Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

«Κύκλος Του Στρετένσκυ» Η Νέα Ρωσική Ιδεολογία

Στην Ρωσία έχει δημιουργηθεί, μια ομάδα με την επωνυμία ο «Κύκλος του Στρετένσκυ», με έδρα την ομώνυμη Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Στρετένσκυ της Μόσχας, της οποίας Ηγούμενος είναι ο Αρχιμανδρίτης, Τύχων Σεβκούνωβ. Ο Αρχ. Τύχωνας είναι ο πνευματικός του Πρωθυπουργού της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν, και εσχάτως και του Προέδρου της Ρωσίας, Ντιμίτρι Μεντβέντεβ. Ο «Κύκλος του Στρετένσκυ», δημιουργήθηκε από πρώην υψηλούς αξιωματούχους της KGB, με επικεφαλής τον αντιστράτηγο Λεονίτ Ιβασώβ. Ο Λεονίτ Ιβασώβ είναι Αντιπρόεδρος της «Ακαδημίας Γεωπολιτικών Μελετών»(www.oag.ru), της Μόσχας, η οποία θεωρείται η «θεωρητική δεξαμενή σκέψης» της « Νέας Ρωσίας» την οποία πρεσβεύει, ο «Κύκλος του Στρετένσκυ» και ξεκίνησε με την ανάληψη της Προεδρίας της Ρωσίας υπό τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο Λ. Ιβασώβ διατηρεί στενή φιλιά από το παρελθόν του στην KGB με τον Β. Πούτιν.
Στενός συνεργάτης του Λ. Ιβασώβ είναι ο Α. Κ. Neklessa, επίσης σημαντικό στέλεχος της Γεωπολιτικής Ακαδημίας της Μόσχας, Καθηγητής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών.
Ο Λ. Ιβασώβ, πρό της ιδρύσεως του «Κύκλου του Στρετένσκυ» είχε εκπονήσει μια ογκωδέστατη μελέτη, όπου έθετε τις θεωρητικές βάσεις της «νέας ιδεολογίας» η οποία πρέπει να δοθεί στον Ρωσικό Λαό, ως αντικατάστατο του κομμουνισμού, για τον έλεγχο των τεράστιων μαζών της Χώρας του.
Την «Νέα Ιδεολογία» όρισε εντός των πλαισίων μιας νέα θεωρίας  την οποία και ονόμασε «Θρησκευτικοπολιτική Θεωρία» για να συνεχίσει στην διαμόρφωσή της, την οποία και ονόμασε «Θρησκευτικοπολιτικό-Γεωπολιτικό Δόγμα της Νέας Ρωσίας».
Στην θεωρία του ο Λ. Ιβασώβ, εισηγείται την ενσωμάτωση της ιστορίας της Τσαρικής Ρωσίας και της Ορθοδοξίας, με τον Ρωσικό εθνικισμό ο οποίος και θα περιλαμβάνει τμήματα της Σοβιετικής Ιστορίας και του κομμουνισμού. Δηλαδή, μια «θεωρητική ομογενοποίηση» της Ρωσικής ιστορίας, με έντονα θρησκευτικά-ορθόδοξα δογματικά στοιχεία της πάλαι ποτέ «Τσαρικής Αγίας Ρωσίας» και του Ρωσικού εθνικισμού-πατριωτισμού της νεώτερης Ρωσικής ιστορίας, μέσα από την Σοβιετική ΄Ενωση και ειδικά τον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο» δηλαδή, την ιστορική περίοδο  του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, κάτι που είναι εμφανέστατο τα τελευταία χρόνια.
Η νέα αυτή θεωρία, έτυχε μεγάλης επεξεργασίας και αναλύσεων και τελικά έγινε αποδεκτή ως το «Νέο Ρωσικό Δόγμα» ή το «Νέο Ρωσικό ΄Οραμα», όπως συνηθίζουν να το αποκαλούν οι συμμετέχοντες του «Κύκλου του Στρετένσκυ».
250567_66
Ο Ρώσος Στρατηγός Λ. Ιβασώβ, συνδέθηκε στενά με τον Ρώσο Αρχιμανδρίτη και Ηγούμενο της Μονής Στρετένσκυ, και η Μονή έγινε το Κέντρο του «Νέου Ρωσικού Δόγματος», το οποίο είναι η νέα «Ρωσική Ιδεολογία» που εξαπλώνεται στην Ρωσία, με την βοήθεια και την πλήρη συμμετοχή της Ρωσικής Εκκλησίας. Στην Μονή δημιουργήθηκε μια μεικτή ομάδα, αποτελούμενη από Εκκλησιαστικούς αξιωματούχους υπό τον Αρχιμανδρίτη Τύχωνα Σεβκούνωβ και λαϊκούς υπό τον Λ. Ιβασώβ, κυρίως τέως στελέχη της KGB (οι γνωστοί επονομαζόμενοι «Σιλοβίκι») και του Σοβιετικού Στρατού, αλλά και επιφανείς Ρώσοι, όπως ο γνωστός Ρώσος μεγιστάνας Αμπράμοβιτς.
  • Άλλα σημαντικά στελέχη του «Κύκλου του Στρετένσκυ» είναι ο Κίριλ Καμπάνοφ, επικεφαλής της «Ρωσικής Επιτροπής κατά της Διαφθοράς», ο  Στανισλάβ Μπελκόφσκι, του «Ινστιτούτου Εθνικής Στρατηγικής στη Μόσχα»,ο Γενικός Εισαγγελέας της Ρωσίας Γιούρι Τσάικα, ο οποίος πολύ συχνά επισκέπτεται το ΄Αγιον ΄Ορος, και άλλοι Ρώσοι αξιωματούχοι.
[Η δικεκριμένη Ρωσίδα κοινωνιολόγος Όλγα Κριστανόβσκαγια έχει διαπιστώσει ότι το 25% των θέσεων πολιτικής διοίκησης κατέχονται από αξιωματούχους που προήλθαν από τις γραμμές των «σιλοβίκι».
«Όσο πιο υψηλό το επίπεδο διοίκησης, τόσο μεγαλύτερη και η συγκέντρωση των σιλοβίκι».
Πριν από την άνοδο του Γκορμπατσόφ στην εξουσία, ο αριθμός των σιλοβίκι στην πολιτική διοίκηση δεν ξεπερνούσε το 3% (Financial Times 5/3)].
Ως βάση της νέας Γεωπολιτικής της η Ρωσία, υιοθέτησε τις θέσεις του «Κύκλου του Στρετένσκυ», που κατά βάση κινούνται κυρίως, γύρω από την γεωπολιτική φιλοσοφία, του μεγάλου Ρώσου Ιστορικού του παρελθόντος Σεργκέϊ Σολόβιεβ και την πολιτική σκέψη των Πούσκιν, Ντοστογιέφσκι και Λομονόσοβ. Των οποίων τα συγγράμματα αναπαράγει και επανεκδίδει σε πολυτελείς τόμους η Μονή Στρετένσκυ και διακινούνται μέσω της Ρωσικής Εκκλησίας σε όλη την Ρωσική επικράτεια.
Ο Σεργκέϊ Σολόβιεβ, είχε διατυπώσει πολύ πριν το αμερικανό θεωρητικό Σάμιουελ Χάντιγκτον την θεωρία της «Σύγκρουσης των Πολιτισμών».
Ο Σεργκέϊ Σολόβιεβ, κάνει λόγο για «την πάλη μεταξύ του ασιατικού και του ευρωπαϊκού πνεύματος», τοποθετώντας την «Μεγάλη Ευρασιατική Ρωσική Αυτοκρατορία» στο επίκεντρο της «μάχης» το οποίο προσδιορίζει στον λεγόμενο «Ελληνικό-βαλκανικό χώρο». Περιγράφει την «Μεγάλη Ευρασιατική Ρωσική Αυτοκρατορία» περικυκλωμένη από «εχθρούς» όπως η Οθωμανική Αυτοκρατορία, και ο  Λατινικός Ιμπεριαλισμός της μη Ορθόδοξης Δύσης.
«Ήταν οι ορδές του Ξέρξη που εισέβαλαν στην Ελλάδα, ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος με την φάλαγγά του και την Ιλιάδα του Ομήρου στις ακτές του Ευφράτη, ήταν οι Ούνοι στα πεδία της Καταλωνίας, ήταν οι Σταυροφόροι στην Παλαιστίνη, ή οι Τάταροι που μάζευαν φόρους από τους Μοσχοβίτες…Τελικά, υπήρξε η εισβολή των Μογγόλων, οι Ρωσικές σημαίες στο Αστρακάν, στο Καζάν και στην Τασκένδη. ΄Όλα αυτά ήταν τα σημάδια του ίδιου αγώνα, που συνεχίζονταν με τους πολέμιους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» (Ιστορία των Παλαιών Χρόνων της Ρωσίας-Σ εργκέϊ Σολόβιεβ).

