Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Πώς λειτουργεί η εξομοίωση ως εργαλείο πρόβλεψης και αντιμετώπισης κρίσεων

Είναι 9 η ώρα το πρωί, μια Παρασκευή του Ιουνίου, και για τις ανάγκες μιας άσκησης ανταπόκρισης έκτακτης ανάγκης, στα κεντρικά γραφεία της Legg Mason της Βαλτιμόρης, η Ελλάδα έχει μόλις αποχωρήσει από το ευρώ. Μαζεμένοι γύρω από ένα τραπέζι συσκέψεων, με μέλη της ομάδας από τα γραφεία στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη και άλλα μέρη να βρίσκονται εκεί μέσω video conference, 15 υπάλληλοι αναλαμβάνουν στη διάρκεια ενός 8ώρου -πριν ανοίξουν οι αγορές στην Ασία- να εκτιμήσουν πράγματα, όπως το αν μπορούν να εκτελέσουν συναλλαγές, την κατάσταση των επενδύσεων της εταιρείας και πώς θα πληρωθούν οι εργαζόμενοι στα ευρωπαϊκά γραφεία. Έχουν περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια από όταν η χρεοκοπία της Lehman Brothers Holdings πάγωσε τις αγορές, και εταιρείες διαχείρισης παγίων, όπως η Legg Mason, η State Street, η Vanguard Group και άλλες, προσπαθούν να αντλήσουν διδάγματα από αυτήν την κρίση, ώστε να προετοιμαστούν για το χειρότερο σενάριο στην Ευρώπη. Συστήνουν ειδικές ομάδες και κάνουν δοκιμές στα συστήματα πληροφορικής, ώστε να διασφαλίσουν ότι δεν θα πάθουν blackout από την κατάρρευση του ευρώ και θα συνεχίσουν να τους δίνουν εικόνα από τον έξω κόσμο, όσο μακριά -ή κοντά- και αν φαντάζει αυτή η πιθανότητα. «Δεν γνωρίζουμε τι πρόκειται να συμβεί, αλλά θέλουμε να έχουμε στη διάθεσή μας όλα τα εργαλεία, ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε οτιδήποτε συμβεί», λέει ο Joe Carrier, διευθυντής διαχείρισης κινδύνων στη Legg Mason. «Μετά τη Lehman συνειδητοποιήσαμε ότι εξελίξεις που ποτέ δεν φανταζόσουν ότι θα σε προλάβαιναν όντως σε πρόλαβαν». H State Street, η οποία λειτουργεί ως θεματοφύλακας παγίων ύψους 16,9 τρισ. δολαρίων και διαχειρίζεται 1,99 τρισ. δολάρια για λογαριασμό πελατών της μονάδας διαχείρισης επενδύσεων, τη χρονιά που πέρασε συγκρότησε δυο επιτροπές, με σκοπό την προετοιμασία για μια πιθανή επιδείνωση της ευρωπαϊκής κρίσης, λέει ο Jack Klinck, επικεφαλής Παγκόσμιας Εταιρικής Ανάπτυξης και Παγκόσμιας Διαχείρισης Σχέσεων. Η πρώτη επικεντρώνεται στη διαχείριση των κινδύνων, την εξέταση των μακροοικονομικών συνθηκών, καθώς και την πιθανή επίδραση διάφορων σεναρίων κρίσης από εταιρεία σε εταιρεία. «Το 2008 μάς παρέδωσε πλούσια μαθήματα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την κατανόηση του κινδύνου του αντισυμβαλλομένου όταν δεσμεύονται πάγια ως εγγύηση», λέει ο Klinck. Η δεύτερη ομάδα της State Street εξετάζει λειτουργικά ζητήματα, ιδιαίτερα αυτά που σχετίζονται με τα συστήματα πληροφορικής. Εάν μία ή περισσότερες χώρες αποχωρήσουν από το ευρώ, οι τίτλοι μπορεί να χρειαστεί να αποτιμηθούν σε νέο νόμισμα, δεδομένου ότι τα εθνικά νομίσματα μπορεί να επιστρέψουν σε κυκλοφορία. Ο Klinck συγκρίνει την κατάσταση με το να ετοιμάζεται κανείς για το επονομαζόμενο φαινόμενο Y2K ή, αλλιώς, «ιός της χιλιετίας», όπου τα συστήματα πληροφορικής θα έπρεπε να επαναπρογραμματιστούν ως προς την αλλαγή χρονολογίας από 1999 σε 2000. Στη Vanguard, που αποτελεί τη μεγαλύτερη πάροχο αμοιβαίων κεφαλαίων στον κόσμο, ενώ διαχειρίζεται ποσά ύψους περίπου 1,8 τρισ. δολαρίων, μια ειδική ομάδα προετοιμάζεται για τη νέα αποτίμηση των τίτλων, καθώς και για ενδεχόμενους περιορισμούς στη διασυνοριακή κυκλοφορία κεφαλαίων, εάν μια χώρα εγκαταλείψει το ευρώ, λέει ο John Hollyer, επικεφαλής εταιρικής στρατηγικής για την εταιρεία. Οι νομικοί σύμβουλοι της εταιρείας εξετάζουν τις συμβάσεις για αναφορές σε νομίσματα. Η Nancy Prior, πρόεδρος της ομάδας χρηματαγοράς της Fidelity Investments, λέει ότι η εταιρεία έχει συγκαλέσει εσωτερικά συμβούλια, αλλά και συναντήσεις με πελάτες για να συζητήσουν τους κινδύνους που σχετίζονται με την Ευρώπη. Η Fidelity, η οποία διαχειρίζεται περί τα 1,6 τρισεκατομμύρια δολάρια, ετοιμάζεται, επίσης, να δημοσιεύσει υλικό στην ιστοσελίδα της για τους πελάτες της, εφόσον η κρίση επιδεινωθεί, σημειώνει. Η Pacific Investment Management Co., διαχειρίστρια του Pimco Total Return Fund, ύψους 261 δισ. δολαρίων, έχει διεξαγάγει τεστ αντοχής για μια σειρά εκβάσεων, λέει ο Andrew Balls, επικεφαλής διαχείρισης ευρωπαϊκού χαρτοφυλακίου με έδρα το Λονδίνο. «Ακόμα και αν δεν συμβούν, θέλεις να είσαι έτοιμος για το χειρότερο», λέει. «Δεν θέλεις να είσαι ο τελευταίος που θα αντιδράσει, θες να είσαι ο πρώτος». Η Legg Mason ξεκίνησε τις προετοιμασίες της για ενδεχόμενη κρίση του ευρώ το 2011, αξιολογώντας πόσο μεγάλο μέρος του χαρτοφυλακίου της θα κινδύνευε στην Ευρώπη και συστήνοντας ευρωπαϊκή ειδική ομάδα έκτακτης ανάγκης, η οποία συνεδριάζει κάθε εβδομάδα για μιάμιση ώρα, λέει ο Carrier. Η εταιρεία, επίσης, έβαλε στο μικροσκόπιο τους πελάτες της και αναζήτησε πού είχαν έδρα οι τράπεζές τους. «Αυτά τα μαθήματα αποτελούν συσσωρευμένη γνώση σε αυτήν τη δουλειά», λέει ο Carrier. «Ισως όχι σήμερα, ίσως όχι αύριο, αλλά τελικά θα χρειαστούν». Να ακολουθήσουν όλοι το παράδειγμα της Γερμανίας Ο επικεφαλής οικονομολόγος της UniCredit στις ΗΠΑ, Harm Bandholz, μιλά στον δημοσιογράφο του «Bloomberg Businessweek» Tom Keene για την ευρωπαϊκή κρίση χρέους και τις αρετές της λιτότητας. Πού μεγαλώσατε στην Ευρώπη; Στο Αμβούργο της Γερμανίας. Μιλάμε συνεχώς για την Ελλάδα και την Ισπανία, αλλά ένα μεγάλο μέρος της κρίσης περιστρέφεται γύρω από τη Γερμανία, έτσι δεν είναι; Ναι, έτσι είναι. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται λες και η Γερμανία μόνο οφέλη έχει να αποκομίσει από την κατάσταση στην Ευρωζώνη. Λένε πως η Γερμανία εισήλθε στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση με υποτιμημένο νόμισμα. Πιστεύω πως η άποψη αυτή είναι εντελώς λάθος. Γιατί αυτό; Αρκεί να θυμηθούμε τι συνέβαινε 10 ή 15 χρόνια πριν. Η Γερμανία θεωρούνταν «ο ασθενής της Ευρώπης». Ο κόσμος πίστευε ότι χωρίς τη νομισματική ένωση, δεν υπήρχε τρόπος η χώρα να συνεχίσει να εξάγει τα αγαθά της, επειδή απλώς ήταν πάρα πολύ ακριβά. Έτσι, η κυβέρνηση σχημάτισε ένα μεγάλο συνασπισμό, που περιλάμβανε τα κόμματα της αντιπολίτευσης, καθώς και εταιρείες και εργατικά συνδικάτα. Και έκαναν πολλές μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να καταστήσουν τις αγορές εργασίας πιο ευέλικτες κ.λπ. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ουσιαστικά το ανά μονάδα κόστος εργασίας δεν έχει αυξηθεί εδώ και περισσότερο από 10 χρόνια. Είναι εύκολο για μας να καθόμαστε εδώ και να λέμε «Εντάξει, Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, κάντε ό,τι έκανε η Γερμανία». Και γιατί όχι; Ειλικρινά, νομίζω πως ούτε οι ΗΠΑ κάνουν αυτό που κάνουν η Ιταλία και η Ελλάδα. Εσείς εδώ στις ΗΠΑ πρέπει να εφαρμόσετε μέτρα λιτότητας, επειδή το επίπεδο του χρέους και το έλλειμμα είναι πολύ υψηλά. Για την Ευρωζώνη, στο σύνολό της, το έλλειμμα ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος κινείται περίπου στο 3,25% φέτος. Είναι, δηλαδή, σχεδόν υπερδιπλάσιο σε σχέση με το αμερικανικό. Πηγή:www.capital.gr

Competition for energy sources in the Arctic

The Obama administration’s intention to shift military resources to the Pacific satisfies American objectives, including enhancing stability and bilateral relations, and, perhaps most importantly, expanding economic opportunities. Broadening the scope of this shift, or “pivot,” as it is often called, to encompass the Arctic region furthers U.S. interests and is harmonious with existing national objectives. Indeed, the strategic doctrine underpinning the Pacific shift bolsters the compelling reasons for America to assert its rights and pursue its interests in the Arctic as well. An invigorated Arctic focus would promote stability and the unfettered flow of global commerce to the great benefit of the U.S. economy — by far the world’s largest — as well as the economies of its friends, partners and allies. Ocean-borne trade, which accounts for the vast majority of global commerce, has more than tripled over the past 40 years. Since 1979, the Arctic ice pack has shrunk by 40 percent, opening up the region for year-round utilization. Shipping costs will drop dramatically, and millions of square miles of seabed will be available for mineral and energy extraction, as well as fisheries access and lucrative opportunities in tourism. Extending the U.S. continental shelf would accordingly encompass new American territory greater in size than the Louisiana Purchase and Alaska combined. The U.S. must move swiftly, as other countries are enjoying a head start. No fewer than five countries enjoy coastal rights in the Arctic — Canada, Denmark (via Greenland), Norway, Russia and the U.S. Already, Russia has acted rapidly to stake territorial claims that are intended to deter movement into the region by other states, as well as to claim undersea energy and mineral resources. Russia is attempting to delineate and codify an expanded Arctic Exclusive Economic Zone (EEZ). China and others are also moving to stake out resource claims and make deals to lock up undersea resources. The U.S. must do the same. America, however, is woefully unprepared to assert its legitimate rights and interests. The U.S. icebreaker fleet consists of one medium-capacity ship and an additional 30-year-old vessel undergoing refurbishment. This pales in comparison to the fleets operated by Russia, Canada, Sweden and Finland. The problem is further compounded by the ongoing decline in U.S. military assets, especially naval, required to protect our established interests. In 2007, in an unprecedented move, a Russian submarine placed a flag on the seabed of the Lomonosov Ridge, an underwater mountain chain crossing the geographic North Pole. Claiming rights to the ridge is a top Russian priority, as it would grant Moscow exclusive access to potentially tremendous reserves of oil and natural gas. In fact, the claim would increase Russia’s Exclusive Economic Zone by 1.2 million square kilometers. Russia has also established a brigade-size unit specifically to operate in the polar region, and announced its intention to shift additional forces to the polar region. Other countries will inevitably follow suit. Securing U.S. rights in the Arctic will establish freedom of navigation and preserve the sovereignty of commercial vessels traveling the new, shorter trade route between the Pacific and the Atlantic. This aspect alone is vital to both the U.S. economy and to stability in the Pacific region. Accordingly, the U.S. should move quickly to declare the Arctic a region of strategic interest and pursue international legal agreements to secure recognition of American sovereignty in the waters of the Arctic and the Pacific — two vast regions where future challenges can be expected. The U.S. must ensure that no state can control or impose exorbitant transit fees for ships passing through its EEZ waters. Furthermore, the U.S. should explore bolstering its military presence in the Arctic proportionate to America’s Arctic territories — the northern parts of Alaska and sections of the Beaufort and Chukchi seas — as well as undertake scientific missions to reaffirm the basis for U.S. territorial claims in the Arctic. There can be no doubt that the Pacific pivot must encompass the securing of U.S. rights to the Arctic region. There is no time to lose. Source : http://www.defensenews.com/apps/pbcs.dll/article?AID=2012307150002

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Η συριακή κρίση κορυφώνεται και επεκτείνεται

