Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Λεπτές ισοροπίες

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Μια καινούρια «μεγάλη ιδέα» εξαπλώνεται σε διάφορους κύκλους στην Αθήνα και τη Λευκωσία. ‘Ότι μπορούμε να λύσουμε βασικά προβλήματα «συμμαχώντας» με το Ισραήλ. Μια σκόπιμη, ιδιοτελής σύγχυση εγκαθίσταται μεταξύ «συνεργασίας», «συμμαχίας» και «δορυφοροποίησης».
Ουδείς των οπαδών μιας ελληνοισραηλινής συμμαχίας δεν αντιμετωπίζει αναλυτικά και τους κινδύνους που εγκυμονεί, πέραν των πιθανών ωφελημάτων. Το Ισραήλ είναι κράτος σε «διαρκή πόλεμο» με όλο το περιβάλλον του. Η Ελλάδα (και η Κύπρος) έχει στηρίξει όλη την εξωτερική πολιτική της στο διεθνές δίκαιο και την παγκόσμια εικόνα της στις αρχές της ελευθερίας και δημοκρατίας, των οποίων απετέλεσε κοιτίδα. Οι ‘Ελληνες, εκ θέσεως και μεγέθους, οφείλουν να «ισορροπούν» έξυπνα ανάμεσα στους μεγάλους «κόσμους» της Δύσης, του Ισλάμ και των Σλάβων.
Οσάκις η Ελλάδα ταυτίσθηκε άκριτα με έναν από αυτούς τους κόσμους, υπέστη συντριπτική ήττα. Ως ένα σημείο, η Ελλάδα κέρδισε από τη συμμαχία με τη Βρετανία στις αρχές του 20ού αιώνα, η πλήρης όμως ταύτιση συνέβαλε στην Μικρασιατική Καταστροφή. Στο τέλος, οι ναύτες των «συμμάχων» έκοβαν τα χέρια των Ελλήνων που προσπαθούσαν να ανέβουν στα καράβια τους έξω από τη φλεγόμενη Σμύρνη.
Ο Ρήγας ήταν ο πρώτος στοχαστής στα νεώτερα χρόνια που δίδαξε την ανάγκη στήριξης προπάντων στις δικές μας δυνάμεις, βασιζόμενος στην εμπειρία των Ορλωφικών. Η Ελλάδα της Αντίστασης καταστράφηκε ακολουθώντας τυφλά το Κρεμλίνο του Στάλιν. Οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου υπεγράφησαν όταν στην Ελλάδα η αμερικανική Πρεσβεία αποφάσιζε ποιός θα γίνει Πρωθυπουργός. Η κυπριακή τραγωδία συνέβη όταν στην Ελλάδα κυβερνούσαν οι πράκτορες της CIA και στην Ουάσιγκτον ήταν παντοδύναμο το ισραηλινό λόμπυ. Η πλήρης ταύτιση με τις επιδιώξεις της αμερικανικής και ισραηλινής πολιτικής οδήγησε, το 2002, στην εμφάνιση του σχεδίου Ανάν. Η πλήρης ταύτιση του «εκσυγχρονισμού» με την Ευρώπη είναι στη ρίζα των σημερινών οικονομικών μας προβλημάτων. Και ήταν ο κατεξοχήν διεθνής σύμβουλός μας, η τράπεζα Goldman Sachs, που πρωταγωνίστησε στην οικονομική επίθεση εναντίον μας! Η Ελλάδα πάσχει διαχρονικά από ανάπηρη ανεξαρτησία και αδυναμία αυτοτελούς επεξεργασίας στρατηγικής.
‘Όταν το 1996 Αμερικανοί, Εβραίοι, Γερμανοί μας είπαν να τα φτιάξουμε με την Τουρκία, η ιδέα ίσως δεν στερείτο ορθολογικού πυρήνα. Από στενά εθνική άποψη, η Αθήνα θα μπορούσε να δοκιμάσει να ανταλλάξει τη συμφωνία στην τουρκική ένταξη (έστω κι αν μια τέτοια ιδέα είναι προβληματική γιατί διαλύει την ‘Ενωση στην οποία τόσα επενδύσαμε) με την δίκαιη επίλυση του κυπριακού και την άρση της απειλής στο Αιγαίο. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Αντίθετα, έγινε μια σειρά μονομερών, ακατανόητων υποχωρήσεων στην ‘Αγκυρα και παρολίγον να διαλυθεί το κυπριακό κράτος. Η βασική δικαιολογία ήταν το επιχείρημα ότι, με Κύπρο και Τουρκία στην ΕΕ, περίπου δεν υπάρχει λόγος υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων! Η έμπνευση ήταν του Χόλμπρουκ, η αποδοχή της δείγμα βαθιάς εξάρτησης και ιδιοτέλειας της ελληνικής πολιτικής ελίτ. Τώρα, κινδυνεύουμε να αυξήσουμε τις πιθανότητες έντασης με την Τουρκία, γιατί δεν φροντίσαμε και δεν φροντίζουμε να ξεκαθαρίσουμε με τρόπο διαχρονικό, σαφή και αξιόπιστο ποιοι είναι οι όροι της Ελλάδας για την ειρήνη και για τον πόλεμο.
Ενώ η Αθήνα συνεχίζει να εφαρμόζει πολιτική προσέγγισης με την ‘Αγκυρα που απέδωσε κέρδη μόνον στην Τουρκία και να στηρίζει την ενταξιακή της προοπτική, τώρα της προτείνεται από μια πτέρυγα του αμερικανικού και ισραηλινού κατεστημένου να ασκήσει και μιαν άλλη πολιτική: την πολιτική στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ εναντίον της Τουρκίας. Και η δέυτερη αυτή πολιτική δεν στερείται ορθολογικού πυρήνα. Η Αθήνα έχει κάθε λόγο να εκμεταλλευθεί διπλωματικά τη σύγκρουση Ισραήλ και Τουρκίας. (Αν υποθέσουμε ότι έχει κάτι να την κάνει, γιατί το πρόβλημα της ελληνικής διπλωματίας είναι ότι χρειάζεται να βρει στόχους προτού αναζητήσει συμμάχους, αλλοιώς θα διολισθήσει στην υιοθέτηση αλλότριων επιδιώξεων!). Αν η Αθήνα έχει λόγο να χρησιμοποιήσει τη διαμάχη Τουρκίας-Ισραήλ δεν έχει κανένα λόγο να χρησιμοποιηθεί από τους Ισραηλινούς για να λύσουν δικά τους προβλήματα. Εκεί έγκειται η ουσία της υπόθεσης. (Δεν σχολιάζουμε τις ανοησίες περί επικείμενου «διαμελισμού» και «καταστροφής» της Τουρκίας)
Αξίζει επίσης το «δέντρο» να μην αποκρύψει τελείως το «δάσος». Η σύγκρουση Ισραήλ-Τουρκίας είναι επίσης αντανάκλαση της πίεσης των ισλαμικών λαών για δικαιότερες διεθνείς διευθετήσεις, πίεση που συνέβαλε στις επαναστάσεις τους. Κι αν το «ορατό» πρόβλημα ασφαλείας είναι η Τουρκία, η Ελλάδα έχει γίνει εμμέσως αντικείμενο ελέγχου από ξένες δυνάμεις καθ’ όλη την περίοδο της ανεξαρτησίας της.Τώρα επιδιώκουν προφανώς να την αγοράσουν, με τα 50 δις κι αυτός δεν είναι κίνδυνος μικρότερος από την Τουρκία.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να συνεργασθεί με το Ισραήλ στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τη γεωργίας, τον τουρισμό, τη ναυτιλία, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Στον αμυντικό τομέα είναι πιο συζητήσιμο. Η Αθήνα δεν έχει λόγο εμπλοκής στο μεσανατολικό, ούτε πώλησης πολεμικών βιομηχανιών. Οφείλει να διατηρεί απόρρητες τις κρισιμότερες αμυντικές πτυχές. Η μεταφορά ισραηλινού αερίου μέσω αγωγού στην Ευρώπη μπορεί να αποδειχθεί σπουδαίο σχέδιο, εφόσον έχει την πλήρη κάλυψη Γαλλίας και Γερμανίας. Η κάλυψη ασφαλείας δεν πρέπει να αφεθεί μόνο στο Ισραήλ. Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να αποφύγουν εμπλοκή με Λίβανο/Παλαιστινίους για κυριότητα αποθεμάτων.