Πάνω στην «σκέψη Σολόβιεβ» στηρίζεται πλέον η νέα Γεωπολιτική της Ρωσίας, κυρίως στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, σύμφωνα με αρκετά «Think-tanks» που έχουν ιδρυθεί για διάφορους τομείς της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας, (άμυνα, οικονομία, πολιτική, κλπ).
Προωθείται συνολικά η άποψη, πως η Ρωσία θα πρέπει να ξαναγίνει η «Μεγάλη Ευρασιατική Ρωσική Αυτοκρατορία», η οποία έχει διαταραχθεί και κατ΄ επέκταση, ολόκληρη η υφήλιος. Για να αποκατασταθεί η «ιστορική ισορροπία» της υφηλίου, θα πρέπει η Ρωσία, να γίνει και πάλι  «Ευρασιατική Υπερδύναμη».
Ο «Κύκλος του Στρετένσκυ» θεωρεί με βάση την πολιτική φιλοσοφία του Σ. Σολόβιεβ, πως  η «Ευρασιατική αποκατάσταση» προϋποθέτει ως σταθερή της βάση, την διατήρηση του «Τριαδικού Ορθόδοξου Πυρήνα» δηλαδή, της ενιαίας και αδιαίρετου συνοχής των Χωρών, Ρωσίας-Ουκρανίας-Λευκορωσίας.
Ο «Κύκλος του Στρετένσκυ» θεωρεί πως η πολιτική της Δύσης, μέσο της νέας στρατηγικής του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, στερεί από την Ρωσία τους παράγοντες εκείνους που θα της προσέδιδαν την προοπτική ικανότητα της δημιουργίας, μιας «Ευρασιατικής Ρωσίας» ως «Αυτοκρατορίας» υπό νέο προσχηματικό μανδύα, μέσο των Χωρών της Κ.Α.Κ. (Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών) και άλλες στρατηγικές συμμαχίες που προσπαθεί να δημιουργήσει η Ρωσία, με χώρες της επιρροής της τέως ΕΣΣΔ.
250567_66
ΝΕΟΒΥΖΑΝΤΙΝΙΣΜΟΣ
Η νέα Ρωσική κοσμοθεωρία και κοσμοαντίληψη, ταυτίζει την «Ευρασιατική Αυτοκρατορική Ρωσία» με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Ο ποιο εύστοχος χαρακτηρισμός, της νέας Γεωπολιτικής Θεωρίας και Φιλοσοφίας, και η πλέον δόκιμη διατύπωσή της ως όρος είναι αυτός του «Νεοβυζαντινισμού».
Ο «Νεοβυζαντινισμός» του «Κύκλου του Στρετένσκυ», προβάλετε ως η κυρίαρχος ιδεολογία στην Ρωσία.
Η απαρχή του «Ρωσικού Νεοβυζαντινισμού» σε ευρεία κλίμακα, για τις τεράστιες λαϊκές μάζες της Ρωσίας, έγινε με πρωτοβουλία του Αρχιμανδρίτη Τύχωνα Σεβκούνωβ με την δημιουργία του ντοκιμαντέρ, «Η κατάρρευση της Αυτοκρατορίας. Το Βυζαντινό Μάθημα».
Το ντοκιμαντέρ αυτό, μελετήθηκε πάρα πολύ πρίν να ξεκινήσει η παραγωγή του και έγινε αντικείμενο, πολλών εμπιστευτικών συνεδριάσεων, του «Κύκλου του Στρετένσκυ». Μια παραγωγή αρκετά δαπανηρή, η χρηματοδότηση της οποίας μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστη.
Η τηλεοπτική αυτή παραγωγή, αφού διαφημίστηκε έντονα στην Ρωσική επικράτεια, και για μεγάλο διάστημα, προβλήθηκε αρκετές φορές από διάφορα ΜΜΕ. Η αποδοχή της από το Ρωσικό τηλεοπτικό κοινό, υπήρξε πρωτοφανής για τα Ρωσικά τηλεοπτικά δεδομένα. Οι καταγεγραμμένοι δείκτες τηλεθέασης και τα στατιστικά στοιχεία, δείχνουν πως πρόκειται για την εκπομπή με την μεγαλύτερη ακροαματικότητα στην ιστορία της Ρωσικής τηλεόρασης.
Την πρωτοφανή αυτή τηλεθέαση, ακολούθησε μια επίσης, πρωτοφανής πώληση όλων των βιβλίων και εκδόσεων, για το Βυζάντιο σε ολόκληρη την Ρωσία.
Η Μονή Στρετένσκυ, φρόντισε να εκδώσει, πριν την προβολή της τηλεοπτικής παραγωγής της για το Βυζάντιο, χιλιάδες βιβλία σχετικά με την Βυζαντινή Ιστορία, και να τα διανέμει σε ολόκληρη την αχανή και τεράστια Ρωσική επικράτεια, μέσο της Ρωσικής Εκκλησίας. Τα βιβλία της Μονής Στρετένσκυ αλλά και κάθε άλλη έκδοση σχετική με το Βυζάντιο, εξαντλήθηκαν σε ελάχιστες μέρες.
Είχε προηγηθεί της προβολής του ντοκιμαντέρ, η δημόσια δήλωση του Πρωθυπουργού της Ρωσίας Β. Πούτιν, η οποία και κατέκλυσε (πιθανόν κατευθυνόμενα) τα ΜΜΕ της Χώρας, πως «η Ρωσία μετά την πυρηνική της ασπίδα, έχει ως ασπίδα την Ορθόδοξη πίστη της».
Των δηλώσεων Β. Πούτιν, είχαν προηγηθεί με μεγάλη συχνότητα και ανάλογη συνεχή προβολή, κοινές παρουσίες τόσο του Πρωθυπουργού όσο και του Προέδρου της Ρωσίας σε διάφορες Εκκλησίες και Μοναστήρια της Ρωσίας. Επίσης, η εκλογή του νέου Ρώσου Πατριάρχη Κυρίλλου, και η παρουσία των δύο Ρώσων αξιωματούχων στις εκδηλώσεις της ενθρόνισής του, μονοπώλησαν τα ΜΜΕ της Ρωσίας. Τα παραπάνω γεγονότα συνέπεσαν με τις εορτές του Αγίου Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και προστάτη του Ρωσικού Στρατού, των Αγίων Κύριλλου και Μεθοδίου και της επετείου της προσχώρησης του Ρωσικού Λαού στην Ορθοδοξία υπό τον Τσάρο Βλαντιμίρ το 988.
Συμπερασματικά, όλα τα ως άνω γεγονότα, με τον απόλυτο Θρησκευτικό τους χαρακτήρα, την έντονη προβολή τους στα ΜΜΕ της Ρωσίας, η προβολή του ντοκιμαντέρ, πλήθος άλλες εκδηλώσεις θρησκευτικές, αλλά και θεολογικά συνέδρια, ιστορικά κλπ, σηματοδοτούν και καταδεικνύουν, πως ξεκίνησε η δημόσια προβολή της νέας Ρωσικής ιδεολογίας του «Νεοβυζαντινισμού», σε πλήρη σύμπνοια και σύμπραξη, μεταξύ της Ρωσικής Πολιτικής Ηγεσίας και της Ρωσικής Εκκλησίας.
Sretensky Monastery

