Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Θα συνέτιζε τα Σκόπια μόνο μια σοβαρή απειλή αντιστροφής του αλυτρωτισμού.

Του Στέλιου Παπαθεμελή

Οι σοβαρές χώρες του κόσμου διαθέτουν εθνική στρατηγική. Δηλαδή έναν κώδικα θέσεων για τα μείζονα ζητήματα τους. Σταθερό και αμετακίνητο. Οι γείτονές μας και οι ασημαντότεροι έχουν το εθνικό δόγμα τους, που μάλιστα ρητά ή συγκεκα­λυμμένα υποκρύπτει εδαφικές και άλλες διεκδικήσεις σε βάρος μας. Είμαστε οι μόνοι που δεν έχουμε εθνικό δόγμα. Γι’ αυτό επισήμως «δεν διεκδικούμε τίποτε» και ανεπισήμως με­τακινούμε τις κόκκινες γραμμές, προς τα πίσω βέβαια.


Το βορεινό προτεκτοράτο αποτελεί κλασικό παράδειγμα με αμετάλλακτη εθνική στρατηγική. Σφετεριζόμενο το ιερό όνομα της Μακεδονίας υπερασπίζεται εμμανώς το κλοπιμαίο, χωρίς επί 20 χρόνια να αλλάξει «ιώτα εν η μίαν κεραίαν» στις θέσεις του. Οι μόνοι που αλλάζουμε, διαρκώς υποχωρούντες – και παραχωρούντες – είμαστε εμείς.


Παλινωδούντες, επαμφοτερίζοντες, πρόθυμοι να γίνουμε χαλί του κάθε Γκρουέφσκι. Ως το 2006 οι πολιτικές ελίτ ντρέπονταν να προσβάλουν τη μνήμη των Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ανδρέα Παπαν­δρέου («ονομασία χωρίς τον όρο Μακεδονία ή παράγωγα»). Μετά, εγκατέλειψαν τα προσχήματα και χάρισαν ομοθυμα­δόν στα Σκόπια το «Μακεδονία» με αντάλλαγμα το γνωστά φύλλαράκι συκής «γεωγραφικό προσδιορισμό» erga omnes. Πρόταση πολιτικά αφελής και εθνικά επικίνδυνη. Αφελής δι­ότι χαρίζοντάς τους το ουσιαστικό το οποίο επιθυμούν, θα αχρηστέψουν το επίθετο που απεχθάνονται. Εθνικά επικίν­δυνοι διότι ενώ οι αντίδικοι είναι ανένδοτοι και επί 20 χρόνια αμετακίνητοι, εμείς είμαστε μονίμως ενδοτικοί και οι τάχα κόκκινες γραμμές μας, φορητές.


Χρέος της πολιτικής τάξης είναι, αξιοποιώντας τη παμή αδιαλλαξία των Σκοπίων, να ανακαλέσει την πρόταση για σύνθετη. Πράττει το ακριβώς αντίθετο. Στο πεδίο της μυστι­κής διπλωματίας όπου διαγκωνίζονται οι κύριοι Δρούτσας και Ρόντος τεκταίνονται σημεία και τέρατα. Οι Σκοπιανοί, αφού τους δωρίσαμε το «Μακεδονία», επικαλούμενοι το «εύρος εφαρμογής», αδειάζουν από περιεχόμενο τον γεωγραφικό προσδιορισμό.


Κατά τα μέχρι» ώρα» διαρρέοντα:


- Η διαπραγμάτευση αφορά την ονομασία του κράτους και αφήνει έξω έθνος και γλώσσα, δηλαδή ταυτότητα. Όμως το ποιητικό αίτιο του σκοπιανού αλυτρωτισμού δεν είναι το όνο­μα του κράτους, αλλά του έθνους – γλώσσας. Αρα το κρίσιμο και ουσιώδες στοιχείο χαρίζεται σιωπηρώς στον αντίδικο.


- Αν πάντως πρόκειται έστω με τη μετέωρη και κολοβή ελ­ληνική πρόταση της σύνθετης να υπάρξουν ψιχία αποτελέσματος πρέπει:


Α) Το νέο όνομα να έχει ενιαία εκφορά και να καλύπτει όλες τις λειτουργικές εκφράσεις του σκοπιανού μορφώματος: κρά­τος, έθνος, γλώσσα.


Β) Να καταστεί συνταγματικό όνομα της γείτονος και υπο­χρεωτικό για όλες τις χώρες. Το περισσόν εκ του πονηρού!


Ο Γκρουέφσκι αγοράζει χρόνο περιμένοντας την εκ­δίκαση στη Χάγη. Καταγγείλετε εππέλους την «Ενδιάμεση», για να ματαιώσετε τη δίκη πριν μας έρθει καμιά κατακέφαλα. Οι υπερατλαντικοί άσπονδοι φίλοι μας κατεργάζονται «λύ­σεις» βαθύτατα ανθελληνικές. Πολύ εύγλωττες οι σχετικές αναφορές του πρεσβευτή τους στα Σκόπια. Τη στιγμή πάντως που οι ημέτεροι είναι έτοιμοι να τα δώσουν όλα, όσα τους ζητούν και έτι περαιτέρω, ο ελληνογενής γενίτσαρος Γκρουέφσκι – στο ίδιο μήκος κύματος και ο πρ. Ιβάνοφ – ξε­σπαθώνουν σε εμετικές πλην ανέξοδες ανθελληνικές εξάρσεις.


Ανέξοδες, διότι παρά τη διαρκώς κλιμακούμενη εχθρι­κή συμπεριφορά τους εμείς εξακολουθούμε να τους νταντεύουμε… Οσο πιο αμελητέα είναι τα Σκόπια τόσο μια ήττα από αυτά αποκτά αντιστρόφως ανάλογες διαστάσεις. Και είμαστε δυστυχώς σε αυτό το σημείο αν δεν κάνουμε στροφή 180 μοιρών στη στρατηγική μας. Εκεί που εξαιτίας των μακροχρό­νιων παραλείψεων μας αφήσαμε να διολισθήσει το θέμα, μόνον η απειλή αντιστροφής του αλυτρωτισμού μπορεί να συνετίσει τους γενίτσαρους των Σκοπίων να εγκαταλείψουν το «μακεδονισμό» και τις φαντασιώσεις της… μεγαλεξανδρινής καταγωγής τους.


Αν παρά ταύτα εμμείνουν, τότε είναι και αυτοί Έλληνες, όπως όλοι οι Μακεδόνες, πάλαι τε και επ’ εσχάτων.

Όλη η αλήθεια για το Βατοπέδι: Ένα ζήτημα εθνικής σημασίας και ο ρόλος των ξένων μυστικών υπηρεσιών. Τι παίζεται πίσω από την πλάτη μας!

Ένα ζήτημα Εθνικής σημασίας που απασχολεί δεκαετίες την Ελλάδα, τα αρμόδια υπουργεία, τις Εθνικές αρχές ασφαλείας και πληροφοριών, αποτέλεσε με την βοήθεια και «άλλων εξωτερικών» παραγόντων αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης, εξεταστικών επιτροπών, ανεξέλεγκτης πολυλογίας, τις συνέπειες των οποίων ενδεχομένως να υποστεί ο Ελληνισμός σε βάθος χρόνου. Το πρόβλημα ξεκινά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και την τύχη του. Οικουμενικό για όλους τους Ορθόδοξους του κόσμου. Όχι για τους Τούρκους.

Το
πρόβλημα που αντιμετωπίζει το Πατριαρχείο στην Πόλη είναι γνωστό: Δεν αναγνωρίζεται από το τουρκικό κράτος η οικουμενικότητά του, θεωρείται ένα ίδρυμα που απευθύνεται σε ορθόδοξους Τούρκους, και ως εκ τούτου οι ιεράρχες του πρέπει να είναι Τούρκοι υπήκοοι. Η θέση αυτή της Τουρκίας παραβιάζει τη συνθήκη της Λωζάννης και στερεί από την οικουμενική ορθοδοξία τη δυνατότητα να διαχειριστεί τα του οίκου της όπως θα έπρεπε. Γιατί, σε συνδυασμό με την εξάλειψη της πολίτικης ρωμιοσύνης και την κλειστή Σχολή της Χάλκης, που συστηματικά επεδίωξε η Τουρκία, δεν υπάρχει παραγωγή νέων ντόπιων στελεχών για το Πατριαρχείο, και είναι ορατός ο δι’ ασφυξίας θάνατός του.

Σε περίπτωση λοιπόν που ο Προκαθήμενος του Οικουμενικού Θρόνου αντιμετωπίσει αιφνίδιο ή φυσιολογικό «πρόβλημα» τότε χηρεύει η θέση του. Εκτιμήθηκε λοιπόν ιδιαίτερα από το 2000 (επί ΠΑΣΟΚ και ορθώς) ότι είναι σφοδρά πιθανόν σε περίπτωση χηρείας, να διεκδικήσει η Ρωσία την έδρα του Οικουμενικού Θρόνου κυρίως λόγω του ότι σε αυτή τη χώρα κατοικεί η πολυαριθμότερη συμπαγής μάζα ορθοδόξων στον κόσμο.

