ευφράτη, ήταν οι Ούνοι στα πεδία της Καταλωνίας, ήταν οι Σταυροφόροι στην Παλαιστίνη, ή οι Τάταροι που μάζευαν φόρους από τους Μοσχοβίτες…Τελικά, υπήρξε η εισβολή των Μογγόλων, οι Ρωσικές σημαίες στο Αστρακάν, στο Καζάν και στην Τασκένδη. ΄Όλα αυτά ήταν τα σημάδια του ίδιου αγώνα, που συνεχίζονταν με τους πολέμιους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» (Ιστορία των Παλαιών Χρόνων της Ρωσίας-Σ εργκέϊ Σολόβιεβ).

Πάνω στην «σκέψη Σολόβιεβ» στηρίζεται πλέον η νέα Γεωπολιτική της Ρωσίας, κυρίως στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, σύμφωνα με αρκετά «Think-tanks» που έχουν ιδρυθεί για διάφορους τομείς της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας, (άμυνα, οικονομία, πολιτική, κλπ).
Προωθείται συνολικά η άποψη, πως η Ρωσία θα πρέπει να ξαναγίνει η «Μεγάλη Ευρασιατική Ρωσική Αυτοκρατορία», η οποία έχει διαταραχθεί και κατ΄ επέκταση, ολόκληρη η υφήλιος. Για να αποκατασταθεί η «ιστορική ισορροπία» της υφηλίου, θα πρέπει η Ρωσία, να γίνει και πάλι  «Ευρασιατική Υπερδύναμη».
Ο «Κύκλος του Στρετένσκυ» θεωρεί με βάση την πολιτική φιλοσοφία του Σ. Σολόβιεβ, πως  η «Ευρασιατική αποκατάσταση» προϋποθέτει ως σταθερή της βάση, την διατήρηση του «Τριαδικού Ορθόδοξου Πυρήνα» δηλαδή, της ενιαίας και αδιαίρετου συνοχής των Χωρών, Ρωσίας-Ουκρανίας-Λευκορωσίας.
Ο «Κύκλος του Στρετένσκυ» θεωρεί πως η πολιτική της Δύσης, μέσο της νέας στρατηγικής του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, στερεί από την Ρωσία τους παράγοντες εκείνους που θα της προσέδιδαν την προοπτική ικανότητα της δημιουργίας, μιας «Ευρασιατικής Ρωσίας» ως «Αυτοκρατορίας» υπό νέο προσχηματικό μανδύα, μέσο των Χωρών της Κ.Α.Κ. (Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών) και άλλες στρατηγικές συμμαχίες που προσπαθεί να δημιουργήσει η Ρωσία, με χώρες της επιρροής της τέως ΕΣΣΔ.
250567_66
ΝΕΟΒΥΖΑΝΤΙΝΙΣΜΟΣ
Η νέα Ρωσική κοσμοθεωρία και κοσμοαντίληψη, ταυτίζει την «Ευρασιατική Αυτοκρατορική Ρωσία» με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Ο ποιο εύστοχος χαρακτηρισμός, της νέας Γεωπολιτικής Θεωρίας και Φιλοσοφίας, και η πλέον δόκιμη διατύπωσή της ως όρος είναι αυτός του «Νεοβυζαντινισμού».
Ο «Νεοβυζαντινισμός» του «Κύκλου του Στρετένσκυ», προβάλετε ως η κυρίαρχος ιδεολογία στην Ρωσία.
Η απαρχή του «Ρωσικού Νεοβυζαντινισμού» σε ευρεία κλίμακα, για τις τεράστιες λαϊκές μάζες της Ρωσίας, έγινε με πρωτοβουλία του Αρχιμανδρίτη Τύχωνα Σεβκούνωβ με την δημιουργία του ντοκιμαντέρ, «Η κατάρρευση της Αυτοκρατορίας. Το Βυζαντινό Μάθημα».
Το ντοκιμαντέρ αυτό, μελετήθηκε πάρα πολύ πρίν να ξεκινήσει η παραγωγή του και έγινε αντικείμενο, πολλών εμπιστευτικών συνεδριάσεων, του «Κύκλου του Στρετένσκυ». Μια παραγωγή αρκετά δαπανηρή, η χρηματοδότηση της οποίας μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστη.
Η τηλεοπτική αυτή παραγωγή, αφού διαφημίστηκε έντονα στην Ρωσική επικράτεια, και για μεγάλο διάστημα, προβλήθηκε αρκετές φορές από διάφορα ΜΜΕ. Η αποδοχή της από το Ρωσικό τηλεοπτικό κοινό, υπήρξε πρωτοφανής για τα Ρωσικά τηλεοπτικά δεδομένα. Οι καταγεγραμμένοι δείκτες τηλεθέασης και τα στατιστικά στοιχεία, δείχνουν πως πρόκειται για την εκπομπή με την μεγαλύτερη ακροαματικότητα στην ιστορία της Ρωσικής τηλεόρασης.
Την πρωτοφανή αυτή τηλεθέαση, ακολούθησε μια επίσης, πρωτοφανής πώληση όλων των βιβλίων και εκδόσεων, για το Βυζάντιο σε ολόκληρη την Ρωσία.
Η Μονή Στρετένσκυ, φρόντισε να εκδώσει, πριν την προβολή της τηλεοπτικής παραγωγής της για το Βυζάντιο, χιλιάδες βιβλία σχετικά με την Βυζαντινή Ιστορία, και να τα διανέμει σε ολόκληρη την αχανή και τεράστια Ρωσική επικράτεια, μέσο της Ρωσικής Εκκλησίας. Τα βιβλία της Μονής Στρετένσκυ αλλά και κάθε άλλη έκδοση σχετική με το Βυζάντιο, εξαντλήθηκαν σε ελάχιστες μέρες.
Είχε προηγηθεί της προβολής του ντοκιμαντέρ, η δημόσια δήλωση του Πρωθυπουργού της Ρωσίας Β. Πούτιν, η οποία και κατέκλυσε (πιθανόν κατευθυνόμενα) τα ΜΜΕ της Χώρας, πως «η Ρωσία μετά την πυρηνική της ασπίδα, έχει ως ασπίδα την Ορθόδοξη πίστη της».
Των δηλώσεων Β. Πούτιν, είχαν προηγηθεί με μεγάλη συχνότητα και ανάλογη συνεχή προβολή, κοινές παρουσίες τόσο του Πρωθυπουργού όσο και του Προέδρου της Ρωσίας σε διάφορες Εκκλησίες και Μοναστήρια της Ρωσίας. Επίσης, η εκλογή του νέου Ρώσου Πατριάρχη Κυρίλλου, και η παρουσία των δύο Ρώσων αξιωματούχων στις εκδηλώσεις της ενθρόνισής του, μονοπώλησαν τα ΜΜΕ της Ρωσίας. Τα παραπάνω γεγονότα συνέπεσαν με τις εορτές του Αγίου Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και προστάτη του Ρωσικού Στρατού, των Αγίων Κύριλλου και Μεθοδίου και της επετείου της προσχώρησης του Ρωσικού Λαού στην Ορθοδοξία υπό τον Τσάρο Βλαντιμίρ το 988.
Συμπερασματικά, όλα τα ως άνω γεγονότα, με τον απόλυτο Θρησκευτικό τους χαρακτήρα, την έντονη προβολή τους στα ΜΜΕ της Ρωσίας, η προβολή του ντοκιμαντέρ, πλήθος άλλες εκδηλώσεις θρησκευτικές, αλλά και θεολογικά συνέδρια, ιστορικά κλπ, σηματοδοτούν και καταδεικνύουν, πως ξεκίνησε η δημόσια προβολή της νέας Ρωσικής ιδεολογίας του «Νεοβυζαντινισμού», σε πλήρη σύμπνοια και σύμπραξη, μεταξύ της Ρωσικής Πολιτικής Ηγεσίας και της Ρωσικής Εκκλησίας.
Sretensky Monastery