«ΒΥΖΑΝΤΙΟ» ΄Η «ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ»
Στο ντοκιμαντέρ με τίτλο, «Η κατάρρευση της Αυτοκρατορίας. Το Βυζαντινό Μάθημα» γίνεται μια εξιστόρηση της ιστορικής παρουσίας του Βυζαντίου και των σχέσεών του με την Δύση. Επίσης, γίνεται ανάλυση των αιτίων που οδήγησαν στην πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Οι αντιδυτικές αναφορές, στο ντοκιμαντέρ, είναι το κυρίαρχο στοιχείο το οποίο προβάλλετε έντονα και κάθε τρόπο. Γίνεται ένας πολύ έντεχνος παραλληλισμός και μια ιστορική παρομοίωση με έντονη πολιτική εξίσωση, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με την Ρωσία του σήμερα, μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος.
Π.χ. γίνεται αναφορά στις εσωτερικές διαμάχες του Βυζαντίου με αφορμή την έλλειψη διοικητικής μέριμνας κατά διάφορες περιόδους και η στάση του Βάρδα του Σκληρού, παραπέμπει στην υπόθεση του γνωστού φυλακισμένου Ρώσου μεγιστάνα της Yokos Μιχαήλ Χοντορκόφσκι.
Η αφηγηματική εξιστόρηση των αιτίων της πτώσης του Βυζαντίου, από τον ίδιο τον Αρχιμανδρίτη Τύχωνα, ουσιαστικά περιγράφει την πολιτική παρουσία και τις πολιτικές επιλογές του Βλαντιμίρ Πούτιν. Σε όσα σημεία τονίζονται στην εξιστόρηση ως αιτίες της πτώσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ταυτόχρονα και υποσυνείδητα ο τηλεθεατής, φέρνει στην σκέψη του πολιτικές ενέργειες και αποφάσεις του Βλαντιμίρ Πούτιν, οι οποίες είναι ακριβώς αντίθετες με τα «Βυζαντινά Λάθη»
Εν κατακλείδι, εάν κάποιος μελετήσει το ντοκιμαντέρ με την οπτική γωνία «Βυζαντινή πτώση και η Ρωσία του σήμερα» θα διαπιστώσει πως η Ρωσία προβάλλεται ως η νέα αναδυόμενη Βυζαντινή Αυτοκρατορία του σύγχρονου κόσμου, η οποία δεν πέφτει στα λάθη του παρελθόντος, διδάσκεται από την ιστορία και επιλέγει «αλάνθαστη οδό» χάρη στον «φωτισμένο ηγέτη της» Βλαντιμίρ Πούτιν και τους διαδόχους του. Στο ντοκιμαντέρ γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο θέμα της διαδοχής στο Βυζάντιο και τα τραγικά αποτελέσματα για την λανθασμένη επιλογή των κατά περιόδους αυτοκρατορικών διαδόχων.
Με τον τρόπο αυτό, διασώζεται η διαδοχή στην σύγχρονη Ρωσία, αλλά και επιβάλλεται εντέχνως η όποια επιλογή από τον «πεφωτισμένο ηγέτη» ο οποίος δεν πέφτει στα λάθη του Βυζαντινού αυτοκράτορα Βασίλειου Α΄του Μακεδόνα για τον οποίο γίνεται αναφορά στο ντοκιμαντέρ.
Στην τηλεοπτική αυτή παραγωγή, διαπιστώνει κάποιος πως αυτή απευθύνεται σε ανθρώπους με ελάχιστη γνώση της Βυζαντινής ιστορίας, χωρίς όμως να αλλοιώνει τα ιστορικά δεδομένα. Περιγράφει επιλεγμένα ιστορικά δεδομένα του Βυζαντίου, κυρίως αυτά με τις διαμάχες με την Δύση, και τα επεκτείνει σε μορφές πολιτικών αναλύσεων αλλά και μηνυμάτων.
Ο αντιδυτικός χαρακτήρας της τηλεοπτικής παραγωγής είναι πλήρης και κάθετος, τόσο στις ιστορικές αναφορές, όσο και στις πολιτικές μεθερμηνεύσεις του. Συχνά-πυκνά την αφηγηματική εξιστόρηση, συμπληρώνουν τηλεοπτικά πλάνα, στα οποία η Δύση προσωποποιείται, κυρίως με μεσαιωνική ενδυμασία, και διάφορες μάσκες θεατρικής προέλευσης, που παραπέμπουν σε όρνεο.
Φαίνεται πως επιλέχθηκαν ενδυμασίες Γαλλικής προέλευσης, για να ανακινήσουν τις μνήμες της εκστρατείας του Ναπολέοντα στην Ρωσία, ενώ η επιλογή της διχρωμίας, κόκκινου και μαύρου, υποσυνείδητα προκαλεί στο συλλογικό Ρωσικό συνειδητό αίσθημα, ανάσυρση ιστορικών εγγραμμάτων της μνήμης του, από την εκστρατεία των Ναζί στην Ρωσία. Είναι γνωστά άλλωστε τα χρώματα που κυριαρχούν στην Χιτλερική Σημαία – Σβάστικα.
Πλήθος άλλες αναφορές του ντοκιμαντέρ, έχουν έντονα πολιτικά  μηνύματα, τα οποία ως ιστορικές αναφορές και περιγραφές, συνδέουν παρλεθόν-παρών-μέλλον, με έμμεσο τρόπο και ακολουθείται η στρατηγική της «Έμμεσης Προσέγγισης». Η στρατηγική αυτή ως πρακτική απαντάτε σε μεγάλη συχνότητα,
στην Σοβιετική Εποχή, και ειδικά από την πολύπλευρη δράση και τις επιχειρήσεις της πάλαι ποτέ KGB.
14867.d
ΟΤΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Συμπερασματικά, φαίνεται πως την δομή, την εξέλιξη, παρουσία και προβολή της τηλεοπτικής αυτής παραγωγής, επεξεργάστηκαν πλήθος άνθρωποι με ιστορικές γνώσεις, γνώσεις προπαγάνδας, γνώσεις ψυχολογίας των μαζών, και πλήθος πολιτικοί επικοινωνιολόγοι, με αποκλειστικό σκοπό, την δημιουργία «ιδεολογικού υπόβαθρου» και «χειρισμού του υποσυνείδητου» των τεράστιων Ρωσικών μαζών, με σκοπό την δημιουργία της νέας Ρωσικής ιδεολογίας. Τα έντονα θρησκευτικά στοιχεία της νέας Ρωσικής ιδεολογίας, επέβαλαν την παρουσίαση του ντοκιμαντέρ, από έναν προβεβλημένο Ρώσο Ιερομόναχο του οποίου οι θερμές σχέσεις με την παρούσα Ρωσική εξουσία είναι γνωστές στην Ρωσία, αλλά και πέραν αυτής.
Την απόλυτη προσήλωση με «θρησκευτική ευλάβεια» στον κομμουνισμό,  έρχεται να λάβει ως αντικατάστατο η νέα Ρωσική ιδεολογία, η οποία φαίνεται πως απαιτεί και αυτή την πλήρη προσήλωση με απόλυτο τρόπο, προβάλλοντας ταυτόχρονα, το όραμα της ελπίδας, της ευημερίας, και της ιστορικής κοσμογονικής αποστολής της Ρωσίας μέσα στο κόσμο, ως «απεσταλμένης του Θεού» για την παγκόσμια ειρήνη. Από την άλλη, προβάλεται, η καταστροφή, απαξίωση και ο ευτελισμός, έως και η πλήρης εξαφάνιση της Ρωσίας, εάν δεν υιοθετηθούν οι κανόνες και οι παράγοντες, που θα διατηρήσουν «καθαρή και αγνή» την νέα ιδεολογία.
  • Κοντολογίς, θα λέγαμε πως, οι Ρώσοι τίθενται μεταξύ ενός υπαρξιακού έντονου προβληματισμού και διλήμματος…Να επιλέξουν, μεταξύ της νέας Ρωσικής ιδεολογίας την οποία πρέπει να υπηρετήσουν με «θρησκευτική ευλάβεια και πλήρη προσήλωση» και ταυτόχρονη «αδιαμαρτύρητη υπακοή» στους παραγωγούς της και Πολιτικούς της Ηγέτες, διαφορετικά η Ρωσία θα καταστραφεί όπως η Βυζαντινή αυτοκρατορία με κύριο υπεύθυνο την Δύση.
Από την μια η «ελπίδα» και από την άλλη ο «φόβος». Από την μια η «ζωή» και από την άλλη ο «θάνατος»…
  • Δηλαδή, η υπονόμευση της Δύσης θα καταστήσει τόσο αδύναμη την Ρωσία που θα επιφέρει την πλήρη καταστροφή της, πιθανόν από την Ασία, όπως έγινε στο Βυζάντιο. Έτσι καταδεικνύεται ο ρόλος της Ρωσίας στην Ευρασία και η αναγκαιότητα, χωρίς άλλες επιλογές, της κυριαρχίας της νέας Ρωσικής ιδεολογίας.
  • Source : Mia stala blog

Οι γερμανικές αποζημιώσεις και το "κτύπημα" της τρόικα

Οι πολεμικές επανορθώσεις και το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο από τη Γερμανία που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που προέρχονται από το «Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα», με επικεφαλής τον Μανώλη Γλέζο, τον Ευάγγελο Μαχαίρα, τον Γεώργιο Αλέξανδρο Μαγκάκη, τον Βασίλη Καρκούλια κ.ά. ξεπερνούν, σε σημερινή αξία, τα 162 δις ευρώ χωρίς τους τόκους, όπως σημειώνει στο άρθρο του που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Επίκαιρα» ο Αναπληρωτής Καθηγητής Θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης, Νότης Μαριάς.

Σύμφωνα με το βιβλίο Η Μαύρη Βίβλος της Κατοχής (Αθήνα 2006), που έχει εκδώσει το Εθνικό Συμβούλιο για τη διεκδίκηση των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, τα θύματα και οι απώλειες της χώρας μας από τους Γερμανούς κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έχουν ως εξής:
1) Νεκροί πολέμου 1940-1941: 13.327
2) Εκτελεσμένοι (σε ολόκληρη την Ελλάδα): 56.225
3) Θανόντες όμηροι (στα γερμανικά στρατόπεδα): 105.000
4) Νεκροί από βομβαρδισμούς: 7.120
5) Νεκροί σε μάχες της Εθνικής Αντίστασης (σύμφωνα με γερμανικά στοιχεία): 20.650
6) Νεκροί στη Μέση Ανατολή: 1.100
7) Απώλειες Εμπορικού Ναυτικού: 3.500
Σύνολο: 206.922
Νεκροί από πείνα & σχετικές ασθένειες: 600.000
ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ: 806.922
Απώλειες από υπογεννητικότητα: 300.000
Σύνολο απωλειών: 1.106.922




Οι γερμανικές οφειλές προς την Ελλάδα
Οι γερμανικές οφειλές προς τη χώρα μας προέρχονται από:
1) Την υποχρέωση καταβολής του υπολοίπου των Επανορθώσεων από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
2) Αποζημιώσεις λόγω της απώλειας κυρίως σκαφών (βομβαρδισμοί, τορπιλισμοί, βυθίσεις, αιχμαλωσία) κατά την περίοδο ουδετερότητας της Ελλάδας στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, πριν την επίθεση Ιταλίας και Γερμανίας εναντίον μας.
3) Την επιστροφή του αναγκαστικού κατοχικού δανείου.
4) Τις Επανορθώσεις που αναγνωρίστηκαν από τη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων (1946) να μας καταβάλει η Γερμανία για τις ζημίες που προξένησε στην ελληνική οικονομία.
5) Από την καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα των θηριωδιών του γερμανικού στρατού κατοχής, όπως είναι η περίπτωση του Διστόμου κ.λπ.



Το «ύπουλο χτύπημα» από την τρόικα
Η τρόικα με το Μνημόνιο έχει επιβάλει με ύπουλο τρόπο τη διαγραφή όσων ληξιπροθέσμων χρεών είναι δήθεν «ανεπίδεκτα εισπράξεως». Για το λόγο αυτό, μάλιστα, έγινε και η σχετική ανεπιτυχής απόπειρα νομοθετικής διαγραφής ανείσπρακτων οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο ύψους 24 δις ευρώ.

Πρόκειται για ένα ύπουλο παιχνίδι από την πλευρά της τρόικας, διότι με τον τρόπο αυτό θέλει έμμεσα να επιτύχει τη μη εγγραφή στον ελληνικό προϋπολογισμό του γερμανικού χρέους προς την Ελλάδα ως δήθεν «ανεπίδεκτο εισπράξεως».

