Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Οι μετασεισμοί της συριακής κρίσης στις Κουρδικές περιοχές

Του Σάββα Καλεντερίδη Όπως είναι γνωστό, η Τουρκία έχει παραχωρήσει το έδαφός της και παρέχει κάθε είδους «ευκολίες» στο Εθνικό Συμβούλιο της Συρίας, που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί τους υποτιθέμενους εξεγερμένους, καθώς και στην ηγετική ομάδα του Ελεύθερου Συριακού Στρατού. Οι συγκεκριμένοι φορείς και τα πρόσωπα που τους στελεχώνουν, σε συνεργασία με την τουρκική κυβέρνηση και τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, ενορχηστρώνουν και συντονίζουν τις ενέργειες ενός μυστικού στρατού που δρα ανορθόδοξα στο εσωτερικό της Συρίας, με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ. Μάλιστα, σημαντικό μέρος του στρατού αυτού δεν είναι Σύροι, ενώ αρκετές χιλιάδες από αυτούς, μόλις εκπλήρωσαν την «αποστολή» τους στη Λιβύη, αφίχθηκαν στην Τουρκία και από κει εισήλθαν στη Συρία, για να αναλάβουν και να ολοκληρώσουν την επόμενη αποστολή τους. Μάλιστα, σύμφωνα με τουρκική εφημερίδα Γενί Τσαγ, 800 μαχητές, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν λάβει μέρος στον πόλεμο της Λιβύης, από το στρατόπεδο προσφύγων του Κίλις της Τουρκίας όπου «φιλοξενούνταν», διείσδυσαν στο έδαφος της Συρίας και εκτέλεσαν 49 παιδιά και 34 γυναίκες, συνολικά 108 αμάχους, στην πόλη Χούλα της Συρίας, ενώ ήταν έτοιμα τα ΜΜΕ που ελέγχονται απο τον «διεθνή παράγοντα», να κατηγορήσουν τον κακό Άσαντ, καθιστώντας αν όχι επιβεβλημένη πάντως δικαιολογημένη την επιχείρηση ανατροπής του. Μια ημέρα πριν την κατάρριψη του τουρκικού αεροσκάφους, η εφημερίδα «Νιού Γιορκ Τάιμς», επικαλούμενη Αμερικανούς αξιωματούχους και μέλη αραβικών υπηρεσιών πληροφοριών, αναφέρει ότι πράκτορες της CIA που εδρεύουν στη Νότια Τουρκία, εποπτεύουν τις παραδόσεις όπλων στους Σύρους αντάρτες ώστε να εξασφαλίσουν ότι δεν πέφτουν στα χέρια μελών της Αλ Κάιντα και ότι τα όπλα αγοράζονται από την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ. Στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρεται ότι «Οι πράκτορες της CIA είναι επιτόπου και επιχειρούν να αποκτήσουν νέες πηγές πληροφοριών και να στρατολογήσουν ανθρώπους», για να ενισχύσουν τη λεγόμενη συριακή αντιπολίτευση. Η τουρκική αντιπολίτευση, σχεδόν στο σύνολό της έχει ταχθεί φανερά κατά της πολιτικής ταύτισης της Τουρκίας με τις δυνάμεις που ενορχηστρώνουν την αιματηρή επιχείρηση ανατροπής του καθεστώτος Άσαντ και κατά της εμπλοκής της Τουρκίας στο μέτωπο της Συρίας. Ένας από τους λόγους που το κάνουν είναι ο εξής. Σε περίπτωση που ανατραπεί ο Άσαντ, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι η διάδοχη κατάσταση δεν θα μπορέσει να κρατήσει ενωμένο το εθνικό και θρησκευτικό μωσαϊκό της Συρίας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια πηγή συνεχούς αστάθειας στα νότια της Τουρκίας. Αυτή είναι η γενική θέση της αντιπολίτευσης. Υπάρχει και η ειδική. Στη Συρία, σε μια λωρίδα που ξεκινά από το τριεθνές Τουρκίας-Ρράκ-Συρίας και φθάνει μέχρι τα όρη Αμανός και το νομό Αντιόχειας και την Αλεξανδρέττα, είναι γνωστό ότι κατοικούν περίπου τρία εκατομμύρια Κούρδοι, οι οποίοι, σε συνεργασία και συνεννόηση με το ΡΚΚ και τους Κούρδους του τουρκοκρατούμενου Κουρδιστάν, τηρούν ουδέτερη στάση όλους αυτούς τους 16 μήνες που συνεχίζεται η επιχείρηση αποσταθεροποίησης του καθεστώτος Άσαντ. Το «ουδέτερη στάση» ίσως από μόνο του να μην έλεγε τίποτα, αν δεν συνοδευόταν από άλλες κινήσεις, που ανεβάζουν το θερμόμετρο στην Άγκυρα και συγκεκριμένα στους φορείς εκείνους που χειρίζονται το Κουρδικό. Σύμφωνα με πληροφορίες που διέρρευσαν στον τούρκικο τύπο και επαληθεύονται από κουρδικές πηγές της περιοχής, με την έναρξη των αναταραχών στη Συρία, το ΡΚΚ μετέθεσε περί τις δυο χιλιάδες μαχητές του από το όρος Κανδήλι στη Ροζάβα ή το Δυτικό Κουρδιστάν, όπως αποκαλείται από τους Κούρδους η περιοχή της συριακής επικράτειας που κατοικείται από τα τρία εκατομμύρια των Κούρδων, με σκοπό να δημιουργήσουν τον κουρδικό στρατό της Ροζάβα. Μάλιστα, σύμφωνα με δικές μας πληροφορίες, το PYD, πολιτικό κόμμα που ελέγχεται από το ΡΚΚ και ελέγχει το 80% των Κούρδων της Συρίας, εκτός του ότι έχει προσχωρήσει στη δημιουργία μιας υποτυπώδους κρατικής δομής, για την αυτοδιοίκηση των Κούρδων, έχει εκδώσει νόμο περί στρατολογίας, με βάση τον οποίο οι Κούρδοι που καλούνται να καταταγούν στο συριακό στρατό είναι υποχρεωμένοι να κατατάσσονται στον κουρδικό στρατό, τον πυρήνα του οποίου αποτελούν οι δυο χιλιάδες αντάρτες που μετατέθηκαν από το Κανδήλι στη Ροζάβα. Ο στρατός αυτός εκπαιδεύεται, με στόχο να είναι έτοιμος να αναλάβει την εσωτερική και την εθνική άμυνα του Δυτικού Κουρδιστάν την επόμενη ημέρα. Εκτός αυτού, το PYD έχει οργανώσει κουρδικά σχολεία σε όλες τις πόλεις και χωριά του Δυτικού Κουρδιστάν, ενώ έχουν δημιουργηθεί οι Επιτροπές Λαϊκής Άμυνας, οι οποίες προστατεύουν τον κουρδικό λαό από επιθέσεις των «αντικαθεστωτικών», που επιθυμούν να παρασύρουν τους Κούρδους στην αιματοχυσία και το τεχνητό μέτωπο εναντίον του Άσαντ. Να σημειωθεί ότι η επιρροή που ασκεί το ΡΚΚ και το κουρδικό απελευθερωτικό κίνημα στους Κούρδους της Συρίας ενοχλεί αφάνταστα και προκαλεί σοβαρό προβληματισμό στην Τουρκία, η οποία θεωρεί σχεδόν βέβαιο ότι με την καθοιονδήποτε τρόπο