«ΒΥΖΑΝΤΙΟ» ΄Η «ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ»
Στο ντοκιμαντέρ με τίτλο, «Η κατάρρευση της Αυτοκρατορίας. Το Βυζαντινό Μάθημα» γίνεται μια εξιστόρηση της ιστορικής παρουσίας του Βυζαντίου και των σχέσεών του με την Δύση. Επίσης, γίνεται ανάλυση των αιτίων που οδήγησαν στην πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Οι αντιδυτικές αναφορές, στο ντοκιμαντέρ, είναι το κυρίαρχο στοιχείο το οποίο προβάλλετε έντονα και κάθε τρόπο. Γίνεται ένας πολύ έντεχνος παραλληλισμός και μια ιστορική παρομοίωση με έντονη πολιτική εξίσωση, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με την Ρωσία του σήμερα, μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος.
Π.χ. γίνεται αναφορά στις εσωτερικές διαμάχες του Βυζαντίου με αφορμή την έλλειψη διοικητικής μέριμνας κατά διάφορες περιόδους και η στάση του Βάρδα του Σκληρού, παραπέμπει στην υπόθεση του γνωστού φυλακισμένου Ρώσου μεγιστάνα της Yokos Μιχαήλ Χοντορκόφσκι.
Η αφηγηματική εξιστόρηση των αιτίων της πτώσης του Βυζαντίου, από τον ίδιο τον Αρχιμανδρίτη Τύχωνα, ουσιαστικά περιγράφει την πολιτική παρουσία και τις πολιτικές επιλογές του Βλαντιμίρ Πούτιν. Σε όσα σημεία τονίζονται στην εξιστόρηση ως αιτίες της πτώσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ταυτόχρονα και υποσυνείδητα ο τηλεθεατής, φέρνει στην σκέψη του πολιτικές ενέργειες και αποφάσεις του Βλαντιμίρ Πούτιν, οι οποίες είναι ακριβώς αντίθετες με τα «Βυζαντινά Λάθη»
Εν κατακλείδι, εάν κάποιος μελετήσει το ντοκιμαντέρ με την οπτική γωνία «Βυζαντινή πτώση και η Ρωσία του σήμερα» θα διαπιστώσει πως η Ρωσία προβάλλεται ως η νέα αναδυόμενη Βυζαντινή Αυτοκρατορία του σύγχρονου κόσμου, η οποία δεν πέφτει στα λάθη του παρελθόντος, διδάσκεται από την ιστορία και επιλέγει «αλάνθαστη οδό» χάρη στον «φωτισμένο ηγέτη της» Βλαντιμίρ Πούτιν και τους διαδόχους του. Στο ντοκιμαντέρ γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο θέμα της διαδοχής στο Βυζάντιο και τα τραγικά αποτελέσματα για την λανθασμένη επιλογή των κατά περιόδους αυτοκρατορικών διαδόχων.
Με τον τρόπο αυτό, διασώζεται η διαδοχή στην σύγχρονη Ρωσία, αλλά και επιβάλλεται εντέχνως η όποια επιλογή από τον «πεφωτισμένο ηγέτη» ο οποίος δεν πέφτει στα λάθη του Βυζαντινού αυτοκράτορα Βασίλειου Α΄του Μακεδόνα για τον οποίο γίνεται αναφορά στο ντοκιμαντέρ.
Στην τηλεοπτική αυτή παραγωγή, διαπιστώνει κάποιος πως αυτή απευθύνεται σε ανθρώπους με ελάχιστη γνώση της Βυζαντινής ιστορίας, χωρίς όμως να αλλοιώνει τα ιστορικά δεδομένα. Περιγράφει επιλεγμένα ιστορικά δεδομένα του Βυζαντίου, κυρίως αυτά με τις διαμάχες με την Δύση, και τα επεκτείνει σε μορφές πολιτικών αναλύσεων αλλά και μηνυμάτων.
Ο αντιδυτικός χαρακτήρας της τηλεοπτικής παραγωγής είναι πλήρης και κάθετος, τόσο στις ιστορικές αναφορές, όσο και στις πολιτικές μεθερμηνεύσεις του. Συχνά-πυκνά την αφηγηματική εξιστόρηση, συμπληρώνουν τηλεοπτικά πλάνα, στα οποία η Δύση προσωποποιείται, κυρίως με μεσαιωνική ενδυμασία, και διάφορες μάσκες θεατρικής προέλευσης, που παραπέμπουν σε όρνεο.
Φαίνεται πως επιλέχθηκαν ενδυμασίες Γαλλικής προέλευσης, για να ανακινήσουν τις μνήμες της εκστρατείας του Ναπολέοντα στην Ρωσία, ενώ η επιλογή της διχρωμίας, κόκκινου και μαύρου, υποσυνείδητα προκαλεί στο συλλογικό Ρωσικό συνειδητό αίσθημα, ανάσυρση ιστορικών εγγραμμάτων της μνήμης του, από την εκστρατεία των Ναζί στην Ρωσία. Είναι γνωστά άλλωστε τα χρώματα που κυριαρχούν στην Χιτλερική Σημαία – Σβάστικα.
Πλήθος άλλες αναφορές του ντοκιμαντέρ, έχουν έντονα πολιτικά  μηνύματα, τα οποία ως ιστορικές αναφορές και περιγραφές, συνδέουν παρλεθόν-παρών-μέλλον, με έμμεσο τρόπο και ακολουθείται η στρατηγική της «Έμμεσης Προσέγγισης». Η στρατηγική αυτή ως πρακτική απαντάτε σε μεγάλη συχνότητα,
στην Σοβιετική Εποχή, και ειδικά από την πολύπλευρη δράση και τις επιχειρήσεις της πάλαι ποτέ KGB.
14867.d
ΟΤΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Συμπερασματικά, φαίνεται πως την δομή, την εξέλιξη, παρουσία και προβολή της τηλεοπτικής αυτής παραγωγής, επεξεργάστηκαν πλήθος άνθρωποι με ιστορικές γνώσεις, γνώσεις προπαγάνδας, γνώσεις ψυχολογίας των μαζών, και πλήθος πολιτικοί επικοινωνιολόγοι, με αποκλειστικό σκοπό, την δημιουργία «ιδεολογικού υπόβαθρου» και «χειρισμού του υποσυνείδητου» των τεράστιων Ρωσικών μαζών, με σκοπό την δημιουργία της νέας Ρωσικής ιδεολογίας. Τα έντονα θρησκευτικά στοιχεία της νέας Ρωσικής ιδεολογίας, επέβαλαν την παρουσίαση του ντοκιμαντέρ, από έναν προβεβλημένο Ρώσο Ιερομόναχο του οποίου οι θερμές σχέσεις με την παρούσα Ρωσική εξουσία είναι γνωστές στην Ρωσία, αλλά και πέραν αυτής.
Την απόλυτη προσήλωση με «θρησκευτική ευλάβεια» στον κομμουνισμό,  έρχεται να λάβει ως αντικατάστατο η νέα Ρωσική ιδεολογία, η οποία φαίνεται πως απαιτεί και αυτή την πλήρη προσήλωση με απόλυτο τρόπο, προβάλλοντας ταυτόχρονα, το όραμα της ελπίδας, της ευημερίας, και της ιστορικής κοσμογονικής αποστολής της Ρωσίας μέσα στο κόσμο, ως «απεσταλμένης του Θεού» για την παγκόσμια ειρήνη. Από την άλλη, προβάλεται, η καταστροφή, απαξίωση και ο ευτελισμός, έως και η πλήρης εξαφάνιση της Ρωσίας, εάν δεν υιοθετηθούν οι κανόνες και οι παράγοντες, που θα διατηρήσουν «καθαρή και αγνή» την νέα ιδεολογία.
  • Κοντολογίς, θα λέγαμε πως, οι Ρώσοι τίθενται μεταξύ ενός υπαρξιακού έντονου προβληματισμού και διλήμματος…Να επιλέξουν, μεταξύ της νέας Ρωσικής ιδεολογίας την οποία πρέπει να υπηρετήσουν με «θρησκευτική ευλάβεια και πλήρη προσήλωση» και ταυτόχρονη «αδιαμαρτύρητη υπακοή» στους παραγωγούς της και Πολιτικούς της Ηγέτες, διαφορετικά η Ρωσία θα καταστραφεί όπως η Βυζαντινή αυτοκρατορία με κύριο υπεύθυνο την Δύση.
Από την μια η «ελπίδα» και από την άλλη ο «φόβος». Από την μια η «ζωή» και από την άλλη ο «θάνατος»…
  • Δηλαδή, η υπονόμευση της Δύσης θα καταστήσει τόσο αδύναμη την Ρωσία που θα επιφέρει την πλήρη καταστροφή της, πιθανόν από την Ασία, όπως έγινε στο Βυζάντιο. Έτσι καταδεικνύεται ο ρόλος της Ρωσίας στην Ευρασία και η αναγκαιότητα, χωρίς άλλες επιλογές, της κυριαρχίας της νέας Ρωσικής ιδεολογίας.
  • Source : Mia stala blog