Για το λόγο αυτό θα πρέπει η ελληνική πλευρά να είναι ιδιαίτερα προσεκτική προκειμένου να μην έχουμε φαινόμενα αντίστοιχα με αυτά του άρθρου 7 της δανειακής σύμβασης Ελλάδας - κρατών Ευρωζώνης, όπου, όπως αναλύσαμε στα «Επίκαιρα», η ελληνική πλευρά παραιτήθηκε (παρανόμως και όλως αντισυνταγματικώς) από την ένσταση συμψηφισμού και την υποβολή ανταπαίτησης για τις γερμανικές αποζημιώσεις. http://www.epikaira.gr

Turkey's Nuclear Ambition in the New Era

Throughout the previous decade, one of the main rhetorics in Turkish diplomacy was to become the fourth energy artery for Europe. Parallel to this motto, Turkey pursued a pro-active policy in the Middle East and Caspian Basin. However, it had to face political constraints in Iran and Iraq, whereas in the Caspian Basin could only succeed in finishing several projects in its own modest way.

Even though Turkey is yet to succeed in becoming an energy hub, it is an important country for energy potential and existing policies. However, again mega projects like Nabucco, South Stream, Samsun Ceyhan and the Trans-Caspian Pipeline cannot be imagined without Turkey. Thus, looking back, Turkey strengthened its position on an international level and became one of the main actors in the energy sector in its region.

Over the years, Turkey's strategy has shown energy business that it has a multidimensional character which is not only technical, but includes detailed policy that incorporates issues of the economy, foreign policy and security. In this sense, these policies while helping Turkey to strengthen its geostrategic position also contributed to Turkeys energy security. However, it seems Ankara has to take more serious steps to safeguard its immediate future in the sector. Thus, it could be argued that national motives will gain a greater importance in Turkeys energy strategy, while the international dimension of Turkish energy policy remains high on the agenda.

Focusing on energy policies for national purposes

In the last decade, Turkey has tried to increase the share of the countrys national resources used in its energy consumption. In this regard, hydropower policies and renewable energy investments, along with thermal energy, recently gained impetus. Accordingly, the Turkish state reformed the legal basis and its policies in order to stimulate projects and create a favorable environment for both foreign and Turkish entrepreneurs.

Even though Turkish strategy is to support investments using national resources, the problem is that Turkey has limited resources, and apart from coal reserves, renewable energy and hydropower, is open to fluctuations because of seasonal effects. Moreover, despite promises it represents, renewable energy seems to be secondary in the countrys strategy when compared to conventional energy resources. In this sense, Turkey is in need of sustainable, stable energy resources. However, its dependence on foreign resources places the issue of diversification high on the agenda.

In terms of diversification, Turkey's is hardly one of the success stories. The country is particularly dependent on Russia for natural gas from which it obtains 65 percent of its gas requirements as well as other partners such as Iran, Azerbaijan and a number of African states, and it hardly has the capacity to substitute Russian dominance in the Turkish market. Moreover, among energy partner countries, Iran seems to be the least reliable partner because of problems of stability in the colder winter periods.

In general terms, Turkey is dependent on imported energy to a level of 70 percent and increases in demand sit at around 5.5 percent to 6 percent per year. In times of economic prosperity this may reach to 8 percent. Thus, Turkey is facing a compromise between growth and increasing its capacity in energy generation. Considering the fact that Turkey will be growing at around 5 percent to 6 percent annually over the next three years and aims to climb the steps of the G20 by 2023, a second option for Turkey is not on the cards.

 Nuclear ambitions: Seeking for partners in the East

Turkey wants to minimize fluctuations in energy generation and needs big scale investments in the new period. In this sense, over the next decade Ankara intends to include nuclear technology in its portfolio without any delays. However, there is the urge of diversifying its partners in energy sector as well. In this regard, Russian nuclear power plant in Mersin Akkuyu seems to be the first investment with the capacity of 4800 MW and Turkey is looking for another investor in the Black Sea coast of Turkey, Sinop.

The Russian project is important for Turkey as being a reference model for other projects. However, it has its own constrains. First of all, the interdependence between Russia and Turkey will be increasing in energy sphere apart from Turkey's existing dependence on Russian hydrocarbon resources. Turkey intends to balance this situation by persuading Moscow to provide the necessary financial source to the project. In this sense, while bringing foreign direct investment to the country, Turkey also aims to minimize the risk.

It seems that Russia perceives the project more strategic than commercial and decisive in terms of finalizing the project. When finalized the power plant will be active for 60 years and there is a state guarantee that Turkey will buy the generated electricity for 20 years. Even though 20 years is perceived as a long-term commitment, the $20 billion dollar of investment of Russians and depreciation of price due to time lag makes it understandable.

However, there is another risk that arises in the security sphere of the Russian project. Even though the project seems attractive, Russian political cultures not being liberal is causing some concerns about the future. The Russian reflex in a possible regional conflict between Russia and Georgia is hard to imagine if Turkey pursued a different strategy to Moscow. However, the Turkish government continues to support the project as both economically and strategically beneficial for Turkey.

As mentioned, Turkey is aiming to find new partners in the energy business. Accordingly, Energy Minister Taner Yıldız is looking for new investors in the Asia Pacific region. The shuttle diplomacy between Turkey and the countries in the region has gained impetus recently. Even though Turkey failed to ink an agreement with South Korea, it seems that Japan is appearing as another promising potential partner. Turkey and Japan signed a memorandum of understanding in Tokyo to build a nuclear power plant in Sinop. Another meeting will be made between two partners to discuss the terms and conditions of the parties in three months time. If parties sign an agreement the security and dependency problem will be overcome, up to a certain extent, for Ankara. Japan, as a country specialized in nuclear technology, is known to be building reactors resistant to earthquakes and the countrys disciplined business culture could be an asset to Turkey. However, Turkey should continue to look for other partners in the world to create a dynamic environment and culture in nuclear technology. Considering the fact that efficiency and lower cost is the main essence of competition, Turkey would benefit from these partnerships.

Turkey aims to generate between 5 percent and 10 percent of its energy needs from nuclear technology over the next decade. In this sense, Turkey needs a consistent and sustainable nuclear energy strategy. Recent steps taken should be analyzed carefully and the energy ministers steps should also be supported by diplomatic channels. The agreements should be made in terms of mutual benefits and it should be underlined here that these initiatives are vital not only for Turkey. Considering the global financial crisis and slowing economies, mega projects are also important for investor countries.

Moreover, the Turkish private sector should take an active role in these projects. In the 1960s and 1970s, Turkish engineers learned how to build hydroelectricity power plants from Western engineers. Now, Turkish companies are not only building hydroelectricity power plants in Turkey but also taking over big projects all over the world which shows the competitive capacity of the Turkish economy.

Hasan Selim zertem
Center for Eurasian Studies

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Η νέα γεωπολιτική στρατηγική της Τουρκίας

του Σάββα Καλεντερίδη
Η Τουρκία το τελευταίο διάστημα, που φαινομενικά συμπίπτει με την άνοδο του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην εξουσία, τροποποιεί την εξωτερική της πολιτική και από την κεμαλική εσωστρέφεια και τη νατοϊκή νομιμοφροσύνη που ίσχυε μέχρι τώρα εφαρμόζει μια πολιτική με πολλαπλούς γεωπολιτικούς στόχους, αποσκοπώντας να αναχθεί σε μια από τις δέκα μεγαλύτερες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις σε παγκόσμιο επίπεδο μέχρι το 2023, έτος που η Τουρκική Δημοκρατία συμπληρώνει εκατό χρόνια ζωής.
Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, που θεωρείται κάτι σαν ληξιαρχική πράξη γέννησης της Τουρκικής Δημοκρατίας, η Άγκυρα ακολούθησε μια εξαιρετικά εσωστρεφή εξωτερική πολιτική. Μέχρι το 1930 υπέγραψε ελάχιστες διμερείς ή διεθνείς συμφωνίες και συνθήκες, ενώ μέλος της Κοινωνίας των Εθνών έγινε μόλις το 1932. Χαρακτηριστικό της εσωστρέφειας αυτής είναι το γεγονός ότι ο ηγέτης της Τουρκίας Μουσταφά Κεμάλ μέχρι το θάνατό του, το 1938, δεν συμμετείχε σε καμία διεθνή διαδικασία και δεν ταξίδεψε ποτέ στο εξωτερικό, ούτε καν για ιδιωτικούς λόγους. Μετά το θάνατο του Μουσταφά Κεμάλ και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950 συνεχίστηκε η εσωστρέφεια της Τουρκίας, εσωστρέφεια που τερματίζεται με την είσοδό της στο ΝΑΤΟ, το 1952. Από το 1952 και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η τουρκική εξωτερική πολιτική είναι προσαρμοσμένη περίπου απόλυτα στις απαιτήσεις που επιβάλλουν το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι και την περίοδο αυτή η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας παραμένει φοβική και εσωστρεφής και επιδεικνύει εξωστρέφεια εκεί όπου υπάρχει στήριξη ή ταύτιση με την πολιτική και τις επιδιώξεις των Βρυξελλών και της Ουάσινγκτον.
Την περίοδο αυτή η Τουρκία διατηρεί περιορισμένες σχέσεις με τον ισλαμικό και τον αραβικό κόσμο, τη Ρωσία και τις λεγόμενες Τρίτες Χώρες. Με τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της Σοβιετικής Ένωσης, περίοδος που συμπίπτει με την επιχείρηση «Αλεπού της Ερήμου» στο Κουβέιτ και το Ιράκ, αρχίζουν να διαφαίνονται τα αδιέξοδα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Είναι η περίοδος που οι ΗΠΑ φαίνονται αποφασισμένες να αναδείξουν το Κουρδικό και να δημιουργήσουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν τη δημιουργία ενός στην αρχή αυτόνομου και μετά ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στο Βόρειο Ιράκ.