Ήδη όμως από το 1978 το ζήτημα είχε εντοπισθεί σε άλλη όμως βάση. Τότε η Τουρκία (και όχι η Ρωσία) αποτελούσε την κύρια απειλή. Λίγα μόλις χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, η Ελλάδα ζούσε τη νέα μεταβατική της περίοδο . Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής κάλεσε το νεαρό τότε υπουργό Παιδείας Ιωάννη Βαρβιτσιώτη στο γραφείο του και του έδωσε εντολή να αναζητήσει ένα χώρο για να στεγαστεί το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, σε περίπτωση που άλλαζε το status quo στην Πόλη με τρόπο μοιραίο και μη αναστρέψιμο. Το 1978 απείχε μόλις 4 χρόνια από τα γεγονότα της Κύπρου και η Τουρκία είχε ήδη σκληρύνει «επικίνδυνα» τη στάση της έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τα γεγονότα των προηγούμενων δεκαετιών στην Πόλη ήταν ακόμη νωπά και οι σχέσεις των δύο χωρών στο ναδίρ της διπλωματικής σφαίρας.

Εκεί εντοπίζεται η πρώτη αφετηρία μιας άγνωστης σε πολλούς ιστορίας, η οποία εκτυλίχθηκε και έφτασε μέχρι το γνωστό -πλέον- και ως «σκάνδαλο» του Βατοπεδίου. Σκάνδαλο που σε οικονομικό επίπεδο δεν στοιχειοθετείται ακόμα και σήμερα. Στην αρμόδια Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής όλοι οι ειδικοί (Γκρόζος, Μαντούβαλος, Γούσιος) μέλη της «Επιτροπής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομη Δραστηριότητα» κατέθεσαν ότι «δεν υπάρχει τίποτε μεμπτό, τίποτε παράνομο, καμία δωροδοκία» στην υπόθεση Βατοπαιδίου.
Ο βουλευτής Β’ Θες/νικης της ΝΔ κ. Σάββας Αναστασιάδης, μέλος της Εξεταστικής Επιτροπής, δήλωσε σε συνέντευξή του ότι η υπόθεση Βατοπεδίου δεν είναι σκάνδαλο αλλά μία «συνήθης, νομική υπόθεση».

Παρόλα αυτά η υπόθεση στην συνείδηση των περισσοτέρων Ελλήνων (και με την βοήθεια πληροφοριακών επιχειρήσεων ξένων υπηρεσιών) ακόμα και σήμερα παραμένει περίπλοκη συσκοτισμένη κι ίσως και να συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην ανατροπή της Κυβερνήσεως Καραμανλή.

Το 1978 λοιπόν, εκτιμήθηκε ότι οι εξελίξεις θα οδηγούσαν αργά ή γρήγορα στην εξορία του Πατριαρχείου από την Κωνσταντινούπολη. Ακόμη κι αν δεν προχωρούσαν οι Τούρκοι σε μονομερή πράξη, φοβούμενοι κυρίως την αντίδραση των Αμερικανών, η λειψανδρία μεταξύ των μελών της ελληνικής κοινότητας θα αναδείκνυε σε βάθος χρόνου τη δυσκολία εκλογής νέου πατριάρχη και θα καθιστούσε αναπόφευκτη την αναζήτηση νέας στέγης για το «Βατικανό» της ορθοδοξίας. Ο ίδιος προβληματισμός αλλά με κινητήριο μοχλό την πολιτική των ΗΠΑ πλέον αναπτύχθηκε και γύρω στο 2000.

Το 1978 υπήρξε η σκέψη να χρησιμοποιηθεί η ακίνητη περιουσία που διαθέτει το Πατριαρχείο στη Γενεύη, αλλά η λύση αυτή γρήγορα εγκαταλείφθηκε, αφού θεωρήθηκε ότι αυτόματα το Πατριαρχείο θα έχανε το γεωγραφικό του προσδιορισμό ως Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Το επόμενο σενάριο που εξετάστηκε ήταν εκείνο του Αγίου Όρους, αλλά το ιερό άβατο αποτέλεσε σοβαρό ανασταλτικό παράγοντα. Εξετάστηκε και η περίπτωση της Πάτμου, αλλά κι αυτή γρήγορα απορρίφθηκε λόγω έλλειψης υποδομών. Ο κ. Βαρβιτσιώτης εξέτασε τότε την πιθανότητα του Μυστρά και η πρόταση αυτή άρεσε και στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Με τον Μυστρά υπήρχε κι ένας εθνικός συμβολισμός, καθώς ήταν το καταφύγιο των Παλαιολόγων αμέσως μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης.

Το θέμα έπεσε χαμηλά σε προτεραιότητα ιδίως με την μεταπήδηση του Εθνάρχη στην Προεδρία της Δημοκρατίας.

Ήδη όμως το 1993 εκτιμήθηκε ότι υπήρχε ζήτημα άμεσης εξεύρεσης εναλλακτικής λύσεως για τον Οικουμενικό Θρόνο αφενός διότι είχαν περιέλθει αρκετές πληροφορίες στις υπηρεσίες πληροφοριών της Χώρας μας σχετικά με απειλές κατά της ζωής του Πατριάρχη, αφετέρου άνοιγε μέτωπο και κατά του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων (από άλλο Κράτος και άλλες Υπηρεσίες πληροφοριών) όπου εκεί μάλιστα ο μετέπειτα σχεδιασμός και εκτέλεση της αποστολής προστασίας του, αντιμετώπισαν υπονομευτικές διαρροές που συνετέλεσαν δυστυχώς στην απόλυτη επιτυχία των επιχειρήσεων οργάνων των ξένων Υπηρεσιών. (Πολύ αργότερα ένα αξιόλογο στέλεχος των Ελληνικών Υπηρεσιών ο γνωστός Βαβύλης αποκαλύφθηκε από ξένες επιχειρήσεις αντιπληροφοριών και η όλη Ελληνική αποστολή θεωρήθηκε ως ένα ακόμη σκάνδαλο, όπως σήμερα το αντίστοιχο του Βατοπεδίου που ακόμα θεωρείται από μερικούς σκάνδαλο).

Η ανάδειξη του Βαρθολομαίου στο θρόνο του Πατριάρχη επανέφερε το ζήτημα ξανά στην ατζέντα. Αυτή τη φορά επελέγη το Άγιο Όρος και ο στόχος ήταν ξεκάθαρος, να υπάρχει η υποδομή για να μεταφερθεί σε περίπτωση ανάγκης εκεί το Πατριαρχείο. Κρίθηκε ως η καλύτερη λύση, μολονότι υφίσταται το «αγκάθι» του άβατου. Κι αυτό διότι το Άγιο Όρος έχει το αυτοδιοίκητο και ταυτόχρονα αποτελεί πνευματικό σημείο αναφοράς για τη χριστιανοσύνη. Το ΠΑΣΟΚ εκτίμησε και ορθά ότι η καλύτερη αντιπρόταση στη Ρωσία σε περίπτωση που διεκδικούσε για λογαριασμό της την μεταφορά σε αυτήν του Οικουμενικού Θρόνου ήταν το Άγιο Όρος.

Επελέγη από τη τότε Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μια μονή εγκαταλελειμμένη και ετοιμόρροπη και αποφασίσθηκε αυτή η μονή να ενισχυθεί άμεσα οικονομικά και με αξιόλογο προσωπικό μοναχών (με πολλούς μεταπτυχιακούς τίτλους). Η προσπάθεια ξεκίνησε μεθοδικά με ορίζοντα πενταετίας.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι πρώτες ανταλλαγές οικοπέδων για τη Μονή του Βατοπεδίου ξεκίνησαν επί διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και τις χειρίσθηκαν οι κοι Φωτιάδης και Δρυς. Και ορθά έπραξαν. Ας μην ξεχνάμε τις άριστες σχέσεις της τότε κυβέρνησης με το Πατριαρχείο και την αντίστοιχη «κόντρα» της κυβέρνησης με την Ελλαδική Εκκλησία. Η βασική ιδέα ήταν ότι θα έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος για να ενισχυθεί οικονομικά η επιλεγείσα μονή (Βατοπεδίου), έτσι ώστε να υπάρχει η απαραίτητη οικονομική βάση στην περίπτωση που θα χρειαζόταν να φτάσουμε στο απευκταίο σενάριο της εξορίας του Πατριαρχείου από τον φυσικό του χώρο ή διεκδίκησής του από την Ρωσία.

Το 2004 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έπεσε. Όταν άλλαξε η κυβέρνηση η επικοινωνία μεταξύ κεντρικής Κρατικής διοίκησης και εκκλησίας έγινε ευκολότερη, διότι άμεσοι συνεργάτες του πρωθυπουργού, όπως ο κ. Ρουσόπουλος και ο κ. Αγγέλου, είχαν ουσιαστική και προσωπική σχέση με τη μονή του Βατοπεδίου, ίσως σαν αποτέλεσμα μιας στρατηγικής που χτιζόταν στο προηγούμενο διάστημα σε Εθνικό επίπεδο.