Οι γερμανικές αποζημιώσεις και το "κτύπημα" της τρόικα

Οι πολεμικές επανορθώσεις και το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο από τη Γερμανία που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που προέρχονται από το «Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα», με επικεφαλής τον Μανώλη Γλέζο, τον Ευάγγελο Μαχαίρα, τον Γεώργιο Αλέξανδρο Μαγκάκη, τον Βασίλη Καρκούλια κ.ά. ξεπερνούν, σε σημερινή αξία, τα 162 δις ευρώ χωρίς τους τόκους, όπως σημειώνει στο άρθρο του που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Επίκαιρα» ο Αναπληρωτής Καθηγητής Θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης, Νότης Μαριάς.

Σύμφωνα με το βιβλίο Η Μαύρη Βίβλος της Κατοχής (Αθήνα 2006), που έχει εκδώσει το Εθνικό Συμβούλιο για τη διεκδίκηση των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, τα θύματα και οι απώλειες της χώρας μας από τους Γερμανούς κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έχουν ως εξής:
1) Νεκροί πολέμου 1940-1941: 13.327
2) Εκτελεσμένοι (σε ολόκληρη την Ελλάδα): 56.225
3) Θανόντες όμηροι (στα γερμανικά στρατόπεδα): 105.000
4) Νεκροί από βομβαρδισμούς: 7.120
5) Νεκροί σε μάχες της Εθνικής Αντίστασης (σύμφωνα με γερμανικά στοιχεία): 20.650
6) Νεκροί στη Μέση Ανατολή: 1.100
7) Απώλειες Εμπορικού Ναυτικού: 3.500
Σύνολο: 206.922
Νεκροί από πείνα & σχετικές ασθένειες: 600.000
ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ: 806.922
Απώλειες από υπογεννητικότητα: 300.000
Σύνολο απωλειών: 1.106.922




Οι γερμανικές οφειλές προς την Ελλάδα
Οι γερμανικές οφειλές προς τη χώρα μας προέρχονται από:
1) Την υποχρέωση καταβολής του υπολοίπου των Επανορθώσεων από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
2) Αποζημιώσεις λόγω της απώλειας κυρίως σκαφών (βομβαρδισμοί, τορπιλισμοί, βυθίσεις, αιχμαλωσία) κατά την περίοδο ουδετερότητας της Ελλάδας στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, πριν την επίθεση Ιταλίας και Γερμανίας εναντίον μας.
3) Την επιστροφή του αναγκαστικού κατοχικού δανείου.
4) Τις Επανορθώσεις που αναγνωρίστηκαν από τη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων (1946) να μας καταβάλει η Γερμανία για τις ζημίες που προξένησε στην ελληνική οικονομία.
5) Από την καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα των θηριωδιών του γερμανικού στρατού κατοχής, όπως είναι η περίπτωση του Διστόμου κ.λπ.



Το «ύπουλο χτύπημα» από την τρόικα
Η τρόικα με το Μνημόνιο έχει επιβάλει με ύπουλο τρόπο τη διαγραφή όσων ληξιπροθέσμων χρεών είναι δήθεν «ανεπίδεκτα εισπράξεως». Για το λόγο αυτό, μάλιστα, έγινε και η σχετική ανεπιτυχής απόπειρα νομοθετικής διαγραφής ανείσπρακτων οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο ύψους 24 δις ευρώ.

Πρόκειται για ένα ύπουλο παιχνίδι από την πλευρά της τρόικας, διότι με τον τρόπο αυτό θέλει έμμεσα να επιτύχει τη μη εγγραφή στον ελληνικό προϋπολογισμό του γερμανικού χρέους προς την Ελλάδα ως δήθεν «ανεπίδεκτο εισπράξεως».