ανατροπή του Άσαντ, οι Κούρδοι της Συρίας θα ανακηρύξουν την αυτονομία τους, με αποτέλεσμα το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ίδια με το ΡΚΚ στο τουρκοκρατούμενο Κουρδιστάν, να αποκτήσει εφιαλτικές διαστάσεις. Μάλιστα, για να μετριάσει τις επιπτώσεις μιας τέτοιας εξέλιξης, τη υποδείξει του «διεθνούς παράγοντα», που ασκεί σοβαρή επιρροή στον Μπαρζανί και το αυτόνομο Νότιο Κουρδιστάν, το τουρκικό προξενείο που εδρεύει στην Ερμπίλ, πρωτεύουσα του κουρδικού κράτους, συνεργάζεται με τις εκεί κουρδικές μυστικές υπηρεσίες για τη δημιουργία κουρδικού στρατού στελεχωμένου με Κούρδους της Συρίας. Με βάση απόρρητο έγγραφο του τουρκικού προξενείου της Ερμπίλ, που διέρρευσε στον ελεγχόμενο από το ΡΚΚ κουρδικό τύπο, οι τουρκικές και οι κουρδικές μυστικές υπηρεσίες του Μπαρζανί στρατολογούν Κούρδους της Συρίας και τους εκπαιδεύουν σε ειδικά στρατόπεδα στο Νότιο Κουρδιστάν, με σκοπό να τους εντάξουν στους «εξεγερμένους» και να τους στρέψουν εναντίον του Άσαντ αλλά και εναντίον των δομών του αυτόνομου Δυτικού Κουρδιστάν, που προετοιμάζονται μεθοδικά εδώ και καιρό με την ευθύνη του ΡΚΚ και του PYD. Αυτές οι δομές του αυτόνομου Δυτικού Κουρδιστάν εδώ και μήνες έχουν αναρτήσει σημαίες στα δημόσια κτίρια και σε υψώματα, κατά μήκος των συνόρων με την Τουρκία, τα οποία είναι επανδρωμένα με άνδρες του νεοπαγούς κουρδικού στρατού της Ροζάβα. Με άλλα λόγια, η Τουρκία, που έχει εμπλακεί στην υπόθεση ανατροπής του Άσαντ, συμμετέχοντας σε εγκλήματα εναντίον αθώων πολιτών της Συρίας, με την πολιτική της σκάβει και το δικό της λάκκο και κινδυνεύει άμεσα και η ίδια, αφού η ίδρυση ενός δεύτερου αυτόνομου κουρδικού κράτους, εκτός του ότι φέρνει τους Κούρδους πιο κοντά στη θάλασσα, πολύ απλά φέρνει πιο κοντά την ημερομηνία ίδρυσης του τρίτου αυτόνομου κουρδικού κράτους. Μόνο που κανείς δεν μπορεί να βάλει στοίχημα αν το κράτος αυτό δημιουργηθεί πρώτα στο τουρκοκρατούμενο ή το ιρανοκρατούμενο Κουρδιστάν. Οψόμεθα. Source: infognomonpolitics.blogspot

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Πώς λειτουργεί η εξομοίωση ως εργαλείο πρόβλεψης και αντιμετώπισης κρίσεων

Είναι 9 η ώρα το πρωί, μια Παρασκευή του Ιουνίου, και για τις ανάγκες μιας άσκησης ανταπόκρισης έκτακτης ανάγκης, στα κεντρικά γραφεία της Legg Mason της Βαλτιμόρης, η Ελλάδα έχει μόλις αποχωρήσει από το ευρώ. Μαζεμένοι γύρω από ένα τραπέζι συσκέψεων, με μέλη της ομάδας από τα γραφεία στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη και άλλα μέρη να βρίσκονται εκεί μέσω video conference, 15 υπάλληλοι αναλαμβάνουν στη διάρκεια ενός 8ώρου -πριν ανοίξουν οι αγορές στην Ασία- να εκτιμήσουν πράγματα, όπως το αν μπορούν να εκτελέσουν συναλλαγές, την κατάσταση των επενδύσεων της εταιρείας και πώς θα πληρωθούν οι εργαζόμενοι στα ευρωπαϊκά γραφεία. Έχουν περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια από όταν η χρεοκοπία της Lehman Brothers Holdings πάγωσε τις αγορές, και εταιρείες διαχείρισης παγίων, όπως η Legg Mason, η State Street, η Vanguard Group και άλλες, προσπαθούν να αντλήσουν διδάγματα από αυτήν την κρίση, ώστε να προετοιμαστούν για το χειρότερο σενάριο στην Ευρώπη. Συστήνουν ειδικές ομάδες και κάνουν δοκιμές στα συστήματα πληροφορικής, ώστε να διασφαλίσουν ότι δεν θα πάθουν blackout από την κατάρρευση του ευρώ και θα συνεχίσουν να τους δίνουν εικόνα από τον έξω κόσμο, όσο μακριά -ή κοντά- και αν φαντάζει αυτή η πιθανότητα. «Δεν γνωρίζουμε τι πρόκειται να συμβεί, αλλά θέλουμε να έχουμε στη διάθεσή μας όλα τα εργαλεία, ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε οτιδήποτε συμβεί», λέει ο Joe Carrier, διευθυντής διαχείρισης κινδύνων στη Legg Mason. «Μετά τη Lehman συνειδητοποιήσαμε ότι εξελίξεις που ποτέ δεν φανταζόσουν ότι θα σε προλάβαιναν όντως σε πρόλαβαν». H State Street, η οποία λειτουργεί ως θεματοφύλακας παγίων ύψους 16,9 τρισ. δολαρίων και διαχειρίζεται 1,99 τρισ. δολάρια για λογαριασμό πελατών της μονάδας διαχείρισης επενδύσεων, τη χρονιά που πέρασε συγκρότησε δυο επιτροπές, με σκοπό την προετοιμασία για μια πιθανή επιδείνωση της ευρωπαϊκής κρίσης, λέει ο Jack Klinck, επικεφαλής Παγκόσμιας Εταιρικής Ανάπτυξης και Παγκόσμιας Διαχείρισης Σχέσεων. Η πρώτη επικεντρώνεται στη διαχείριση των κινδύνων, την εξέταση των μακροοικονομικών συνθηκών, καθώς και την πιθανή επίδραση διάφορων σεναρίων κρίσης από εταιρεία σε εταιρεία. «Το 2008 μάς παρέδωσε πλούσια μαθήματα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την κατανόηση του κινδύνου του αντισυμβαλλομένου όταν δεσμεύονται πάγια ως εγγύηση», λέει ο Klinck. Η δεύτερη ομάδα της State Street εξετάζει λειτουργικά ζητήματα, ιδιαίτερα αυτά που σχετίζονται με τα συστήματα πληροφορικής. Εάν μία ή περισσότερες χώρες αποχωρήσουν από το ευρώ, οι τίτλοι μπορεί να χρειαστεί να αποτιμηθούν σε νέο νόμισμα, δεδομένου ότι τα εθνικά νομίσματα μπορεί να επιστρέψουν σε κυκλοφορία. Ο Klinck συγκρίνει την κατάσταση με το να ετοιμάζεται κανείς για το επονομαζόμενο φαινόμενο Y2K ή, αλλιώς, «ιός της χιλιετίας», όπου τα συστήματα πληροφορικής θα έπρεπε να επαναπρογραμματιστούν ως προς την αλλαγή χρονολογίας από 1999 σε 2000. Στη Vanguard, που αποτελεί τη μεγαλύτερη πάροχο αμοιβαίων κεφαλαίων στον κόσμο, ενώ διαχειρίζεται ποσά ύψους περίπου 1,8 τρισ. δολαρίων, μια ειδική