Η Κυβέρνηση της ΝΔ συνέχισε και ορθώς μια πολιτική που είχε ξεκινήσει το ΠΑΣΟΚ δεδομένου μάλιστα ότι το διεθνοπολιτικό πεδίο είχε διαμορφωθεί ακόμα πιο απειλητικό για το Πατριαρχείο της Κωσταντινούπολης. Πιο συγκεκριμένα οι «θρησκευτικοί μηχανισμοί» (όπως τα Πατριαρχεία) προκαλούσαν ανέκαθεν απροσδιόριστο φόβο στις υπηρεσίες των ΗΠΑ διότι εκτιμούν πως η έκφραση της θρησκευτικότητας με την ανατολική ορθόδοξη μορφή μπορεί να αναδείξει πολιτικές εκφράσεις και πρότυπα στις χώρες όπου επικρατεί πλειοψηφικά το ορθόδοξο δόγμα. Δηλαδή ότι θα μπορούσε να αναδείξει πολιτισμικά πρότυπα τα οποία αργά ή γρήγορα θα γίνουν εκφράσεις εφαρμοσμένης πολιτικής που θα απευθυνθούν στους λαούς αυτούς σαν εναλλακτική πρόταση στην κυριαρχία της προτεσταντικής αντίληψης για τις κοινωνικές δομές που επικρατούν τώρα σε όλη την χριστιανοσύνη.

Η εκτίμηση αυτή έχει κάποια βάση αν μπορέσει κανείς να συνδυάσει το γεγονός ότι «έσκασε» ένα τέτοιο θέμα σε μια μονή με μεγάλη διορθόδοξη δράση και με πολλούς μοναχούς απ’ όλο τον ορθόδοξο και όχι μόνο κόσμο. Η αμερικανική αντίληψη για τα πράγματα είναι ότι πρέπει να ενισχυθεί το δικό τους πρότυπο ζωής που δίχως την ύπαρξη εξωτερικών εχθρών ευδοκιμεί στην Βόρεια Αμερική. Στην συγκεκριμένη όμως γεωγραφική περιοχή με την ύπαρξη του μωσαϊκού λαών είναι νομοτέλεια ότι αυτό το πρότυπο θα ενισχύσει τις διαλυτικές τάσεις στο εσωτερικών αυτών των κοινωνιών χωρίς ένα ισχυρό κεντρικό κράτος. Παράδειγμα αποτελεί η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και η εξακολουθητική αποσύνθεση της Σερβίας που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Ο ρόλος δε του Βατικανού στο όλο ζήτημα ελέγχεται.

Έτσι από το 2004 άνοιξε ο δρόμος για να ολοκληρωθεί από τη ΝΔ το εθνικό σχέδιο που είχε ξεκινήσει το ΠΑΣΟΚ σε ακόμα πιο σύντομο χρονικό διάστημα. Κι εδώ έγινε ίσως το μεγάλο σφάλμα:

Το γεγονός ότι η αμεσότητα επικοινωνίας και το επείγον δημιούργησαν την αίσθηση ότι τα πάντα θα ήταν πιο εύκολα και έτσι όλοι έγιναν επιρρεπείς στα λάθη και αβλεψίες που προκάλεσαν ξένες υπηρεσίες πληροφοριών και επέτρεψαν σε συνεργάτες τους που επιχειρούν στην Ελλάδα να αναλάβουν δράση αναστολής και εξάρθρωσης του σχεδίου.
Ήδη ο Καραμανλής είχε ενοχλήσει τόσο με το ΟΧΙ στο σχέδιο Αναν, με το ΟΧΙ στο ζήτημα εισόδου των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και η χαριστική βολή ήταν η συνεργασία της Ελλάδας με τους Ρώσους στο θέμα των αγωγών. Τότε ο κύβος ερρίφθη και με ένα σμπάρο θα επετύγχαναν δύο τρυγόνια: θα εμποδιζόταν αφενός η Ελλάδα να προετοιμάσει διάδοχη κατάσταση για το Πατριαρχείο παράλληλα δε το διεθνές σύστημα θα απαλλασσόταν από τον μόνο μεταπολεμικά Ευρωπαίο Πρωθυπουργό που τόλμησε να αντιταχθεί σε δημόσια εκπεφρασμένη άποψη Προέδρου των ΗΠΑ: «Τα Σκόπια θα εισέλθουν στο ΝΑΤΟ». (ούτε ο ντε Γκωλ δεν είχε τολμήσει να αντιταχθεί σε Πρόεδρο των ΗΠΑ).

Ήταν πράγματι προκλητικές οι ανταλλαγές της λιμνοθάλασσας με τα οικόπεδα στο Μαρούσι ή σε άλλα κεντρικά σημεία των Αθηνών. Ο κοινός Εθνικός σκοπός όμως σε συνδυασμό με το μυστικιστικό περιβάλλον των μονών του Αγίου Όρους συντελούσαν στο να αποκοπεί κάθε αντίληψη κοινής λογικής. Είναι επίσης σαφές ότι μόνο με την επίκληση ενός «εθνικού λόγου» θα μπορούσαν τόσοι πολλοί άνθρωποι να συναινέσουν σε μια τόσο εξωφρενική ιστορία.
Δεν είναι δυνατόν δύο τουλάχιστον Κυβερνήσεις και αριθμός αξιωματούχων και των δύο, να παραφρόνησαν ή να συνωμότησαν ξαφνικά ένα πρωί.

Τελικά μια διαδικασία Εθνικής σημασίας εξελίχθηκε σε μια φούσκα που έγινε ένα ««σκάνδαλο»». Μέσω ατέρμονων και ανερμάτιστων δηλώσεων ύποπτων ατόμων και ΜΜΕ που είτε κινούμενα από προσωπικές στρατηγικές, είτε κατ΄εντολή ξένων προϊσταμένων. Αντί να υπερασπίσουν μία Μονή που προορίζεται (από πολλές διαφορετικές χρονικά Κυβερνήσεις) να αποτελέσει θεματοφύλακα της Ορθοδοξίας και του Έθνους δημιούργησαν την εικόνα σκανδάλου που τελικά δεν στοιχειοθετείται πουθενά και για κανέναν παρόλες τις έρυενες.
Ομιλούν οι «επικριτές» για «παρακράτος». Η Μονή Βατοπαιδίου ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου συνεργάστηκε με τα αρμόδια όργανα του Κράτους (Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, ΚΕΔ, στελέχη Κυβερνήσεων κλπ).

Το μόνο σφάλμα του Κώστα Καραμανλή είναι ενδεχομένως το ότι έδωσε λευκή επιταγή χειρισμού του θέματος σε άτομα που δεν είχαν την εμπειρία να αντιμετωπίσουν στοχευμένες επιχειρήσεις αντιπληροφοριών που εκδηλώνονται από ξένες υπηρεσίες πληροφοριών στην Ελλάδα με καταιγιστικό πλέον ρυθμό. Ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξη του είχε δηλώσει με νόημα: «Ήταν ένα προσωπικό μου λάθος».


Αυτή είναι η αληθινή ιστορία του Βατοπεδίου. Στις πληροφοριακές επιχειρήσεις όμως η αλήθεια δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η εικόνα που προβάλλεται και οι εντυπώσεις που δημιουργούνται. Η αλήθεια είναι σαν ένα δάσος που καίγεται σε λίγα λεπτά και μετά….. απαιτούνται πενήντα χρόνια για να ξαναγίνει.

Κοσμάς Αθανασόπουλος
Αναλυτής Πληροφοριών – Διεθνολόγος


πηγή
Ινφογνώμων Πολιτικά

ΣΧΟΛΙΟ
Μετά από όλα αυτά είναι κανείς που πιστεύει ότι το Σινούκ με τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας έπεσε ανοικτά του Αγίου Ορους από μηχανική βλάβη;

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Οι Πομάκοι της Θράκης, η τακτική της Αγκυρας και η κοντόφθαλμη πολιτικη των Αθηνων



Μια εξαιρετικά διαφωτιστική εργασία για τους Πομάκους της Θράκης, η οποία δημοσιεύθηκε στον μαχητικό “Αντιφωνητή” που προσπαθεί να διασώσει ότι μπορεί να διασωθεί από την επέλαση των τουρκολάγνων, των έμμισθων πρακτόρων και των ξεπουλημένων οπαδών του Νεο-Οθωμανισμού, σε μια Θράκη που “βράζει”. Ένα συγκλονιστικό κείμενο-μελέτη για την σημερινή πραγματικότητα της πολιτιστικής εθνοκάθαρσης των Πομάκων από τους τουρκόφρονες, κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του αθηναϊκού κράτους…
Πιστεύω ότι πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά. Οι επισημάνσεις είναι δικές μας και δεν υπάρχουν στο αρχικό κείμενο.