Για το λόγο αυτό θα πρέπει η ελληνική πλευρά να είναι ιδιαίτερα προσεκτική προκειμένου να μην έχουμε φαινόμενα αντίστοιχα με αυτά του άρθρου 7 της δανειακής σύμβασης Ελλάδας - κρατών Ευρωζώνης, όπου, όπως αναλύσαμε στα «Επίκαιρα», η ελληνική πλευρά παραιτήθηκε (παρανόμως και όλως αντισυνταγματικώς) από την ένσταση συμψηφισμού και την υποβολή ανταπαίτησης για τις γερμανικές αποζημιώσεις. http://www.epikaira.gr

Turkey's Nuclear Ambition in the New Era

Throughout the previous decade, one of the main rhetorics in Turkish diplomacy was to become the fourth energy artery for Europe. Parallel to this motto, Turkey pursued a pro-active policy in the Middle East and Caspian Basin. However, it had to face political constraints in Iran and Iraq, whereas in the Caspian Basin could only succeed in finishing several projects in its own modest way.

Even though Turkey is yet to succeed in becoming an energy hub, it is an important country for energy potential and existing policies. However, again mega projects like Nabucco, South Stream, Samsun Ceyhan and the Trans-Caspian Pipeline cannot be imagined without Turkey. Thus, looking back, Turkey strengthened its position on an international level and became one of the main actors in the energy sector in its region.

Over the years, Turkey's strategy has shown energy business that it has a multidimensional character which is not only technical, but includes detailed policy that incorporates issues of the economy, foreign policy and security. In this sense, these policies while helping Turkey to strengthen its geostrategic position also contributed to Turkeys energy security. However, it seems Ankara has to take more serious steps to safeguard its immediate future in the sector. Thus, it could be argued that national motives will gain a greater importance in Turkeys energy strategy, while the international dimension of Turkish energy policy remains high on the agenda.

Focusing on energy policies for national purposes

In the last decade, Turkey has tried to increase the share of the countrys national resources used in its energy consumption. In this regard, hydropower policies and renewable energy investments, along with thermal energy, recently gained impetus. Accordingly, the Turkish state reformed the legal basis and its policies in order to stimulate projects and create a favorable environment for both foreign and Turkish entrepreneurs.

Even though Turkish strategy is to support investments using national resources, the problem is that Turkey has limited resources, and apart from coal reserves, renewable energy and hydropower, is open to fluctuations because of seasonal effects. Moreover, despite promises it represents, renewable energy seems to be secondary in the countrys strategy when compared to conventional energy resources. In this sense, Turkey is in need of sustainable, stable energy resources. However, its dependence on foreign resources places the issue of diversification high on the agenda.

In terms of diversification, Turkey's is hardly one of the success stories. The country is particularly dependent on Russia for natural gas from which it obtains 65 percent of its gas requirements as well as other partners such as Iran, Azerbaijan and a number of African states, and it hardly has the capacity to substitute Russian dominance in the Turkish market. Moreover, among energy partner countries, Iran seems to be the least reliable partner because of problems of stability in the colder winter periods.

In general terms, Turkey is dependent on imported energy to a level of 70 percent and increases in demand sit at around 5.5 percent to 6 percent per year. In times of economic prosperity this may reach to 8 percent. Thus, Turkey is facing a compromise between growth and increasing its capacity in energy generation. Considering the fact that Turkey will be growing at around 5 percent to 6 percent annually over the next three years and aims to climb the steps of the G20 by 2023, a second option for Turkey is not on the cards.

 Nuclear ambitions: Seeking for partners in the East

Turkey wants to minimize fluctuations in energy generation and needs big scale investments in the new period. In this sense, over the next decade Ankara intends to include nuclear technology in its portfolio without any delays. However, there is the urge of diversifying its partners in energy sector as well. In this regard, Russian nuclear power plant in Mersin Akkuyu seems to be the first investment with the capacity of 4800 MW and Turkey is looking for another investor in the Black Sea coast of Turkey, Sinop.

The Russian project is important for Turkey as being a reference model for other projects. However, it has its own constrains. First of all, the interdependence between Russia and Turkey will be increasing in energy sphere apart from Turkey's existing dependence on Russian hydrocarbon resources. Turkey intends to balance this situation by persuading Moscow to provide the necessary financial source to the project. In this sense, while bringing foreign direct investment to the country, Turkey also aims to minimize the risk.

It seems that Russia perceives the project more strategic than commercial and decisive in terms of finalizing the project. When finalized the power plant will be active for 60 years and there is a state guarantee that Turkey will buy the generated electricity for 20 years. Even though 20 years is perceived as a long-term commitment, the $20 billion dollar of investment of Russians and depreciation of price due to time lag makes it understandable.

However, there is another risk that arises in the security sphere of the Russian project. Even though the project seems attractive, Russian political cultures not being liberal is causing some concerns about the future. The Russian reflex in a possible regional conflict between Russia and Georgia is hard to imagine if Turkey pursued a different strategy to Moscow. However, the Turkish government continues to support the project as both economically and strategically beneficial for Turkey.

As mentioned, Turkey is aiming to find new partners in the energy business. Accordingly, Energy Minister Taner Yıldız is looking for new investors in the Asia Pacific region. The shuttle diplomacy between Turkey and the countries in the region has gained impetus recently. Even though Turkey failed to ink an agreement with South Korea, it seems that Japan is appearing as another promising potential partner. Turkey and Japan signed a memorandum of understanding in Tokyo to build a nuclear power plant in Sinop. Another meeting will be made between two partners to discuss the terms and conditions of the parties in three months time. If parties sign an agreement the security and dependency problem will be overcome, up to a certain extent, for Ankara. Japan, as a country specialized in nuclear technology, is known to be building reactors resistant to earthquakes and the countrys disciplined business culture could be an asset to Turkey. However, Turkey should continue to look for other partners in the world to create a dynamic environment and culture in nuclear technology. Considering the fact that efficiency and lower cost is the main essence of competition, Turkey would benefit from these partnerships.

Turkey aims to generate between 5 percent and 10 percent of its energy needs from nuclear technology over the next decade. In this sense, Turkey needs a consistent and sustainable nuclear energy strategy. Recent steps taken should be analyzed carefully and the energy ministers steps should also be supported by diplomatic channels. The agreements should be made in terms of mutual benefits and it should be underlined here that these initiatives are vital not only for Turkey. Considering the global financial crisis and slowing economies, mega projects are also important for investor countries.

Moreover, the Turkish private sector should take an active role in these projects. In the 1960s and 1970s, Turkish engineers learned how to build hydroelectricity power plants from Western engineers. Now, Turkish companies are not only building hydroelectricity power plants in Turkey but also taking over big projects all over the world which shows the competitive capacity of the Turkish economy.