ομάδα προετοιμάζεται για τη νέα αποτίμηση των τίτλων, καθώς και για ενδεχόμενους περιορισμούς στη διασυνοριακή κυκλοφορία κεφαλαίων, εάν μια χώρα εγκαταλείψει το ευρώ, λέει ο John Hollyer, επικεφαλής εταιρικής στρατηγικής για την εταιρεία. Οι νομικοί σύμβουλοι της εταιρείας εξετάζουν τις συμβάσεις για αναφορές σε νομίσματα. Η Nancy Prior, πρόεδρος της ομάδας χρηματαγοράς της Fidelity Investments, λέει ότι η εταιρεία έχει συγκαλέσει εσωτερικά συμβούλια, αλλά και συναντήσεις με πελάτες για να συζητήσουν τους κινδύνους που σχετίζονται με την Ευρώπη. Η Fidelity, η οποία διαχειρίζεται περί τα 1,6 τρισεκατομμύρια δολάρια, ετοιμάζεται, επίσης, να δημοσιεύσει υλικό στην ιστοσελίδα της για τους πελάτες της, εφόσον η κρίση επιδεινωθεί, σημειώνει. Η Pacific Investment Management Co., διαχειρίστρια του Pimco Total Return Fund, ύψους 261 δισ. δολαρίων, έχει διεξαγάγει τεστ αντοχής για μια σειρά εκβάσεων, λέει ο Andrew Balls, επικεφαλής διαχείρισης ευρωπαϊκού χαρτοφυλακίου με έδρα το Λονδίνο. «Ακόμα και αν δεν συμβούν, θέλεις να είσαι έτοιμος για το χειρότερο», λέει. «Δεν θέλεις να είσαι ο τελευταίος που θα αντιδράσει, θες να είσαι ο πρώτος». Η Legg Mason ξεκίνησε τις προετοιμασίες της για ενδεχόμενη κρίση του ευρώ το 2011, αξιολογώντας πόσο μεγάλο μέρος του χαρτοφυλακίου της θα κινδύνευε στην Ευρώπη και συστήνοντας ευρωπαϊκή ειδική ομάδα έκτακτης ανάγκης, η οποία συνεδριάζει κάθε εβδομάδα για μιάμιση ώρα, λέει ο Carrier. Η εταιρεία, επίσης, έβαλε στο μικροσκόπιο τους πελάτες της και αναζήτησε πού είχαν έδρα οι τράπεζές τους. «Αυτά τα μαθήματα αποτελούν συσσωρευμένη γνώση σε αυτήν τη δουλειά», λέει ο Carrier. «Ισως όχι σήμερα, ίσως όχι αύριο, αλλά τελικά θα χρειαστούν». Να ακολουθήσουν όλοι το παράδειγμα της Γερμανίας Ο επικεφαλής οικονομολόγος της UniCredit στις ΗΠΑ, Harm Bandholz, μιλά στον δημοσιογράφο του «Bloomberg Businessweek» Tom Keene για την ευρωπαϊκή κρίση χρέους και τις αρετές της λιτότητας. Πού μεγαλώσατε στην Ευρώπη; Στο Αμβούργο της Γερμανίας. Μιλάμε συνεχώς για την Ελλάδα και την Ισπανία, αλλά ένα μεγάλο μέρος της κρίσης περιστρέφεται γύρω από τη Γερμανία, έτσι δεν είναι; Ναι, έτσι είναι. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται λες και η Γερμανία μόνο οφέλη έχει να αποκομίσει από την κατάσταση στην Ευρωζώνη. Λένε πως η Γερμανία εισήλθε στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση με υποτιμημένο νόμισμα. Πιστεύω πως η άποψη αυτή είναι εντελώς λάθος. Γιατί αυτό; Αρκεί να θυμηθούμε τι συνέβαινε 10 ή 15 χρόνια πριν. Η Γερμανία θεωρούνταν «ο ασθενής της Ευρώπης». Ο κόσμος πίστευε ότι χωρίς τη νομισματική ένωση, δεν υπήρχε τρόπος η χώρα να συνεχίσει να εξάγει τα αγαθά της, επειδή απλώς ήταν πάρα πολύ ακριβά. Έτσι, η κυβέρνηση σχημάτισε ένα μεγάλο συνασπισμό, που περιλάμβανε τα κόμματα της αντιπολίτευσης, καθώς και εταιρείες και εργατικά συνδικάτα. Και έκαναν πολλές μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να καταστήσουν τις αγορές εργασίας πιο ευέλικτες κ.λπ. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ουσιαστικά το ανά μονάδα κόστος εργασίας δεν έχει αυξηθεί εδώ και περισσότερο από 10 χρόνια. Είναι εύκολο για μας να καθόμαστε εδώ και να λέμε «Εντάξει, Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, κάντε ό,τι έκανε η Γερμανία». Και γιατί όχι; Ειλικρινά, νομίζω πως ούτε οι ΗΠΑ κάνουν αυτό που κάνουν η Ιταλία και η Ελλάδα. Εσείς εδώ στις ΗΠΑ πρέπει να εφαρμόσετε μέτρα λιτότητας, επειδή το επίπεδο του χρέους και το έλλειμμα είναι πολύ υψηλά. Για την Ευρωζώνη, στο σύνολό της, το έλλειμμα ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος κινείται περίπου στο 3,25% φέτος. Είναι, δηλαδή, σχεδόν υπερδιπλάσιο σε σχέση με το αμερικανικό. Πηγή:www.capital.gr

Competition for energy sources in the Arctic

The Obama administration’s intention to shift military resources to the Pacific satisfies American objectives, including enhancing stability and bilateral relations, and, perhaps most importantly, expanding economic opportunities. Broadening the scope of this shift, or “pivot,” as it is often called, to encompass the Arctic region furthers U.S. interests and is harmonious with existing national objectives. Indeed, the strategic doctrine underpinning the Pacific shift bolsters the compelling reasons for America to assert its rights and pursue its interests in the Arctic as well. An invigorated Arctic focus would promote stability and the unfettered flow of global commerce to the great benefit of the U.S. economy — by far the world’s largest — as well as the economies of its friends, partners and allies. Ocean-borne trade, which accounts for the vast majority of global commerce, has more than tripled over the past 40 years. Since 1979, the Arctic ice pack has shrunk by 40 percent, opening up the region for year-round utilization. Shipping costs will drop dramatically, and millions of square miles of seabed will be available for mineral and energy extraction, as well as fisheries access and lucrative opportunities in tourism. Extending the U.S. continental shelf would accordingly encompass new American territory greater in size than the Louisiana Purchase and Alaska combined. The U.S. must move swiftly, as other countries are enjoying a head start. No