OI ΠΟΜΑΚΟΙ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Δρ Αντώνης Λιάπης
Ανατρέχοντας στη νεότερη (μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) πολιτική ιστορία των Πομάκων στον ελληνικό χώρο, θα μπορούσαμε να τη διαιρέσουμε σε δύο μεγάλες περιόδους, την πριν και την μετά το 1997. Τη χρονιά αυτή ιδρύεται με έδρα την Κομοτηνή το Κέντρο Πομακικών Ερευνών (ΚΠΕ), το πρώτο νομικό πρόσωπο, ο πρώτος επίσημα αναγνωρισμένος πομακικός θεσμός του ελληνικού κράτους από την απελευθέρωση της Θράκης το 1920 και μετά. Υπήρξε μια επαναστατική εξέλιξη που σηματοδότησε την απαρχή μιας νέας πορείας συνειδητοποίησης του ιστορικού παρελθόντος και διεκδίκησης ενός νέου ρόλου μέσα στην θρακική και ευρύτερα την ελληνική και την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Η ίδρυσή του ήταν το προϊόν μιας μακράς περιόδου προβληματισμού και ιδεολογικών αναζητήσεων που είχε αναπτυχθεί σε κύκλους νέων κυρίως Πομάκων της Κομοτηνής και της Ξάνθης. Η ιδιαίτερη πολιτισμική τους ταυτότητα, το βιοτικό επίπεδο σε συνδυασμό με τις πρακτικές περιθωριοποίησης, που εκπορεύονταν από όλες τις κατευθύνσεις, καλλιέργησαν το πρόσφορο έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε αυτό που θα μπορούσε να ονομασθεί «πομακικό κίνημα». Οι ιδεολογικοί άξονες του κινήματος είχαν διατυπωθεί τόσο στο καταστατικό του όσο και στα κείμενα που είδαν το φως της δημοσιότητας αμέσως μετά την ίδρυση του ΚΠΕ. Ως κίνηση, πρωτίστως σκόπευε να κρατήσει το Πομακικό έξω από τα πλαίσια της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης με όποιο τρόπο και σε όποιο επίπεδο αυτή εκδηλωνόταν στη Θράκη.
Μέχρι το 1997 για την ελληνική πλευρά το Πομακικό ήταν θέμα ενασχόλησης ιστοριοδιφών οι οποίοι αναζητούσαν τις ρίζες της ομάδας στις διάφορες ιστορικές περιόδους από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι και το Βυζάντιο. Η τουρκική ιστοριογραφία από την πλευρά της είχε δημιουργήσει τους δικούς της μύθους για την καταγωγή της ομάδας, οι οποίοι όμως ήταν ευκολότερο να διαχυθούν μέσα στους Πομάκους για λόγους που θα αναλυθούν παρακάτω. Μετά το 1997, η περίοδος του ρομαντισμού για τους Πομάκους φαίνεται ότι έληξε οριστικά. Το ΚΠΕ έθεσε για πρώτη φορά το Πομακικό στην πολιτική του βάση ως πρόβλημα πολιτισμικής γενοκτονίας και αναγνώρισης της ιδιαιτερότητάς τους, ξεφεύγοντας έτσι από το επίπεδο των συχνά εξωπραγματικών προσεγγίσεων που πραγματοποιούνταν έως τότε από αρθρογράφους. Έδωσε νέες και άγνωστες ως εκείνη τη στιγμή προοπτικές στο ζήτημα και απελευθέρωσε μία τεράστια δυναμική η οποία προκάλεσε τρομακτικές σε ένταση ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις στο εσωτερικό των μουσουλμανικών ομάδων της Θράκης, ενώ αναπόφευκτα ίσως, κατέστη την περίοδο εκείνη θέμα πρώτης και επείγουσας προτεραιότητας για την τουρκική εξωτερική πολιτική όπως αυτή εκφραζόταν τοπικά από συγκροτημένους μηχανισμούς στη Θράκη. Οι πρωτεργάτες του ΚΠΕ με επικεφαλής τον πρώτο πρόεδρό του Ομέρ Χαμδή, γνώρισαν ένα πρωτοφανές κύμα τρομοκρατίας που σκοπό είχε να εξουδετερώσει εν τη γενέσει του το πομακικό κίνημα. Τα μέλη του ΚΠΕ συκοφαντήθηκαν ως πράκτορες του ελληνικού κράτους και σκοτεινών δυνάμεων, ως «άπιστοι που επιθυμούν να εκχριστιανίσουν τους Πομάκους και να διασπάσουν την ενότητα της τουρκικής μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης».
Η ελληνική πολιτεία αρχικά αντιμετώπισε με αδιαφορία το ζήτημα, αλλά στη συνέχεια όταν ο τουρκικός παράγοντας πίεζε εκπροσώπους κυρίως της τοπικής αυτοδιοίκησης και του τοπικού πελατειακού πολιτικού συστήματος, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι οποίοι συντάχθηκαν με τις τουρκικές θέσεις. Κάποιοι μάλιστα συνέδεσαν την πολιτική τους πορεία με τη σκληρή στάση απέναντι στο πομακικό κίνημα, το οποίο πολέμησαν με οργανωμένο τρόπο. Πίστευαν ότι θα εξασφαλίσουν έτσι την ψήφο των πολυπληθών μουσουλμάνων ψηφοφόρων εις το διηνεκές. Σε αυτή την ήδη ζοφερή πραγματικότητα, δηλαδή ανάμεσα στη μέγγενη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και στην εχθρική στάση τοπικών παραγόντων, προστέθηκε άλλος ένας εξωγενής παράγοντας που επιβάρυνε το ήδη φορτισμένο κλίμα. Ήταν η βουλγαρική πλευρά, η οποία διείδε στο κίνημα έναν ανεξέλεγκτο παράγοντα που θα μπορούσε δυνητικά να παρασύρει σε ιδεολογικό τουλάχιστον επίπεδο και τους εκατοντάδες χιλιάδες Πομάκους της βουλγαρικής ορεινής Ροδόπης. Η αντίδραση που προήλθε από τα βόρεια έδωσε ένα πρώτης τάξεως πολιτικό άλλοθι στους οπαδούς της απο-πομακοποίησης.
Στερεότυπες φράσεις, εκπροσώπων της ελληνικής διπλωματίας, που επί δεκαετίες κυριαρχούσαν, όπως για παράδειγμα τα «περί λεπτών ζητημάτων», «περί της επιταγής να μην ασχολούνται οι τοπικές κοινωνίες με τα ζητήματα αυτά διότι είναι ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και δεν τα γνωρίζουν» ή ακόμα ότι «δεν έπρεπε να διαταραχθεί το ήπιο κλίμα μεταξύ των δύο χωρών», απλώς συσκότιζαν την πραγματικότητα, επιβάρυναν ακόμη περισσότερο τον ούτως ή άλλως αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων τοπικά, αποπροσανατόλιζαν την κοινή γνώμη και τέλος έδιναν άλλοθι και βάθαιναν όλο και περισσότερο την πολιτική αφανισμού των Πομάκων.
Το Πομακικό εισήλθε σε μια νέα μεν ιστορική φάση, αλλά κάποιες διαχρονικές σταθερές της ελληνικής πολιτικής παρέμεναν αναλλοίωτες. Λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πολιτική που προκρίθηκε ήταν εκείνη της αποσιώπησης της πομακικής γλώσσας, διότι λόγω της συγγένειάς της με τις σλαβικές καθίστατο ύποπτη ως πιθανό υπόβαθρο κομμουνιστικής εξάπλωσης. Η διείσδυση της τουρκικής στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου ήταν μάλλον μια επιθυμητή προοπτική για την ελληνική και τη νατοϊκή πολιτική. Στη συνέχεια και μέχρι το 1974 οι εφήμερες ελληνοτουρκικές προσεγγίσεις λειτούργησαν απολύτως αρνητικά για τους Πομάκους αφού καμία ελληνική κυβέρνηση δεν ανακινούσε ένα θέμα που θα ενοχλούσε την τουρκική πλευρά, έστω και αν αφορούσε μια περιοχή μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους, όπως η Θράκη. Τα ελληνοτουρκικά μορφωτικά πρωτόκολλα (1951 και 1968) υπογράφηκαν μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα και επικύρωσαν τα όσα περί γλώσσας και τουρκικής εκπαίδευσης προβλέπονταν (ή υπονοούνταν) στα άρθρα της Συνθήκης Ειρήνης που υπεγράφη στη Λωζάνη (1923). Ο εκτουρκισμός των Πομάκων ήταν πλέον κατοχυρωμένος, πέραν της διεθνούς Συνθήκης, και από νεότερες διμερείς διακρατικές συμφωνίες. Και στη συνέχεια, το κλίμα φοβίας και αδράνειας που χαρακτήρισε τις μεταπολεμικές δεκαετίες συνέχισε να παράγει σταθερά τα αντιπομακικά του αποτελέσματα. Ακόμα και οι αρχές της πολυδιαφημισμένης πολιτισμικότητας που μόλις στα μέσα της δεκαετίας του 1990 είχε αρχίσει να ανατέλλει στη Θράκη, υποχώρησαν ραγδαία εμπρός στις πιέσεις του τουρκικού παράγοντα.
Εκδηλώσεις πολιτισμικότητας στις οποίες παρουσιάζονταν και στοιχεία πομακικής πολιτισμικής κληρονομιάς, από φορεσιές μέχρι και φαγητά, πολεμήθηκαν από εκπροσώπους του τουρκικού εθνικισμού τοπικά και εν τέλει δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που όταν στη Θράκη, ελληνικό κράτος και φορείς μιλούν για πολυπολιτισμικότητα εννοούν τα πάντα εκτός από τους Πομάκους. Συγκεκριμένα στις 28 Αυγούστου 1998 στην Κομοτηνή, το Κέντρο Λαϊκών Δρωμένων διοργάνωσε εκδήλωση παραδοσιακών γεύσεων όπου μεταξύ άλλων υπήρχε και πομακική κουζίνα με πίτες και γλυκίσματα. Η εκδήλωση πολεμήθηκε με ανακοινώσεις και παρεμβάσεις προς πολιτικούς παράγοντες από αντιδραστικά και ανθελληνικά στοιχεία, τα οποία όμως κατείχαν κορυφαίες θέσεις στη μειονοτική κοινωνία. Ξαφνικά οι ταπεινές πομακικές πίτες αναδείχθηκαν σε μείζον πολιτικό ζήτημα.
Σε άλλη περίπτωση πάλι στις αρχές του 2001, ο δήμος Σαπών, κυκλοφόρησε πολυδιαφημισμένο δισκάκι (CD) με τίτλο «Τα παιδιά του Ορφέα», που το απεκάλεσε πολιτισμικό φιλοδοξώντας να συμπεριλάβει όλες τις μουσικές παραδόσεις της Θράκης. Και ενώ μεταξύ των θρακιώτικων, τσιγγάνικων, ποντιακών, τουρκικών και άλλων τραγουδιών -εκπροσώπων των τοπικών μουσικών παραδόσεων- υπήρχε και πομακικό τραγούδι, το οποίο μάλιστα είχε ηχογραφηθεί σε στούντιο και γενικά είχε ολοκληρωθεί η τεχνική διαδικασία, μετά από τις οξείες και στερεότυπες εν πολλοίς αντιδράσεις που προέκυψαν, ο τότε δήμαρχος έσπευσε να αφαιρέσει το πομακικό τραγούδι ενθαρρύνοντας έτσι τις ρατσιστικές αντιδράσεις κατά των Πομάκων.
Η θρακική παραλλαγή της πολιτισμικότητας προσέλαβε έτσι χαρακτήρα πανευρωπαϊκής πρωτοτυπίας. Οι Πομάκοι αν και αποτελούν μια από τις σπουδαιότερες πολιτισμικές συνιστώσες της Θράκης, είναι συνήθως αποκλεισμένοι από όλες τις εκδηλώσεις, όπου συμμετέχουν όλες οι άλλες πολιτισμικές ομάδες της Θράκης: οι τουρκογενείς, οι Καππαδόκες, οι Πόντιοι, οι Σαρακατσάνοι, οι Αρμένιοι, οι Ρωμά κ.ά.
Όμως τα τελευταία χρόνια και το εθνώνυμο Πομάκος μέσα από διαδικασίες που θυμίζουν Ιερά Εξέταση, αφαιρέθηκε από πολλά έντυπα δημοσίων υπηρεσιών, νομαρχιών και δημαρχιών της περιοχής, όπως για παράδειγμα από πολυτελή έκδοση-τουριστικό οδηγό του νομαρχιακού διαμερίσματος Ροδόπης με τίτλο «Ροδόπη, Η Γη των Θρύλων», το έτος 1998. Μετά από αντιδράσεις των τουρκογενών τα χιλιάδες αντίτυπα του βιβλίου αποσύρθηκαν προς πολτοποίηση και έγινε «πανομοιότυπη» επανέκδοση. Από τη σελίδα που αναφερόταν στην καταγωγή των Πομάκων, απαλείφθηκε όλη η σχετική αναφορά (σελ. 29). Είναι χαρακτηριστικό το με ημερομηνία 23.9.1998 έγγραφο του τότε νομάρχη προς τον αρμόδιο της έκδοσης, όπου ανέφερε ότι «…με μια πρόχειρη ανάγνωση…διαπιστώσαμε ότι παρεισέφρυσαν ορισμένα λάθη. Κατόπιν αυτού παρακαλούμε σε συνεννόηση μαζί μας, όπως διορθώσετε αυτά, σύμφωνα με τις προφορικές οδηγίες που θα σας δοθούν. Πέραν των ανωτέρω και μέχρι διόρθωσης των σχετικών σημείων να σταματήσει η έκδοση και διάθεση του οδηγού».
Παρόμοιο περιστατικό καταγράφηκε και φέτος τον Ιανουάριο (2004) σε επίσης εικονογραφημένο οδηγό με τίτλο «Νομός Ροδόπης», έκδοση της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Σε κάποια σελίδα, ο συντάκτης των κειμένων, μεταξύ των παραδοσιακών γεύσεων της Θράκης ανέφερε και την πομακική κουζίνα, ενώ σε άλλο σημείο γινόταν απλά μία γενική αναφορά στα ορεινά χωριά των Πομάκων. Προκλήθηκαν εκ νέου αντιδράσεις και πιέσεις προς τοπικούς παράγοντες και ακολουθήθηκε η συνήθης οδός. Απόσυρση ή καταστροφή των αντιτύπων και επανέκδοση με ουσιαστική και συμβολική απάλειψη της πομακικής παρουσίας στα έντυπα της Περιφέρειας.
Σε παρόμοιας λογικής στάση οφείλεται και η απάλειψη της λέξης Πομάκοι, τον Νοέμβριο του 2003, ακόμα και από κείμενο προτάσεων που αφορούσε την καταπολέμηση των ναρκωτικών στην Ξάνθη (Κέντρο Ενημέρωσης και Πρόληψης κατά των Ναρκωτικών), μετά από επιμονή ανώτατου αυτοδιοικητικού παράγοντα. Η αναφορά στους Πομάκους θεωρήθηκε περιττή και ανώφελη.

ΣΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΥΝ ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΕΣΤΕ ΕΝΟΧΟΙ

Η Ναόμι Κλάιν μιλάει με μια τόσο απαλή φωνή που δεν μπορείς να φανταστείς ότι κρύβει μέσα της τόσο δυναμισμό. Και επίσης, ούτε ότι αυτή η 40χρονη Καναδέζα θεωρείται από πολλούς μία από τις πιο μαχητικές δημοσιογράφους της εποχής μας, με τέτοια απήχηση στην αμερικανική Αριστερά που πολλοί να τη θεωρούν ακόμη και διάδοχο του Νόαμ Τσόμσκι.




του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ



Οταν λοιπόν τη ρωτήσαμε ποια είναι η άποψή της για την εμπλοκή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) στην Ελλάδα, υπήρξε καταπέλτης: «Η Ελλάδα θυσιάστηκε για να σωθεί η ευρωζώνη. Και για να γίνει, σας εκπαιδεύουν να αισθάνεστε ένοχοι γι΄ αυτό που είστε. Εχουν ήδη διαγνώσει ότι είστε άρρωστοι».
Η κυρία Κλάιν μένει μόνιμα στο Τορόντο του Καναδά, μαζί με τον σύζυγό της Αβι Λιούις. Σε λίγο καιρό θα κυκλοφορήσει στην ελληνική γλώσσα το τελευταίο βιβλίο της με τίτλο «Το δόγμα του σοκ» («Τhe Shock Doctrine»), το οποίο αποτελεί μια σκληρή πολεμική εναντίον του «καπιταλισμού της καταστροφής», όπως η ίδια τον αποκαλεί. Στο βιβλίο «Το δόγμα του σοκ» της Ναόμι Κλάιν υπάρχει μια λεπτομερέστατη καταγραφή της δράσης του ΔΝΤ σε διάφορες χώρες την τελευταία 30ετία, όπου αποτυπώνονται οι δραματικές επιπτώσεις της παρέμβασής του, κυρίως στη Λατινική Αμερική (Αργεντινή, Βολιβία), αλλά επίσης στη Ρωσία.


«Παρακολουθώ από πολύ κοντά την ελληνική κρίση και φυσικά την παρέμβαση της τρόικας του ΔΝΤ, της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας» λέει στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα» η κυρία Κλάιν. «Αυτό που με εντυπωσίασε» σημειώνει, «ιδιαίτερα στην αρχή της κρίσης, ήταν ότι οι Ελληνες αντιστάθηκαν στα όσα πήγαιναν να τους επιβληθούν. Οταν μάλιστα και στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαμε την κρίση με τις τράπεζες, επεσήμαινα το γεγονός αυτό σε αμερικανούς συνομιλητές μου». Μετά βέβαια το κλίμα σταδιακά άλλαξε. «Οταν τα πράγματα δυσκόλεψαν,άρχισε η “εκπαίδευση”. Κατ΄ αρχάς,το ΔΝΤ διέγνωσε ότι είστε άρρωστοι,ότι ο χαρακτήρας των Ελλήνων είναι άρρωστος. Και τώρα σας εκπαιδεύουν να αισθάνεστε ένοχοι γι΄ αυτό που είστε. Πρόκειται για μια τακτική κοινωνικής παθολογίαςη οποία δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Επεκτείνεται και στις υπόλοιπες χώρες του μεσογειακού Νότου».«Πρόκειται» τονίζει η γνωστή συγγραφέας «για μια κλασική περίπτωση όπου οι κυβερνήσεις βρίσκουν το κατάλληλο άλλοθι. Αφού εμείς είμαστε ανίκανοι να τα καταφέρουμε μόνοι μας, ας φέρουμε κάποιους άλλους να το κάνουν για εμάς». Κατά μία έννοια, «η περίπτωση της Ελλάδας είναι εμβληματική. Στην πορεία,ο στόχος από την παρέμβαση της τρόικας άλλαξε» υπογραμμίζει. «Αν το δει κανείς σε παγκόσμιο επίπεδο,δεν μιλάμε πλέον απλώς για την ιδιωτικοποίηση μεγάλων τομέων της οικονομίας. O σκοπός είναι η απενοχοποίηση των τραπεζών,η μεταφορά του βάρους της αποτυχίας από τους ώμους των ελίτ σε εκείνους των απλών ανθρώπων» λέει η κυρία Κλάιν.