Hasan Selim zertem
Center for Eurasian Studies

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Η νέα γεωπολιτική στρατηγική της Τουρκίας

του Σάββα Καλεντερίδη
Η Τουρκία το τελευταίο διάστημα, που φαινομενικά συμπίπτει με την άνοδο του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην εξουσία, τροποποιεί την εξωτερική της πολιτική και από την κεμαλική εσωστρέφεια και τη νατοϊκή νομιμοφροσύνη που ίσχυε μέχρι τώρα εφαρμόζει μια πολιτική με πολλαπλούς γεωπολιτικούς στόχους, αποσκοπώντας να αναχθεί σε μια από τις δέκα μεγαλύτερες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις σε παγκόσμιο επίπεδο μέχρι το 2023, έτος που η Τουρκική Δημοκρατία συμπληρώνει εκατό χρόνια ζωής.
Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, που θεωρείται κάτι σαν ληξιαρχική πράξη γέννησης της Τουρκικής Δημοκρατίας, η Άγκυρα ακολούθησε μια εξαιρετικά εσωστρεφή εξωτερική πολιτική. Μέχρι το 1930 υπέγραψε ελάχιστες διμερείς ή διεθνείς συμφωνίες και συνθήκες, ενώ μέλος της Κοινωνίας των Εθνών έγινε μόλις το 1932. Χαρακτηριστικό της εσωστρέφειας αυτής είναι το γεγονός ότι ο ηγέτης της Τουρκίας Μουσταφά Κεμάλ μέχρι το θάνατό του, το 1938, δεν συμμετείχε σε καμία διεθνή διαδικασία και δεν ταξίδεψε ποτέ στο εξωτερικό, ούτε καν για ιδιωτικούς λόγους. Μετά το θάνατο του Μουσταφά Κεμάλ και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950 συνεχίστηκε η εσωστρέφεια της Τουρκίας, εσωστρέφεια που τερματίζεται με την είσοδό της στο ΝΑΤΟ, το 1952. Από το 1952 και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η τουρκική εξωτερική πολιτική είναι προσαρμοσμένη περίπου απόλυτα στις απαιτήσεις που επιβάλλουν το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι και την περίοδο αυτή η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας παραμένει φοβική και εσωστρεφής και επιδεικνύει εξωστρέφεια εκεί όπου υπάρχει στήριξη ή ταύτιση με την πολιτική και τις επιδιώξεις των Βρυξελλών και της Ουάσινγκτον.
Την περίοδο αυτή η Τουρκία διατηρεί περιορισμένες σχέσεις με τον ισλαμικό και τον αραβικό κόσμο, τη Ρωσία και τις λεγόμενες Τρίτες Χώρες. Με τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της Σοβιετικής Ένωσης, περίοδος που συμπίπτει με την επιχείρηση «Αλεπού της Ερήμου» στο Κουβέιτ και το Ιράκ, αρχίζουν να διαφαίνονται τα αδιέξοδα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Είναι η περίοδος που οι ΗΠΑ φαίνονται αποφασισμένες να αναδείξουν το Κουρδικό και να δημιουργήσουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν τη δημιουργία ενός στην αρχή αυτόνομου και μετά ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στο Βόρειο Ιράκ.

Τα αδιέξοδα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, ο Στρατός και το ΑΚΡ
Το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ εξασφάλιζαν τη νομιμοφροσύνη της Τουρκίας στα θέματα της εξωτερικής της πολιτικής και του γεωπολιτικού της προσανατολισμού κυρίως μέσα από τις σχέσεις που διατηρούσαν με τα στελέχη των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ). Σε περιπτώσεις δε που οι πολιτικοί επιχείρησαν να αλλάξουν τον γεωπολιτικό προσανατολισμό της Τουρκίας, όπως για παράδειγμα ο Μεντερές, ο στρατός επενέβη με πραξικοπήματα (1960, 1971, 1980) και η Τουρκία παρέμεινε νομιμόφρων και νομοταγής στις επιταγές του ΝΑΤΟ και της Ουάσινγκτον.
Με την επιχείρηση «Αλεπού της Ερήμου», οι ΗΠΑ επιχείρησαν να εμπλέξουν την Τουρκία στο Κουρδικό, προτείνοντας στον Τουρκικό Στρατό να εισβάλει και να καταλάβει το Βόρειο Ιράκ. Ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι στρατηγοί άρχισαν να υποπτεύονται ότι η σχέση τους με τις ΗΠΑ τούς οδηγεί σε δύσβατα μονοπάτια, τα οποία θα οδηγούσαν στη διάλυση της ίδιας τους της χώρας. Και αυτό γιατί η Ουάσινγκτον πρότεινε στην Άγκυρα να καταλάβει τα παλιά οθωμανικά σαντζάκια του Κιρκούκ και της Μοσούλης, που κατοικούνται στην πλειοψηφία τους από Κούρδους, ανοίγοντας ένα κεφάλαιο που σε κάθε περίπτωση δεν θα έκλεινε ανώδυνα για την Τουρκία.
Οι ενστάσεις αυτές οδήγησαν τους Τούρκους στρατηγούς στην απόφαση να αρνηθούν την αμερικανική πρόταση. Όταν δε ο Οζάλ πίεσε τον τότε αρχηγό ΓΕΕΘΑ Τορουμτάι, εκείνος υπέβαλε την παραίτησή του. Η δεκαετία του 1990 πέρασε με αντεγκλήσεις μεταξύ παραγόντων των ΗΠΑ και Τούρκων στρατιωτικών πάνω συγκεκριμένο ζήτημα. Οι ΗΠΑ ζητούσαν επίμονα από την Τουρκία να συμμετέχει ενεργά σε μια ενδεχόμενη επιχείρηση ανατροπής του Σαντάμ Χουσεΐν και να αναγνωρίσει de facto το αυτόνομο κουρδικό κράτος του Βορείου Ιράκ, το οποίο, μετά τη Συμφωνία της Ουάσινγκτον που υπέγραψαν οι Μπαρζανί, Ταλαμπανί και Μαντλίν Ολπμπράιτ, τον Σεπτέμβριο του 1998, άρχισε να ισχυροποιείται και να αποκτά τις βασικές δομές για την αυτόνομη λειτουργία του.
Η κατάσταση αυτή αύξησε ακόμα περισσότερο την καχυποψία των Τούρκων στρατηγών απέναντι στην Ουάσινγκτον, η οποία ήδη άρχισε να αναζητεί εναλλακτικές λύσεις ανάμεσα στους πολιτικούς αυτήν τη φορά, αφού οι στρατηγοί δεν ήταν πλέον αξιόπιστοι συνομιλητές τους. Η εναλλακτική λύση βρέθηκε στο πρόσωπο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος δήλωνε στους Αμερικανούς συνομιλητές του αποφασισμένος να αποσκιρτήσει από την επιρροή του ριζοσπαστικού ισλαμιστή Νετζμετίν Ερμπακάν και να ιδρύσει δικό του κόμμα, πιο μετριοπαθές και πολύ κοντά στις θέσεις του θρησκευτικού ηγέτη Φετουλάχ Γκιουλέν, που κατέφυγε στις ΗΠΑ από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 «διά λόγους υγείας». Έτσι γεννήθηκε το ΑΚΡ.