Τα αδιέξοδα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, ο Στρατός και το ΑΚΡ
Το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ εξασφάλιζαν τη νομιμοφροσύνη της Τουρκίας στα θέματα της εξωτερικής της πολιτικής και του γεωπολιτικού της προσανατολισμού κυρίως μέσα από τις σχέσεις που διατηρούσαν με τα στελέχη των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ). Σε περιπτώσεις δε που οι πολιτικοί επιχείρησαν να αλλάξουν τον γεωπολιτικό προσανατολισμό της Τουρκίας, όπως για παράδειγμα ο Μεντερές, ο στρατός επενέβη με πραξικοπήματα (1960, 1971, 1980) και η Τουρκία παρέμεινε νομιμόφρων και νομοταγής στις επιταγές του ΝΑΤΟ και της Ουάσινγκτον.
Με την επιχείρηση «Αλεπού της Ερήμου», οι ΗΠΑ επιχείρησαν να εμπλέξουν την Τουρκία στο Κουρδικό, προτείνοντας στον Τουρκικό Στρατό να εισβάλει και να καταλάβει το Βόρειο Ιράκ. Ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι στρατηγοί άρχισαν να υποπτεύονται ότι η σχέση τους με τις ΗΠΑ τούς οδηγεί σε δύσβατα μονοπάτια, τα οποία θα οδηγούσαν στη διάλυση της ίδιας τους της χώρας. Και αυτό γιατί η Ουάσινγκτον πρότεινε στην Άγκυρα να καταλάβει τα παλιά οθωμανικά σαντζάκια του Κιρκούκ και της Μοσούλης, που κατοικούνται στην πλειοψηφία τους από Κούρδους, ανοίγοντας ένα κεφάλαιο που σε κάθε περίπτωση δεν θα έκλεινε ανώδυνα για την Τουρκία.
Οι ενστάσεις αυτές οδήγησαν τους Τούρκους στρατηγούς στην απόφαση να αρνηθούν την αμερικανική πρόταση. Όταν δε ο Οζάλ πίεσε τον τότε αρχηγό ΓΕΕΘΑ Τορουμτάι, εκείνος υπέβαλε την παραίτησή του. Η δεκαετία του 1990 πέρασε με αντεγκλήσεις μεταξύ παραγόντων των ΗΠΑ και Τούρκων στρατιωτικών πάνω συγκεκριμένο ζήτημα. Οι ΗΠΑ ζητούσαν επίμονα από την Τουρκία να συμμετέχει ενεργά σε μια ενδεχόμενη επιχείρηση ανατροπής του Σαντάμ Χουσεΐν και να αναγνωρίσει de facto το αυτόνομο κουρδικό κράτος του Βορείου Ιράκ, το οποίο, μετά τη Συμφωνία της Ουάσινγκτον που υπέγραψαν οι Μπαρζανί, Ταλαμπανί και Μαντλίν Ολπμπράιτ, τον Σεπτέμβριο του 1998, άρχισε να ισχυροποιείται και να αποκτά τις βασικές δομές για την αυτόνομη λειτουργία του.
Η κατάσταση αυτή αύξησε ακόμα περισσότερο την καχυποψία των Τούρκων στρατηγών απέναντι στην Ουάσινγκτον, η οποία ήδη άρχισε να αναζητεί εναλλακτικές λύσεις ανάμεσα στους πολιτικούς αυτήν τη φορά, αφού οι στρατηγοί δεν ήταν πλέον αξιόπιστοι συνομιλητές τους. Η εναλλακτική λύση βρέθηκε στο πρόσωπο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος δήλωνε στους Αμερικανούς συνομιλητές του αποφασισμένος να αποσκιρτήσει από την επιρροή του ριζοσπαστικού ισλαμιστή Νετζμετίν Ερμπακάν και να ιδρύσει δικό του κόμμα, πιο μετριοπαθές και πολύ κοντά στις θέσεις του θρησκευτικού ηγέτη Φετουλάχ Γκιουλέν, που κατέφυγε στις ΗΠΑ από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 «διά λόγους υγείας». Έτσι γεννήθηκε το ΑΚΡ.

Οι απόπειρες αλλαγής γεωπολιτικού προσανατολισμού της Τουρκίας
Στις αρχές της νέας χιλιετίας και όσο προχωρούσαν τα σχέδια των ΗΠΑ για ανατροπή του Σαντάμ και αναβάθμιση του αυτόνομου κουρδικού κράτους στο Βόρειο Ιράκ, το στρατιωτικό κατεστημένο της Άγκυρας άρχισε να μιλά για ανάγκη αλλαγής γεωπολιτικού προσανατολισμού Τουρκίας, αφού ο μονομερής εναγκαλισμός με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, σύμφωνα με την άποψή τους, θα οδηγούσε την Τουρκία νομοτελειακά στο διαμελισμό.
Ο προβληματισμός αυτός εκφράστηκε πολλές φορές με δηλώσεις, με αποκορύφωμα τη δήλωση του Γενικού Γραμματέα του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (ΣΕΑ), στρατηγού Τουνσέρ Κιλίντς, σε Συμπόσιο της Διοίκησης Ακαδημιών Πολέμου (2002), όπου ο πανίσχυρος στρατηγός είπε τα εξής: «Και η Ρωσία είναι απομονωμένη. Πιστεύω ότι ανεξάρτητα από τις αντιδράσεις των ΗΠΑ θα πρέπει να προβούμε σε νέες αναζητήσεις για συμμαχίες σε μια περιοχή, στην οποία θα συμπεριλαμβάνεται η Ρωσία και το Ιράν» (Συμπόσιο Διοίκησης Ακαδημιών Πολέμου, 7 Μαρτίου 2002).
Ήταν πλέον προφανές ότι ήταν σε εξέλιξη ένας υπόγειος πόλεμος μεταξύ των παλαιών καλών φίλων στην Ουάσινγκτον και την Άγκυρα. Οι Τούρκοι στρατηγοί είχαν μπει σε ένα δρόμο αναζήτησης νέων γεωπολιτικών φίλων και επιλογών.
Λίγους μήνες μετά τη δήλωση του στρατηγού Κιλίντς, το Νοέμβριο του ιδίου έτους, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης κατήγαγε σημαντικότατη νίκη στις εκλογές και σχημάτισε την κυβέρνηση Γκιουλ, αφού ο Ερντογάν δεν εξελέγη βουλευτής, λόγω υφιστάμενης απαγόρευσης.
Τον Μάρτιο του 2003 οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας έφθασαν σε σημείο ρήξης, όταν το τουρκικό Κοινοβούλιο, έπειτα από ανοιχτή παρέμβαση του Τούρκου ΓΕΕΘΑ, δεν ενέκρινε τη συμφωνία με βάση την οποία ο στρατός των ΗΠΑ θα χρησιμοποιούσε το έδαφος της Τουρκίας για να ανοίξει το βόρειο μέτωπο στο Ιράκ. Λίγες μέρες μετά, μέσω κάποιας νομικίστικης φόρμουλας που εφευρέθηκε, εκλέγεται βουλευτής ο Ερντογάν και στις 14 Μαρτίου αναλαμβάνει τα ηνία της κυβέρνησης, ανοίγοντας μια νέα σελίδα στις γεωπολιτικές αναζητήσεις της Άγκυρας.

Η νέα γεωπολιτική στρατηγική της Τουρκίας
Όπως εξηγήσαμε παραπάνω, ο κύριος λόγος για τον οποίο διερράγησαν οι σχέσεις ΗΠΑ-Στρατηγών και ενισχύθηκαν οι σχέσεις ΗΠΑ-Ερντογάν είναι η εμμονή της Ουάσινγκτον να εμπλέξει την Τουρκία στο Βόρειο Ιράκ και να την αναγκάσει να αναγνωρίσει το αυτόνομο κουρδικό κράτος του προέδρου Μεσούτ Μπαρζανί, το οποίο, σημειωτέον, δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς διέξοδο στη θάλασσα. Άρα, ένα από τα κύρια μελήματα της νέας κυβέρνησης Ερντογάν ήταν από τη μια πλευρά να εξουδετερωθούν οι αντιστάσεις των στρατηγών στην προσέγγιση με το κουρδικό κράτος του Βορείου Ιράκ και από την άλλη να εξουδετερωθεί το εσωτερικό κουρδικό μέτωπο που απειλεί τη συνοχή και την ενότητα της Τουρκίας. Το τελικό ζητούμενο ήταν –και συνεχίζει να είναι– το εξής:
Να υλοποιήσει τις υποσχέσεις που έδωσε ο Ερντογάν και το ΑΚΡ στις ΗΠΑ για το Βόρειο Ιράκ, χωρίς να κινδυνεύει η εσωτερική συνοχή και η ακεραιότητα της Τουρκίας.
Με βάση το ζητούμενο αυτό χάραξε η Τουρκία τη νέα γεωπολιτική της στρατηγική, η οποία συνίσταται σε γενικές γραμμές στα εξής:
 Ενίσχυση των δεσμών με τον μουσουλμανικό κόσμο, με σκοπό την ενίσχυση του πολιτικού βάρους και της διεθνούς θέσης της χώρας.
 Ενίσχυση των σχέσεων με τον αραβικό κόσμο, με σκοπό τη δημιουργία οικονομικών δεσμών που θα ισχυροποιήσουν την τουρκική οικονομία.
 Ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων της Τουρκίας με τη Ρωσία και με άλλες χώρες που διαθέτουν μεγάλες αγορές, με σκοπό τη δημιουργία οικονομικών δεσμών που θα ισχυροποιήσουν την τουρκική οικονομία.
 Ενίσχυση της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας με τελικό στόχο την είσοδό της στην ΕΕ, χωρίς να αποδεχτεί η Άγκυρα το ευρωπαϊκό κεκτημένο σε τομείς που θίγουν το εθνικό κράτος και τα «ζωτικά» συμφέροντα της Τουρκίας, με σκοπό να αφαιρεθεί από Ελλάδα και Κύπρο το στρατηγικό πλεονέκτημα της συμμετοχής σε έναν πανίσχυρο διεθνή οργανισμό που δεν συμμετέχει η ίδια.
 Υιοθέτηση πολιτικής μηδενικών προβλημάτων με τις γειτονικές προς την Τουρκία χώρες, χωρίς την παραμικρή υποχώρηση από τις παραδοσιακές θέσεις της απέναντι στις χώρες αυτές.