.Αντίθετα, πιο συζητήσιμες είναι οι ιδέες υγροποίησης ισραηλινού φυσικού αερίου σε Κύπρο ή Κρήτη. Οι εγκαταστάσεις αυτές είναι στόχος. Λογικά το Ισραήλ δεν τις θέλει στο έδαφός του. Αντικειμενικά, τα σχέδια αυτά κινδυνεύουν να καταστήσουν τον ελληνικό χώρο «προέκταση» του ισραηλινού, κάτι πολύ διαφορετικό από το γίνει κόμβος σύνδεσης με την Ευρώπη.
Ούτε αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα σε τι χρησιμεύει η πανηγυρική ατμόσφαιρα κοινών Υπουργικών Συμβουλίων με μια από τις πλέον απομονωμένες, ακόμα και μεταξύ του διεθνούς εβραϊσμού, κυβερνήσεις στην ιστορία του Ισραήλ (όπως και τα ελληνοτουρκικά υπουργικά συμβούλια!). Πρόκειται να συστήσουμε ομοσπονδία μετο Ισραήλ ή την Τουρκία. Δεν περνάει ούτε βδομάδα που κάποιος ‘Ελληνας αξιωματούχος να μην επισκέπτεται το Ισραήλ. Δεν είναι κακό, εκπλήσσει όμως η ανισορροπία. Γιατί δεν πατάνε το πόδι τους στη Μόσχα, γιατί οι ελληνορωσικές σχέσεις «έπιασαν πάτο»; Γιατί οι σχέσεις μας με Γαλλία, Γερμανία, την «ομοιοπαθούσα» ευρωπαϊκή περιφέρεια, με την Ευρώπη εν γένει είναι στο χειρότερο σημείο που βρέθηκαν μετά τη δικτατορία! Και τι να πούμε για την Κίνα ή για τον αραβομουσουλμανικό κόσμο, στον οποίο διαθέταμε τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο και το διασπαθίσαμε.
Σήμερα, ζούμε την επαναστατική αφύπνιση των αραβικών μαζών και είναι αυτές οι μάζες που συγκροτούν κυρίως τη Μέση Ανατολή, με αυτές συνυπάρξαμε αιώνες και θέλουμε να συνεχίσουμε να συνυπάρχουμε εδώ που είμαστε. Δεν είμαστε Σταυροφόροι. Είναι σκόπιμο η ελληνοισραηλινή συνεργασία να μην προσλάβει μορφές θα μας κάνουν τμήμα της «εικόνας του εχθρού» αυτών των λαών, αλλά θα διατηρήσουν την μεγάλη ελληνική πολιτιστική υπεροχή και ακτινοβολία, δεν θα συσπειρώσουν όλο το Ισλάμ πίσω από την Τουρκία και, φυσικά, δεν θα μας καταστήσουν τμήμα του μεσανατολικού, θέτοντας σχεδόν ανυπέρβλητα προβλήματα ασφαλείας. Στην πραγματικότητα, η διατήρηση και ανάπτυξη του ελληνικού πολιτικού κεφαλαίου και του κύρους της Αθήνας και της Λευκωσίας στον ισλαμικό κόσμο μπορεί να αποβεί και πολύ χρήσιμη στους Ισραηλινούς, όταν έρθει η ώρα της αναπόφευκτης σοβαρής διαπραγμάτευσης με τους ‘Αραβες.
Μερικοί φίλοι προσάπτουν στον γράφοντα κάποια καχυποψία απέναντι στην ανάπτυξη των ελληνοισραηλινών σχέσεων. Δεν το αρνούμαι. Η καχυποψία έχει να κάνει περισσότερο με την Ελλάδα, παρά με το Ισραήλ, το οποίο άλλωστε είναι μια γνωστή οντότητα, με τα καλά και τα κακά της. Αυτοί που ασκούν σήμερα την πολιτική της προσέγγισης είναι οι ίδιοι που «διαπραγματεύτηκαν» το σχέδιο Ανάν και το Μνημόνιο. Δεν έχω λόγους να πιστεύω ότι θα τα καταφέρουν καλύτερα με έναν τόσο ισχυρό και ικανό παίκτη όπως το Ισραήλ και, παρόλο που εδώ και χρόνια αρθρογραφώ υπέρ της ανακήρυξης ΑΟΖ, δεν εκτιμώ επίσης ότι συνιστά λυδία λίθο για όλα τα ελληνικά προβλήματα. Παραξενεύομαι μάλιστα για το τόσο όψιμο της ανακαλύψεώς της από τόσο πολλούς.
Μερικοί υποστηρίζουν ότι πρέπει να αποφεύγονται «ιδεολογικές» προσεγγίσεις στην εξωτερική πολιτική όπου δεν υπάρχουν δίκαια αλλά μόνο συμφέροντα. Ας μου επιτραπεί να θεωρώ αυτή την άποψη μεγάλη βλακεία. Αυτό δηλαδή, όλο κι όλο, που κατάλαβαν από τον Θουκυδίδη, είναι ότι τους επιτρέπει να κάνουν κάθε ανηθικότητα, υποτίθεται λόγω εθνικού συμφέροντος; Στο «Λαμογιστάν» που κατάντησε η πατρίδα του Θουκυδίδη, ίσως βέβαια είναι εν τέλει λογικό να τον διαβάζουμε έτσι.
Γιατί έχασε η Αθήνα τον Πελοποννησιακό Πόλεμο; Γιατί έφαγαν τα μούτρα τους Αμερικανοί και Ισραηλινοί στο Ιράκ και στον Λίβανο; Γιατί ανατρέπονται το ένα μετά το άλλο τα αραβικά καθεστώτα; Ο Βενιζέλος έλεγε ότι η Ελλάδα είναι πολύ μικρή για να είναι ανέντιμος και δύσκολα διακρίνει κανείς όποιο εθνικό συμφέρον πίσω από την παράδοση του αρχηγού της κουρδικής επανάστασης στην Τουρκία, με το σύνθημα μάλιστα «Πρώτα η Ελλάδα». Γιατί ο Ερντογάν, παίζοντας στη Μέση Ανατολή το παιχνίδι που κάποτε έπαιξε ο Ανδρέας Παπανδρέου, κατέληξε σήμερα να γίνει, αν και μη ‘Αραβας, ο δημοφιλέστερος πολιτικός μεταξύ των Αράβων, μαζί με τους Αχμαντινετζάντ και Νασράλα. Τα όπλα συνιστούν πηγή ισχύος, όχι όμως τη μόνη, εξίσου συνιστούν οι ιδέες και η πολιτική. Κατά τον Κλαούζεβιτς μάλιστα ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, όχι η πολιτική του πολέμου. Οι «ιδεολογίες» δεν είναι μόνο στενός, δογματικός «κορσές», αλλά συνόψιση κοσμοαντίληψης, «χάρτη» για να πορεύονται άτομα και λαοί στον αβέβαιο και επικίνδυνο κόσμο. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά άσκηση ηθικής, αλλά και αγνόηση της ηθικής συνεπάγεται τεράστιο τίμημα. Χρειαζόμαστε προπάντων κυβέρνηση και κράτος με ικανότητα στάθμισης αυτών των παραγόντων, επεξεργασίας στρατηγικής και ελιγμών. Πολύ περισσότερο όταν η κατάσταση της χώρας έχει ανοίξει την όρεξη πολλών και διάφορων να την αγοράσουν και να την ελέγξουν.
To τουρκικό ενδιαφέρον για την Ευρώπη υπήρξε ίσως μεγάλη ευκαιρία για την ελληνική διπλωματία. Κατάφερε να τη χρησιμοποιήσει εις βάρος της! Η διένεξη Τουρκίας-Ισραήλ και τα ενεργειακά κοιτάσματα μπορεί να είναι επίσης μεγάλη ευκαιρία. Κινδυνεύει δυστυχώς και αυτή να εξελιχθεί εις βάρος μας!
 Source :Konstantakopoulos.blogspot.com