Οι απόπειρες αλλαγής γεωπολιτικού προσανατολισμού της Τουρκίας
Στις αρχές της νέας χιλιετίας και όσο προχωρούσαν τα σχέδια των ΗΠΑ για ανατροπή του Σαντάμ και αναβάθμιση του αυτόνομου κουρδικού κράτους στο Βόρειο Ιράκ, το στρατιωτικό κατεστημένο της Άγκυρας άρχισε να μιλά για ανάγκη αλλαγής γεωπολιτικού προσανατολισμού Τουρκίας, αφού ο μονομερής εναγκαλισμός με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, σύμφωνα με την άποψή τους, θα οδηγούσε την Τουρκία νομοτελειακά στο διαμελισμό.
Ο προβληματισμός αυτός εκφράστηκε πολλές φορές με δηλώσεις, με αποκορύφωμα τη δήλωση του Γενικού Γραμματέα του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (ΣΕΑ), στρατηγού Τουνσέρ Κιλίντς, σε Συμπόσιο της Διοίκησης Ακαδημιών Πολέμου (2002), όπου ο πανίσχυρος στρατηγός είπε τα εξής: «Και η Ρωσία είναι απομονωμένη. Πιστεύω ότι ανεξάρτητα από τις αντιδράσεις των ΗΠΑ θα πρέπει να προβούμε σε νέες αναζητήσεις για συμμαχίες σε μια περιοχή, στην οποία θα συμπεριλαμβάνεται η Ρωσία και το Ιράν» (Συμπόσιο Διοίκησης Ακαδημιών Πολέμου, 7 Μαρτίου 2002).
Ήταν πλέον προφανές ότι ήταν σε εξέλιξη ένας υπόγειος πόλεμος μεταξύ των παλαιών καλών φίλων στην Ουάσινγκτον και την Άγκυρα. Οι Τούρκοι στρατηγοί είχαν μπει σε ένα δρόμο αναζήτησης νέων γεωπολιτικών φίλων και επιλογών.
Λίγους μήνες μετά τη δήλωση του στρατηγού Κιλίντς, το Νοέμβριο του ιδίου έτους, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης κατήγαγε σημαντικότατη νίκη στις εκλογές και σχημάτισε την κυβέρνηση Γκιουλ, αφού ο Ερντογάν δεν εξελέγη βουλευτής, λόγω υφιστάμενης απαγόρευσης.
Τον Μάρτιο του 2003 οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας έφθασαν σε σημείο ρήξης, όταν το τουρκικό Κοινοβούλιο, έπειτα από ανοιχτή παρέμβαση του Τούρκου ΓΕΕΘΑ, δεν ενέκρινε τη συμφωνία με βάση την οποία ο στρατός των ΗΠΑ θα χρησιμοποιούσε το έδαφος της Τουρκίας για να ανοίξει το βόρειο μέτωπο στο Ιράκ. Λίγες μέρες μετά, μέσω κάποιας νομικίστικης φόρμουλας που εφευρέθηκε, εκλέγεται βουλευτής ο Ερντογάν και στις 14 Μαρτίου αναλαμβάνει τα ηνία της κυβέρνησης, ανοίγοντας μια νέα σελίδα στις γεωπολιτικές αναζητήσεις της Άγκυρας.

Η νέα γεωπολιτική στρατηγική της Τουρκίας
Όπως εξηγήσαμε παραπάνω, ο κύριος λόγος για τον οποίο διερράγησαν οι σχέσεις ΗΠΑ-Στρατηγών και ενισχύθηκαν οι σχέσεις ΗΠΑ-Ερντογάν είναι η εμμονή της Ουάσινγκτον να εμπλέξει την Τουρκία στο Βόρειο Ιράκ και να την αναγκάσει να αναγνωρίσει το αυτόνομο κουρδικό κράτος του προέδρου Μεσούτ Μπαρζανί, το οποίο, σημειωτέον, δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς διέξοδο στη θάλασσα. Άρα, ένα από τα κύρια μελήματα της νέας κυβέρνησης Ερντογάν ήταν από τη μια πλευρά να εξουδετερωθούν οι αντιστάσεις των στρατηγών στην προσέγγιση με το κουρδικό κράτος του Βορείου Ιράκ και από την άλλη να εξουδετερωθεί το εσωτερικό κουρδικό μέτωπο που απειλεί τη συνοχή και την ενότητα της Τουρκίας. Το τελικό ζητούμενο ήταν –και συνεχίζει να είναι– το εξής:
Να υλοποιήσει τις υποσχέσεις που έδωσε ο Ερντογάν και το ΑΚΡ στις ΗΠΑ για το Βόρειο Ιράκ, χωρίς να κινδυνεύει η εσωτερική συνοχή και η ακεραιότητα της Τουρκίας.
Με βάση το ζητούμενο αυτό χάραξε η Τουρκία τη νέα γεωπολιτική της στρατηγική, η οποία συνίσταται σε γενικές γραμμές στα εξής:
 Ενίσχυση των δεσμών με τον μουσουλμανικό κόσμο, με σκοπό την ενίσχυση του πολιτικού βάρους και της διεθνούς θέσης της χώρας.
 Ενίσχυση των σχέσεων με τον αραβικό κόσμο, με σκοπό τη δημιουργία οικονομικών δεσμών που θα ισχυροποιήσουν την τουρκική οικονομία.
 Ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων της Τουρκίας με τη Ρωσία και με άλλες χώρες που διαθέτουν μεγάλες αγορές, με σκοπό τη δημιουργία οικονομικών δεσμών που θα ισχυροποιήσουν την τουρκική οικονομία.
 Ενίσχυση της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας με τελικό στόχο την είσοδό της στην ΕΕ, χωρίς να αποδεχτεί η Άγκυρα το ευρωπαϊκό κεκτημένο σε τομείς που θίγουν το εθνικό κράτος και τα «ζωτικά» συμφέροντα της Τουρκίας, με σκοπό να αφαιρεθεί από Ελλάδα και Κύπρο το στρατηγικό πλεονέκτημα της συμμετοχής σε έναν πανίσχυρο διεθνή οργανισμό που δεν συμμετέχει η ίδια.
 Υιοθέτηση πολιτικής μηδενικών προβλημάτων με τις γειτονικές προς την Τουρκία χώρες, χωρίς την παραμικρή υποχώρηση από τις παραδοσιακές θέσεις της απέναντι στις χώρες αυτές.

Το σκεπτικό της πολιτικής των μηδενικών προβλημάτων
Αυτό έχει δυο βασικά σκέλη:
Το πρώτο αφορά το ρόλο του στρατού. Τα προβλήματα στις σχέσεις της Τουρκίας με τις περισσότερες γειτονικές χώρες είναι προβλήματα εθνικής ασφάλειας, τα οποία όσο υφίστανται και βρίσκονται στην επιφάνεια αναδεικνύουν το ρόλο του στρατού. Η πολιτική μηδενικών προβλημάτων καθιστά πιο εύκολο τον εγκλεισμό του στρατού στα στρατόπεδα και την αποκλειστική ενασχόλησή του με τα υπηρεσιακά καθήκοντα, βασική επιδίωξη του Ερντογάν και του ΑΚΡ στον αγώνα εξουσίας που δίνει με τους στρατηγούς.
Το δεύτερο σκέλος σχετίζεται με το Κουρδικό. Η πολιτική μηδενικών προβλημάτων, αν μη τι άλλο, δημιουργεί ένα καλό κλίμα με τις γειτονικές χώρες, οι οποίες, για να μην το διαταράξουν, κρατούν αποστάσεις από το κουρδικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, αφήνοντας απερίσπαστη την Τουρκία στην αντιμετώπισή του με τα «παραδοσιακά» τουρκικά μέσα. Επίσης, η πολιτική αυτή, δίνει τη δυνατότητα στην Άγκυρα να συνεργαστεί πάνω στην αντιμετώπιση του Κουρδικού με την Τεχεράνη και τη Δαμασκό, οι οποίες έχουν και αυτές με τη σειρά τους το δικό τους πρόβλημα με τους κουρδικούς πληθυσμούς που κατοικούν στα εδάφη τους.
 