fewer than five countries enjoy coastal rights in the Arctic — Canada, Denmark (via Greenland), Norway, Russia and the U.S. Already, Russia has acted rapidly to stake territorial claims that are intended to deter movement into the region by other states, as well as to claim undersea energy and mineral resources. Russia is attempting to delineate and codify an expanded Arctic Exclusive Economic Zone (EEZ). China and others are also moving to stake out resource claims and make deals to lock up undersea resources. The U.S. must do the same. America, however, is woefully unprepared to assert its legitimate rights and interests. The U.S. icebreaker fleet consists of one medium-capacity ship and an additional 30-year-old vessel undergoing refurbishment. This pales in comparison to the fleets operated by Russia, Canada, Sweden and Finland. The problem is further compounded by the ongoing decline in U.S. military assets, especially naval, required to protect our established interests. In 2007, in an unprecedented move, a Russian submarine placed a flag on the seabed of the Lomonosov Ridge, an underwater mountain chain crossing the geographic North Pole. Claiming rights to the ridge is a top Russian priority, as it would grant Moscow exclusive access to potentially tremendous reserves of oil and natural gas. In fact, the claim would increase Russia’s Exclusive Economic Zone by 1.2 million square kilometers. Russia has also established a brigade-size unit specifically to operate in the polar region, and announced its intention to shift additional forces to the polar region. Other countries will inevitably follow suit. Securing U.S. rights in the Arctic will establish freedom of navigation and preserve the sovereignty of commercial vessels traveling the new, shorter trade route between the Pacific and the Atlantic. This aspect alone is vital to both the U.S. economy and to stability in the Pacific region. Accordingly, the U.S. should move quickly to declare the Arctic a region of strategic interest and pursue international legal agreements to secure recognition of American sovereignty in the waters of the Arctic and the Pacific — two vast regions where future challenges can be expected. The U.S. must ensure that no state can control or impose exorbitant transit fees for ships passing through its EEZ waters. Furthermore, the U.S. should explore bolstering its military presence in the Arctic proportionate to America’s Arctic territories — the northern parts of Alaska and sections of the Beaufort and Chukchi seas — as well as undertake scientific missions to reaffirm the basis for U.S. territorial claims in the Arctic. There can be no doubt that the Pacific pivot must encompass the securing of U.S. rights to the Arctic region. There is no time to lose. Source : http://www.defensenews.com/apps/pbcs.dll/article?AID=2012307150002

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Η συριακή κρίση κορυφώνεται και επεκτείνεται

Εδώ και πολύ καιρό έχουμε επισημάνει ότι ένας από τους τρόπους που χρησιμοποιεί το Ιράν στο πλαίσιο της προσπάθειας να αποτρέψει επίθεση εναντίον των πυρηνικών του εγκαταστάσεων, αλλά και για να ενισχύσει το φιλικό σε αυτούς καθεστώς του Μπασάρ Αλ Άσαντ στη Συρία, είναι το να απειλεί αξιόπιστα με επέκταση του μετώπου της σύγκρουσης ώστε να φαίνεται μη ελέγξιμη και με πολλές άγνωστες παραμέτρους ώστε να αποθαρρύνει την ανάληψη στρατιωτικής δράσης. Τις τελευταίες ημέρες παρατηρούνται μετακινήσεις ιρακινών στρατευμάτων προς την περιοχή των Κούρδων του Βορείου Ιράκ. Με αποτέλεσμα κουρδικές υπηρεσίες και υπουργεία να ανακοινώσουν ότι δεν θα επιτρέψουν την ανάπτυξη περισσοτέρων στρατιωτών στις διαφιλονικούμενες περιοχές, από αυτούς που έχουν ήδη συμφωνηθεί μεταξύ των δυο πλευρών. Να υποθέσουμε τώρα ότι η ελεγχόμενη από τους Ιρανούς σιιτική κυβέρνηση του Ιράκ αυξάνει τα στρατεύματα και την ένταση για να σταλεί ιρανικό μήνυμα στις ΗΠΑ ότι και το Ιράκ θα μπορούσε να κυλήσει στο χάος του εμφυλίου πολέμου, εκτός από τη Συρία και το Ιράν θα έχουν εμπλακεί σε σύγκρουση; Δεν μοιάζει και πολύ απίθανο… Source : defence-point.gr

Geopolitical balance and the Russian -Turkish relations

Turkish-Russian relations have passed through vital thresholds since the beginning of 2000s. The two countries, which were remembered throughout history as two prominent rivals, have entered into a phase of redefining each other thanks to the initiatives of both governments which appeared as a result of the structural transformation within the international system. Ankara became in the eyes of its counterpart an “independent actor” which can stand against Western countries, after the March 1st Memorandum was declined in the Turkish Great National Assembly (TBMM). As a result of the dialogue process which took over ten years, bilateral trade volume has reached 30 billion dollars in 2011 and 3.5 million Russian tourists have decided on Turkey to spend their holidays last year with the realization of visa exemption between the two countries. In addition, there are currently around 2000 companies of Turkish origin which have invested 7 billion dollars in Russia until now. Political developments need to be added to the above