Η Ανατολή και η βραδεία δύση των Ηνωμένων Πολιτειών

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ 
Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν θέλησε να αντλήσει κανένα δίδαγμα από τα αυτοκρατορικά μοντέλα της Ρώμης, του Βυζαντίου ή της Βρετανίας.Στα μαθήματά μου Ιστορίας του Δικαίου στις ΗΠΑ, πάντοτε λέω στους φοιτητές μου ότι η εξέλιξη του Δικαίου ακολούθησε την πορεία του Hλιου -από την Ανατολή προς τη Δύση-, ιχνηλατώντας τη διαδρομή των πολιτισμών: Βαβυλώνιοι, Αιγύπτιοι, Φοίνικες, Ελληνες, Ρωμαίοι, Δυτικοευρωπαίοι, Αγγλοι - μέχρι τη στιγμή που οι Αμερικανοί κατέστησαν τη χώρα τους επίκεντρο της παγκόσμιας επιχειρηματικής και χρηματοοικονομικής δραστηριότητας.



Το Δίκαιο, λοιπόν, ακολουθεί το χρήμα, το χρήμα ενθαρρύνει την εφευρετικότητα, η τεχνολογική πρόοδος ενισχύει τη δύναμη, και η τελευταία, με τη σειρά της, στηρίζει την καλλιτεχνική δημιουργία. Εντούτοις, είναι γεγονός ότι η μεσημβρία σηματοδοτεί επίσης την απαρχή της δύσης- και η δύση της Αμερικής επισπεύδεται σήμερα τόσο από το διαρκώς διογκούμενο δημόσιο χρέος της (για το οποίο δεν λαμβάνει ακόμη τα δέοντα μέτρα) όσο και από τις πολλαπλές προκλήσεις που αντιμετωπίζει από την Ανατολή. Με άλλα λόγια, και για να επεκτείνω τη μεταφορά μου, μια νέα ημέρα έχει αρχίσει να χαράζει, και, όπως είναι εύλογο, αυτό συμβαίνει στην Ανατολή. Οι μεσανατολικές και απωανατολικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Αμερική πολλαπλασιάζονται ταχύτατα. Η διάλυση του δικτύου των αυταρχικών συμμάχων στη Βόρειο Αφρική και τη Μέση Ανατολή προκλήθηκε από διάφορους παράγοντες, για πολλούς από τους οποίους ευθύνεται άμεσα η Αμερική. Και εξηγούμαι.