Συμπεράσματα
Η Τουρκία βιώνει μια πολύ σημαντική αλλαγή στο εσωτερικό της, αφού η ευθύνη του σχεδιασμού και της άσκησης της πολιτικής φεύγει από τα χέρια των στρατηγών και περνάει σταδιακά στα χέρια των πολιτικών και συγκεκριμένα των «μετριοπαθών» ισλαμιστών του Ερντογάν και του ΑΚΡ. Ο βασικός γεωπολιτικός προσανατολισμός της Τουρκίας παραμένει προσηλωμένος στο ΝΑΤΟ και στις ΗΠΑ, παρά τα ανοίγματα που επιχειρεί η Τουρκία προς άλλες κατευθύνσεις, τα οποία κατά την άποψή μας δεν είναι στρατηγικού χαρακτήρα. Η Τουρκία ασκεί μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, δίνοντας βαρύτητα στην ισλαμική της ταυτότητα και την ενίσχυση των εξαγωγών και των οικονομικών της δραστηριοτήτων στο εξωτερικό. Και οι δυο παράγοντες, το Ισλάμ και το αυξανόμενο οικονομικό μέγεθος της Τουρκίας, αξίζουν της συνεχούς προσοχής και ανάλυσης από την πλευρά της Ελλάδας, αφού οι παράγοντες αυτοί είναι σε θέση να επηρεάσουν ζητήματα που άπτονται των εθνικών μας συμφερόντων (Κύπρος, Θράκη, Αιγαίο κ.λπ.). Η εξωστρέφεια και η πολυμέρεια που χαρακτηρίζει τη νέα εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, αυτό που επιχειρείται να παρουσιαστεί ως νέα γεωπολιτική στρατηγική της Άγκυρας, έχει μια πολύ σημαντική πτυχή: προσπαθεί να δημιουργήσει συνθήκες για να ξεπεράσει όσο γίνεται πιο ανώδυνα τη σκόπελο του κουρδικού ζητήματος, ενώ ταυτόχρονα γίνεται προσπάθεια να μη θιγούν τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Ουάσινγκτον.
Τέλος, η αποδοχή από την πλευρά της κυβέρνησης Ερντογάν της πολιτικής των ΗΠΑ στο Βόρειο Ιράκ και το Κουρδικό δίνει στην Τουρκία τη δυνατότητα, τουλάχιστον θεωρητικά, να ζητήσει αντιπαροχές στην Κύπρο, τη Θράκη και στο Αιγαίο. Και στο σημείο αυτό ακριβώς απαιτείται πολύ προσεκτικός σχεδιασμός και ετοιμότητα από την πλευρά της Αθήνας και της Λευκωσίας και εθνική εγρήγορση σε επίπεδο λαού, σε Ελλάδα και Κύπρο.
 Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Στρατιωτική Ισορροπία και Γεωπολιτική, Δεκέμβριος 2010

Η επιχειρηματική όψη της διαχείρισης των κοιτασμάτων στο Αιγαίο

Την οριοθέτηση των περιοχών και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης περιμένουν όμιλοι για να πάρουν μέρος στο «πετρελαϊκό παιχνίδι».Η κατάθεση μετά τις 17 Ιανουαρίου στη Βουλή του νομοσχεδίου για την ίδρυση της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων/ΕΔΕΥ βάζει και την Ελλάδα στο «πετρελαϊκό παιχνίδι».
Από τις εμπλεκόμενες χώρες της ευρύτερης περιοχής είναι η τελευταία που προχωρά στη σύσταση σχετικού φορέα δημόσιου χαρακτήρα αν και μέχρι την προκήρυξη του πρώτου διαγωνισμού παραχώρησης πρέπει να μεσολαβήσουν πολλές ουσιαστικές και σύνθετες κινήσεις, με κυριότερη την οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης.
Αποτελεί πάγια διεθνή πρακτική, πως για να έχει βάση μία διαγωνιστική διαδικασία- να ενδιαφερθούν δηλαδή κάποιοι όμιλοι- θα πρέπει να ορίζονται ξεκάθαρα και χωρίς νομικές (ή άλλες εμπλοκές) οι περιοχές, δηλαδή τα «οικόπεδα», ή «πεδία» όπως αναφέρονται, τα οποία θα παραχωρηθούν για έρευνα και πιθανώς για εκμετάλλευση στη συνέχεια.

Πρόκειται, όπως διευκρινίζει έμπειρος επιχειρηματίας του κλάδου για μακροχρόνιες συμβάσεις (20-30 χρόνια) που προαπαιτούν ισχυρότατη νομική διασφάλιση, καθώς βασίζονται στις συμβάσεις του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.

Εάν λυθούν όλα αυτά τα πολύ βασικά... προαπαιτούμενα, θα αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την επιβεβαίωση ή όχι όσων ακούγονται για πιθανά κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στο Αιγαίο και σε άλλες ζώνες της ευρύτερης περιοχής. Γιατί τα τελευταία 35-40 χρόνια γράφονται σενάρια επί σεναρίων, ακούγονται πολλά και φημολογούνται ακόμη
περισσότερα, με κάθε πλευρά να... κατηγορεί την άλλη.

Το πιθανότερο είναι πως εάν αυτή τη φορά όντως προχωρήσει η ελληνική πλευρά σε διαγωνισμούς για την παραχώρηση περιοχών προς έρευνα, θα γίνει σε περιβάλλον υψηλών τιμών στις διεθνείς αγορές και χρυσοφόρων συμβολαίων στον τομέα πλωτών τρυπανιών-εξεδρών (drillships), σε επίπεδα που φθάνουν μέχρι και τις 600.000 δολάρια ημερησίως.

Σημειωτέον πως όταν είχαμε τις πρώτες... ασκήσεις επί χάρτου για το «πετρελαιοφόρο» Αιγαίο στις αρχές της μεταπολίτευσης το κόστος του πετρελαίου δεν ξεπερνούσε (σε αποπληθωρισμένες- σημερινές τιμές) τα 10-15 δολάρια το βαρέλι.

Σήμερα κυμαίνεται πάνω από τα 90, ενώ όλες οι προβλέψεις των έγκυρων αναλυτών κάνουν λόγο για 110-120 δολάρια μέσα στο 2011.