mentioned numbers. The leaders and authorized ministers of the two countries make regular efforts by evaluating the existing situation of bilateral relations, for overcoming existing problems rapidly and intensifying relations in both economic and cultural fields through the High Level Cooperation Council (HLCC) which have been functioning since 2000. Even though it is not possible to say the bilateral relations are flawless, the current state of affairs between Ankara and Moscow should not be overlooked and is marked by high-level visits which became nearly common thanks to HLCC meetings. Despite the increasing number of occasions for dialogue in the context of political relations on the Ankara-Moscow line as a result of the considerable ascendancy in commercial and touristic activities; it is possible to say that this situation has a limited capacity of influence in resolving regional and global issues that have historical depth. Because Russia, even though presented as a “strategic partner” by the Turkish media, has somewhat different foreign policy preferences regarding the Cyprus and Karabakh issues. Also on the issue of clashes that have been continuing for the last 16 months in Syria, Ankara and Moscow have considerably different assessments. While the visit paid by PM Erdogan and FM Davutoglu to Russia in a truly critical era - as Russia constitutes one of the most important elements in the equation structured around Syria currently – can be put forward as an important indicator regarding bilateral relations, it may not have a vital influence in terms of its results in resolving the Syrian crisis. Understanding Syria as Imagined by Russia The question of “Until when will Russia go along with supporting Assad?” has been usually brought to agenda with the Ba’ath regime resorting to excessive force and the number of civilian casualties reaching 15.000 in recent months. It was possible to appeal to a couple of factors in explaining the support provided by Moscow to the regime in Syria during the first phase of civil unrest there. Syria being the primary ally of Russia in the Middle East, the Russian base in Tartus being the sole naval base of Russia in the same region, Russia assessing the situation in Syria as an internal matter of the latter from the point of the principle regarding state sovereignty forth, and Russia opposing popular revolts in general were among the primary factors which could be listed to explain the situation. The importance that the Syrian issue bears has changed dimensions so to speak, where we stand now. While the above mentioned factors are still bearing their respective importance, it has been clearly observed that from now on the Syrian issue has become a matter of challenging the structural basis of the international system. It appears now as the Moscow administration, perceiving colored revolutions and unilateral interventions by the Western countries as contrary to its interests, aims to protect not Assad himself but Russia’s elbow room in Syria and to prevent any external interventions that will bring about regime change. Russia, while redefining itself as a great power again ever since 2000s and climbing to its knees thanks to the positive effect on its economy of the rising oil prices resulted by the war in Iraq, is trying to demonstrate on the international stage that it is “an actor to be reckoned with”. Besides the possibilities regarding a permanent change in the balances of the Middle East and Russia losing what it has gained before, the possibility of not taking part in the reshaping process of the region also underlies Russia’s concerns. Observing that Russia does not prioritize supporting Assad but preserving its interests and assesses the situation as a global power struggle, is a crucial element for diplomatic efforts to be initiated regarding the issue of “convincing Russia”. The results of the conference held in Geneva on June 30 suggested not a solution in Syria but the fact that a plan that includes Russia may be carried into effect. Today, the result of common diplomatic efforts initiated by Russia and Western countries is on one side a plan of limited change referred as the “Yemen model” and on the other side the Annan Plan which aims to bringing forth a political solution to the problem and regards both the regime and the armed opposition groups as responsible for the clashes that took place in Syria, as Russia continuously emphasizes. It is obvious that the proposals in question will not bring about a solution to the Syrian issue in the short-term. Another fact that is obviously visible is that in both proposals, Russia’s support is seeked for and elbowroom is left in an endeavor to preserving not Assad himself but Russia’s gains in essence. The Meaning and Significance of Moscow Visit The leaders of two countries, which have almost opposite foreign policy implications on the Syrian issue in a critical era, utilizing grounds of dialogue is also as important as the results of Erdogan-Putin talks. From this point on, the meaning that underlies the visit is that the idea of “Russia must be convinced”, which is often preferred to be mentioned