«Σώσατε το ΔΝΤ από τη χρεοκοπία»
«Γιατί το κοστούμι του ΔΝΤ δεν προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε χώρας και είναι ίδιο για όλες;» ήταν μία από τις ερωτήσεις προς την κυρία Κλάιν. «Πραγματικάδεν μπορώ να σας δώσω ξεκάθαρη απάντηση» παραδέχεται με μια μικρή δόση ενοχής. «Είναι απορίας άξιο πώς δεν κατάλαβαν ας πούμε ότι, καθώς η Ελλάδα δεν μπορούσε να προχωρήσει σε υποτίμηση, ο πληθωρισμός λογικά θα ανέβαινε.Υπάρχει επίσης και κάτι άλλο» προσθέτει. «Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2008,οι περισσότεροι ανέμεναν ότι το ΔΝΤ θα άλλαζε μυαλά. Περιμέναμε ότι το ευρωπαϊκό μοντέλο θα υπερίσχυε του αμερικανικού.Τώρα γιατί δεν έγινε κάτι τέτοιοπαραμένει άγνωστο.Ισως οι άνθρωποι του ΔΝΤ να έχουν πέσει όλα αυτά τα χρόνια σε μια ιδεολογική παγίδα». Ωστόσο, όπως εξηγεί η κυρία Κλάιν, μετά και την εμπειρία της Αργεντινής, «το ΔΝΤ ήταν έτοιμο κυριολεκτικά να χρεοκοπήσει,τόσο ιδεολογικά όσο και χρηματικά. Σε αυτό είχε βοηθήσει και η οικονομική κρίση μετά το 2008. Μην ξεχνάτε ότι το ΔΝΤ είχε αναγκαστεί να πουλήσει ακόμη και χρυσό από τα αποθέματά του. Και βέβαιαη εικόνα του στον αναπτυσσόμενο κόσμο ήταν τόσο κακή που οι ηγεσίες των χωρών αυτών δεν ήθελαν να το δουν μπροστά τους». «Τώρα όμως» επισημαίνει «το ΔΝΤ βρήκε μια νέα “αγορά”:την Ευρώπη.Κατά έναν περίεργο τρόπο,σώσατε το ΔΝΤ από τη χρεοκοπία».

Ελληνοτουρκικές σχέσεις και Γεωπολιτική

"ΟΙ ΕΥΡΥΤΕΡΕΣ μάζες το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, όποτε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους…"

Ο καθηγητής Παναγιώτης Κονδύλης υπήρξε ένα από τα πλέον δυνατά μυαλά του νέου Ελληνισμού. Ήταν ένας από τους τελευταίους μύστες της γεωπολιτικής αλήθειας.

Καθηγητής στην Γερμανία, όπου και διέπρεψε ήταν φυσικό να είναι ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της γερμανικής σχολής. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το απόσπασμα που σας παραθέτουμε και που αποτελεί μέρος ειδικής εργασίας του καθηγητού Κονδύλη για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις:

«Π. Κονδύλη: Ελληνοτουρκικές Σχέσεις:«Οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι’ αυτούς. Καμιά συμμαχία και καμιά προστασία δεν κατασφαλίζει όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης.

«Τα δίκαια» της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας παρίας με διαρκώς απλωμένο το χέρι, κάποιος που ζει από δάνεια, επιδοτήσεις και «προγράμματα στήριξης».

Η ΛΥΣΗ του προβλήματος της εθνικής βιωσιμότητας όχι λογιστική αλλά σε παραγωγική βάση αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής.

Οι εθνικοί πόροι πρέπει να αντιμετωπιστούν με γεωπολιτικά και στρατηγικά κριτήρια, όχι ως αριθμητικοί «δείκτες»: το 1% του εθνικού εισοδήματος που προέρχεται από την άνοδο του τουρισμού δεν είναι το ίδιο με το 1% που δίνει μια σύγχρονη εξοπλιστική βιομηχανία.

Και πρέπει επίσης να εκλογικευθούν και να χρησιμοποιηθούν στο σύνολό τους (δεν μου είναι κατανοητό λ.χ. γιατί η Κύπρος, με ετήσιους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης γύρω στο 5% κατά την τελευταία δεκαπενταετία και με αύξουσα ευημερία, δεν συμβάλλει οικονομικά –τρόποι βρίσκονται- στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα όποιος αισθάνεται μέρος του ελληνισμού το αποδεικνύει σηκώνοντας εθνικά βάρη).

Η προσπάθεια αυτή είναι απαραίτητη, γιατί στην τωρινή συγκυρία, που είναι δυσμενέστατη για την Ελλάδα, έχει προέχουσα σημασία να κερδηθεί χρόνος χωρίς να απολεσθεί έδαφος, με την ελπίδα ότι μελλοντικές ανακατατάξεις στον πλανητικό συσχετισμό δυνάμεων θα εξασθενίσουν το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας και θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να πάρει μιαν ιστορικήν ανάσα. Αν, όμως, απολεσθεί έδαφος στο προσεχές διάστημα, οι απώλειες θα είναι ανεπανόρθωτες και πιθανότατα μοιραίες.

ΦΥΣΙΚΑ, οι ελπίδες δεν ισοδυναμούν με βεβαιότητες. Ας υπογραμμίσουμε ακόμη μια φορά ότι η βαθύτερη αιτία της αύξουσας τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα δεν είναι ούτε πολιτισμική ούτε στενά πολιτική και παροδική, αλλά έγκειται στη συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών.

ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥΣ κρίσιμους τομείς, όπως ο δημογραφικός, ξέρουμε από τώρα ότι το παιχνίδι είναι χαμένο. Αν θέλουμε να παραμείνουμε νηφάλιοι, έστω και με αντίτιμο την απαισιοδοξία, οφείλουμε να πούμε ότι και σε άλλα πεδία στρατηγικής σημασίας αρχίζουν να παγιώνονται αναντίστροφες εξελίξεις.


Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική.


Η διακήρυξη «δεν παραχωρούμε τίποτε» δεν έχει έμπρακτο αντίκρισμα όταν η χώρα εκλιπαρεί σε κρίσιμες ώρες τις μεσολαβητικές προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών ξέροντας εκ των προτέρων ότι αυτές θα πληρωθούν με παραχωρήσεις ή όταν αποσύρει χωρίς χειροπιαστά ανταλλάγματα το βέτο της για την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας με την Ε.Ε. αποδεικνύοντας έτσι άθελά της πόσο είναι πιθανό να μετατραπεί σε δορυφόρο της Τουρκίας ακριβώς μέσω του «ευρωπαϊκού δρόμου» και της επιρροής των «Ευρωπαίων εταίρων».

ΤΕΤΟΙΕΣ ενέργειες δεν είναι απλώς εσφαλμένοι ή έστω συζητήσιμοι χειρισμοί. Συνιστούν τα εύγλωττα επιφαινόμενα μιας βαθύτερης ιστορικής κόπωσης, μιας προϊούσας, ηδονικής μάλιστα παράλυσης.

Στον βαθμό όπου η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμη ηδονικότερη, εφόσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος, και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός.

ΥΠ’ ΑΥΤΕΣ τις συνθήκες ό,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού οι έλληνες θα συνηθίσουν σιγά σιγά να το ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό».


ΠΡΑΓΜΑΤΙ, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: Η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση Και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια.

ΟΙ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΕΣ, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βαθμού –ίσως να καταρρεύσουν ακόμη και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική;

ΟΙ ΕΥΡΥΤΕΡΕΣ μάζες, καθοδηγούμενες από το ίδιο ένστικτο βραχυπρόθεσμης αυτοσυντήρησης, έχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά βολική λύση:

Το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, όποτε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους: από τη φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαμε τα ευκολοαπόκτητα πτυχία, τη χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας (ούτε το 50% του μέσου όρου της Ε.Ε.!) και την κραυγαλέα ανισότητα ανάμεσα σ’ ό,τι παράγεται και σ’ ό,τι καταναλώνεται, με αποτέλεσμα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου.


ΑΝ ΛΑΒΟΥΜΕ υπ’ όψιν μας μόνον όσα πράττονται και αφήσουμε εντελώς στην άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον όρο να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον όρο να τεχνουργηθούν απροσμάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις («Ελληνοκεντρικές» ή «εξευρωπαϊστικές», αδιάφορο).