Το σκεπτικό της πολιτικής των μηδενικών προβλημάτων
Αυτό έχει δυο βασικά σκέλη:
Το πρώτο αφορά το ρόλο του στρατού. Τα προβλήματα στις σχέσεις της Τουρκίας με τις περισσότερες γειτονικές χώρες είναι προβλήματα εθνικής ασφάλειας, τα οποία όσο υφίστανται και βρίσκονται στην επιφάνεια αναδεικνύουν το ρόλο του στρατού. Η πολιτική μηδενικών προβλημάτων καθιστά πιο εύκολο τον εγκλεισμό του στρατού στα στρατόπεδα και την αποκλειστική ενασχόλησή του με τα υπηρεσιακά καθήκοντα, βασική επιδίωξη του Ερντογάν και του ΑΚΡ στον αγώνα εξουσίας που δίνει με τους στρατηγούς.
Το δεύτερο σκέλος σχετίζεται με το Κουρδικό. Η πολιτική μηδενικών προβλημάτων, αν μη τι άλλο, δημιουργεί ένα καλό κλίμα με τις γειτονικές χώρες, οι οποίες, για να μην το διαταράξουν, κρατούν αποστάσεις από το κουρδικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, αφήνοντας απερίσπαστη την Τουρκία στην αντιμετώπισή του με τα «παραδοσιακά» τουρκικά μέσα. Επίσης, η πολιτική αυτή, δίνει τη δυνατότητα στην Άγκυρα να συνεργαστεί πάνω στην αντιμετώπιση του Κουρδικού με την Τεχεράνη και τη Δαμασκό, οι οποίες έχουν και αυτές με τη σειρά τους το δικό τους πρόβλημα με τους κουρδικούς πληθυσμούς που κατοικούν στα εδάφη τους.
 
Συμπεράσματα
Η Τουρκία βιώνει μια πολύ σημαντική αλλαγή στο εσωτερικό της, αφού η ευθύνη του σχεδιασμού και της άσκησης της πολιτικής φεύγει από τα χέρια των στρατηγών και περνάει σταδιακά στα χέρια των πολιτικών και συγκεκριμένα των «μετριοπαθών» ισλαμιστών του Ερντογάν και του ΑΚΡ. Ο βασικός γεωπολιτικός προσανατολισμός της Τουρκίας παραμένει προσηλωμένος στο ΝΑΤΟ και στις ΗΠΑ, παρά τα ανοίγματα που επιχειρεί η Τουρκία προς άλλες κατευθύνσεις, τα οποία κατά την άποψή μας δεν είναι στρατηγικού χαρακτήρα. Η Τουρκία ασκεί μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, δίνοντας βαρύτητα στην ισλαμική της ταυτότητα και την ενίσχυση των εξαγωγών και των οικονομικών της δραστηριοτήτων στο εξωτερικό. Και οι δυο παράγοντες, το Ισλάμ και το αυξανόμενο οικονομικό μέγεθος της Τουρκίας, αξίζουν της συνεχούς προσοχής και ανάλυσης από την πλευρά της Ελλάδας, αφού οι παράγοντες αυτοί είναι σε θέση να επηρεάσουν ζητήματα που άπτονται των εθνικών μας συμφερόντων (Κύπρος, Θράκη, Αιγαίο κ.λπ.). Η εξωστρέφεια και η πολυμέρεια που χαρακτηρίζει τη νέα εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, αυτό που επιχειρείται να παρουσιαστεί ως νέα γεωπολιτική στρατηγική της Άγκυρας, έχει μια πολύ σημαντική πτυχή: προσπαθεί να δημιουργήσει συνθήκες για να ξεπεράσει όσο γίνεται πιο ανώδυνα τη σκόπελο του κουρδικού ζητήματος, ενώ ταυτόχρονα γίνεται προσπάθεια να μη θιγούν τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Ουάσινγκτον.
Τέλος, η αποδοχή από την πλευρά της κυβέρνησης Ερντογάν της πολιτικής των ΗΠΑ στο Βόρειο Ιράκ και το Κουρδικό δίνει στην Τουρκία τη δυνατότητα, τουλάχιστον θεωρητικά, να ζητήσει αντιπαροχές στην Κύπρο, τη Θράκη και στο Αιγαίο. Και στο σημείο αυτό ακριβώς απαιτείται πολύ προσεκτικός σχεδιασμός και ετοιμότητα από την πλευρά της Αθήνας και της Λευκωσίας και εθνική εγρήγορση σε επίπεδο λαού, σε Ελλάδα και Κύπρο.
 Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Στρατιωτική Ισορροπία και Γεωπολιτική, Δεκέμβριος 2010

Η επιχειρηματική όψη της διαχείρισης των κοιτασμάτων στο Αιγαίο

Την οριοθέτηση των περιοχών και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης περιμένουν όμιλοι για να πάρουν μέρος στο «πετρελαϊκό παιχνίδι».Η κατάθεση μετά τις 17 Ιανουαρίου στη Βουλή του νομοσχεδίου για την ίδρυση της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων/ΕΔΕΥ βάζει και την Ελλάδα στο «πετρελαϊκό παιχνίδι».
Από τις εμπλεκόμενες χώρες της ευρύτερης περιοχής είναι η τελευταία που προχωρά στη σύσταση σχετικού φορέα δημόσιου χαρακτήρα αν και μέχρι την προκήρυξη του πρώτου διαγωνισμού παραχώρησης πρέπει να μεσολαβήσουν πολλές ουσιαστικές και σύνθετες κινήσεις, με κυριότερη την οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης.
Αποτελεί πάγια διεθνή πρακτική, πως για να έχει βάση μία διαγωνιστική διαδικασία- να ενδιαφερθούν δηλαδή κάποιοι όμιλοι- θα πρέπει να ορίζονται ξεκάθαρα και χωρίς νομικές (ή άλλες εμπλοκές) οι περιοχές, δηλαδή τα «οικόπεδα», ή «πεδία» όπως αναφέρονται, τα οποία θα παραχωρηθούν για έρευνα και πιθανώς για εκμετάλλευση στη συνέχεια.

Πρόκειται, όπως διευκρινίζει έμπειρος επιχειρηματίας του κλάδου για μακροχρόνιες συμβάσεις (20-30 χρόνια) που προαπαιτούν ισχυρότατη νομική διασφάλιση, καθώς βασίζονται στις συμβάσεις του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.

Εάν λυθούν όλα αυτά τα πολύ βασικά... προαπαιτούμενα, θα αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την επιβεβαίωση ή όχι όσων ακούγονται για πιθανά κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στο Αιγαίο και σε άλλες ζώνες της ευρύτερης περιοχής. Γιατί τα τελευταία 35-40 χρόνια γράφονται σενάρια επί σεναρίων, ακούγονται πολλά και φημολογούνται ακόμη
περισσότερα, με κάθε πλευρά να... κατηγορεί την άλλη.

Το πιθανότερο είναι πως εάν αυτή τη φορά όντως προχωρήσει η ελληνική πλευρά σε διαγωνισμούς για την παραχώρηση περιοχών προς έρευνα, θα γίνει σε περιβάλλον υψηλών τιμών στις διεθνείς αγορές και χρυσοφόρων συμβολαίων στον τομέα πλωτών τρυπανιών-εξεδρών (drillships), σε επίπεδα που φθάνουν μέχρι και τις 600.000 δολάρια ημερησίως.

Σημειωτέον πως όταν είχαμε τις πρώτες... ασκήσεις επί χάρτου για το «πετρελαιοφόρο» Αιγαίο στις αρχές της μεταπολίτευσης το κόστος του πετρελαίου δεν ξεπερνούσε (σε αποπληθωρισμένες- σημερινές τιμές) τα 10-15 δολάρια το βαρέλι.

Σήμερα κυμαίνεται πάνω από τα 90, ενώ όλες οι προβλέψεις των έγκυρων αναλυτών κάνουν λόγο για 110-120 δολάρια μέσα στο 2011.

Μέχρι τώρα η μόνη εταιρεία που δραστηριοποιείται εξορυκτικά στην ελληνική επικράτεια είναι η Ενεργειακή Αιγαίου (του επιχειρηματία Μαθιού Ρήγα) που συνεχίζει την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων του Πρίνου.