Πρώτον: Η φαρισαϊκή στάση της Αμερικής απέναντι στα ανθρώπινα δικαιώματα την έκανε να παραβλέπει τις κατάφωρες παραβιάσεις που διέπρατταν κάποιοι από τους «δορυφόρους» και τους συμμάχους της, αλλά την ενοχλούσαν εντονότατα όταν διαπράττονταν από αντιπάλους της.

Δεύτερον: Είναι πλέον διαβόητες οι αποτυχίες των πολλαπλών και εσωτερικά διχασμένων μυστικών υπηρεσιών της. Ειδικότερα, καμία από αυτές τις υπηρεσίες δεν μπόρεσε να προβλέψει την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, την εισβολή στο Κουβέιτ, την 11η Σεπτεμβρίου και, πολύ πρόσφατα, την πτώση του αιγυπτιακού καθεστώτος, έναν μόλις μήνα έπειτα από μία ακόμη απρόβλεπτη κατάρρευση του καθεστώτος της Τυνησίας.

Τρίτον: Οταν η Αμερική αποφάσισε εντέλει να αντιδράσει στην πρόσφατη κρίση, την είδαμε απλώς να υιοθετεί τη στάση της, μια στάση διγλωσσίας και αμφισημίας. Ας το σκεφτούμε: η Αμερική πήρε άραγε το μέρος του λαού ή το μέρος των αυταρχικών ηγετών; Σε γενικές γραμμές, έχω την αίσθηση ότι η Αμερική επαναλαμβάνει αναφορικά με την Αίγυπτο τα λάθη που είχε κάνει παλαιότερα με τον Σάχη: την εποχή εκείνη, υιοθετώντας αμφίσημη στάση απέναντι σε όλους, το μόνο που κατάφερε ήταν να δει το κύρος της να μειώνεται στα μάτια όλων: φίλων και εχθρών.

Τέταρτον: Η σταδιακή υποβάθμιση του ρόλου της Αμερικής δεν επήλθε μόνον ως αποτέλεσμα της ανοχής που αυτή επέδειξε σε σειρά διεφθαρμένων καθεστώτων- συνδέεται επίσης άμεσα με την απροθυμία της να ασκήσει πιέσεις στο Ισραήλ προκειμένου να επιλύσει, προς κοινό συμφέρον, το παλαιστινιακό ζήτημα. Ποιος όμως θα τολμούσε έστω και να προειδοποιήσει τις δύο αυτές χώρες ότι, χωρίς άμεσο συμβιβασμό, θα πληγούν και οι δύο από έναν αναπόφευκτο σεισμό; Κατά κανόνα, οι άνθρωποι που προειδοποιούν είναι προφήτες. Ολοι όμως γνωρίζουμε ότι οι προφήτες ποτέ δεν εισακούονται. Και εξυπακούεται, ασφαλώς, ότι το μένος των επιθέσεων εναντίον των ανθρώπων που προειδοποιητικά συνιστούσαν την επίτευξη ενός συμβιβασμού προτού να είναι πάρα πολύ αργά για όλους αποκορυφώθηκε στα κείμενα και στις ομιλίες των διανοουμένων λακέδων της Αμερικής!

Πέμπτον: Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν θέλησε να αντλήσει κανένα δίδαγμα από τα αυτοκρατορικά μοντέλα της Ρώμης, του Βυζαντίου ή της Βρετανίας. Πράγματι, οι αυτοκρατορίες αυτές σπανίως παρενέβαιναν στρατιωτικά για να διατηρήσουν τον έλεγχό τους στις επαρχίες τους, αλλά τις εξουσίαζαν μέσω μιας σειράς από τοπικούς διακανονισμούς χάρις στους οποίους τα κράτη (ή οι περιφέρειες) κρατούσαν την ισορροπία. Τα τελευταία χρόνια, τρεις πυλώνες τέτοιας αμερικανικής εξισορρόπησης -Ισραήλ/Αραβες- Ιράκ/Ιράν- Πακιστάν/Ινδία- διαλύθηκαν εν πολλοίς λόγω του απροσχεδίαστου και παρορμητικού μιλιταρισμού της Αμερικής, ο οποίος, με διάφορους τρόπους, οδήγησε στη μείωση της κατά τόπους επιρροής και του γοήτρου της.

Εκτον: Ακόμη και στο ελληνοτουρκικό πλαίσιο, κάποιοι εφήμεροι -και, όπως πλέον αποδεικνύεται, «ημαρτημένοι»- υπολογισμοί ώθησαν την Αμερική να ρίξει όλο της το βάρος στην Τουρκία, υποσκάπτοντας έτσι τις σχέσεις της με την Ελλάδα και αντιμετωπίζοντας τώρα και έναν νέο εφιάλτη: την εύλογη αντιπαλότητα και καχυποψία μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.

Τέλος, η πιο σοβαρή αστοχία της Αμερικής αφορά τη ραγδαία άνοδο της Κίνας και της τεράστιας οικονομικής δύναμης της Νοτιοανατολικής Ασίας. Στο εξελισσόμενο αυτό πλαίσιο, η Αμερική επέδειξε τη συνήθη αλαζονεία της, συνδυάζοντάς τη με την προθυμία της να αρχίσει διενέξεις για μάχες που είχαν οριστικά χαθεί, όπως στην περίπτωση του Θιβέτ, ή να πιέσει τον αναδυόμενο γίγαντα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προκειμένου να ικανοποιήσει μικρή ομάδα φιλελεύθερων ακτιβιστών της. Στην πραγματικότητα, όμως, αδυνατούσε πλήρως να πείσει την Κίνα να ανατιμήσει το νόμισμά της, να επιβραδύνει την τεχνολογική πρόοδό της, γενικά να τη φέρει σε δύσκολη θέση μια και η χώρα αυτή είναι πλέον η βασική δανείστριά της αλλά και είναι και απαραίτητη για να κρατήσει τη Βόρειο Κορέα έστω και υπό υποτυπώδη «έλεγχο».