Τις ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ ή τις κωμωδίες που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση θα τις γράψουν ίσως άλλοι. Εμένα μου έρχεται στο νου η τετριμμένη αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία: όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται.»

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

Turkey must pay compensation to Bulgaria

Bookmark and Share
Turkey must pay compensation to Bulgaria, as 800,000 of Bulgarians were forced to escape from Turkey, leaving their property, said Bulgarian Diaspora Minister Bozhidar Dimitrov.

According to the Turkish Haberoku, Dimitrov claims that there are documents proving Bulgarians’ right for compensation.

Earlier, Dimitrov stated that Bulgaria would contribute to Turkey’s joining the EU in case Ankara pays compensation of $20 bn.
http://news.am/eng/news/35036.html


Read more: http://infognomonpolitics.blogspot.com/2010/10/turkey-must-pay-compensation-to.html#ixzz12ojuSqOW

Energy security: The battle for the pipelines

18 mei 2010 (MO) - The pipelines that are under construction today – Nord Stream, South Stream and Nabucco – determine the energy security of Europe tomorrow. ‘One can not understand current international policy if one has no eye for the energy dimension.’
Barroso: ‘An increased energy security will be one of the top priorities the next years’.
In April 2010 a joint venture will start with the construction of Nord Stream, a gas pipeline of 1220 kilometers, that connects Russia with Germany. Since mid February – 13 years after the first feasibility study - all the necessary environment and transit permissions are acquired.

At the bottom of the Baltic Sea, Nord Stream will run through the exclusive economic zones of Russia, Sweden, Denmark and Germany. ‘Nord stream will make an important contribution to the European energy security’, promises director Matthias Warnig. When completely finished, the pipeline can transport 55 billion cubic meters a year from Russia to Germany. Enough to provide power to 26 million families a year long.

From Germany the gas could be further distributed. The Russian energy Giant, Gazprom, that owns 51 percent of the shares  of Nord Stream, has already made long-term contracts for this with Denmark, The Netherlands, Great-Britain, France and Belgium.

For Moscow, the Nord Stream project is a top priority in 2010. With the pipeline, from now on Russia can escape the transit of gas through Ukraine and Belarus – countries with which the Kremlin had been frequently fighting. The other way round, a few mid-European countries fear that Russia in the future would be able to close the gas tap without Germany or other Western European countries having to face the consequences of it.

‘In the Baltic States, they feel the hot breath of the Russian Bear’ says Professor David Criekemans (University of Antwerp, Royal Military School and Flemish Centre for International Policy), expert in geopolitics. ‘The Nord-Stream is even compared to the Molotov-Ribbentrop Pact. The fear is that Russia in times of crisis could create a polarization within the EU, between Eastern European countries who run out of gas and Western European countries who can quietly continue consuming’.

PIPELINES CREATE STABILITY
Pipelines create interdependencies between producers and consumers, because it can’t be diverted. Ships and tankers you can displace, but pipelines are fixed. If you invest billions of euros in constructing pipelines, then you want to be assured of guaranteed supply of gas and a stable relation between producer and consumer. In that sense pipelines are good for the energy security. They create stable relationships: the seller needs to use the pipeline. And if that pipeline goes from Russia to Europe, then it doesn’t go from Russia to China. Russia can’t just decide not to deliver the gas to Europe, and to deliver to China in return, because the geographic location of the pipeline can not be changed.

Natural gas gaining importancy

The joint venture behind Nord Stream shows that the pipeline will help Europe reaching its goals for climate change by replacing oil and carbonates. Gas is having the lowest CO2-emisson of all fossil fuels, fifty percent less than carbonates. Professor Criekemans agrees. ‘We are experiencing a shift from oil towards natural gas. If countries want to shift into more energy-efficient technologies, they are almost automatically forced towards natural gas. Added to that, the offer of natural gas is even more expanded than that of oil’.

According to the International Energy Agency worldwide there are more than 180 trillion cubic meters of proven gas reserves - good for still sixty years of production on the current level. Criekemans: ‘a positive element is that natural gas is often to be found around coastal areas, therefore there is a better spread of natural gas than oil. Nevertheless, you can not ignore a number of dominant players as the Russian Federation, Iran and Qatar. Russia possesses a quarter of all the gas in the world.‘

In any case, it is clear that the worldwide demand for natural gas will only increase in the future - according to the International Energy Agency with more than forty percent within the coming twenty years. In the European Union gas is responsible for a quarter of its energy supply. Sixty percent of it is already imported now. Because its own production will only decrease more, the import will increase to eighty percent by 2020, as calculated by the European Commission.

A cold winter in Kiev

That Europe is getting more dependent on imported gas is not even a point from the point of view of energy security, as long as it imports gas out of different regions – differentiation is the key. But the problem is that a number of European states depend for hundred percent on Russian gas: Bulgaria, Estonia, Latvia, Lithuania, Finland, Romania and Slovakia.

The danger of being too dependent of Moscow got clear when in the beginning of 2006 Gazprom closed its gas tap to its neighboring country, Ukraine. Kiev had benefitted for years a privileged tariff, but Russia wanted to start raising their tariffs.

Moscow and Kiev didn’t find a compromise, Gazprom endured and it became a cold winter in Ukraine. The decreased pressure in the gas wires who ran from Ukraine to Western Europe, was nevertheless noticeable in other European countries too. On top of that, in the same month, the supply of Russian gas into Georgia got cut by explosions in the Mozdok-Tbilisi pipeline.

‘The gas crisis of 2006 was a work group for European policy makers’, says Criekemans. Experts warned not to depend too much on Russian gas. In the year 2006 Europe imported a quarter of its gas from Russia. And this dependency has only increased. Today 42 percent of the European import comes from Russia, 24 percent from Norway, 18 from Algeria and 5 percent from Nigeria.

Except due to political conflicts the supply of Russian gas can also be hindered due to infrastructural problems. Criekemans: ‘A big part of the giant pipeline network in the whole Russian Federation is very outdated. Thus big investments are necessary.  When energy prices were high and foreign exchange came into Russia, Putin has taken the decision not to use them to renew the pipelines, but to pay off the foreign debt’.

Since Gazprom got severely hit by the economic crisis (according to the Moscow Times the Gazprom stock value in May 2008 was more than 255 billion dollars, but fell back due to the economic crisis to 98 billion euros), today it has no money in stock at all.

NABUCCO

In the aftermath of the Russian-Ukraine gas conflict, one project came more and more into attention: Nabucco, a pipeline that has to transport gas from the Caspian Sea region to the EU and thereby doesn’t cross Russia. The first talks about Nabucco took place in 2002.

Criekemans: ‘After the first meeting, the consortium of participating companies (OMV, MOL, Transgaz, Bulgargaz and Botas) went to the State opera of Vienna and saw Nabucco of Guiseppe Verdi- the story of the Hebrew Jews who got suppressed by king Nebukadnezar in Babylon. In a beautiful pr-story, this is then immediately linked to the suppression of the EU by Russia.

They played it very smart, because they got extra European financial resources. It got a political project, and the European Commission for the first time saw an opportunity to favour it’s geopolitical position more.’

On July 13 2009 Austria, Hungary, Romania, Bulgaria and Turkey signed an agreement on Nabucco. That meant the legal fundament for the gas transit through these countries. The construction of this pipeline itself is planned for 2011. But a problem that is still on the table is the supply side. Criekemans: ‘If Nabucco- in the spirit of the opera of Verdi- wants to avoid the Russian federation, where will the gas come from than?’

On the website of Nabucco it sounds ambitiously that the pipeline will transport gas from Azerbaijan, Turkmenistan, Kazakhstan, Egypt, Russia and later on Iran. It is to be investigated whether gas of Irak could also be linked to Nabucco or not.’

According to Criekemans, the supply side is no longer guaranteed. ‘Iraq raised questions about stability and feasibility. Iran poses a political problem, the United Stated wouldn’t like it. Then you have Azerbaijan, but in the meanwhile it sells a small volume of gas to Gazprom. The main candidate is Turkmenistan, that probably possesses large, but not yet all proven gas stocks. But Russia buys gas from them as well, to sell it subsequently to the EU or other parties. Does Turkmenistan still have supplies?’

Not only from Russia there is competition, but also from the East: recently Turkmenistan opened pipelines to Iran and China.’

‘It would be a good thing if Nabucco comes’, says Criekemans, but I think Nabucco in its current shape is almost dying. Russian played it excellently. In fact Nabucco has been almost totally negotiated away diplomatically. The answer of Russia is called ‘South Stream’.

South Stream

‘The goal of the South Stream-project is to strengthen the energy security’ , according to Gazprom. ‘It is also a step further in the Gazprom-strategy to diversify the supply routes of Russian gas.

‘The pipeline has to transport gas from Russia to Southern Europe without thereby being dependent on Ukraine or Belarus. The route goes through the Black Sea, then through Bulgaria, Serbia, Hungary and Greece.

‘All the European states negotiate individually’, says Criekemans. ‘They don’t keep each other up to date on the conversations they have with third parties. In March 2009 Hungary announced that it would enter the South-stream project. Nevertheless Budapest was the most anti-Russia and one of the main proponents of Nabucco. But according to the Hungarian Prime Minister the second energy crisis with Ukraine had opened their eyes’.