Στις 14/6/2000 τα μέσα ενημέρωσης επιβεβαίωναν την ύπαρξη δύο επιπλέον κοιτασμάτων στον Πρίνο -με αφορμή δελτίο τύπου της Kavala Oil- που ανακοίνωνε ότι εντοπίστηκαν σε βάθος 2.900 μέτρων δύο άριστα κοιτάσματα πετρελαίου και μάλιστα τέσσερα μίλια ανοιχτά του κόλπου Περάμου της Καβάλας.

Μάλιστα ο τότε πρόεδρος της Kavala Oil Νίκος Λούτσιγκας εκτιμούσε πως το ένα από τα δύο κοιτάσματα είναι πιο ενδιαφέρον από το άλλο. Πολύ δε περισσότερο εάν σκεφτεί κάποιος ότι οι αρχικές μελέτες είχαν αποδείξει ότι στη θέση Μπάμπουρας το κοίτασμα είναι υπερδεκαπλάσιο των υπολοίπων.

Μετά από αυτές τις εξελίξεις τα Ελληνικά Πετρέλαια (στις 8 Οκτωβρίου του 2000) ανακοινώνουν μεγάλες επενδύσεις στην έρευνα νέων κοιτασμάτων καθώς και στη συμμετοχή σε πετρελαϊκές έρευνες στο εξωτερικό. Η ευρύτερη -νευραλγική και από πολιτική σκοπιά- περιοχή υπολογίζεται πως μπορεί να δώσει αξιοποιήσιμο πετρέλαιο.

Το αν οι μελέτες που έχουν γίνει στην ευρύτερη περιοχή της Θάσου (και κάνουν λόγο για περιεκτικότητα 250 χιλιάδων βαρελιών χαμηλού ειδικού βάρους και 380 χιλιάδων υψηλού στην περιοχή του κοιτάσματος «Δομή East Θάσου») είναι ακριβείς, θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί μόνο εάν γίνουν οι απαραίτητες γεωτρήσεις.

Σύμφωνα με το Αμερικανικό Γεωλογικό Ινστιτούτο πετρελαιοφόρες περιοχές πιθανολογούνται στην περιοχή Επανωμής-Σιθωνίας και Θερμαϊκού. Σύμφωνα με μη τεκμηριωμένες μελέτες (δηλαδή χωρίς ερευνητική διαδικασία) πιθανές λεκάνες (από γεωφυσικής πλευράς) που θα μπορούσαν να περικλείουν πετρέλαιο ή φυσικό αέριο εντοπίζονται και στις περιοχές της Ικαρίας, και της Ρόδου.

Με βάση άλλες μελέτες -ανάλογου χαρακτήρα- η ευρύτερη περιοχή νότια της Κρήτης (συμπεριλαμβανομένου του πεδίου της Γαύδου) θεωρείται «πιθανή» για μεγάλο, αξιοποιήσιμο κοίτασμα φυσικού αερίου. Το ότι η γεωλογική μορφή της περιοχής συγκλίνει με αυτήν της περιοχής Κύπρου-Ισραήλ ενισχύει τις πιθανότητες να υπάρχει όντως σημαντικό κοίτασμα.

Αναφορές για περιεκτικότητα περίπου ενός δισ. βαρελιών δεν μπορούν να θεωρηθούν βάσιμες εάν δεν γίνουν οι απαραίτητες γεωφυσικές έρευνες και η αναγκαία επεξεργασία των στοιχείων.

Ομως, το... παιχνίδι έχει αρχίσει, μετά μάλιστα τα θετικά ερευνητικά αποτελέσματα σε λεκάνες της Ανατ. Μεσογείου (περιοχή που εκτείνεται από τα πεδία παραχώρησης Ισραήλ- Κύπρου) μέχρι τις ανατολικές θαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας. Αποτελέσματα που για πρώτη φορά συμπεριέλαβε η μελέτη του United States Geologigal Survey, που θεωρείται εγκυρότατο εγχειρίδιο από τους επενδυτές του κλάδου.

Πρακτικά το USGS αποτελεί τον σύμβουλο της αμερικανικής κυβέρνησης για όλες τις πιθανές για ύπαρξη πετρελαίου λεκάνες διεθνώς. Το γεγονός πως σε αυτές τις δύο λεκάνες της Μεσογείου επιβεβαιώθηκε η γεωλογική θεωρία, ενισχύει τις εκτιμήσεις όσων ποντάρουν για ανάλογα κοιτάσματα νότια της Κρήτης.

Μέχρι το 1999 είχαν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα 172 γεωτρήσεις και από αυτές μόνο οι 12 έγιναν στο Αιγαίο. Η πρώτη φορά που έγιναν γεωτρήσεις στο νότιο Αιγαίο ήταν την περίοδο 1963-1965, όταν η εταιρεία Safor πραγματοποίησε στη Ρόδο δύο χερσαίες, που απέβησαν άκαρπες. Αλλη μια εταιρεία ερευνά στο νότιο Αιγαίο, η αμερικανικών συμφερόντων Oceanic, επίσης χωρίς αποτέλεσμα.

Εκτεταμένες έρευνες που κάλυψαν μεγάλα τμήματα της χώρας έγιναν και στη δυτική Ελλάδα. Χερσαίες αλλά και θαλάσσιες, καθώς υπήρχαν ενδείξεις (από την αρχαιότητα) για πιθανές περιοχές στην Πελοπόννησο και στα Γιάννενα. Ισχυρές ενδείξεις (κυρίως σε Παξούς και Ζάκυνθο) οδήγησαν σε δαπανηρές έρευνες, με ορατό αποτέλεσμα ένα κοίτασμα στο Κατάκωλο (της Ηλείας).

Το συγκεκριμένο κοίτασμα (μικρό, καθώς έδινε χίλια βαρέλια την ημέρα) θεωρήθηκε (τότε) ακριβό, αφού το κόστος εξόρυξης υπολογιζόταν στα 40 δολάρια, όταν η τιμή πώλησης δεν ξεπερνούσε τα 50-55 δολάρια το βαρέλι.

Ακόμη και εάν γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες (ορισμός ΑΟΖ, υπογραφή συμφωνιών με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, διευθέτηση σε πολιτικό επίπεδο), θα χρειαστεί να περάσουν τουλάχιστον ένα με δύο χρόνια ώσπου να υπογραφεί η πρώτη συμφωνία παραχώρησης για έρευνα και άλλα τουλάχιστον τρία με τέσσερα μέχρις ότου τα... τρυπάνια φτάσουν στις πιθανές λεκάνες πετρελαίου.


Η Ελλάδα μπαίνει τελευταία στο... κυνήγι της έρευνας για τυχόν κοιτάσματα φυσικού αερίου και πετρελαίου, με την Τουρκία να έχει κερδίσει πολύτιμο χρόνο και ισχύ....


Πηγή : Ροδιακή

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Πρόταση κατασκευής τερματικού φυσικού αερίου στην Κύπρο

Οισραηλινός κολοσσός «DelekGroup», βασικός συνεταίρος της Νoble Εnergyμε δικαιώματα σε σημαντικό αριθμό τεμαχίων φυσικού αερίου του Ισραήλ, έχει υποβάλει ήδη με επιστολή προς την κυβέρνηση της Κύπρου, πρόταση για κατασκευή τερματικού «πολλαπλών χρήσεων» στην Κύπρο και συνεργασία για παραγωγή και εξαγωγή φυσικού αερίου, αποκαλύπτει με χθεσινή του είδηση, το διεθνές περιοδικό «Μiddle Εast Ρetroleum and Εconomic» (ΜΕΕC), που ας σημειωθεί έχει την έδρα του στη Λευκωσία.
Σύμφωνα με την είδηση, η DelekGroup έχει υποβάλει γραπτώς στην Κυπριακή Δημοκρατία, πρόταση για συνεργασία στην κατασκευή του τερματικού και των εγκαταστάσεων παραγωγής, όπως και τη δημιουργία μηχανισμού που θα αναλάβει όλες τις εγκαταστάσεις και διαδικασίες υγροποίησης και εξαγωγών του φυσικού αερίου και άλλων πετροχημικών από τα κοιτάσματα των δύο χωρών στο έδαφος της Δημοκρατίας.

Τα κοιτάσματα σε Λεβιάθαν, Ταμάρ και Νταλίτ αποτελούν τις ανακαλύψεις των δύο τελευταίων ετών, όπου Delekκαι Νoble έχουν από κοινού τα δικαιώματα, ενώ στο «Οικόπεδο 12» της Δημοκρατίας, η Delek- όπως έγραψε από τον Οκτώβριο του 2009 ο «Φ» - ζήτησε από τη Δημοκρατία έγκριση να συμμετάσχει με σημαντικό ποσοστό στις μετοχές των δικαιωμάτων της Νoble. Υπάρχει μεταξύ τους συμφωνία γι’ αυτό, ωστόσο απαιτείται έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου που οι πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι δεν δόθηκε μέχρι στιγμής.
 
Σύμφωνα με τη ΜΕΕS, στην επιστολή υπογραμμίζονται και οι θετικές επιπτώσεις στις οικονομίες Κύπρου και Ισραήλ, αλλά και ο νέος ρόλος που μπορεί να αποκτήσει η Κύπρος στην περιοχή, ως παγκόσμιος εξαγωγέας και διανομέας φυσικού αερίου.
 
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στη Ηuston Chronicle, ο ανώτατος διευθυντής της Νoble, Τσιάρλς Ντάβιτσον, είχε υποδείξει πως και μόνο το κοίτασμα του Λεβιάθαν, μπορεί να υποστηρίξει δύο μεγάλες μονάδες υγροποίησης φυσικού αερίου, υπενθυμίζει το περιοδικό.
 