Καθένα από αυτά τα θέματα θα απαιτούσε μια ξεχωριστή, διεξοδική ανάλυση. Στην παραμικρή απόπειρα, όμως, να πείσει κανείς τους Ελληνες ότι εσφαλμένα εμπιστεύονται μόνο τις ΗΠΑ, η Αμερικανική Πρεσβεία και οι εν Ελλάδι «φίλοι» θα σπεύσουν αμέσως να κατακλύσουν τα ΜΜΕ με την πλέον παρωχημένη προπαγάνδα. Το 1977, ο Ανδρέας Παπανδρέου ορθότατα ισχυρίστηκε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει να ασκείται μόνον από τους Ελληνες, υπέρ των Ελλήνων, και χάρη ελληνικών συμφερόντων. Και αν ο Καραμανλής ο πρεσβύτερος επέμενε το 1977 ότι η χώρα μας ανήκει στη Δύση το επιχείρημά του, εκείνη την εποχή, ήταν αρκετά πειστικό, έστω και αν έδειχνε έλλειψη διορατικότητας ως προς την αναφαινόμενη παγκόσμια σκηνή. Εντούτοις, διαβάζοντας τους σημερινούς «ατλαντιστές» να νεκρανασταίνουν αυτό το επιχείρημα μέσα από άρθρα στην αγαπημένη εφημερίδα τους, δεν μπορεί κανείς παρά να διαπιστώσει πόσο παρωχημένη και εξωπραγματική είναι σήμερα αυτή η σχολή σκέψης.

Διότι πώς μπορεί, σήμερα, ο οποιοσδήποτε σκεπτόμενος άνθρωπος να προβάλλει παρόμοιες απόψεις, τη στιγμή που από τη Μέση Ανατολή λαμβάνουμε αδιάσειστες αποδείξεις ότι η Αμερική ούτε να σώσει μπορεί ούτε να προστατεύσει τους «συμμάχους» της και ότι, αντιθέτως, θα τους εγκαταλείψει όταν δει ότι οι πολίτες των κρατών τους τούς έχουν απορρίψει και έχουν μάλιστα εξεγερθεί εναντίον τους οπλισμένοι μόνο... με κινητά τηλέφωνα; Πόσο σημαντική, λοιπόν, είναι η αξία της περίφημης αμερικανικής στρατιωτικής τεχνολογίας, η οποία, ενώ κοστίζει πανάκριβα στον Αμερικανό φορολογούμενο, αδυνατεί να προστατεύσει τους εκδιωκόμενους αυταρχικούς πρίγκιπες;

Η Ελλάδα πρέπει να αναλογιστεί πολύ σοβαρά τα όσα συμβαίνουν γύρω της, να σταματήσει επιτέλους να στρουθοκαμηλίζει διατεινόμενη ότι οι αναταραχές αυτές δεν την αγγίζουν -αμέσως ή εμμέσως-, να αναζητήσει τη βοήθεια πολλαπλών συμμαχιών έναντι του πλέον απαιτητικού γείτονα και να αναπροσανατολίσει την πολιτική της στην Ανατολική Μεσόγειο, αξιοποιώντας τη στήριξη των νεοαποκτηθέντων συμμάχων, που η ιστορία τους -την οποία, αντίθετα με εμάς, οι ίδιοι ουδέποτε απαρνήθηκαν- τους έχει διδάξει ότι ο μόνος τρόπος για να επιβιώνουν είναι, στην κρίσιμη στιγμή, να είναι διατεθειμένοι να πεθάνουν.
Source : ΕΘΝΟΣ

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Πετρελαικές εταιρείες και πολιτική επιρροή ( κείμενο στα αγγλικά)

by Pat Garofalo
Cross-posted from the Wonk Room.
The American Petroleum Institute (API), Big Oil’s chief lobbying organization, will start directly backing political candidates in the second quarter of this year.
API, whose membership includes oil giants like Exxon-Mobil and Chevron, already spends tens of millions of dollars every year on lobbying, advertisements, and Astroturf campaigns to support the the oil industry agenda. As the Center for American Progress’s Dan Weiss wrote, API “wants to drill in fragile, sensitive places, keep government tax breaks, expand offshore drilling without reforms, and block global warming pollution reduction requirements.”
“This is adding one more tool to our toolkit,” Martin Durbin, API’s executive vice president for government affairs, told Bloomberg News. “At the end of the day, our mission is trying to influence the policy debate.” As Bloomberg pointed out, oil-supported political action committees like the Independent Petroleum Association of America overwhelmingly donate to Republican candidates.


According to the Center for Responsive Politics, API spent $6.7 million on lobbying alone last year, after clearing $7 million in 2009. In 2010, API was the seventh most prolific spender in the oil and gas industry, following ConocoPhillips, Chevron, Exxon-Mobil, Shell, Koch Industries, and BP.
API’s turn toward direct political donations is doubly problematic because, in addition to acting as the industry’s chief lobbyists, the institute runs technical committees that set standards for the oil industry. In its official report, the commission that investigated the BP oil spill found that API was too “compromised” to be setting industry standards. “Because they would make oil and gas industry operations potentially more costly, API regularly resists agency rulemakings that government regulators believe would make those operations safer, and API favors rulemaking that promotes industry autonomy from government oversight,” the commission found. And this was before API decided to begin directly supporting candidates!
In its proposed 2012 budget, the Obama administration suggested, once again, removing the billions in subsidies that taxpayers give oil companies every year. API has been at the forefront of the lobbying fight to preserve Big Oil’s subsidies, demonizing the removal of them as new “energy taxes,” even while admitting that cutting the subsidies and plowing the money back into clean energy technology would create “a lot more jobs.”
Pat Garofalo is economic policy editor for ThinkProgress.org and The Progress Report at American Progress. Pat’s work has appeared in The Nation, U.S. News & World Report, The Guardian, The Washington Examiner, and at AOL News and New Deal 2.0. He has been a guest on many radio shows and Al-Jazeera television

Η αξιοποίηση του Καστελόριζου

Με τον Νίκο ΛυγερόΜπορεί ο τίτλος να αποτελεί μια γλωσσική βαρβαρότητα προς το παρόν, αλλά έρχεται ν' απαντήσει σε μερικούς προβληματισμούς από ανθρώπους που αγαπούν αυτό το νησί και δεν θέλουν να μείνουν άπρακτοι. Οι κάρτες που στάλθηκαν στο Καστελόριζο, αλλά και η ενίσχυση που πήρε η όλη προσπάθεια από τα ελληνικά blogs είναι σημαντική. Διότι αποδεικνύει ότι ο ελληνικός λαός δίνει προσοχή σε μερικά θέματα, όταν αντιλαμβάνεται ότι βρίσκονται σε κρίσιμη φάση.