Εδώ και πολύ καιρό έχουμε επισημάνει ότι ένας από τους τρόπους που χρησιμοποιεί το Ιράν στο πλαίσιο της προσπάθειας να αποτρέψει επίθεση εναντίον των πυρηνικών του εγκαταστάσεων, αλλά και για να ενισχύσει το φιλικό σε αυτούς καθεστώς του Μπασάρ Αλ Άσαντ στη Συρία, είναι το να απειλεί αξιόπιστα με επέκταση του μετώπου της σύγκρουσης ώστε να φαίνεται μη ελέγξιμη και με πολλές άγνωστες παραμέτρους ώστε να αποθαρρύνει την ανάληψη στρατιωτικής δράσης. Τις τελευταίες ημέρες παρατηρούνται μετακινήσεις ιρακινών στρατευμάτων προς την περιοχή των Κούρδων του Βορείου Ιράκ. Με αποτέλεσμα κουρδικές υπηρεσίες και υπουργεία να ανακοινώσουν ότι δεν θα επιτρέψουν την ανάπτυξη περισσοτέρων στρατιωτών στις διαφιλονικούμενες περιοχές, από αυτούς που έχουν ήδη συμφωνηθεί μεταξύ των δυο πλευρών. Να υποθέσουμε τώρα ότι η ελεγχόμενη από τους Ιρανούς σιιτική κυβέρνηση του Ιράκ αυξάνει τα στρατεύματα και την ένταση για να σταλεί ιρανικό μήνυμα στις ΗΠΑ ότι και το Ιράκ θα μπορούσε να κυλήσει στο χάος του εμφυλίου πολέμου, εκτός από τη Συρία και το Ιράν θα έχουν εμπλακεί σε σύγκρουση; Δεν μοιάζει και πολύ απίθανο… Source : defence-point.gr

Geopolitical balance and the Russian -Turkish relations

Turkish-Russian relations have passed through vital thresholds since the beginning of 2000s. The two countries, which were remembered throughout history as two prominent rivals, have entered into a phase of redefining each other thanks to the initiatives of both governments which appeared as a result of the structural transformation within the international system. Ankara became in the eyes of its counterpart an “independent actor” which can stand against Western countries, after the March 1st Memorandum was declined in the Turkish Great National Assembly (TBMM). As a result of the dialogue process which took over ten years, bilateral trade volume has reached 30 billion dollars in 2011 and 3.5 million Russian tourists have decided on Turkey to spend their holidays last year with the realization of visa exemption between the two countries. In addition, there are currently around 2000 companies of Turkish origin which have invested 7 billion dollars in Russia until now. Political developments need to be added to the above mentioned numbers. The leaders and authorized ministers of the two countries make regular efforts by evaluating the existing situation of bilateral relations, for overcoming existing problems rapidly and intensifying relations in both economic and cultural fields through the High Level Cooperation Council (HLCC) which have been functioning since 2000. Even though it is not possible to say the bilateral relations are flawless, the current state of affairs between Ankara and Moscow should not be overlooked and is marked by high-level visits which became nearly common thanks to HLCC meetings. Despite the increasing number of occasions for dialogue in the context of political relations on the Ankara-Moscow line as a result of the considerable ascendancy in commercial and touristic activities; it is possible to say that this situation has a limited capacity of influence in resolving regional and global issues that have historical depth. Because Russia, even though presented as a “strategic partner” by the Turkish media, has somewhat different foreign policy preferences regarding the Cyprus and Karabakh issues. Also on the issue of clashes that have been continuing for the last 16 months in Syria, Ankara and Moscow have considerably different assessments. While the visit paid by PM Erdogan and FM Davutoglu to Russia in a truly critical era - as Russia constitutes one of the most important elements in the equation structured around Syria currently – can be put forward as an important indicator regarding bilateral relations, it may not have a vital influence in terms of its results in resolving the Syrian crisis. Understanding Syria as Imagined by Russia The question of “Until when will Russia go along with supporting Assad?” has been usually brought to agenda with the Ba’ath regime resorting to excessive force and the number of civilian casualties reaching 15.000 in recent months. It was possible to appeal to a couple of factors in explaining the support provided by Moscow to the regime in Syria during the first phase of civil unrest there. Syria being the primary ally of Russia in the Middle East, the Russian base in Tartus being the sole naval base of Russia in the same region, Russia assessing the situation in Syria as an internal matter of the latter from the point of the principle regarding state sovereignty forth, and Russia opposing popular revolts in general were among the primary factors which could be listed to explain the situation. The importance that the Syrian issue bears has changed dimensions so to speak, where we stand now. While the above mentioned factors are still bearing their respective importance, it has been clearly observed that from now on the Syrian issue has become a matter of challenging the structural basis of the international system. It appears now as the Moscow administration, perceiving colored revolutions and unilateral interventions by the Western countries as contrary to its interests, aims to protect not Assad himself but Russia’s elbow room in Syria and to prevent any external interventions that will bring about regime change. Russia, while redefining itself as a great power again ever since 2000s and climbing to its knees thanks to the positive effect on its economy of the rising oil prices resulted by the war in Iraq, is trying to demonstrate on the international stage that it is “an actor to be reckoned with”. Besides the possibilities regarding a permanent change in the balances of the Middle East and Russia losing what it has gained before, the possibility of not taking part in the reshaping process of the region also underlies Russia’s concerns. Observing