Μέχρι τώρα η μόνη εταιρεία που δραστηριοποιείται εξορυκτικά στην ελληνική επικράτεια είναι η Ενεργειακή Αιγαίου (του επιχειρηματία Μαθιού Ρήγα) που συνεχίζει την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων του Πρίνου.

Στις 14/6/2000 τα μέσα ενημέρωσης επιβεβαίωναν την ύπαρξη δύο επιπλέον κοιτασμάτων στον Πρίνο -με αφορμή δελτίο τύπου της Kavala Oil- που ανακοίνωνε ότι εντοπίστηκαν σε βάθος 2.900 μέτρων δύο άριστα κοιτάσματα πετρελαίου και μάλιστα τέσσερα μίλια ανοιχτά του κόλπου Περάμου της Καβάλας.

Μάλιστα ο τότε πρόεδρος της Kavala Oil Νίκος Λούτσιγκας εκτιμούσε πως το ένα από τα δύο κοιτάσματα είναι πιο ενδιαφέρον από το άλλο. Πολύ δε περισσότερο εάν σκεφτεί κάποιος ότι οι αρχικές μελέτες είχαν αποδείξει ότι στη θέση Μπάμπουρας το κοίτασμα είναι υπερδεκαπλάσιο των υπολοίπων.

Μετά από αυτές τις εξελίξεις τα Ελληνικά Πετρέλαια (στις 8 Οκτωβρίου του 2000) ανακοινώνουν μεγάλες επενδύσεις στην έρευνα νέων κοιτασμάτων καθώς και στη συμμετοχή σε πετρελαϊκές έρευνες στο εξωτερικό. Η ευρύτερη -νευραλγική και από πολιτική σκοπιά- περιοχή υπολογίζεται πως μπορεί να δώσει αξιοποιήσιμο πετρέλαιο.

Το αν οι μελέτες που έχουν γίνει στην ευρύτερη περιοχή της Θάσου (και κάνουν λόγο για περιεκτικότητα 250 χιλιάδων βαρελιών χαμηλού ειδικού βάρους και 380 χιλιάδων υψηλού στην περιοχή του κοιτάσματος «Δομή East Θάσου») είναι ακριβείς, θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί μόνο εάν γίνουν οι απαραίτητες γεωτρήσεις.

Σύμφωνα με το Αμερικανικό Γεωλογικό Ινστιτούτο πετρελαιοφόρες περιοχές πιθανολογούνται στην περιοχή Επανωμής-Σιθωνίας και Θερμαϊκού. Σύμφωνα με μη τεκμηριωμένες μελέτες (δηλαδή χωρίς ερευνητική διαδικασία) πιθανές λεκάνες (από γεωφυσικής πλευράς) που θα μπορούσαν να περικλείουν πετρέλαιο ή φυσικό αέριο εντοπίζονται και στις περιοχές της Ικαρίας, και της Ρόδου.

Με βάση άλλες μελέτες -ανάλογου χαρακτήρα- η ευρύτερη περιοχή νότια της Κρήτης (συμπεριλαμβανομένου του πεδίου της Γαύδου) θεωρείται «πιθανή» για μεγάλο, αξιοποιήσιμο κοίτασμα φυσικού αερίου. Το ότι η γεωλογική μορφή της περιοχής συγκλίνει με αυτήν της περιοχής Κύπρου-Ισραήλ ενισχύει τις πιθανότητες να υπάρχει όντως σημαντικό κοίτασμα.

Αναφορές για περιεκτικότητα περίπου ενός δισ. βαρελιών δεν μπορούν να θεωρηθούν βάσιμες εάν δεν γίνουν οι απαραίτητες γεωφυσικές έρευνες και η αναγκαία επεξεργασία των στοιχείων.

Ομως, το... παιχνίδι έχει αρχίσει, μετά μάλιστα τα θετικά ερευνητικά αποτελέσματα σε λεκάνες της Ανατ. Μεσογείου (περιοχή που εκτείνεται από τα πεδία παραχώρησης Ισραήλ- Κύπρου) μέχρι τις ανατολικές θαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας. Αποτελέσματα που για πρώτη φορά συμπεριέλαβε η μελέτη του United States Geologigal Survey, που θεωρείται εγκυρότατο εγχειρίδιο από τους επενδυτές του κλάδου.

Πρακτικά το USGS αποτελεί τον σύμβουλο της αμερικανικής κυβέρνησης για όλες τις πιθανές για ύπαρξη πετρελαίου λεκάνες διεθνώς. Το γεγονός πως σε αυτές τις δύο λεκάνες της Μεσογείου επιβεβαιώθηκε η γεωλογική θεωρία, ενισχύει τις εκτιμήσεις όσων ποντάρουν για ανάλογα κοιτάσματα νότια της Κρήτης.

Μέχρι το 1999 είχαν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα 172 γεωτρήσεις και από αυτές μόνο οι 12 έγιναν στο Αιγαίο. Η πρώτη φορά που έγιναν γεωτρήσεις στο νότιο Αιγαίο ήταν την περίοδο 1963-1965, όταν η εταιρεία Safor πραγματοποίησε στη Ρόδο δύο χερσαίες, που απέβησαν άκαρπες. Αλλη μια εταιρεία ερευνά στο νότιο Αιγαίο, η αμερικανικών συμφερόντων Oceanic, επίσης χωρίς αποτέλεσμα.

Εκτεταμένες έρευνες που κάλυψαν μεγάλα τμήματα της χώρας έγιναν και στη δυτική Ελλάδα. Χερσαίες αλλά και θαλάσσιες, καθώς υπήρχαν ενδείξεις (από την αρχαιότητα) για πιθανές περιοχές στην Πελοπόννησο και στα Γιάννενα. Ισχυρές ενδείξεις (κυρίως σε Παξούς και Ζάκυνθο) οδήγησαν σε δαπανηρές έρευνες, με ορατό αποτέλεσμα ένα κοίτασμα στο Κατάκωλο (της Ηλείας).

Το συγκεκριμένο κοίτασμα (μικρό, καθώς έδινε χίλια βαρέλια την ημέρα) θεωρήθηκε (τότε) ακριβό, αφού το κόστος εξόρυξης υπολογιζόταν στα 40 δολάρια, όταν η τιμή πώλησης δεν ξεπερνούσε τα 50-55 δολάρια το βαρέλι.

Ακόμη και εάν γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες (ορισμός ΑΟΖ, υπογραφή συμφωνιών με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, διευθέτηση σε πολιτικό επίπεδο), θα χρειαστεί να περάσουν τουλάχιστον ένα με δύο χρόνια ώσπου να υπογραφεί η πρώτη συμφωνία παραχώρησης για έρευνα και άλλα τουλάχιστον τρία με τέσσερα μέχρις ότου τα... τρυπάνια φτάσουν στις πιθανές λεκάνες πετρελαίου.


Η Ελλάδα μπαίνει τελευταία στο... κυνήγι της έρευνας για τυχόν κοιτάσματα φυσικού αερίου και πετρελαίου, με την Τουρκία να έχει κερδίσει πολύτιμο χρόνο και ισχύ....


Πηγή : Ροδιακή