Πιο σημαντική ακόμα είναι η εξέλιξη της προσπάθειας, αφού μας ενημέρωσαν ότι υπάρχουν πολλοί που θέλουν να πάνε ακόμα και διακοπές εκεί και να οργανώσουν εκδηλώσεις. Όντως, η φυσική παρουσία δίνει ακόμα μεγαλύτερη αξία και στους ανθρώπους που βρίσκονται στο νησί.

Διότι το Καστελόριζο δεν είναι μόνο ένας χώρος. Πιο πρακτικά πρέπει, όμως, να λειτουργήσουν και τεχνικές λύσεις. Με ποια έννοια; Με την έννοια της βιωσιμότητας. Δεν μας αρκεί να σκεφτόμαστε τους κατοίκους του Καστελόριζου. Δεν έχουν μόνο το δικαίωμα να επιζήσουν, αλλά και να ζήσουν ως πραγματικά ελεύθεροι πολίτες. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχουν μια επάρκεια. Ακόμα κι αν το νησί έχει περιορισμένες δυνατότητες, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν λύσεις. Και εδώ είναι που έρχεται το παράδειγμα της Μυκόνου. Η ειδική θέση αυτού του νησιού δεν είναι ούτε γεωγραφική ούτε κλιματολογική, στη ουσία είναι καθαρά επίπτωση ανθρώπινης επιρροής πάνω στο χώρο μέσω του χρόνου. Φυσιολογικά το Καστελόριζο μπορεί να λειτουργήσει ως επέκταση της Ρόδου, όπως και η Γαύδος με την Κρήτη.

Αλλά η πιο αποτελεσματική προσέγγιση είναι να αποτελεί ελκυστή λόγω σπανιότητας. Αυτή η μεταμόρφωση δίνει περισσότερες δυνατότητες για τους κατοίκους και αυτό δεν έρχεται σε σύγκρουση με το μέγεθος του νησιού. Στην εποχή του διαδικτύου, σημασία δεν έχουν οι αποστάσεις αλλά οι συνδέσεις. Η δημιουργία ενός κέντρου στις άκρες αλλάζει όλα τα δεδομένα.
Source: sigmalive

Ισλαμικές business

Το τουρκικό κοινοβούλιο υπερψήφισε τις περασμένες ημέρες νομοθεσία που αφορά τη στήριξη των ισλαμικών επιχειρήσεων.

Πρόκειται για τις επιχειρήσεις οι οποίες έχουν επιλέξει να λειτουργούν με βάση τα ισλαμικά πρότυπα.
Ο νέος νόμος επιλύει τα προβλήματα εναρμονισμού με τον ισλαμικό νόμο.

Έτσι η Ισλαμική Τράπεζα Ανάπτυξης, που είναι πολυμερές σχήμα χρηματοδότησης, θα μεταφέρει κεφάλαια στην Τουρκία και πιο συγκεκριμένα στις εταιρείες που θα λειτουργούν με βάση τους ισλαμικούς κανόνες παραγωγής. Από τα κονδύλια αυτά θα εξαιρεθούν οι εταιρείες που χρησιμοποιούν σαν πρώτη ύλη το χοιρινό κρέας, οι τουριστικές επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες σε άντρες αλλά και γυναίκες και οι εταιρείες που χρησιμοποιούν οινοπνευματώδη ποτά.

Ο θεσμός της Ισλαμικής Εταιρείας Ανάπτυξης διαθέτει κεφάλαια ενός δισεκατομμυρίου δολλαρίων και η Τουρκία θα γίνει μέλος πληρώνοντας σχεδόν 12 εκατομμύρια δολλάρια. Τον έλεγχο των εταιρειών και το εάν λειτουργούν όντως με βάση τα ισλαμικά πρότυπα θα εκτελεί η Επιτροπή Ισλαμικού Νόμου που εδρεύει στη Σαουδική Αραβία.

Τέτοιες αποφάσεις πρέπει ουσιαστικά να αποτελούν επιχειρήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής... αν «ακούει» κανείς.
Εκτός κι αν εξακολουθούμε να θεωρούμε εαυτούς ως εκπροσώπους της πολιτικής ορθότητας σε αυτό τον πλανήτη, δηλαδή κορόιδα...
Source : defence-point.gr

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Η αποτυχία της στρατηγικής πρόβλεψης

Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥΚΕΜ)