that Russia does not prioritize supporting Assad but preserving its interests and assesses the situation as a global power struggle, is a crucial element for diplomatic efforts to be initiated regarding the issue of “convincing Russia”. The results of the conference held in Geneva on June 30 suggested not a solution in Syria but the fact that a plan that includes Russia may be carried into effect. Today, the result of common diplomatic efforts initiated by Russia and Western countries is on one side a plan of limited change referred as the “Yemen model” and on the other side the Annan Plan which aims to bringing forth a political solution to the problem and regards both the regime and the armed opposition groups as responsible for the clashes that took place in Syria, as Russia continuously emphasizes. It is obvious that the proposals in question will not bring about a solution to the Syrian issue in the short-term. Another fact that is obviously visible is that in both proposals, Russia’s support is seeked for and elbowroom is left in an endeavor to preserving not Assad himself but Russia’s gains in essence. The Meaning and Significance of Moscow Visit The leaders of two countries, which have almost opposite foreign policy implications on the Syrian issue in a critical era, utilizing grounds of dialogue is also as important as the results of Erdogan-Putin talks. From this point on, the meaning that underlies the visit is that the idea of “Russia must be convinced”, which is often preferred to be mentioned by Western countries’ through a consistent discourse in recent months, is also appreciated before Turkey. In this context, PM Erdogan’s message conveyed to the President of Russian Federation Putin affirmative of the idea that Turkey can cooperate with Russia in the region is not a magic formula to bear fruit in the short-term; but this may well render possible gaining Russia’s consent in passing through a post-Assad phase. As shown by the press conference held by the two leaders after the talks that took nearly two hours, PM Erdogan and President Putin had a meeting which began by emphasizing positive expectations regarding the upcoming period by taking the ascending nature of bilateral relations as a basis. As expected, PM Erdogan pointed to the increasing number of civilian casualties in Syria; and he also shared Russia’s frequently verbalized contention that Syrian people are to decide the future of Syria. On the other side, PM Erdogan’s emphasis on the road map put forward during the Geneva talks indicates that Turkey shows consent to the idea that a process including Russia can be put into force. However, Erdogan also remarked that the ongoing process means further increasing civilian casualties. In this sense, although leaders converged on a common basis of leaving the task of shaping Syria’s future to Syrians, it can be inferred that a critical change regarding the continuation of the process cannot be expected at the present time. *** After all, Erdogan-Putin talks were conducted during a critical phase bearing utmost importance regarding Syria. The importance of bilateral relations for both sides, under the influence of commercial relations dominated by energy cooperation, was once again manifested by the statements of the leaders. Despite the divergence of opinions particularly on Syria, the emphasis placed by two countries under the various grounds of cooperation pioneered by the energy sector considerably reduces the risk of Syrian crisis overshadowing bilateral relations. The talks conducted by the leaders of two countries that have truly opposite policy implementations toward the Syrian issue, was finalized with an emphasis on the implementation of a “transition government” put forward in principle during the Geneva conference. Whereas almost everybody is of the same opinion that the aforesaid plan will not be able to stabilize Syria in the short-term. by HABIBE OZDAL Source : Journal of Turkish Weekly

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Για ένα αυτεξούσιο Κυπριακό Κράτος

Αυτεξούσιο Κυπριακό Κράτος Μάριος Ευρυβιάδης Οι μαύρες επέτειοι του προδοτικού πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής του 1974, συμπίπτουν με την προεδρική προεκλογική περίοδο. Ταυτόχρονα σε όλο το ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο της Κύπρου, από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τον Περσικό Κόλπο, η ανασφάλεια κυριαρχεί. Δεν υπάρχει κράτος που να μην βρίσκεται σε εγρήγορση στρατιωτικά και διπλωματικά. Στο άμεσο θαλάσσιο χώρο της Κύπρου διεξάγονται ναυτικές ασκήσεις, κάποιες νόμιμα και στα πλαίσια των διεθνών συνθηκών και άλλες παράνομα και αυθαίρετα οι στόλοι των παραδοσιακά Μεγάλων Δυνάμεων πηγαινοέρχονται στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις παρανομίες και τις αυθαιρεσίες η Τουρκία των ισλαμιστών και των πασάδων κατέχει τα πρωτεία. Πέραν της στρατιωτικής κατοχής, οι αυθαιρεσίες και οι παρανομίες της Άγκυρας έναντι της Κύπρου είναι γνωστές και γίνονται σε καθημερινή βάση. Πλέον η Κύπρος όμως δεν είναι μόνη της. Στα θύματα της άμεσης τουρκικής βουλιμίας έχουν προστεθεί η Συρία, το Ισραήλ, το Ιράκ. Όσο και να προσπαθούν οι πατρώνες και απολογητές του σύγχρονου τουρκικού ιμπεριαλισμού, οι Αμερικανοί και κυρίως οι Εγγλέζοι, να εκλογικεύσουν τον μιλιταρισμό της Άγκυρας, τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Η Τουρκία είναι ένα κράτος παρίας (pariah state). Είναι ένα κράτος ταραξίας (rogue state). Είναι ένας παραγωγός απειλών (threat producer). Είναι ένας παραγωγός ανασφάλειας (insecurity producer). Είναι ένα κράτος που παράγει ναρκο-τρομοκρατία (narco-terrorism producer). Είναι όλα τα παραπάνω η Τουρκία; Ναι, είναι. Και όλα τα παραπάνω μπορούν