by Western countries’ through a consistent discourse in recent months, is also appreciated before Turkey. In this context, PM Erdogan’s message conveyed to the President of Russian Federation Putin affirmative of the idea that Turkey can cooperate with Russia in the region is not a magic formula to bear fruit in the short-term; but this may well render possible gaining Russia’s consent in passing through a post-Assad phase. As shown by the press conference held by the two leaders after the talks that took nearly two hours, PM Erdogan and President Putin had a meeting which began by emphasizing positive expectations regarding the upcoming period by taking the ascending nature of bilateral relations as a basis. As expected, PM Erdogan pointed to the increasing number of civilian casualties in Syria; and he also shared Russia’s frequently verbalized contention that Syrian people are to decide the future of Syria. On the other side, PM Erdogan’s emphasis on the road map put forward during the Geneva talks indicates that Turkey shows consent to the idea that a process including Russia can be put into force. However, Erdogan also remarked that the ongoing process means further increasing civilian casualties. In this sense, although leaders converged on a common basis of leaving the task of shaping Syria’s future to Syrians, it can be inferred that a critical change regarding the continuation of the process cannot be expected at the present time. *** After all, Erdogan-Putin talks were conducted during a critical phase bearing utmost importance regarding Syria. The importance of bilateral relations for both sides, under the influence of commercial relations dominated by energy cooperation, was once again manifested by the statements of the leaders. Despite the divergence of opinions particularly on Syria, the emphasis placed by two countries under the various grounds of cooperation pioneered by the energy sector considerably reduces the risk of Syrian crisis overshadowing bilateral relations. The talks conducted by the leaders of two countries that have truly opposite policy implementations toward the Syrian issue, was finalized with an emphasis on the implementation of a “transition government” put forward in principle during the Geneva conference. Whereas almost everybody is of the same opinion that the aforesaid plan will not be able to stabilize Syria in the short-term. by HABIBE OZDAL Source : Journal of Turkish Weekly

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Για ένα αυτεξούσιο Κυπριακό Κράτος

Αυτεξούσιο Κυπριακό Κράτος Μάριος Ευρυβιάδης Οι μαύρες επέτειοι του προδοτικού πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής του 1974, συμπίπτουν με την προεδρική προεκλογική περίοδο. Ταυτόχρονα σε όλο το ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο της Κύπρου, από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τον Περσικό Κόλπο, η ανασφάλεια κυριαρχεί. Δεν υπάρχει κράτος που να μην βρίσκεται σε εγρήγορση στρατιωτικά και διπλωματικά. Στο άμεσο θαλάσσιο χώρο της Κύπρου διεξάγονται ναυτικές ασκήσεις, κάποιες νόμιμα και στα πλαίσια των διεθνών συνθηκών και άλλες παράνομα και αυθαίρετα οι στόλοι των παραδοσιακά Μεγάλων Δυνάμεων πηγαινοέρχονται στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις παρανομίες και τις αυθαιρεσίες η Τουρκία των ισλαμιστών και των πασάδων κατέχει τα πρωτεία. Πέραν της στρατιωτικής κατοχής, οι αυθαιρεσίες και οι παρανομίες της Άγκυρας έναντι της Κύπρου είναι γνωστές και γίνονται σε καθημερινή βάση. Πλέον η Κύπρος όμως δεν είναι μόνη της. Στα θύματα της άμεσης τουρκικής βουλιμίας έχουν προστεθεί η Συρία, το Ισραήλ, το Ιράκ. Όσο και να προσπαθούν οι πατρώνες και απολογητές του σύγχρονου τουρκικού ιμπεριαλισμού, οι Αμερικανοί και κυρίως οι Εγγλέζοι, να εκλογικεύσουν τον μιλιταρισμό της Άγκυρας, τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Η Τουρκία είναι ένα κράτος παρίας (pariah state). Είναι ένα κράτος ταραξίας (rogue state). Είναι ένας παραγωγός απειλών (threat producer). Είναι ένας παραγωγός ανασφάλειας (insecurity producer). Είναι ένα κράτος που παράγει ναρκο-τρομοκρατία (narco-terrorism producer). Είναι όλα τα παραπάνω η Τουρκία; Ναι, είναι. Και όλα τα παραπάνω μπορούν εύκολα να τεκμηριωθούν με μια σχετική έρευνα από ανοικτές πηγές. Το ότι αυτό δεν γίνεται με επαγγελματικό και επιστημονικό τρόπο από τις υπηρεσίες του κυπριακού κράτους υπό τη μορφή σύντομων Ενημερωτικών Σημειωμάτων (Position Papers) πχ, Turkey: A Threat Producer κλπ, που να διανέμεται διεθνώς, προκαλεί ερωτήματα. Να δώσω ένα παράδειγμα ως προς την περίπτωση της τουρκο-ναρκο-τρομοκρατίας; Διαβάσαμε πρόσφατα στο βρετανικό τύπο ότι υπάρχει έλλειψη ηρωίνης στην Αγγλία. Γιατί; Διότι εξαρθρώθηκε διεθνές δίκτυο διανομής ηρωίνης στην Αγγλία που είχε ως κέντρο διακίνησης την Τουρκία. Είχε Τούρκους διακινητές και διαμεσολαβητές με πηγές την ίδια την Τουρκία, το Πακιστάν και το Αφγανιστάν. Και όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις μέρος των κερδών κατέληγε σε Τούρκους αξιωματούχους αλλά και για τη χρηματοδότηση εξτρεμιστικών ισλαμικών δικτύων στην Ευρώπη. Σε μια εποχή που η διεθνής τρομοκρατία αποτελεί κυρίαρχο ζήτημα αναφοράς, οι Τούρκοι ναρκο-τρομοκράτες