Από το 1969 μέχρι το 2005, ο ηγέτης της Λιβύης, Μουαμάρ Καντάφι, αντιπροσώπευε, στα μάτια του δυτικού κόσμου, ένα κλασσικό «τριτοκοσμικό δικτάτορα», ηγέτη ενός «κράτους που υπέθαλπε την τρομοκρατία». Τα τελευταία έξι χρόνια, μέχρι την έκρηξη της σημερινής κρίσης, ο Καντάφι εκθειαζόταν, από Ουάσιγκτον και Λονδίνο, ως «υπεύθυνος ηγέτης», έχοντας προσφέρει γην και... πετρέλαιο στους μέχρι πρότινος εχθρούς του.
H αιφνιδιαστική παραίτησή του από την παραγωγή όπλων μαζικής καταστροφής και η συνεργασία με τους Αμερικανούς στην καταδίωξη της Aλ Κάιντα απετέλεσαν μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Κατεδαφίζοντας το έργο της επανάστασης που ο ίδιος ενέπνευσε με την ανατροπή της μοναρχίας το 1969, προχώρησε σε εκστρατεία ιδιωτικοποιήσεων ανοίγοντας το δρόμο για επενδύσεις ξένων κεφαλαίων και μεθοδευμένα προσέγγισε, πολιτικά, τον άξονα ΗΠΑ - Βρετανίας.
H απόφαση της κυβέρνησης του Καντάφι, που προκάλεσε έκπληξη σε πολλές ευρωπαϊκές και αραβικές πρωτεύουσες, απετέλεσε το επιστέγασμα σε μια σειρά ρηξικέλευθων επιλογών για την έξοδο της χώρας από τη διπλωματική της απομόνωση. Επιπλέον, η Λιβύη παρέδωσε στις HΠA σημαντικές πληροφορίες για εκατοντάδες ισλαμιστές εξτρεμιστές, συμπεριλαμβανομένων πολλών στελεχών της Aλ Kάιντα. Tο πιο εντυπωσιακό είναι ότι η Λιβύη, παλιά Ιταλική αποικία, που ήλθε σε αρκετές περιπτώσεις σε κρίση με τις HΠA επί Pέιγκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και φιγουράριζε μέχρι το 2005 ως ένας από τους πιθανούς στόχους του Τζορτζ Mπους, έκανε άνοιγμα στη Δύση μέσω Βρετανίας και Ηνωμένων Πολιτειών, την ίδια στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικά η Γαλλία, που είχαν πρωτοστατήσει στην άρση των διεθνών κυρώσεων κατά της Λιβύης, δεν είχαν ιδέα για τις μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Καντάφι και στους Αγγλοαμερικανούς.
Η παραίτηση της Λιβύης από τα όπλα μαζικής καταστροφής και η προθυμία του Καντάφι να συνεργαστεί με τους Αμερικανούς απετέλεσε άμεσο υποπροϊόν του πολέμου στο Ιράκ, καθώς ο Καντάφι έλαβε το μήνυμα ότι θα μπορούσε να μοιραστεί την τύχη του Σαντάμ σε μία περίοδο αυξημένης και μονομερούς άσκησης ισχύος από την παγκόσμια υπερδύναμη.
Όταν έκανε αυτά τα ανοίγματα ο Καντάφι, τέτοιες εκτιμήσεις είχαν υποτιμήσει τη δυναμική των εσωτερικών εξελίξεων στη Λιβύη. H μεγάλη στροφή του Καντάφι άρχισε στα μέσα της δεκαετίας του ’90, με την απόφασή του να διακόψει τους δεσμούς με τον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό (IRA) καθώς επίσης και με ορισμένες ριζοσπαστικές παλαιστινιακές οργανώσεις, όπως της οργάνωσης του Αμπού Νιντάλ, σε μία εποχή που έπαιρνε σάρκα και οστά η ειρηνευτική διαδικασία του Όσλο. Ακολούθησε η παράδοση δύο Λιβύων που κατηγορούνταν (και καταδικάστηκαν) για την πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση του Λόκερμπι το 1988 και η απόφαση της Λιβύης να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων με το ποσό των 2,7 δις. δολαρίων. Πολλοί αναλυτές στη δύση είχαν παρασυρθεί από αυτή η αλλαγή η οποία άρχισε να συντελείται με την ταυτόχρονη απόσυρση του Καντάφι από την τρέχουσα διαχείριση των εσωτερικών πολιτικών υποθέσεων, κρατώντας για τον εαυτό του μόνο τον συμβολικό τίτλο του «Ηγέτη της Επανάστασης». Ο διορισμός στο πρωθυπουργικό αξίωμα του τεχνοκράτη Σούκρι Γκάνεμ επιτάχυνε τον ρυθμό των εσωτερικών μεταρρυθμίσεων, που περιελάμβαναν την ιδιωτικοποίηση 300 κρατικών επιχειρήσεων και ανοίγματα στο ξένο κεφάλαιο. Όλα αυτά οι δυτικοί αναλυτές τα υπερεκτίμησαν και βρέθηκαν προ εκπλήξεων όταν τις τελευταίες εβδομάδες το κύμα της πολιτικής κρίσης έπληξε με βίαιο τρόπο τη Λιβύη.
Στην εξωτερική πολιτική, ο Καντάφι είχε από καιρό αποσυρθεί από τις εξελίξεις στον αραβικό κόσμο, διατηρώντας χαμηλό προφίλ στο Παλαιστινιακό και στην ιρακινή κρίση. Αυτό τον βοήθησε να υποκαταστήσει τον παραδοσιακό παναραβισμό του, που απέβλεπε στο να αυξήσει το κύρος του στον Αραβικό κόσμο, με μία νέα ιδεολογική κατεύθυνση, αυτή του «παναφρικανισμού». Για τον Καντάφι, ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι ο παναραβισμός χρεοκόπησε και αν υπήρχε ένας χώρος όπου η Λιβύη θα μπορούσε να παίξει κάποιο ρόλο ήταν αυτός της Αφρικής. Αυτό που επεδίωξε ο Καντάφι, με τα σταδιακά ανοίγματά του προς τις ΗΠΑ, ήταν να καταστεί η γέφυρα μεταξύ Δύσης και Αφρικής. Ο, ιστορικής σημασίας, συμβιβασμός του Λίβυου δικτάτορα με τον πάλαι ποτέ άσπονδο εχθρό του σηματοδότησε την ήττα και ταυτόχρονα το τέλος της μακράς ριζοσπαστικής του πορείας, αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε ως τον «Τρίτο Δρόμο», δηλαδή τον συνδυασμό της αντιιμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής και τον Αραβικό σοσιαλισμό ως βασικής συνιστώσας της εσωτερικής του πολιτικής.
Αυτές όμως οι μεταστροφές δεν απεδείχθησαν ικανές ούτε να αναχαιτίσουν την έκρηξη της βίαιης κοινωνικής και πολιτικής αμφισβήτησης εναντίον του Καντάφι ούτε ανάγκασαν τις δυτικές δυνάμεις να τον προστατεύσουν όταν άρχισε να καταρρέει. Συμπερασματικά, τόσο η κρίση στην Αίγυπτο όσο και η κρίση στη Λιβύη αποδεικνύουν ότι οι δυτικές δυνάμεις διεμόρφωσαν μακροχρόνιο στρατηγικό σχεδιασμό στη Μέση Ανατολή δίδοντας έμφαση στην σταθερότητα των τοπικών καθεστώτων υποτιμώντας στρατηγικά την ανατρεπτική δυναμική που θα μπορούσαν να πάρουν οι εξελίξεις από την απουσία στοιχειωδών πολιτικών ελευθεριών. Αυτό ας αποτελέσει ένα μάθημα στρατηγικής, γιατί την επόμενη φορά που θα υπάρξει νέο κύμα ανατροπών στη Μ. Ανατολή ίσως να μην υπάρχουν ενδιάμεσες πολιτικές επιλογές που να διασώζουν το δυτικό γεωστρατηγικό σχεδιασμό στην περιοχή, αφού κάθε κρίση από δω και πέρα θα φέρει τους Ισλαμιστές ολοένα και περισσότερο πλησίον των δομών εξουσίας.
Source : infognomonpolitics