εύκολα να τεκμηριωθούν με μια σχετική έρευνα από ανοικτές πηγές. Το ότι αυτό δεν γίνεται με επαγγελματικό και επιστημονικό τρόπο από τις υπηρεσίες του κυπριακού κράτους υπό τη μορφή σύντομων Ενημερωτικών Σημειωμάτων (Position Papers) πχ, Turkey: A Threat Producer κλπ, που να διανέμεται διεθνώς, προκαλεί ερωτήματα. Να δώσω ένα παράδειγμα ως προς την περίπτωση της τουρκο-ναρκο-τρομοκρατίας; Διαβάσαμε πρόσφατα στο βρετανικό τύπο ότι υπάρχει έλλειψη ηρωίνης στην Αγγλία. Γιατί; Διότι εξαρθρώθηκε διεθνές δίκτυο διανομής ηρωίνης στην Αγγλία που είχε ως κέντρο διακίνησης την Τουρκία. Είχε Τούρκους διακινητές και διαμεσολαβητές με πηγές την ίδια την Τουρκία, το Πακιστάν και το Αφγανιστάν. Και όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις μέρος των κερδών κατέληγε σε Τούρκους αξιωματούχους αλλά και για τη χρηματοδότηση εξτρεμιστικών ισλαμικών δικτύων στην Ευρώπη. Σε μια εποχή που η διεθνής τρομοκρατία αποτελεί κυρίαρχο ζήτημα αναφοράς, οι Τούρκοι ναρκο-τρομοκράτες και η Άγκυρα λειτουργούν με το αζημίωτο. Όλα αυτά τα γνωρίζουν οι δυτικές υπηρεσίες, κυρίως οι αμερικανική Drug Enforcement Agency (DEA) που διαθέτει πράκτορες σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, στην περίπτωση της Τουρκίας παίζεται το «παιχνίδι των μπάσταρδων». Εμπίπτουν οι Τούρκοι στην αμερικανική κατηγορία των «δικών μας μπάσταρδων». Η φράση αυτή αποδίδεται στον αθυρόστομο Αμερικανό Πρόεδρο Τρούμαν. Όταν μεταπολεμικά καλόπιστοι Αμερικανοί επέκριναν τα «δύο μέτρα και δυο σταθμά» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής –την υποστήριξη των λογής, λογής δικτατόρων, μιλιταριστών και χουντικών στην Λατινική Αμερική και αλλού, ο Τρούμαν απαντούσε στερεότυπα. «Είναι και αυτοί μπάσταρδοι, αλλά είναι δικοί μας μπάσταρδοι». Οι Τούρκοι λοιπόν είναι «δικοί τους μπάσταρδοι» - των Δυτικών. Και γι’ αυτό στα δυτικά κέντρα εξουσίας, με πρωταγωνιστές πάντα την Ουάσινγκτον και το Λονδίνο, όλες οι τουρκικές παρανομίες και αυθαιρεσίες αγνοούνται αλλά κυρίως, εκλογικεύονται. Κάπως έτσι καταλήξαμε και στο “Turkish model” – το περιβόητο «τουρκικό μοντέλο» που είναι η αποθέωση της δυτικής υποκρισίας και προπαγάνδας υπέρ της Τουρκίας, μεταπολεμικά και μεταψυχροπολεμικά. Κατά το μοντέλο αυτό, οι μη Δυτικοί , αλλά κυρίως οι μουσουλμανικοί λαοί του κόσμου, έχουν μόνο μια επιλογή πολιτικού εκσυγχρονισμού και οικονομικής ανάπτυξης. Την τουρκική. Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου το μοντέλο αυτό ήταν μόνο κεμαλικό – κοσμικό, δηλαδή με διαχωρισμό κράτους και θρησκείας. Μεταψυχροπολεμικά αυτό εξελίχθηκε σε τουρκο-ισλαμικό, δηλαδή πάντρεμα του τουρκισμού με το Ισλάμ. Ποια σχέση έχουν όλα τα παραπάνω με τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές και το πολεμικό κλίμα στην Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή; Αναδεικνύουν το ζήτημα της ασφάλειας / ανασφάλειας ως κυρίαρχο – ως το Άλφα και το Ωμέγα μιας μελλοντικής επίλυσης του κυπριακού. Και όμως, εάν ανατρέξει κανείς σε όλο το ιστορικό και τη διαδρομή των ενδοκυπριακών συνομιλιών από το 1968 μέχρι σήμερα, μάταια θα αναζητά στην ιεράρχηση των θεματικών συζήτησης το θέμα της ασφάλειας. Στην ουσία, η ασφάλεια στην Κύπρο ήταν και παραμένει «εκτός ατζέντας». Θεωρείται ως ήσσονος σημασίας, κάτι που θα διευθετηθεί αυτόματα, μέσω μια διεθνούς τύπου συνάντησης, εφόσον θα έχουν συμφωνηθεί όλες οι λεγόμενες «εσωτερικές πτυχές» του Κυπριακού. Όλες, δυστυχώς, οι κυπριακές ηγεσίες έχουν αποδεχθεί τη θέση αυτή. Μοιρολατρικά. Αυτό σημαίνει ότι αποδέχονται τη συνέχιση των «εγγυητικών δικαιωμάτων» σε ζητήματα ασφάλειας, ξένων κρατών στην Κύπρο. Αποδέχονται ότι η Κύπρος δεν θα είναι εξ’ ορισμού αυτεξούσιο κράτος, που θα λειτουργεί με περιορισμούς που θα προέρχονται μόνο από το διεθνές και εθιμικό δίκαιο. Αποδέχονται ότι αντίθετα με όλα τα υπόλοιπα κράτη, η Κύπρος δεν θα έχει αυτόνομα κρατικά συμφέροντα που πρέπει να υπερασπίζεται. Αποδέχονται ότι η ασφάλεια του κράτους και η καθημερινή ασφάλεια των πολιτών θα εξαρτάται από τρίτους – από ξένους. Αποδέχονται ουσιαστικά ότι η Κύπρος πρέπει να λειτουργεί και να υφίσταται υπό την αίρεση της Άγκυρας. Ανέκαθεν υποστήριζα ότι οι λεγόμενες ενδοκυπριακές συνομιλίες υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, που στην πράξη λειτουργεί ως ανδράποδο των Αγγλο-Αμερικανών σε ένα σουρεαλιστικό και εξωπραγματικό περιβάλλον. Όλοι προσποιούνταν ότι ο τουρκικός ελέφαντας δεν ήταν παρών στις συνομιλίες. Τώρα πλέον, με το πιο πρόσφατο αδιέξοδο στις συνομιλίες, αλλά κυρίως με την καθημερινή παρουσία του τουρκικού ελέφαντα πάνω από τον εναέριο χώρο ακόμη και στις ακτές της ελεύθερης Κύπρου, το σουρεαλιστικό αυτό θέατρο πρέπει να τερματιστεί. Οι διεκδικητές του προεδρικού θώκου στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 2013 θα πρέπει να σταματήσουν την ομφαλοσκόπηση και τον προσποιητικό λόγο. Πρέπει να δημοσιοποιήσουν ξεκάθαρες θέσεις στο θέμα της ασφάλειας. Πρέπει να διασυνδέσουν άμεσα την εσωτερική με την εξωτερική πτυχή του Κυπριακού. Όχι ξένοι στρατοί, όχι ξένες εγγυήσεις, αυτεξούσιο κυπριακό κράτος, πρέπει να είναι ο άξονας και η φιλοσοφία του εκλογικού τους λόγου. Source : infognomonpolitics.blogspot

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Η αδιέξοδη ευρωπαϊκή νομισματική ένωση