Ο «Φ» είχε δημοσιεύσει από τις αρχές του χρόνου ότι υπήρχε ενώπιον της κυβέρνησης πρόταση από το Ισραήλ για συνεργασία. Το θέμα συζητήθηκε και στις επαφές του Ισραηλινού υπουργού Υποδομών με τον υπουργό Εμπορίου και τον πρόεδρο της Βουλής κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Κύπρο, αναφέρουν πληροφορίες του «Φ».
 
Στο μεταξύ, σύμφωνα με χθεσινές δηλώσεις του πρέσβη του Ισραήλ στην Κύπρο, Μισιέλ Χαράρι, στους επόμενους τρεις μήνες το Ισραήλ θα γνωρίζει πότε θα αρχίσει την παραγωγή φυσικού αερίου. Ο πρέσβης, που επισκέφθηκε χθες το ΚΥΠΕ, δήλωσε χαρακτηριστικά πως «στους επόμενους μήνες θα έχουμε διαβουλεύσεις και συνομιλίες μεταξύ των χωρών μας προς όφελος των διμερών σχέσεων». Αναμένεται η κατάληξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ κυβέρνησης και ιδιωτικών εταιρειών σε αυτό το στάδιο, εξήγησε ο ίδιος. Πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι οι διαπραγματεύσεις αφορούν τον καθορισμό τιμών. Αν η εμπορική διάθεση του φυσικού αερίου θα είναι δυνατή σε τρία ή δέκα χρόνια, θα είναι γνωστό σε τρεις μήνες, εξήγησε. Ερωτηθείς δε, αν ισραηλινές εταιρείες έχουν ενδιαφερθεί για εξόρυξη φυσικού αερίου στην Κύπρο, ο κ. Χαράρι είπε χαρακτηριστικά: «Φαντάζεστε το 
ενδιαφέρον από πολλές ισραηλινές εταιρείες που ασχολούνται με την ενέργεια».
 
Ο ίδιος, κληθείς να σχολιάσει αν το ίδιο το Ισραήλ υπέγραψε συμφωνίες για να εφοδιάζεται από την Αίγυπτο φυσικό αέριο για την επόμενη εικοσαετία ήταν ένα από τα επιχειρήματα που λέχθηκαν δημόσια από πλευράς ΑΗΚ - ο κ. Χαράρι είπε ότι υπάρχει εδώ και χρόνια συμφωνία με την Αίγυπτο για πετρέλαιο και φυσικό αέριο, από το 1979 και δεν είναι κάτι το καινούργιο. «Θα παρακολουθούμε στενά το θέμα στις επόμενες ημέρες κι ας ελπίσουμε για τη θετική πλευρά του», σχολίασε επίσης ο πρέσβης του Ισραήλ.

Τεχνοοικονομικό και όχι πολιτικό το θέμα
ΕΤΕΚ:
ΑΝΗΣΥΧΙΕΣγια τη Βαβέλ που δημιουργείται σε σχέση με την έλευση φυσικού αερίου, εκφράζει το ΕΤΕΚ, που τοποθετείται με χθεσινή του ανακοίνωση για όλα τα θέματα που εγέρθηκαν. Η έλευση φυσικού αερίου είναι η μεγαλύτερη επένδυση υποδομής από την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας και η μέγιστη στρατηγική απόφαση της Πολιτείας, σημειώνουν. «Είμαστε στο παρά πέντε για τη λήψη αποφάσεων που δρομολογήθηκαν από χρόνια, το ΕΤΕΚ θεωρεί ότι εύλογα ερωτήματα που εγείρονται, έστω ετεροχρονισμένα, θα πρέπει να απαντώνται με επάρκεια. Αντί τούτου, παρατηρούμε με μεγάλο προβληματισμό τη Βαβέλ που δημιουργείται από τις εκ των υστέρων δηλώσεις και αποκλίνουσες εκτιμήσεις διαφόρων αρμοδίων και μη, φορέων και ατόμων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία σύγχυσης στον πολίτη αλλά και ανησυχίας για την ορθότητα των χειρισμών που έγιναν», σημειώνει το ΕΤΕΚ.

Το Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου παρακολουθεί με μεγάλη ανησυχία τις εξελίξεις, αλλά το θέμα της έλευσης του φυσικού αερίου είναι πρώτιστα τεχνοοικονομικό και όχι πολιτικό.
Το Επιμελητήριο, ως ο Τεχνικός Σύμβουλος της Πολιτείας, ενημερώθηκε από εκπροσώπους της ΔΕΦΑ και της ΑΗΚ και θεωρεί ότι πρέπει να δοθούν προς την κοινή γνώμη σημαντικές απαντήσεις και διευκρινίσεις για τη διαδικασία, την προεπιλογή υποψηφίων προμηθευτών, αλλά και σε σχέση με τον τρόπο που επηρεάζουν τον εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό οι πρόσφατες εξελίξεις που αφορούν στην αξιοποίηση των κοιτασμάτων της Κύπρου αλλά και γειτονικών χωρών.

Αν ανοίξουν οι τρεις επιπλέον προτάσεις τώρα θα ανοίξει ο ασκός του Αιόλου. «Αν κρίνεται όμως πως η χώρα δύναται να εξασφαλίσει καλύτερους όρους και τιμές προμήθειας φυσικού αερίου, τότε η διαδικασία θα πρέπει να ακυρωθεί και ο διαγωνισμός να επαναπροκηρυχθεί», σημειώνει το ΕΤΕΚ. Διαφορετικά, η περαιτέρω καθυστέρηση στο θέμα, στην απουσία εναλλακτικής λύσης, θα αυξήσει το κόστος στην οικονομία διακινδυνεύοντας τη βιωσιμότητα του εγχειρήματος.

Εισηγείται τη διαφανή ενημέρωση των πολιτών και τονίζει την επίδραση των αποφάσεων αυτών στο κόστος παραγωγής ενέργειας και ως εκ τούτου στο τελικό κόστος που θα κληθούν να καταβάλουν οι καταναλωτές. Είναι το σημαντικότερο, μετά το εθνικό πρόβλημα, θέμα για τον τόπο, αλλά κατά βάση τεχνικό θέμα και, ως προς τούτες τις πτυχές του, θα πρέπει απαραίτητα να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο, καταλήγει το ΕΤΕΚ.
ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Ελληνο-Ισραηλινές σχέσεις

Διευκρινίσεις για τη συμφωνία συγκρότησης κοινού υπουργικού συμβουλίου συνεργασίας, με στόχο την εμβάθυνση και θεσμική θωράκιση των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων, έδωσαν ο υπουργός Εξωτερικών, Δημήτρης Δρούτσας και ο ισραηλινός ομόλογός του και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Ο Άβιγκντορ Λίμπερμαν πραγματοποιεί επίσκεψη στην Αθήνα.

Ο Έλληνας υπουργίος ανέφερε ότι κατά πάσα πιθανότητα η πρώτη συνεδρίαση θα γίνει στο Ισραήλ και θα ασχοληθεί με θέματα πολιτισμού, τουρισμού, αγροτικής ανάπτυξης, ενέργειας και υψηλής τεχνολογίας. Ο ισραηλινός ΥΠΕΞ εκτίμησε, από τη μεριά του, ότι θα γίνει σε τρεις μήνες.
Σχολιάζοντας τις εξελίξεις στις διμερείς σχέσεις, ο Δημ. Δρούτσας υποστήριξε ότι θα έχουν πολλαπλά οφέλη για τους δύο λαούς, αλλά και την ευρύτερη περιοχή.

Ανακοίνωσε, επίσης, ότι τα δύο κράτη θα δημιουργήσουν περιφερειακή μονάδα άμεσης ανάπτυξης για την αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών.

Εκ μέρους του Ισραήλ, ο Άβιγκντορ Λίμπερμαν υπογράμμισε ότι η οικονομική συνεργασία των δύο κρατών θα πρέπει  να ξεκινήσει "το ταχύτερο δυνατό". Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο συνεργασίας στον τομέα του φυσικού αερίου, δήλωσε ότι απαιτεί «εμπεριστατωμένη έρευνα».

Αναφορικά με τις αραβοϊσραηλινές σχέσεις, δήλωσε ότι θα είναι ευτυχής, "αν μπορέσει η Ελλάδα να συμβάλει στη σύσφιγξη των σχέσεων του Ισραήλ με τις γειτνιάζουσες χώρες".

Ερωτηθείς για τις τελευταίες εξελίξεις στο Παλαιστινιακό, όπως η επανέναρξη του εβραϊκού εποικισμού, ο Δημ. Δρούτσας είπε πως "οι απόψεις της Ελλάδας δεν συμπίπτουν σε όλα τα θέματα με αυτές του Ισραήλ. Πρέπει όμως να μιλάμε ανοιχτά και εκεί, όπου αποκλίνουν οι απόψεις μας".
Ο Έλληνας υπουργός συμπλήρωσε ότι οι μονομερείς ενέργειες δεν είναι προς το συμφέρον του Ισραήλ.

"Επειδή η Ελλάδα έχει ακολουθήσει με συνέπεια μια πολιτική αρχών, που αποτελεί και την προστιθέμενη αξία της χώρας μας στην περιοχή, για τον λόγο αυτό η Ελλάδα έχει αποκτήσει την εμπιστοσύνη του αραβικού κόσμου αλλά και του Ισραήλ. Λίγες χώρες μπορούν να ισχυριστούν ότι διαθέτουν αυτό το πλεονέκτημα", σημείωσε.
Πηγή: Ελευθεροτυπία