That second energy crisis took place in January 2009. Criekemans: ‘The Ukrainians couldn’t pay the bills of Gazprom – which was the ideal inducement to Gazprom to freeze the gas supply. Compared to the earlier gas crisis Ukraine itself did not play a totally clean role.’ Consequence: Bulgaria, The Czech Republic, Slovakia, Austria and Greece got less gas.

Belgium in general supports the diversification of energy sources and is by consequence not against Nord Stream, South Stream nor Nabucco- with the understanding that Belgium has no direct interest in Nord Stream nor South Stream.  Criekemans: ‘There are the economists who say it is ridiculous to develop South Stream ánd Nabucco parallel to each other. It would be way too expensive and useless on top of it. But geopoliticologists say: it contributes to a certain level of diversification.

On the other hand, everywhere where the EU attempts to diversify, Gazprom is ready to give a counter-answer. There is the wild idea to build a pipeline from Nigeria, through the Sahara, in the direction of Algeria and Libya. The Gazprom reaction? : ‘We buy ourselves in’.

European energy policy

The call for a European answer on the energy-challenges always sounded louder. On July 15 2009 the European Commission issued a regulation to improve the security of gas provision in Europe. That obligated the member states to create clear and effective emergency plans: they are being obligated to work closely together in case of crisis, including by sharing data and information with each other about gas supplies.

Commission President Jose Manual Barroso:  ‘An increased energy security will become one of the top priorities the next years. We have to ambition an optimal situation, but preparing for the worst at the same time. Europe has to take lessons out of earlier crisis and ensure that European citizens will never be in the cold anymore without having any blame in this.’ The regulation will only take force when it is approved by the Summit and the European Parliament.

Furthermore, the Commission has establishing a second energy plan, a total package that includes improving the energy solidarity between the member states. The first action plan dates from 2007. It imposed the 20-20-20-goal (20 % renewable energy, 20% less greenhouse gases and 20 % energy saving), as well as the liberalization of the internal market.

The new energy action plan is based on the second Strategic Energy Review of the Commission, wherein is also a specific chapter about energy security. The Commission advocates the support of new pipelines and infrastructure projects, including more interconnections between the different national gas markets inside the EU. The Commission also wants the EU to speak with one voice in cases about energy security.

Finally the Lisbon-Treaty, that is in power since the end of last year, is extending the powers of the European Union on energy issues. The European Parliament and the Summit can from now on take measures to guarantee the continuity of energy supply and to improve the interconnection of energy networks. ‘One notices there is a clear general will to speak more and more with one voice’, it sounds in diplomatic environments.

‘But it doesn’t go that far as for example the involvement of the German energy group RWE with Nabucco would suddenly be arranged in European way.’ European member states retain the right to choose their energy sources themselves and to determine the general structure of their energy provision.

NATO: difficult to predict

The NATO is not silent about the energy topic neither. In the year 2010 NATO produces studies on energy security and exchanges information to determine trends in the long term. Apart from that the alliance is working on a new Strategic Concept- a kind of Statement of Principles- wherein is described what it should be involved in in the future. Therein the new security challenges like energy-supply is pivotal.

But which role the NATO concretely determines for itself in energy matters, remains difficult to predict. ‘Of course there are security-issues’, says Cristof van Agt, researcher on the Dutch Institute for International Relations Clingendael. ‘But NATO is not that kind of organization that should be occupied with the policy dialogue with products on energy-provision security, or the conditions for the closing and compliance of a contract between parties. That is not the right signal in a sector where economic and commercial considerations should be decisive.

Break with Russia

A legally binding multilateral instrument that is talking about closing energy contracts is the Energy charter Treaty. Van Agt: ‘It is about the protection of investments, transit flows of oil and gas and the trade in energy materials. ‘The Treaty was signed in 1994, short after the Cold War, when the impression was alive that the Russian energy sector would also just join the Western market model, and Russia would make a transition towards a free market economy.

Van Agt: ‘ Fifteen years later Russia says: ‘All these western rules about investments protection, transit and third party access and how it is expressed in the Energy Charter Treaty, are outdated, we put them off the table.’ In 2009 Moscow withdrew its signature from the Treaty.

There is a fundamental confidence issue between what Europe- and the transatlantic world- wants and what Russia wants. The underlying motives are Kosovo, the enlargement of the NATO, 9/11, Iraq and Afghanistan. This has all caused the break. Russia started profiling more on energy- since it is the instrument with which it can exert the most influence.‘ However van Agt is not pessimistic. The phase in which we are now offers chances to see how much sense the recent developments on the energy field make between Europa and Russia.

Eye of the storm

The momentum that van Agt alludes to, is the result of a combination of two factors. Firstly, due to the economic crisis the gas demand had decreased significantly – what does not exclude moreover that in all cases in the long run it will increase again.

Secondly, LNG (liquid gas) and unconventional gas is on the rise worldwide. Unconventional gas is gas that is located in certain geological formations and that since recently, thanks to a new drilling technique - hydraulic facturation - on an ecologically feasible way can be mined. In the United States the mining of unconventional gas has redrawn thoroughly the energy picture in the last three years. The US now has to import less LNG, that as a matter of fact is increasing the LNG-supply in Europe.

The research for unconventional gas has also started in Europe. In Germany, Poland and Austria energy companies are performing the first tests. The International Energy Agency estimates that in Europe 35 trillion cubic meter is available. That would be enough to replace the gas import for 40 years on the current level.

These recent developments can contribute to the return of the tranquility in the energy world somehow. Van Agt: ‘That the demand for gas will increase, is undeniable. But the current phase can create a breathing pause to reflect with producers and consumers about the way we deal with each other.

We are now in the eye of the storm. This is the time to talk well with each other for once, before the wind will start to blow heavily again later on. The storm may then erupt even more violently than in the past. Later the economic grow will return, but in the meanwhile not enough investments are done to meet the future demand. In other words: now is the moment to take a deep breath and to have a calm debate on how we will arrange energy security with each other.

WITHOUT ENERGY GLASSES YOU ONLY SEE HALF OF THE STORY’
‘Geopolitics say you have to take into account various variables in order to understand current events. Not only economics and politics, but also for example geography, demography or energy’, says Professor David Criekemans. ‘If you don’t wear the energy glasses, you only see half of the story. You can’t understand current international politics if you have no eye for the energy dimension. All actors are taking position: Russia, China and the US.’

On the other hand, you can not relate recent developments to energy alone, warns Cristof van Agt of Clingendael. ‘If energy is a driving force, it is definitely not the only or biggest driving force. The agendas got mixed after 9/11, a bit like a bad watercolor painting. The media has given energy an exaggeratedly big role. Therefore the idea exists it is all about oil and gas.

I am not saying it doesn’t have to do anything with it, but energy is not the decisive motivation in security issues. Whether it is about Iran, Iraq or Afghanistan, or about the consequences of the economic developments of countries like China and India. Energy plays a derived role of course, but its weight is exaggerated in the public field. The irony is that the administrative domain consequently gets influenced again by that public area. Like this, policy myths are being created whereby eventually the whole social system gets puffy and starts to hyperventilate.‘

I don’t think it is only about energy, but about trade interests between Europe and Russia in general. The bigger geostrategic interest between the two is the necessity to be able to walk through the same door with each other in the Eurasian house. Therefor, energy is an important element, but in a broader package.
Belgian gas import 2008 (in m3)
Total: 17.424 million
The Netherlands:  7022 million
Norway:   5715 million
Qatar:   2324 million
Russia:   906 million
Great-Britain:  819 million
Source: The International Energy Agency

NORD STREAM
Goal: Gas supply from Russia to Germany that does not run through Ukraine nor Belarus
Route: Baltic Sea, through the Exclusive Economic Zones of Russia, Sweden, Denmark and Germany.
Costs: 7,4 billion euros
Length: 1220 kilometers
Capacity: 55 billion m3 gas per year
Deadline: the first gas will flow through the pipeline by the end of 2011. The whole project must be finished by 2014.
Company: Nord Stream AG is an international joint venture. Gazprom has 51 percent of the shares, the German companies BASF and E.ON each 20 percent and the Dutch Gasunion 9 percent.

SOUTH STREAM
Goal: Gas supply from Russia to Southern Europe that does not run through Ukraine nor Belarus.
Route: Via the Black Sea, then Bulgaria, Serbia, Hungary, Greece and Slovenia.
Costs: 19 to 24 billion euros
Length: 900 kilometers through the Black Sea
Capacity: 63 billion m3 gas per year.
Deadline: end of 2015
Company: the offshore portion is realized by a joint venture of the Russian Gazprom and the Italian ENI.

NABUCCO
Goal: Gas supply of the Caspian Sea region to Europe, not running through Russia.
Route: Turkey, Bulgaria, Romania, Hungary and Austria
Costs: 7,9 billion euros
Length: 3300 kilometers
Capacity: 31 billion m3 gas per year
Deadline: in 2014 Nabucco can be used. The whole project should be finished by 2015.
Company: Nabucco is a joint venture of OMV (Austria), MOL (Hungary), Transgaz (Romania), Botas (Turkey) and RWE (Germany)