NEA, 18.6.11 «Είναι ίσως λογικό να αναµένουµε ότι οι κουρασµένοι από την Ευρώπη λαοί θα απορρίψουν τη µεταβίβαση κι άλλων κυριαρχικών εθνικών δικαιωµάτων» στην Ε.Ε., λέει ο Χάµπερµας. «Αυτή η πρόγνωση είναι πάρα πολύ βολική, καθώς οι πολιτικές ελίτ απαλλάσσουν τον εαυτό τους από την ευθύνη για την αξιοθρήνητη κατάσταση της Ενωσης. ∆εν είναι αυτονόητο ότι έχει πια ξεθωριάσει το παλαιό κύµα ισχυρής υποστήριξης της ευρωπαϊκής ιδέας. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση βρίσκεται σε αδιέξοδο, διότι δεν µπορεί να προσαρµοστεί σε ένα µοντέλο µεγαλύτερης συµµετοχής των πολιτών. Οπαδός της ενιαίας Ευρώπης και εισηγητής ενός οµοσπονδιακού συστήµατος διακυβέρνησης που ο ίδιος αποκαλεί «Μεταεθνικό Αστερισµό», ο γερµανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάµπερµας, µε πρόσφατο εκτεταµένο άρθρο του που πρωτοδηµοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της εκδοτικής οµάδας «Blaetter fuer deutsche und internationale Politik», παίρνει θέση για την αδυναµία της Ευρώπης να αντιµετωπίσει την ελληνική κρίση. Κρίνει ότι το πρόβληµα είναι δοµικό, ότι η ίδια η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ δεν είχε προβλέψει θεσµούς ευέλικτους για να αντιµετωπίσουν ενδεχόµενη ανισορροπία του συστήµατος. Μεταξύ των άλλων, σηµειώνει: «Το δηµοσιονοµικό ζήτηµα, αν δηλαδή ο µηχανισµός σταθερότητας που συµφωνήθηκε στις Βρυξέλλες δώσει τέλος στην κερδοσκοπία γύρω από το ευρώ, το αφήνω ανοικτό. Πιο σηµαντικό είναι το πολιτικό ζήτηµα, που συνδέεται µε τα σφάλµατα στην αρχιτεκτονική της Νοµισµατικής Ενωσης, τα οποία η κερδοσκοπία στις χρηµατοπιστωτικές αγορές έχει τώρα καταστήσει προφανή σε όλους. Οταν εισήχθη το ευρώ το 1999, ορισµένοι συνέχιζαν να τρέφουν ελπίδες ότι η πολιτική διαδικασία της ενοποίησης θα συνεχιστεί. Αλλοι υποστηρικτές του κοινού νοµίσµατος πίστευαν στον ορθόδοξο κανόνα του φιλελευθερισµού, που δίνει µεγαλύτερη σηµασία στο οικονοµικό σύστηµα παρά στη δηµοκρατία. Νόµιζαν ότι η τήρηση απλών κανόνων προκειµένου να σταθεροποιηθούν οι εθνικοί προϋπολογισµοί θα αρκούσε για να επιτευχθεί η εναρµόνιση (όπως υπολογίζεται µε βάση το κόστος εργασιακής µονάδας) των εθνικών οικονοµικών εξελίξεων. Και οι δύο προσδοκίες διαψεύστηκαν. H ταχεία διαδοχή των κρίσεων στα δηµοσιονοµικά, στο χρέος και στο ευρώ, αποκάλυψε την εσφαλµένη κατασκευή µιας τεράστιας οικονοµικής και νοµισµατικής ζώνης, η οποία στερείται τα µέσα για να ασκήσει κοινή οικονοµική πολιτική». Στη συνέχεια του άρθρου του, ο Χάµπερµας αναφέρεται σε ένα δοµικό πρόβληµα της ΟΝΕ που µετατρέπεται σε πρόβληµα δηµοκρατίας: την υποχρέωση των εθνικών Κοινοβουλίων να προωθούν δηµοσιονοµικές µεταρρυθµίσεις που έχουν αποφασιστεί κεντρικά. Γράφει σχετικά: «Οι αρχηγοί τωνκυβερνήσεων έχουν δεσµευθεί να εφαρµόσουν έναν κατάλογο µέτρων δηµοσιονοµικής, οικονοµικής, κοινωνικής και µισθολογικής πολιτικής στις χώρες τους, µέτρων που οποτεδήποτε άλλοτε θα ήταν υπόθεση των εθνικών Κοινοβουλίων. Ενα µοντέλο πολιτικής µε γερµανική σφραγίδα αντανακλάται στις σχετικέςσυστάσεις. ∆εν θα ήθελα να µιλήσω για την πολιτικoοικονοµική σοφία των επιταγών περί λιτότητας, η οποία απειλεί να οδηγήσει σε αντιπαραγωγικό, µακροχρόνιο αποπληθωρισµό την περιφέρεια. Θα επικεντρωθώ στη διαδικασία: αρχηγοί κυβερνήσεων προτίθενται να επιτηρούν ο ένας τον άλλον κάθε χρόνο για να δουν αν οι συνάδελφοί τους έχουν προσαρµόσει το επίπεδο του χρέους, την ηλικία συνταξιοδότησης και την απορρύθµιση της αγοράς εργασίας, τις κοινωνικές παροχές και το σύστηµα υγείας, τους µισθούς στον δηµόσιο τοµέα, το επίπεδο των µισθών, τη φορολογία των επιχειρήσεων και πολλά άλλα στις “κατευθύνσεις” του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου». Στο πλαίσιο αυτής της γκρίζας ζώνης, προσθέτει, «τα εθνικά Κοινοβούλια (ενδεχοµένως και τα συνδικάτα) δικαιούνται να ισχυρίζονται ότι οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί προηγουµένως αλλού απλώς επικυρώνονται στη συνέχεια κατά πλειοψηφία», κάτι που αποβαίνει εις βάρος της δηµοκρατικής νοµιµοποίησης. «Τέτοιου είδους αποφάσεις χρειάζονται νοµιµοποίηση και µε τους δύο τρόπους που προβλέπονται για τις αποφάσεις της Ε.Ε. – όχι µόνο εµµέσως, από τις κυβερνήσεις που εκπροσωπούνται στο Συµβούλιο, αλλά και απευθείας µέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου». Το ζήτηµα λοιπόν, κατά τον Χάµπερµας, είναι ότι στη σηµερινή Ευρωπαϊκή Ενωση συνεχίζουν να είναι ισχυρές οι εθνικές κυβερνήσεις, έναντι µιας ανίσχυρης κεντρικής/ οµοσπονδιακής αρχής. «Οι “εθνικοί ήρωες” είναι απέναντι “στους άλλους” που ευθύνονται για τα δεινά που έχει προκαλέσει το τέρας των Βρυξελλών. Μόνο όταν δουν το Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο ως σώµα που εκλέγεται από αυτούς και συγκροτείται στη βάση παραταξιακών και όχι εθνικών γραµµών, θα µπορέσουν οι πολίτες της Ευρώπης να αντιληφθούν τα καθήκοντα του ελέγχου της οικονοµικής πολιτικής ως καθήκοντα που πρέπει να πραγµατώνονται από κοινού», γράφει χαρακτηριστικά ο φιλόσοφος. Υπάρχει εναλλακτική λύση; «Είναι ίσως λογικό να αναµένουµε ότι οι κουρασµένοι από την Ευρώπη λαοί θα απορρίψουν τη µεταβίβαση κι άλλων κυριαρχικών εθνικών δικαιωµάτων» στην Ε.Ε., λέει ο Χάµπερµας. «Αυτή η πρόγνωση είναι πάρα πολύ βολική, καθώς οι πολιτικές ελίτ απαλλάσσουν τον εαυτό τους από την ευθύνη για την αξιοθρήνητη κατάσταση της Ενωσης. ∆εν είναι αυτονόητο ότι έχει πια ξεθωριάσει το παλαιό κύµα ισχυρής υποστήριξης της ευρωπαϊκής ιδέας. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση βρίσκεται σε αδιέξοδο, διότι δεν µπορεί να προσαρµοστεί σε ένα µοντέλο µεγαλύτερης συµµετοχής των πολιτών. Αντί να επιδιώκουν αυτή τη συµµετοχή, οι πολιτικές ελίτ στρουθοκαµηλίζουν, αποξενώνοντας κι άλλο τους ευρωπαίους πολίτες. Μέχρι σήµερα δεν έχει γίνει ούτε µία ευρωπαϊκή εκλογική διαδικασία σε οποιοδήποτε κράτος µέλος και σχεδόν κανένα δηµοψήφισµα στο οποίο το θέµα να µην είναι εθνικού ενδιαφέροντος ήνα µην έχει να κάνει µε τους εκπροσώπουςτης χώρας στα κοινοτικά όργανα. […] Το ότι οι πολίτες υποτιµούν τη σηµασία όσων συµβαίνουν στις αποµακρυσµένες, όπως πιστεύουν, Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο είναι µια παρεξήγηση που πρέπει να απαντηθεί, µια κρίσιµη ερώτηση την οποία συστηµατικά τα πολιτικά κόµµατα επίµονα αποφεύγουν».

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Η οικονομική κρίση εξελίχθηκε σε γεωπολιτική