και η Άγκυρα λειτουργούν με το αζημίωτο. Όλα αυτά τα γνωρίζουν οι δυτικές υπηρεσίες, κυρίως οι αμερικανική Drug Enforcement Agency (DEA) που διαθέτει πράκτορες σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, στην περίπτωση της Τουρκίας παίζεται το «παιχνίδι των μπάσταρδων». Εμπίπτουν οι Τούρκοι στην αμερικανική κατηγορία των «δικών μας μπάσταρδων». Η φράση αυτή αποδίδεται στον αθυρόστομο Αμερικανό Πρόεδρο Τρούμαν. Όταν μεταπολεμικά καλόπιστοι Αμερικανοί επέκριναν τα «δύο μέτρα και δυο σταθμά» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής –την υποστήριξη των λογής, λογής δικτατόρων, μιλιταριστών και χουντικών στην Λατινική Αμερική και αλλού, ο Τρούμαν απαντούσε στερεότυπα. «Είναι και αυτοί μπάσταρδοι, αλλά είναι δικοί μας μπάσταρδοι». Οι Τούρκοι λοιπόν είναι «δικοί τους μπάσταρδοι» - των Δυτικών. Και γι’ αυτό στα δυτικά κέντρα εξουσίας, με πρωταγωνιστές πάντα την Ουάσινγκτον και το Λονδίνο, όλες οι τουρκικές παρανομίες και αυθαιρεσίες αγνοούνται αλλά κυρίως, εκλογικεύονται. Κάπως έτσι καταλήξαμε και στο “Turkish model” – το περιβόητο «τουρκικό μοντέλο» που είναι η αποθέωση της δυτικής υποκρισίας και προπαγάνδας υπέρ της Τουρκίας, μεταπολεμικά και μεταψυχροπολεμικά. Κατά το μοντέλο αυτό, οι μη Δυτικοί , αλλά κυρίως οι μουσουλμανικοί λαοί του κόσμου, έχουν μόνο μια επιλογή πολιτικού εκσυγχρονισμού και οικονομικής ανάπτυξης. Την τουρκική. Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου το μοντέλο αυτό ήταν μόνο κεμαλικό – κοσμικό, δηλαδή με διαχωρισμό κράτους και θρησκείας. Μεταψυχροπολεμικά αυτό εξελίχθηκε σε τουρκο-ισλαμικό, δηλαδή πάντρεμα του τουρκισμού με το Ισλάμ. Ποια σχέση έχουν όλα τα παραπάνω με τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές και το πολεμικό κλίμα στην Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή; Αναδεικνύουν το ζήτημα της ασφάλειας / ανασφάλειας ως κυρίαρχο – ως το Άλφα και το Ωμέγα μιας μελλοντικής επίλυσης του κυπριακού. Και όμως, εάν ανατρέξει κανείς σε όλο το ιστορικό και τη διαδρομή των ενδοκυπριακών συνομιλιών από το 1968 μέχρι σήμερα, μάταια θα αναζητά στην ιεράρχηση των θεματικών συζήτησης το θέμα της ασφάλειας. Στην ουσία, η ασφάλεια στην Κύπρο ήταν και παραμένει «εκτός ατζέντας». Θεωρείται ως ήσσονος σημασίας, κάτι που θα διευθετηθεί αυτόματα, μέσω μια διεθνούς τύπου συνάντησης, εφόσον θα έχουν συμφωνηθεί όλες οι λεγόμενες «εσωτερικές πτυχές» του Κυπριακού. Όλες, δυστυχώς, οι κυπριακές ηγεσίες έχουν αποδεχθεί τη θέση αυτή. Μοιρολατρικά. Αυτό σημαίνει ότι αποδέχονται τη συνέχιση των «εγγυητικών δικαιωμάτων» σε ζητήματα ασφάλειας, ξένων κρατών στην Κύπρο. Αποδέχονται ότι η Κύπρος δεν θα είναι εξ’ ορισμού αυτεξούσιο κράτος, που θα λειτουργεί με περιορισμούς που θα προέρχονται μόνο από το διεθνές και εθιμικό δίκαιο. Αποδέχονται ότι αντίθετα με όλα τα υπόλοιπα κράτη, η Κύπρος δεν θα έχει αυτόνομα κρατικά συμφέροντα που πρέπει να υπερασπίζεται. Αποδέχονται ότι η ασφάλεια του κράτους και η καθημερινή ασφάλεια των πολιτών θα εξαρτάται από τρίτους – από ξένους. Αποδέχονται ουσιαστικά ότι η Κύπρος πρέπει να λειτουργεί και να υφίσταται υπό την αίρεση της Άγκυρας. Ανέκαθεν υποστήριζα ότι οι λεγόμενες ενδοκυπριακές συνομιλίες υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, που στην πράξη λειτουργεί ως ανδράποδο των Αγγλο-Αμερικανών σε ένα σουρεαλιστικό και εξωπραγματικό περιβάλλον. Όλοι προσποιούνταν ότι ο τουρκικός ελέφαντας δεν ήταν παρών στις συνομιλίες. Τώρα πλέον, με το πιο πρόσφατο αδιέξοδο στις συνομιλίες, αλλά κυρίως με την καθημερινή παρουσία του τουρκικού ελέφαντα πάνω από τον εναέριο χώρο ακόμη και στις ακτές της ελεύθερης Κύπρου, το σουρεαλιστικό αυτό θέατρο πρέπει να τερματιστεί. Οι διεκδικητές του προεδρικού θώκου στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 2013 θα πρέπει να σταματήσουν την ομφαλοσκόπηση και τον προσποιητικό λόγο. Πρέπει να δημοσιοποιήσουν ξεκάθαρες θέσεις στο θέμα της ασφάλειας. Πρέπει να διασυνδέσουν άμεσα την εσωτερική με την εξωτερική πτυχή του Κυπριακού. Όχι ξένοι στρατοί, όχι ξένες εγγυήσεις, αυτεξούσιο κυπριακό κράτος, πρέπει να είναι ο άξονας και η φιλοσοφία του εκλογικού τους λόγου. Source : infognomonpolitics.blogspot

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Η αδιέξοδη ευρωπαϊκή νομισματική ένωση

NEA, 18.6.11 «Είναι ίσως λογικό να αναµένουµε ότι οι κουρασµένοι από την Ευρώπη λαοί θα απορρίψουν τη µεταβίβαση κι άλλων κυριαρχικών εθνικών δικαιωµάτων» στην Ε.Ε., λέει ο Χάµπερµας. «Αυτή η πρόγνωση είναι πάρα πολύ βολική, καθώς οι πολιτικές ελίτ απαλλάσσουν τον εαυτό τους από την ευθύνη για την αξιοθρήνητη κατάσταση της Ενωσης. ∆εν είναι αυτονόητο ότι έχει πια ξεθωριάσει το παλαιό κύµα ισχυρής υποστήριξης της ευρωπαϊκής ιδέας. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση βρίσκεται σε αδιέξοδο, διότι δεν µπορεί να προσαρµοστεί σε ένα µοντέλο µεγαλύτερης συµµετοχής των πολιτών. Οπαδός της ενιαίας Ευρώπης και εισηγητής ενός οµοσπονδιακού συστήµατος διακυβέρνησης που ο ίδιος αποκαλεί «Μεταεθνικό Αστερισµό», ο γερµανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάµπερµας, µε πρόσφατο εκτεταµένο άρθρο του που πρωτοδηµοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της εκδοτικής οµάδας «Blaetter fuer deutsche und internationale Politik», παίρνει θέση για την αδυναµία της Ευρώπης να αντιµετωπίσει την ελληνική κρίση. Κρίνει ότι το πρόβληµα είναι δοµικό, ότι η ίδια η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ δεν είχε προβλέψει θεσµούς ευέλικτους για να αντιµετωπίσουν ενδεχόµενη ανισορροπία του συστήµατος. Μεταξύ των άλλων, σηµειώνει: «Το δηµοσιονοµικό ζήτηµα, αν δηλαδή ο µηχανισµός σταθερότητας που συµφωνήθηκε στις Βρυξέλλες δώσει τέλος στην κερδοσκοπία γύρω από το ευρώ, το αφήνω ανοικτό. Πιο σηµαντικό είναι το πολιτικό ζήτηµα, που συνδέεται µε τα σφάλµατα στην αρχιτεκτονική της Νοµισµατικής Ενωσης, τα οποία η κερδοσκοπία στις χρηµατοπιστωτικές αγορές έχει τώρα καταστήσει προφανή σε όλους. Οταν εισήχθη το ευρώ το 1999, ορισµένοι συνέχιζαν να τρέφουν ελπίδες ότι η πολιτική διαδικασία της ενοποίησης θα συνεχιστεί. Αλλοι υποστηρικτές του κοινού νοµίσµατος πίστευαν στον ορθόδοξο κανόνα του φιλελευθερισµού, που δίνει µεγαλύτερη σηµασία στο οικονοµικό σύστηµα παρά στη δηµοκρατία. Νόµιζαν ότι η τήρηση απλών κανόνων προκειµένου να σταθεροποιηθούν οι εθνικοί προϋπολογισµοί θα αρκούσε για να επιτευχθεί η εναρµόνιση (όπως υπολογίζεται µε βάση το κόστος εργασιακής µονάδας) των εθνικών οικονοµικών εξελίξεων. Και οι δύο προσδοκίες διαψεύστηκαν. H ταχεία διαδοχή των κρίσεων στα δηµοσιονοµικά, στο χρέος και στο ευρώ, αποκάλυψε την εσφαλµένη κατασκευή µιας τεράστιας οικονοµικής και νοµισµατικής ζώνης, η οποία στερείται τα µέσα για να ασκήσει κοινή οικονοµική πολιτική». Στη συνέχεια του άρθρου του, ο Χάµπερµας αναφέρεται σε ένα δοµικό πρόβληµα της ΟΝΕ που µετατρέπεται σε πρόβληµα δηµοκρατίας: την υποχρέωση των εθνικών Κοινοβουλίων να προωθούν δηµοσιονοµικές µεταρρυθµίσεις που έχουν αποφασιστεί κεντρικά. Γράφει σχετικά: «Οι αρχηγοί τωνκυβερνήσεων έχουν δεσµευθεί να εφαρµόσουν έναν κατάλογο µέτρων δηµοσιονοµικής, οικονοµικής, κοινωνικής και µισθολογικής πολιτικής στις χώρες τους, µέτρων που οποτεδήποτε άλλοτε θα ήταν υπόθεση των εθνικών Κοινοβουλίων. Ενα µοντέλο πολιτικής µε γερµανική σφραγίδα αντανακλάται στις σχετικέςσυστάσεις. ∆εν θα ήθελα να µιλήσω για την πολιτικoοικονοµική σοφία των επιταγών περί λιτότητας, η οποία απειλεί να οδηγήσει σε αντιπαραγωγικό, µακροχρόνιο αποπληθωρισµό την περιφέρεια. Θα επικεντρωθώ στη διαδικασία: αρχηγοί κυβερνήσεων προτίθενται να επιτηρούν ο ένας τον άλλον κάθε χρόνο για να δουν αν οι συνάδελφοί τους έχουν προσαρµόσει το επίπεδο του χρέους, την ηλικία συνταξιοδότησης και την απορρύθµιση της αγοράς εργασίας, τις κοινωνικές παροχές και το σύστηµα υγείας, τους µισθούς στον δηµόσιο τοµέα, το επίπεδο των µισθών, τη φορολογία των επιχειρήσεων και πολλά άλλα στις “κατευθύνσεις” του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου». Στο πλαίσιο αυτής της γκρίζας ζώνης, προσθέτει, «τα εθνικά Κοινοβούλια (ενδεχοµένως και τα συνδικάτα) δικαιούνται να ισχυρίζονται ότι οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί προηγουµένως αλλού απλώς επικυρώνονται στη συνέχεια κατά πλειοψηφία», κάτι που αποβαίνει εις βάρος της δηµοκρατικής νοµιµοποίησης. «Τέτοιου είδους αποφάσεις χρειάζονται νοµιµοποίηση και µε τους δύο τρόπους που προβλέπονται για τις αποφάσεις της Ε.Ε. – όχι µόνο εµµέσως, από τις κυβερνήσεις που εκπροσωπούνται στο Συµβούλιο, αλλά και απευθείας µέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου». Το ζήτηµα λοιπόν, κατά τον Χάµπερµας, είναι ότι στη σηµερινή Ευρωπαϊκή Ενωση συνεχίζουν να είναι ισχυρές οι εθνικές κυβερνήσεις, έναντι µιας ανίσχυρης κεντρικής/ οµοσπονδιακής αρχής. «Οι “εθνικοί ήρωες” είναι απέναντι “στους άλλους” που ευθύνονται για τα δεινά που έχει προκαλέσει το τέρας των Βρυξελλών. Μόνο όταν δουν το Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο ως σώµα που εκλέγεται από αυτούς και συγκροτείται στη βάση παραταξιακών και όχι εθνικών γραµµών, θα µπορέσουν οι πολίτες της Ευρώπης να αντιληφθούν τα καθήκοντα του ελέγχου της οικονοµικής πολιτικής ως καθήκοντα που πρέπει να πραγµατώνονται από κοινού», γράφει χαρακτηριστικά ο φιλόσοφος. Υπάρχει εναλλακτική λύση; «Είναι ίσως λογικό να αναµένουµε ότι οι κουρασµένοι από την Ευρώπη λαοί θα απορρίψουν τη µεταβίβαση κι άλλων κυριαρχικών εθνικών δικαιωµάτων» στην Ε.Ε., λέει ο Χάµπερµας. «Αυτή η πρόγνωση είναι πάρα πολύ βολική, καθώς οι πολιτικές ελίτ απαλλάσσουν τον εαυτό τους από την ευθύνη για την αξιοθρήνητη κατάσταση της Ενωσης. ∆εν είναι αυτονόητο ότι έχει πια ξεθωριάσει το παλαιό κύµα ισχυρής υποστήριξης της ευρωπαϊκής ιδέας. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση βρίσκεται σε αδιέξοδο, διότι δεν µπορεί να προσαρµοστεί σε ένα µοντέλο µεγαλύτερης συµµετοχής των πολιτών. Αντί να επιδιώκουν αυτή τη συµµετοχή, οι πολιτικές ελίτ στρουθοκαµηλίζουν, αποξενώνοντας κι άλλο τους ευρωπαίους πολίτες. Μέχρι σήµερα δεν έχει γίνει ούτε µία ευρωπαϊκή εκλογική διαδικασία σε οποιοδήποτε κράτος µέλος και σχεδόν κανένα δηµοψήφισµα στο οποίο το θέµα να µην είναι εθνικού ενδιαφέροντος ήνα µην έχει να κάνει µε τους εκπροσώπουςτης χώρας στα κοινοτικά όργανα. […] Το ότι οι πολίτες υποτιµούν τη σηµασία όσων συµβαίνουν στις αποµακρυσµένες, όπως πιστεύουν, Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο είναι µια παρεξήγηση που πρέπει να απαντηθεί, µια κρίσιµη ερώτηση την οποία συστηµατικά τα πολιτικά κόµµατα επίµονα αποφεύγουν».