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Μιά επιστολή που αξίζει να μελετηθεί

Νίκος Αναγνωστάτος, Κηφισιά
e-mail: info@elvian.gr

Δυστυχώς το πείραμα με το «μνημόνιο» απέτυχε! Αυτό επιβεβαιώνεται από κάθε πλευρά, ακόμη και από το ΔΝΤ πρόσφατα δια του Προέδρου του κ.Στρως Καν. Το «μνημόνιο» δεν μας οδηγεί πλέον πουθενά. Ή μάλλον μας οδηγεί σε αδιέξοδο. Είναι τελείως αλυσιτελές.
Το χρέος αυξάνεται, τα εισοδήματα μειώνονται, η ανεργία αυξάνεται επικίνδυνα, η ανάπτυξη είναι αρνητική, η ανησυχία μεγαλώνει σε όλους και η … ορχήστρα παιανίζει αμέριμνη, για να θυμηθούμε και λίγο τον Τιτανικό.
Τι κάνουμε; Η Κυβέρνηση προσδοκά να βρεθεί λύση στη σύνοδο κορυφής του Μαρτίου. Ποια λύση όμως μπορεί να βρεθεί; Στην καλλίτερη περίπτωση, έστω και γίνουν δεκτές οι απαιτήσεις της κ.Μέρκελ, από ό,τι μπορούμε να συναγάγουμε, είναι η εξασφάλιση του δανεισμού με ενδεχόμενη υιοθέτηση του ευρωομολόγου, επιμήκυνση των χρεών και η μείωση των επιτοκίων. Αν όλα αυτά τα ευχάριστα επιτευχθούν, θα ελαφρύνουν το βάρος του χρέους, ενός χρέους όμως που είναι αδύνατο να αποπληρωθεί. Έστω και αν, ως δια μαγείας, μηδενιστούν αύριο τόσο το χρέος όσο και το δημοσιονομικό έλλειμμα, θα επανέλθουμε στην ευημερία; Ασφαλώς όχι. Από τη στιγμή που α ανάπτυξη δεν επανέρχεται σε θετικό πρόσημα, δεν υπάρχει ελπίδα. Τι πρέπει να γίνει για να έχουμε ανάπτυξη;
Πρώτο, για να σταθεί μια ανάπτυξη στα πλαίσια του ισχυρού Ευρώ και της Ευρωζώνης, θα πρέπει στη σύνοδο κορυφής, μεταξύ των άλλων, να αποφασιστεί ΚΑΙ η οικονομική ενοποίηση, με την καθιέρωση κοινών κανόνων και ενεργειών, για μια κοινή οικονομική πολιτική, με τα κατάλληλα κίνητρα και αντικίνητρα για την κάθε χώρα μέλος, έτσι ώστε να τείνουν προς την σύγκλιση.
Δεύτερο, εμείς να αναλάβουμε το δικό μας ρόλο, με μια στοχευμένη αναπτυξιακή πολιτική, συμπληρωματική προς εκείνη της Ευρωζώνης. Και κάτι ακόμα. Το κράτος, η πολιτεία, με ό,τι τη συνιστούν, με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης, να εντοπίσουν τα λαμπρά μυαλά των νέων μας που υπάρχουν και υπάρχουν πολλά, σε πείσμα της παθογένειας της παιδείας μας, πριν εκπατριστούν και πριν αφομοιωθούν από την αδράνεια, και μια Επιτροπή Ειδικών να διαγνώσει τις επί μέρους και ειδικές ικανότητες και δυνατότητες ενός εκάστου και να τους δραστηριοποιήσουν σε αυτές. Στα προηγμένα κράτη, οι μεγάλες επιχειρήσεις ψάχνουν για ταλέντα στα Πανεπιστήμια, με δελεαστικές προτάσεις. Γιατί να μην ακολουθήσουμε κι εμείς αυτή τη δοκιμασμένη αυτή μέθοδο; Όποιοι επιδείξουν και επιχειρηματικές ικανότητες, να τους αναθέσουν τη δημιουργία επιχειρήσεων, κατά προτίμηση από τις στοχευμένες, με πλήρη χρηματοδότηση και στήριξη γενικότερα. Πριν από όλα αυτά θα πρέπει να εκλείψει παντελώς η γραφειοκρατία η οποία τροχοπεδεί κάθε επιχειρηματική προσπάθεια. Όλα αυτά προϋποθέτουν μια γενικότερη συναίνεση των κομμάτων, αλλά και συνεννόηση, κάτι μάλλον δύσκολο όσο αλληλοκατηγορούνται ακαίρως και χωρίς νόημα. Αν τα πιο πάνω εφαρμοστούν, η ανάκαμψη θεωρείται βέβαιη.
Μέχρι τότε, για να πετύχουμε την ευημερία μας δια της σύγκλισης των οικονομιών της Ευρωζώνης, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι δεν μπορούμε να ζούμε με δανεικά και θα πρέπει να προσαρμόσουμε τις δαπάνες μας σύμφωνα με τα έσοδά μας και κάπως λιγότερο αν είναι δυνατό, ώστε να δημιουργηθεί και κάποιο απόθεμα ασφαλείας.
Αν όλα τα πιο πάνω δεν γίνουν αντιληπτά από όλους τους εταίρους μας, εμείς μεν είμαστε καταδικασμένοι να αναγνωρίσουμε και επισήμως την πτώχευσή μας, με ό,τι κάτι τέτοιο συνεπάγεται, η δε Ευρωζώνη να ξεχάσει το Ευρώ και τα Ευρωπαϊκός Νότος να ακολουθήσει την Ελλάδα αργά ή γρήγορα. Ίδομεν.
Source : infognomonpolitics