Του ΝΙΚΟΥ ΤΟΣΚΑ Υποστρατήγου ε.α Από την έναρξη της κρίσης του 2008 έχει γίνει αντιληπτό ότι είναι βαθιά πολιτική, έχει τις ρίζες της στις διευρυνόμενες ανισότητες, στην προτεραιότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας έναντι του παραγωγικού και στην μείωση του ρυθμού ζήτησης μεγάλης μερίδας των καταναλωτών σε αναντιστοιχία με την υπερπαραγωγή. Παράλληλα, βλέπουμε την αναβίωση προτεραιοτήτων συγκέντρωσης κεφαλαίου με εθνικά κριτήρια στην Γερμανία και την Κίνα, όπου συσσωρεύουν κεφάλαια αρνούμενες να τροφοδοτήσουν τη ρευστότητα και κατανάλωση στις χώρες τους, να αυξήσουν τους μισθούς και να διευκολύνουν σημαντικά τις εισαγωγές από τις χώρες που κινδυνεύουν από την κρίση. Η αντίστροφη τάση υπάρχει στις χώρες που βρίσκονται σε κρίση όπου το κεφάλαιο διαφεύγει με ταχύτατους ρυθμούς (100 δις σε δυο χρόνια από την Ελλάδα και 100 δις σε έξι μήνες από την Ισπανία) και η κοινωνική πρόνοια και συνοχή σε εθνικό επίπεδο μειώνεται δραματικά. Η κυβέρνηση Ομπάμα προσπαθεί να συγκρατήσει την κρίση εκτός των τειχών με ενέσεις ρευστότητας στα επικίνδυνα όρια που επιβάλουν οι αγορές αλλά και έχοντας το προνόμιο μερικού ελέγχου των οίκων αξιολόγησης (Moody’s, J.P. Morgan κ.α.) ενώ επιδιώκει να κλείσει όπως-όπως τις ανοιχτές και κοστοβόρες πληγές στο Αφγανιστάν και Ιράκ. Η κυβέρνηση Πούτιν προσπαθεί να εξασφαλίσει το ΄΄εγγύς εξωτερικό΄΄, ιδιαίτερα στην κεντρική Ασία και ενισχύει τους δεσμούς με τη Γερμανία. Η κυβέρνηση Μέρκελ αφού κληρονόμησε το ρόλο του πλέον προνομιακού εταίρου των ΗΠΑ, ανέτρεψε την πολιτική ήπιας ισχύος που παραδοσιακά μετά τον Β΄Π.Π. οι κυβερνήσεις των προκατόχων της τηρούσαν με θρησκευτική ευλάβεια, προσπαθώντας να μη δείξουν ηγεμονικές διαθέσεις. Αφού μεταπολεμικά δοκιμάσθηκαν όλες οι λύσεις. Οι δημόσιες δαπάνες, η υψηλή τεχνολογία, η εκτεταμένη χρήση πετρελαίου, φυσικού αερίου και πυρηνικής ενέργειας αλλά και οι χρηματοπιστωτικές φούσκες για να τροφοδοτηθεί η οικονομία, μένει το απλό ερώτημα και τώρα τι γίνεται για να ανακάμψει η οικονομία και ποιοι θα ωφεληθούν κατά προτεραιότητα; Ας δούμε όμως μερικές εικόνες της παγκόσμιας πραγματικότητας. Στη γειτονιά μας, την νοτιοανατολική Μεσόγειο, σε περιοχή που βρέθηκαν τεράστια κοιτάσματα φυσικού αερίου, την εκμετάλλευση των οποίων άρχισαν η Κύπρος και το Ισραήλ, άρχισαν να συγκεντρώνονται στολίσκοι όλων των ενδιαφερόμενων κρατών. Δυο ρωσικοί με πάνω από 12 πλοία και με αποβατική δύναμη που υπολογίζεται σε 1000 πεζοναύτες και 50 τεθωρακισμένα οχήματα μάχης. Η φαινομενική αποστολή τους είναι η διασφάλιση της ρωσικής βάσης στη Ταρσό (Ταρτούς) της Συρίας, όπου συνεχίζεται το δράμα του εμφυλίου, με πάνω από 15.000 νεκρούς για την ώρα και χωρίς να προδιαγράφεται διέξοδος. Η ρωσική εμμονή για διατήρηση της μοναδικής ναυτικής βάσης εκτός Ρωσίας, που βρίσκεται τόσο κοντά στα νέα κοιτάσματα και η διάθεση συνεργασίας με την κυπριακή κυβέρνηση καθορίζουν τις ρωσικές προτεραιότητες. Είναι προφανές ότι οι μικρές ρωσικές δυνάμεις δεν έχουν διάθεση ούτε δυνατότητα άμεσης εμπλοκής στα εσωτερικά της Συρίας. Η κύρια επιδίωξή τους είναι η διατήρηση της βάσης για να συμμετέχει στη προστασία των κοντινών κοιτασμάτων, όπου ευελπιστεί να έχει μερίδιο. Προσπαθεί να κερδίσει χρόνο για να σταθεροποιηθεί το καθεστώς Άσαντ χωρίς να είναι αντίθετη εδώ που έφτασαν τα πράγματα και σε κάποια διάδοχη κατάσταση που δεν επηρεάζει τα συμφέροντά της. Στην κεντρική Ασία, η Μόσχα προσπαθεί να ενδυναμώσει την επιρροή της μέσω του Οργανισμού Συλλογικής Ασφάλειας (CSTO) που ιδρύθηκε το 2002. Ο Οργανισμός έγινε δεκτός με δυσπιστία από ΗΠΑ και Κίνα ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψε το 2010 μνημόνιο συνεργασίας για αντιμετώπιση της μεταφοράς ναρκωτικών από το Αφγανιστάν. Η δημιουργία κοινής στρατιωτικής δύναμης από το 2009 με 20.000 στρατιωτικούς για ειρηνευτικές αποστολές, καταπολέμηση της τρομοκρατίας, αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών και του οργανωμένου εγκλήματος, έγινε ευνοϊκά δεκτή από τα καθεστώτα της περιοχής, ιδιαίτερα μετά τις εξεγέρσεις στις αραβικές χώρες. Κυριότεροι συνεργάτες της Μόσχας είναι το Καζακστάν και το Κιργιστάν. Το Ουζμπεκιστάν αποχώρησε από τον Οργανισμό αυτές τις μέρες, με αντάλλαγμα όπως λέγεται αμερικανική στρατιωτική βοήθεια ενώ ενισχύει τις σχέσεις του και με την Κίνα. Το Αζερμπαιτζάν, μέχρι τώρα πιστός σύμμαχος της τουρκικής πολιτικής, υπέγραψε συμβόλαιο για αγορά ισραηλινών όπλων ύψους 1,6 δις δολλάρια, κύρια για έλεγχο της Κασπίας, όπου υπάρχουν διενέξεις μεταξύ Αζερμπαιτζάν και Τουρκμενιστάν για τα όρια εκμετάλλευσης πρόσφατα ανακαλυφθέντων κοιτασμάτων. Το Τουρκμενιστάν (κυριότερος παραγωγός φυσικού αερίου) συμμετείχε αυτές τις μέρες σε σύσκεψη αεράμυνας της ρωσικής ομπρέλας για πρώτη φορά μετά από 17 χρόνια ενώ παρήγγειλε από τη Μόσχα στρατιωτικό υλικό. Βλέπουμε να επανακαθορίζονται οι συμμαχίες της Ρωσίας με τις περισσότερες χώρες της κεντρικής Ασίας, οι οποίες προτιμούν τη σιγουριά του κοντινού γείτονα που μπορεί να προστρέξει όταν κινδυνέψουν να αποσταθεροποιηθούν από ισλαμικές εξεγέρσεις. Οι ΗΠΑ φαίνεται ότι προσανατολίζονται σταθερά στη συνεργασία με την Κίνα και τις χώρες της ΝΑ Ασίας, όπου ειδικά στη Κίνα υπάρχουν τα 85% των σπανίων γαιών και ορυκτών, που είναι τόσο αναγκαία για την αμερικανική προωθημένη τεχνολογία. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να έχει πεισθεί η αμερικανική εξωτερική πολιτική ότι είναι καλύτερο να ελέγχεται η αχανής κεντρική Ασία από τη Ρωσία παρά από αβέβαια ισλαμικά καθεστώτα. Βέβαια, στη Μέση Ανατολή δείχνει να προσπαθεί να διατηρήσει καλές σχέσεις με τα μετριοπαθή αραβικά καθεστώτα, με την ελπίδα ότι έτσι θα μπορέσει να ελέγξει για κάποιο διάστημα τις διαρκώς ριζοσπαστικοποιούμενες μάζες. Όμως από τη μια στηρίζει το σουνιτικό καθεστώς του Μπαχρέιν (έδρα του 5ου αμερικανικού στόλου) μέσω της σαουδαραβικής επέμβασης και από την άλλη υπονομεύει τους σουνίτες του Ιράκ, δείχνοντας έλλειψη ενιαίας πολιτικής αλλά και το αδιέξοδο στη ΄΄μαύρη τρύπα΄΄ της Μ. Ανατολής. Και η Γερμανία; αφού απέκτησε ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη, ελέω ΗΠΑ και επειδή η γαλλική πολιτική ήταν πάντοτε αναξιόπιστη για τα αμερικανικά συμφέροντα, αποδυνάμωσε το ΄΄ζωτικό΄΄ της χώρο και ερέθισε τον αμερικανικό παράγοντα, νομίζοντας ότι εκτός από περιφερειακή δύναμη μπορεί να παίζει και παγκόσμια. Οι εξαγωγές της στην Ευρώπη, δηλαδή στο χώρο που αποδυνάμωσε χάριν του οικονομικού ιδεαλισμού της, αποτελούν το 78% των συνολικών εξαγωγών της. Τρέχει τώρα η καγκελάριος Μέρκελ να εξασφαλίσει σπάνια μέταλλα πριν καιρό στη Μογγολία έπειτα στη Κύπρο για φυσικό αέριο και αυτές τις μέρες στην Ινδονησία, όπου πέραν των επαίνων για την ινδονησιακή πολιτική λιτότητας και χρεών που είναι μόνο στο 25% του ΑΕΠ, αναζήτησε αγορές για την παρακμάζουσα πολεμική της βιομηχανία (κύρια υποβρύχια για αντιμετώπιση της κινεζικής απειλής) και πρώτες ύλες (πετρέλαιο και καουτσούκ) για τη βιομηχανία της. Χθες έγινε άρση όλων των περιορισμών για εξαγωγές γερμανικών όπλων, οι οποίες θα θεωρούνται πλέον απλά εξαγώγιμα εμπορικά είδη, ανατρέποντας μια σταθερή πολιτική που καθιερώθηκε μεταπολεμικά. Θα μπορεί έτσι να εξάγει σε κάθε απολυταρχικό καθεστώς ότι όπλο θέλουν οι βιομηχανίες της, χωρίς πολιτικές δεσμεύσεις. Βλέπουμε από τα παραπάνω ένα αναπροσανατολισμό των διαφόρων συμφερόντων με βάση τις ενεργειακές πηγές. Τη Ρωσία να επεκτείνει το ρόλο της νοτιότερα (το θέμα της Αρκτικής δεν εξετάσθηκε), την Τουρκία να χάνει επιρροή ανατολικότερα, την Κίνα να χάνει δυτικά επιρροή αλλά να κερδίζει σε σταθερότητα στις περιοχές αυτές, τη Γερμανία να προσπαθεί να αποκτήσει παγκόσμιο ρόλο που δεν φαίνεται να τον σηκώνουν οι ώμοι της και το κέντρο βάρους των ενεργειακών πηγών να μεταφέρεται βορειότερα από τις ασταθείς αραβικές περιοχές. Ωφελούνται από αυτή τη μεταφορά στη περιοχή μας οι χώρες που κατέχουν αποθέματα ενεργειακών πηγών όπως η χώρα μας εκτός αν παραδώσουμε τον πλούτο αυτό στην καγκελάριο Μέρκελ η οποία αναζητά πηγές και ωφελούνται επίσης οι χώρες που παρέχουν ασφάλεια στις περιοχές των πηγών όπως το Ισραήλ. Η Κίνα εκτιμάται ότι μέσα στο 2013 θα καθηλώσει το ρυθμό αύξησης της οικονομίας της αν δεν αυξηθεί η κατανάλωση του πληθυσμού της. Οι ΗΠΑ με ποσοστό αύξησης του προϋπολογισμού στο ασθενές 1,9% και δημιουργία θέσεων εργασίας σχεδόν στο μηδέν μπορεί να πλησιάσουν μηδενικό ποσοστό αύξησης περί το τέλος του έτους. Αν υπολογίσουμε ότι είναι πολύ πιθανό να κορυφωθεί η κρίση με το Ιράν όπως εκτιμούν οι ειδικοί, οι επιπτώσεις από την άνοδο των τιμών πετρελαίου θα είναι καθοριστικές για τη διεύρυνση της κρίσης και δείχνουν ότι οδηγούμαστε στη ΄΄παγκόσμια τέλεια θύελλα΄΄ εντός του 2013 (άρθρο Ν. Roubini, Project Syndicate - 15 Ιουλ. 12). Οι πρόσφατες επικαλυπτόμενες ασκήσεις νότια της Κύπρου των βρετανικών, ισραηλινών, ρωσικών, τουρκικών και αμερικανικών στολίσκων, δείχνουν ότι χρειάζεται σχεδίαση και μελέτη όχι μόνο των ενεργειακών θεμάτων αλλά και της εξωτερικής πολιτικής και των αμυντικών θεμάτων και φυσικά των οικονομικών. Χρειάζεται μια ολιστική προσέγγιση των παγκόσμιων τάσεων, συμμαχιών και συνεργασιών. Χρειάζεται πάνω από όλα να απορρίψουμε την ηττοπάθεια που μας έριξε στα μνημόνια και οδηγεί στην παράδοση του πλούτου της χώρας μας που ίσως αποτελεί και την τελική επιδίωξη δυνάμεων εντός και εκτός Ευρώπης. Η παγκόσμια μείωση ζήτησης προϊόντων λόγω φτωχοποίησης μαζών δηλαδή μείωσης καταναλωτών και κλονισμού του κοινωνικού κράτους, ιδιαίτερα στις δυτικές χώρες, που μπορεί να επιφέρει κοινωνική αποσταθεροποίηση, ίσως οδηγήσει στην άποψη ότι όσο και αν μειωθούν οι μισθοί των εργαζομένων δεν ανακάμπτει η οικονομία και θα θελήσουν κυρίαρχοι κύκλοι να προσανατολισθούν στην αναζήτηση φτηνότερων πηγών ενέργειας και πρώτων υλών για υψηλές τεχνολογίες. Η αναζήτηση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε συγκρούσεις και πολέμους. Οι κρίσιμες καταστάσεις αντιμετωπίζονται με ριζοσπαστικά μέτρα. Η στασιμότητα στη ζήτηση, η αύξηση της ανεργίας και η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων μαζί με τα τρομακτικά ελλείμματα και την κατάσταση των τραπεζών, λύνεται όπως συμφωνούν όλο και περισσότεροι ειδικοί είτε με διαγραφή χρεών, φορολόγηση των πλουσίων και επανεκκίνηση της οικονομίας είτε με πόλεμο για αναδιανομή των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Αυτές τις μέρες το Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών του Βερολίνου πρότεινε την φορολόγηση των πλουσίων, με εισόδημα πάνω από 250.000 ευρώ, στις χώρες με μεγάλα ελλείμματα αλλά και στη Γερμανία, ώστε να καλυφθούν τα χρέη των χωρών αυτών. Προφανώς γίνεται αγώνας δρόμου ανάμεσα στους κατέχοντες πόρους και στους έχοντες την υψηλή τεχνολογία και αποθεματικά κεφαλαίων. Δεν καταφεύγουν όμως όλοι στη λιτότητα. Μόλις χθες ο πρόεδρος της Κίνας Χου Ζιντάο μετά την ανακοίνωση του ρυθμού ανάπτυξης στο 7,6% (σχετικά καθοδικό για το 1ο τετράμηνο του 2012) δήλωσε ότι θα αυξηθούν οι προσλήψεις πτυχιούχων ανωτάτων σχολών ώστε μέσω των γνώσεών τους να επιτευχθεί ανοδική τάση στην οικονομία! Η πρόκληση που τίθεται είναι η χώρα μας με τους χιλιάδες νεαρούς άνεργους επιστήμονες και τον ορυκτό πλούτο (σύμφωνα με τη Figaro, η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην παραγωγή χουντίτη-υλικό που χρησιμοποιείται κατά της φωτιάς, πρώτη στην προμήθεια βωξίτη, περλίτη και στην εξαγωγή ακατέργαστου μαγνησίου και δεύτερη στην Ευρώπη και πέμπτη σε όλο τον κόσμο στην παραγωγή λιγνίτη), να συνδυάσει καινοτομίες, τεχνολογία και αξιοποίηση πλούτου (συμπεριλαμβανομένης και της ΑΟΖ), χωρίς να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης. Πηγές: www.stratfor.com, www.diplomat.com, www.project-syndicate.org, www.sofokleous10.gr, www.bloomberg.com